Η ΤΟΞΙΚΟΕΞΑΡΤΗΣΗ, Ο ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΩΣ ΑΝΙΑΤΗΣ ΝΟΣΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΟΦΕΛΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Η πολιτική και η μοίρα της ανθρωπότητας
διαμορφώνονται από ανθρώπους χωρίς ιδανικά και χωρίς μεγαλείο.
Άνθρωποι που έχουν μεγαλείο μέσα τους δεν ασχολούνται με την πολιτική. Αλμπέρ Καμύ

[…] Θέλουμε να καταστήσουμε σαφές εξ αρχής, ότι δεν είναι στις προθέσεις μας να εισέρθουμε στο επιστημονικό πεδίο όπου χρησιμοποιώντας ιατρικά εργαλεία και μεθόδους ανάλυσης να υποστηρίξουμε αν η τοξικοεξάρτηση είναι, ή όχι ανίατη νόσος του εγκεφάλου. Ο κυριότερος λόγος είναι, πως μία τέτοια προσέγγιση –εξειδικευμένη– διέπεται από κάποια χρησιμότητα όταν επιχειρεί να στηρίξει την απόφαση του εξαρτημένου για χορήγηση βοήθειας για την απεξάρτησή του, ενός και μόνο προσώπου τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο συμπεριλαμβανομένης της διαφορετικότητάς του. Από τη στιγμή, που μια τέτοια προσέγγιση ιατρικού χαρακτήρα αποκτά καθολικό μοντέλο ερμηνείας, μιας πολυαιτιακής κατάστασης και ενός συνόλου ανθρώπων που την υφίστανται ή την πλαισιώνουν, πραγματοποιείται η επιβολή της θέλησης του ισχυρού.

Οι κυριότεροι λόγοι είναι δύο: πρώτον η τοξικοεξάρτηση είναι ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο με δεδομένες τις κοινωνικές προεκτάσεις όσων αφορά τη στιγμή που εγκαθίσταται και εκδηλώνεται σε κάποιο άτομο και δεν μπορεί να χωρά σε αυτό το γεγονός μια μονοδιάστατη εξήγηση που χρησιμοποιεί ως αφετηρία μια ιατρική αιτιολόγηση για μια συνολική ερμηνεία και δεύτερον διότι η αλληλοδιαπλοκή των συμφερόντων και τα ωφέλει της κυριαρχίας υλοποιούνται και πραγματώνονται σε πολλά επίπεδα με κύριο την εδραίωση, τη διατήρηση και την αναπαραγωγή της εξουσίας της. Ταυτοχρόνως με τη μέθοδο αυτή –ιατρικοποίηση– απομακρύνεται η κύρια στόχευση με σκοπό την καταστροφή, αυτού που εμείς προσδιορίζουμε ως γενεσιουργό παράγοντα κάθε είδους εξάρτησης και αφαίρεσης της ελευθερίας, δηλαδή το κράτος. Θεωρούμε σημαντικό να καταγράψουμε πτυχές της ιστορικής διαδρομής όπου τα αίτια κοινωνικών αντιθέσεων προσδιορίστηκαν ότι πηγάζουν από την ψυχική πάθηση των ανθρώπων και πάνω σε αυτή την πρακτική και θεώρηση να αναπτύξουμε την άποψή μας.

Τον τελευταίο ενάμιση αιώνα, η κυριαρχία χρησιμοποιεί την εξειδικευμένη γνώση-επιστήμη της ψυχιατρικής ως μέσον εξόντωσης κοινωνικών ομάδων, ενώ παράλληλα γίνεται εργαλείο ομαλοποίησης κοινωνικών συμπεριφορών και κοινωνικού ελέγχου. Τα παραδείγματα της βαρβαρότητας που δικαιολογήθηκαν ως «θεραπευτικές» πράξεις έναντι κάποιας ανίατης, κληρονομικής κ.λπ. νόσου είναι αμέτρητα. Με πρόταγμα την ηθική (θρησκευτικών, πολιτιστικών, πολιτικών, κ.α. θεσμών-παραγόντων) η ψυχιατρική χρησιμοποιείται για την καθυπόταξη της συμπεριφοράς του ατόμου και των καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων. Ο λόγος που θα αναφέρουμε ορισμένα ιστορικά παραδείγματα, των οποίων η επίδραση αγγίζει σε μικρό ή μεγάλο βαθμό και την σημερινή πραγματικότητα, είναι για να αναδείξουμε τις μεταβολές της εξουσίας και των κανονιστικών σχέσεων που αυτή επιβάλει. Οι εναλλασσόμενοι ιστορικά οικονομικό-πολιτικοί σχηματισμοί εξουσίας αλλάζουν τη μορφή και εξελίσσουν τα μέσα και τους μηχανισμούς επιβολής στην προσπάθειά τους για την πλήρη καθυπόταξη των ανθρώπων. Το κράτος και ο εκάστοτε εξουσιαστικός σχηματισμός των συμφερόντων που εξυπηρετεί, μεταβάλει τους κανόνες κοινωνικής υπακοής, για την εδραίωση και την αναπαραγωγή της εξουσίας του, προς χάριν της καλύτερης αποτελεσματικότητας με το μικρότερο κοινωνικό κόστος. Η άμεση καταστολή-τιμωρία εξαλλάσσεται παίρνοντας τη διάσταση μίας εξισωτικής λειτουργίας που θέτει την εκ των προτέρων αποδοχή ή συμμόρφωση με τους κανόνες που η κυριαρχία επιβάλλει με τον όρο «ψυχική» υγεία, ενώ την αντίθεση του ανθρώπου ή των κοινωνικών ομάδων στο σχήμα αυτό την προσδιορίζουν με τον όρο «ψυχική» νόσο.

Αναφορικά με την ομοφυλοφιλία, έχουμε τους αιώνες όπου η εκκλησία αποτελούσε την κυρίαρχη δύναμη και την εποχή εκείνη η ερωτική επιλογή –κυρίως του άντρα– όταν ήταν προς το ίδιο φύλλο τιμωρούνταν με ευνουχισμό, θάνατο δια λιθοβολισμού, θάνατος στην πυρά κλπ. Στις εκδημοκρατισμένες ή πολιτισμικά εξελισσόμενες, όπως λέγονται, κοινωνίες η εξόντωση της διαφορετικής ερωτικής επιλογής φεύγει απ’ το πεδίο της ποινικά κολάσιμης πράξης –με τις μεθόδους τιμωρίας που αναφέραμε– και δια μέσου της ψυχιατρικής, στην οποία εντάσσεται, χαρακτηρίζεται ως νόσος που χρήζει άμεση και καταναγκαστική «θεραπευτική» παρέμβαση.

Οι εξουσιαστές και ένα μέρος ψυχιάτρων που αναλαμβάνουν τον ρόλο του θεματοφύλακά τους, χρησιμοποιώντας την διάχυση του φόβου για την πιθανή μετάδοσή της, από καταπιεστές που εξοντώνουν την ανθρώπινη επιθυμία, μετατράπηκαν σε «φύλακες» και προστάτες της κοινωνίας. Ακόμα και σήμερα, από μερίδα του εξουσιαστικού συρφετού προωθείται αυτή η άποψη που κατατάσσει την ερωτική επιλογή του ανθρώπου στην ευρύτερη ψυχοπαθολογία. Όπως θα δούμε και στα επόμενα παραδείγματα η κοινός παρανομαστής για τον χαρακτηρισμό περιπτώσεων άρνησης αποδοχής των επιβεβλημένων προτύπων, κανόνων συμπεριφοράς ή αντίστασης είναι η γενετήσια καταβολή κοινώς κληρονομικότητα μιας ανίατης νόσου. Το να ακολουθούνται οι κατασκευασμένοι κανόνες, συμπεριφορές, πρότυπα κ.λπ. είναι οι απαραίτητη συνθήκη για την διατήρηση μιας επιβεβλημένης κοινωνικής ομαλότητας, η οποία συντηρεί και αναπαράγει το πλέγμα των εξουσιαστικών σχέσεων.

Ο Benjamin Rush (1745- 1813), θεωρείται ο θεμελιωτής της αμερικάνικης ψυχιατρικής) και ο T. Szasz υποστηρίζει –και έτσι είναι– πως ήταν ο πρώτος αμερικάνος ψυχίατρος που υποστήριξε, εξέλιξε και εφάρμοσε την θεώρηση της ψυχιατρικοποίησης των κοινωνικών αντιθέσεων και τον αναγκαστικό τους έλεγχο με τη χρήση «θεραπευτικών» κυρώσεων και όχι «τιμωρητικών μεθόδων», (Η Βιομηχανία της τρέλλας). Ο Rush είχε «πλούσια» δραστηριότητα στον προαναφερόμενο τομέα. Ήταν ο εμπνευστής της νόσου της νεγρίτιδας από την οποία και έπασχαν φυσικά οι μαύροι. Γύρω στα 1792, στο σώμα ενός μαύρου σκλάβου που ονομαζόταν Henry Moss, άρχισαν να εμφανίζονται κάτι άσπρες κηλίδες και σε τρία χρόνια είχε γίνει σχεδόν λευκός. Ο Moss είχε λεύκη, κάτι που δεν ήταν και είναι άγνωστο, ως προς την ύπαρξή της. Η λεύκη όμως που είχε ο Moss έγινε το εφαλτήριο της θεώρησης του Rush για την κατασκευή της νόσου της νεγρίτιδας και οι άσπρες κηλίδες ερμηνευτήκαν ως «αυτόματη» θεραπεία «επιβεβαιώνοντας» τον εν λόγο συλλογισμό. Τα αίτια της νόσου αυτής αποδόθηκαν στην κληρονομικότητα και σε μια μετάλλαξη της λέπρας που επήλθε στο γενεαλογικό δέντρο των μαύρων, καθιστώντας τους την περίοδο εκείνη φορείς, μιας εν δυνάμει μεταδιδόμενης νόσου.

Στη Σοβιετία, η άρνηση εθελοντικής εργασίας του Σαββάτου, αποδόθηκε ως ψυχική διαταραχή, «έκφραση ελλιπούς ικανοποίησης» των αρνούμενων, όπου διαγνώστηκαν με την περιβόητη «νωθρή σχιζοφρένεια». Ο Τζουλιάνι, που σκοτώθηκε με δυο σφαίρες στο κεφάλι από μπάτσο πριν δέκα χρόνια στις κινητοποιήσεις στη Γένοβα, χαρακτηρίστηκε ως πάσχων από διαταραχή αντικοινωνικής προσωπικότητας με επαιτειακές συμπεριφορές. Το ίδιο υποστηρίχτηκε και για τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, που σκοτώθηκε από τον μπάτσο Κορκονέα, ως πάσχων από αντικοινωνική προσωπικότητα με αποκλίνουσες συμπεριφορές. Έχει κάποια σημασία να καταγράψουμε τον ορισμό που δίνουν και την συμπτωματολογία της ψυχοπαθολογίας της αντικοινωνικής προσωπικότητας: «Είναι μια διάχυτη διαταραχή η οποία αρχίζει στην ηλικία των 15 ετών και περιλαμβάνει μια έντονη τάση για παράβλεψη και καταπάτηση των δικαιωμάτων των άλλων. Το άτομο αδυνατεί να δεχτεί τις κοινωνικές επιταγές και υποχρεώσεις που απορρέουν από το νόμο, με αποτέλεσμα να έχει ενδεχομένως διαπράξει παράνομες πράξεις, ανεξάρτητα αν έχει συλληφθεί ή όχι», (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, V. Η Ψυχοπαθολογία του ενήλικα). Είναι εμφανείς οι δυνατότητες που κατέχουν οι εξουσιαστές, όπου μέσα από τέτοιου είδους ορισμούς, οποιονδήποτε θεωρήσουν ως απειλή κατέχουν το μέσο, έτσι ώστε η εκδίωξη-εξόντωσή του να γίνει με «ήσυχο» τρόπο.

Θέλουμε να καταγράψουμε ορισμένα συμπεράσματα και να επεξηγήσουμε κάποια ζητήματα πριν περάσουμε στην κοινωνική ομάδα των τοξικοεξαρτημένων. Κατ’ αρχάς, όπως είπαμε η αναφορά στις κοινωνικές ομάδες που υφίστανται ή που έχουν στο παρελθόν υποστεί την καταπίεση μέσω της ψυχιατρικής, τον στιγματισμό και την κοινωνική απομόνωση που αυτή επιφέρει, ήταν συνοπτική. Σίγουρα θα μπορούσαν να γραφτούν περισσότερα. Επίσης, για τους προαναφερόμενους λόγους δεν καταγράφτηκαν κοινωνικές ομάδες όπως: εξαρτημένοι από το αλκοόλ, λεγόμενοι ψυχικά ασθενείς κ.α. Εννοείται πως, σε καμία περίπτωση, δεν θέλουμε να διαφανεί πως ταυτίζουμε τις προαναφερόμενες κοινωνικές ομάδες συμπεριλαμβανομένων και των τοξικοεξαρτημένων. Η βασική μας επιδίωξη, μέσα από αυτή την καταγραφή, είναι να αναδειχθεί ο ρόλος και οι πολύτιμες υπηρεσίες που είναι δυνατό να προσφέρει η ψυχιατρική στον κρατισμό και την εκάστοτε οικονομικο-πολιτική εξουσία που είναι δυνατόν να υπηρετήσει.

Έστω και επιγραμματικά αναφερθήκαμε στην εν λόγω χρονική περίοδο που στον τομέα αυτόν –ψυχιατρική– διαδραματιζόταν ένα όργιο καταστολής στις επιθυμίες, τις διαθέσεις, τη συμπεριφορά και εν γένει τη διαφορετικότητα. Οι εξουσιαστές, δοκιμάζοντας τις εν λόγω κατασταλτικές δυνατότητες, ανακάλυπταν και εξέλισσαν μια νέα μέθοδο επιβολής, εδραίωσης και αναπαραγωγής της κυριαρχίας τους. Οι αναλυτές και οι πολέμιοι αυτών των πρακτικών, περιορίζουν την ανάλυση και την κριτική τους στα εκάστοτε πολιτεύματα, αφήνοντας ανέγγιχτο το βασικό πυρήνα της προέλευσης και την αναγκαιότητα της ύπαρξής τους, το κράτος. Ό βασικός λόγος που συμβαίνει αυτό είναι η πολιτική τους προέλευση, η οποία είναι κατά κύριο λόγο από το κομμουνιστικό μπλοκ και το δημοκρατικό. Τα διάφορα, εναλλασσόμενα ανά τους αιώνες πολιτεύματα οικονομικής και πολιτικής διαχείρισης της εξουσίας, άλλαξαν την μορφή της εξόντωσης και της καταπίεσης στο επίπεδο των ατομικών και κοινωνικών συμπεριφορών.

Τοξικοεξάρτηση-τοξικομανία: η προέλευση του όρου και ο εννοιολογικός προσδιορισμός.

Η κατασκευή του όρου τοξικομανία ανακαλύφτηκε τον 19ο αιώνα και η συνθετική ιδιότητα των δύο λέξεων αυτών τοξικό-μανία επιχείρησε να υποδηλώσει τη συνύπαρξη της ψυχιατρικής νόσου (μανία) με το «έγκλημα» δηλαδή την χρήση και εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες. Εξ άλλου, την συγκεκριμένη χρονική περίοδο βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο η θεωρία που θέλει τον λεγόμενο ψυχικά ασθενή εν δυνάμει εγκληματία, διότι είναι επικίνδυνος για την κοινωνία, αλλά και ο εγκληματίας –με ό,τι αυτό μπορεί η εξουσία να εννοεί– είναι ψυχικά ασθενής.

Ο ορισμός της εξάρτησης του ανθρώπου από ναρκωτικές ουσίες ως τοξικομανία και με ό,τι αυτή εμπερικλείει ισχύει μέχρι και σήμερα, με την μόνη διαφορά να εντοπίζεται στην περεταίρω εξέλιξη αυτού του εξουσιαστικού κατασκευάσματος. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80 οι δικαστές βασισμένοι στην ενότητα που θέτει τον τοξικοεξαρτημένο ψυχικά πάσχοντα από μια ανίατη ασθένεια και εγκληματία ή ακριβέστερα παράνομο, διέτασσαν τον αναγκαστικό του εγκλεισμό στον κατά αυτούς «φυσικό» του χώρο δηλαδή το ψυχιατρείο.

Οι υπέρμαχοι της αποποινικοποίησης των ουσιών ανέπτυξαν την αντίθεσή τους στη θεώρηση αυτή (τοξικομανής= άρρωστος-εγκληματίας) με την αντίληψη μιας γραμμικής αιτιότητας – νομική απαγόρευση των ουσιών η αιτία του προσδιορισμού του εγκληματία και η αρρώστια ως φυσικό επακόλουθο της χρήσης ή ως ψυχιατρική διαταραχή σε περιορισμένη κλίμακα ανθρώπων. Στη συνέχεια, ανέδειξαν το δευτερεύον κατά τη γνώμη μας (αποποινικοποίηση) σε πρωτεύων και μείζονος σημασίας, ενώ για τον προσδιορισμό της νόσου ουσιαστικά η επιχειρηματολογία τους εξαντλείται, στα λεγόμενα κριτήρια αξιολόγησης και σε δημοκρατικές-αριστερίστικες φανφάρες κατά βάση συνδικαλιστικού περιεχομένου, περί ποιότητας των παροχών υπηρεσιών του κράτους απέναντι στους τοξικοεξαρτημένους -κατά αυτούς τοξικομανείς- και στα γενικώς καταπατημένα δικαιώματά τους.

Στο σημείο αυτό προκύπτουν δύο βασικά ερωτήματα: α) αν η τοξικοεξάρτηση είναι νόσος, και β) αν η εγκληματοποίηση του εξαρτημένου, έχει να κάνει όντως με τη νομική απαγόρευση των ναρκωτικών ουσιών.

Το πρώτο ερώτημα θα το προσεγγίσουμε παρακάτω σύμφωνα με την αντίληψή μας. Όσον αφορά στο δεύτερο δεν έχει παρά μια θεαματική διάσταση και μία επιφανειακή αλήθεια. Κατ’ αρχάς, για να προσεγγίσεις το ένα (εγκληματοποίηση) πρέπει να απαντήσεις και στο άλλο (αρρώστια). Η ακολουθία αυτή όμως, σύμφωνα με τη γραμμική αντίληψή περί αιτιότητας, θα τους οδηγούσε σε μία νομικού τύπου αντιπαράθεση, με την «φιλεύσπλαχνη» όψη να συνοψίζεται στο ότι δεν είναι εγκληματίας αλλά άρρωστος, δηλαδή η εξάρτηση ως παράγωγο του εγκλήματος. Ναι, αλλά η ουσιοεξάρτηση, όπως και όλες οι εξαρτήσεις είναι παράγωγο της εξουσίας που απορρέει από τις κατασκευασμένες συνθήκες επιβολής και των τεχνητών αδιεξόδων. Και εν πάση περιπτώσει, η εγκληματοποίηση του εξαρτημένου, που αποδόθηκε στο πρώτο συνθετικό του όρου της τοξικομανίας, είχε να κάνει με την ηθική διάρρηξη του υπάρχοντος κανονιστικού πλαισίου, την παραβίαση των επιβεβλημένων προτύπων και του κώδικα επιτρεπτής συμπεριφοράς. Και αποσαφηνίζουμε πως η χρήση-εξάρτηση από ουσίες δεν ήταν και δεν αποτελεί επαναστατική ή ελευθεριακή πράξη, τουναντίον μάλιστα. Επίσης, οι κρατικές πολιτικές τού 19ο αιώνα δεν είχαν ενσωματώσει στο οπλοστάσιο τους για την διατήρηση του κοινωνικού ελέγχου την διάδοση, την χρήση και την εξάρτηση από ουσίες. Αυτές μεταβάλλονται, (πολιτικές νομιμοποίησης ή απαγόρευσης) σε διάφορες χρονικές στιγμές και σε διαφορετικά κράτη, ανάλογα με τις συγκυρίες και τις επιδιώξεις των εξουσιαστών.

Η βιοεξουσιαστική προσέγγιση συνεχώς αναβαθμίζει το οπλοστάσιο της κυριαρχίας, διότι της παρέχει απεριόριστες δυνατότητες, για την άσκηση του μαζικού ελέγχου και της φυσικής και κοινωνικής εξόντωσης ανθρώπων, όποτε αυτό κρίνεται αναγκαίο. Είναι η θεωρία του βιολογικού αναγωγισμού, που χρησιμοποιεί η ψυχιατρική ως μέσο χειραγώγησης και ελέγχου προς όφελος της κυριαρχίας. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, κάθε παρέκκλιση από αυτό που έχουν ορίσει ως κοινωνική ομαλότητα οφείλεται στην κληρονομικότητα, ή εν πάση περιπτώσει σε δυσλειτουργίες του εγκεφάλου. Έτσι η ταξινόμηση της αποκλίνουσας συμπεριφοράς, γίνεται το πεδίο καθυπόταξης και ελέγχου. Στα πλαίσια αυτά η τοξικοεξάρτηση θεωρείται αυτοπρόκλητη χρόνια υποτροπιάζουσα νόσος του εγκεφάλου. Με τη μέθοδο αυτή κατακρεουργούν την ανθρώπινη υπόσταση και αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο μέσα από ένα σύνολο συμπτωμάτων, κατασκευασμένα και καθορισμένα από πριν, έτσι ώστε να τον κατατάσσουν σ’ ένα χωροθετημένο και κοινωνικά αποστειρωμένο περιβάλλον. Αυτό στην ουσία του μετατοπίζει την πρωταρχική αιτιότητα του κράτους και της εξουσίας ως μήτρα όλων των εξαρτήσεων και την μεταφέρει στην προδιάθεση ή τη ροπή του ατόμου στην τάδε ή τη δείνα νόσο. Αρχικά, η μεταβολή αυτή λειτουργεί αποσυνθετικά μετατρέποντας τις κοινωνικές αντιθέσεις σ’ ένα ουδέτερο πράγμα τεχνικού χαρακτήρα. Στη συνέχεια, αφομοιώνονται από το κράτος μέσα από την ανάθεση του ρόλου του διεκπεραιωτή, αφού επικυρώνεται η παρέμβασή του μέσα από τους θεσμούς του(αστυνομία, ψυχιατρική κλπ).

Κρατική «θεραπευτική» παρέμβαση.

Αναφερθήκαμε παραπάνω, με ποιο τρόπο η καταστολή εφαρμόζεται μέσω της θεραπείας. Για την τοξικοεξάρτηση, η κατασκευή ενός κρατικού φορέα που θα εφαρμόζει τις πολιτικές νάρκωσης- καταστολής διαμέσου της «θεραπευτικής» πραγματοποιήθηκε μέσα από τον Ο.ΚΑ.ΝΑ. και την χορήγηση υποκατάστατων.

Η μεθοδολογία των εκάστοτε πολιτικών και των βαστάζων του εναλλακτικού κρατισμού επάνω στο ζήτημα, χρήση -τοξικοεξάρτηση -απεξάρτηση- υποκατάσταση είναι η σύγχυση και η διαστρέβλωση των όρων, έτσι ώστε η υποκατάσταση να συγχέεται με την απεξάρτηση, η τοξικοεξάρτηση να ερμηνεύεται και ν’ αντιμετωπίζεται ως ψυχιατρική διαταραχή, να διαγιγνώσκεται ο άνθρωπος βάσει, ενός συνόλου προδιαγεγραμμένων συμπτωμάτων, να απομονώνονται όλοι οι κοινωνικοί παράγοντες των επιβεβλημένων σχέσεων εξουσίας, της εκμετάλλευσης, της αλλοτρίωσης και όλων εκείνων των χαρακτηριστικών που αναδεικνύουν το κράτος σε γεννήτορα όλων των εξαρτήσεων.

Οι κρατιστές διαμόρφωσαν το πεδίο της υποκατάστασης (η οποία βασίστηκε στη γνώση των εξουσιαστών ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εξαρτημένων λόγω της θέσης τους θα την προτιμούσαν για ευνόητους λόγους). Η υποκατάσταση, στην ουσία είναι αντικατάσταση της εξάρτησης από τα ναρκωτικά που έκανε χρήση ο εξαρτημένος με κύρια την ηρωίνη –συνήθως- και με τις άλλες ουσίες να έχουν περιφερειακό ρόλο, με την μεθαδόνη και την βουπρενορφρίνη. Με τον τρόπο αυτό, επιτυγχάνεται και η διεύρυνση του πληθυσμού των τοξικοεξαρτημένων, οι οποίοι πέραν από τις ουσίες εξαρτώνται ολοκληρωτικά και από το κράτος ως τον κατ’εξοχήν προμηθευτή των ουσιών. Τόσο αυτοί (εξαρτημένοι) όσο και ο περίγυρός τους (οικογένεια) βρίσκονται σε καθεστώς ομηρίας. Ποια είναι λοιπόν η θεραπευτική παρέμβαση που υλοποιεί με την πολιτική της απόφαση η εξουσία; Η μαζική χορήγηση ναρκωτικών ουσιών υποκατάστασης, σε αυτόν που θεωρείται από τους εξουσιαστές ανίατος ασθενής. Συνεπώς ο «φυσικός» χώρος των εξαρτημένων είναι τα νοσοκομεία-ψυχιατρεία. Εν ολίγοις, στο σημείο αυτό φτάσαμε μέσω της στοχοποίησης, του στιγματισμού, της διαπόμπευσης και της αναγωγής των κοινωνικών αιτιών σε ατομικές ψυχιατρικές παραμέτρους. Ποια ήταν τα κατασκευασμένα διλλήματα; Εγκληματικότητα και η λίστα αναμονής του Ο.ΚΑ.ΝΑ που τη χαρακτηρίζουν και ως λίστα της ντροπής. Ας δούμε εν συντομία αυτήν την περιβόητη λίστα. Στον υποτιθέμενο ανοιχτό διάλογο που είχε προηγηθεί πριν λειτουργήσει η μέθοδος της υποκατάστασης, είχαν θεσπιστεί τα λεγόμενα κριτήρια υψηλών προδιαγραφών, που θα ίσχυαν για να είναι δυνατόν να χορηγηθούν υποκατάστατα σε κάποιον, μετά την συμφωνία όλων, πως η μέθοδος αυτή δεν είναι «θεραπεία», όπως διατείνονται τώρα, αλλά πρόκειται για ισχυρές ναρκωτικές άρα και εξαρτησιογόνες ουσίες.

Πριν η υποκατάσταση γίνει πολιτική του κράτους είχε επισημανθεί η επικινδυνότητα αυτού του μέσου, αλλά οι επιστήμονες της αριστεράς έβαλαν πλάτη στην εφαρμογή της, με βασική επιχειρηματολογία την θέσπιση των λεγόμενων υψηλών προδιαγραφών. Ποια είναι/ήταν αυτά: 1) οι τοξικοεξαρτημένοι που θα αιτούνταν την χορήγηση υποκατάστατων θα ήταν μεγάλης ηλικίας (γεγονός δύσκολο να είσαι χρήστης και να φτάσεις σε μεγάλη ηλικία), 2) να πάσχεις από ηπατίτιδα, έιτζ κτλ, 3) να έχεις υποστεί εγκλεισμούς (φυλακές- ψυχιατρεία), 4) να έχεις προσπαθήσει στα λεγόμενα στεγνά προγράμματα και να έχεις πιστοποιημένα αποτύχει. Στο σημείο αυτό και πριν προχωρήσουμε θέλουμε να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Οι προδιαγραφές που αναφέραμε μπορεί να δηλώνουν μια γραφειοκρατία λόγω της οποίας θα πέθαινε κόσμος διότι δεν θα υπήρχε πρόσβαση. Τουλάχιστον έτσι διατείνονται/αν οι διάφοροι εναλλακτικοί.

Κατ’ αρχάς, εμείς, είμαστε αντίθετοι σε οποιαδήποτε μορφή υποκατάστασης- αντικατάστασης διότι ποτέ και σε καμία περίπτωση δεν λύνει κάτι, αλλά αντιθέτως διαιωνίζει μια συνθήκη και η παράταση της σε βάθος χρόνου μεγιστοποιεί το πρόβλημα. Οι προδιαγραφές θα αποτελούσαν την ασφαλιστική δικλείδα για να μην υπάρξουν νέοι πληθυσμοί πολυτοξικοεξαρτημένων, περισσότεροι χώροι διακίνησης, εισαγωγή νέων ναρκωτικών ουσιών και αύξηση των θανάτων. Γεγονός που εκ των πραγμάτων δεν λειτούργησε. Ήταν όμως τυχαίο; Μήπως οφειλόταν σε λάθος; Ή μήπως ήταν η αρχή ενός μεθοδευμένου σχεδίου εξόντωσης και χειραγώγησης; Η πορεία που ακολουθούν τα γεγονότα κατά τη γνώμη μας αποδεικνύει ακριβώς αυτό, πως τίποτα δεν ήταν τυχαίο ή λάθος. Σε ορισμένους υπερασπιστές της τότε κατάστασης, θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε καλή πρόθεση. Έμπειροι επιστήμονες και κάποιοι κομματικοί της αριστεράς, με την «πλάτη» που έβαλαν, έγιναν μέρος του σχεδιασμού διαχείρισης. Και εξηγούμαστε. Με την πάροδο του χρόνου τα προγράμματα αυτά, –χωρίς ν’ ανοίξει ρουθούνι– από υψηλών προδιαγραφών μετατράπηκαν σε προγράμματα χαμηλών απαιτήσεων, ενισχύοντας παράλληλα τη θεωρία περί ανίατης νόσου του εγκεφάλου.

Αυτό πρακτικά σημαίνει κυρίως δύο πράγματα: πρώτον, οι εξαρτημένοι όσο χαμήλωναν οι απαιτήσεις και τα κριτήρια, λόγο της αδύναμης θέσης που βρίσκονται, (εξαρτημένοι) στράφηκαν μαζικά προς την υποκατάσταση και δεύτερον, την προώθηση της πολιτικής του κράτους. Αυτή όμως η κατάσταση άφησε ανοιχτό το πεδίο στην παράλληλη χρήση των ουσιών και των χορηγούμενων υποκατάστατων. Στο σημείο αυτό θα αναφέρουμε ένα και μόνο γεγονός: Αυτή την πρακτική οδήγησε αρκετούς εξαρτημένους στο θάνατο.

Η ουσία, κατά τη γνώμη μας, βρίσκεται στο εάν η εξάρτηση είναι νόσος χρονία και υποτροπιάζουσα ή όχι. Ακριβώς πάνω σε αυτή την ιδεολογική και επιστημονική πλατφόρμα σε συνδυασμό με το κόστος, εφαρμόζεται και το σημείο αυτό, του νομοσχεδίου για τα ναρκωτικά στον τομέα της «απεξάρτησης». Οι απόψεις και των ίδιων «επιφανών» επιστημόνων συνεπικουρούν και ενισχύουν την κυρίαρχη αντίληψη και αντιμετώπιση των τοξικοεξαρτημένων ως ανίατων ασθενών παρομοιάζοντας την τοξικοεξάρτηση με το διαβήτη.

Ακολουθώντας τη μέθοδο ταύτισης δύο ανόμοιων καταστάσεων διαμορφώνουν μια εξισωτική λειτουργία ισοπεδωτισμού, όπου ανάγουν την αναλογία σε ομοιότητα με σκοπό να προσδιορίσουν την αιτιότητα. Αφού είναι χρονία νόσος, λοιπόν, όπως και ο διαβήτης τότε «πάρε το φαρμακάκι σου», δηλαδή την κρατική πρέζα.

Οι πιο βάρβαροι σχεδιασμοί, παρουσιάζονται με τον πιο όμορφο τρόπο και αυτό είναι πάγια τακτική των εξουσιαστών.

Στο σημείο, λοιπόν, που πιθανώς να διαφωνούν είναι στην μέθοδο διαχείρισης-διατήρησης. Η διατήρηση τούς δίνει ρόλο και η διαχείριση μέρος της εξουσίας.

Εξ αρχής, λοιπόν γνώριζαν πως η προώθηση της υποκατάστασης στον οικονομικό τομέα εντασσόταν στην λεγόμενη οικονομία της υγείας (χαμηλό κόστος). Όμως, οι εξουσιαστές μετά τα προαναφερόμενα, αποδεικνύεται ότι δεν προσδοκούσαν μόνο αυτό. Όσο λοιπόν, τα αποτελέσματα αυτής της μεθόδου είναι ευνοϊκά σε επίπεδο κοινωνικής υποταγής, τόσο ανοίγει και ο δρόμος της οικονομικής εκμετάλλευσης τους. Τα κέρδη των πολυεθνικών φαρμακευτικών τεράστια, ενδοεξουσιαστικές συναλλαγές σε υψηλό επίπεδο, θέσεις εργασίας, πολιτικό ρουσφέτι, μαζική χειραγώγηση και ό,τι οι δυνάστες ονομάζουν ανάπτυξη.

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 112, Ιανουάριος 2012
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.