Περί «ΕΞΑΡΧΟΠΟΙΗΣΗΣ» της ΔΡΑΣΗΣ ΚΑΤΑ των ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ…

Εί­ναι γε­γο­νός πως κά­θε το­πο­θε­σί­α, κου­βα­λά­ει την ι­στο­ρί­α των κοι­νω­νι­κών συ­μπε­ρι­φο­ρών και στά­σε­ων α­το­μι­κών ή συλ­λο­γι­κών, αυ­τών που α­να­δει­κνύ­ουν μια ου­σια­στι­κή προ­ο­πτι­κή στην κα­τεύ­θυν­ση της α­το­μι­κής και κοι­νω­νι­κής α­πε­λευ­θέ­ρω­σης. Κι αυ­τό α­φο­ρά πλα­τεί­ες, δρό­μους, κτί­ρια κλπ.

Ε­πο­μέ­νως η ι­στο­ρι­κό­τη­τα ε­νός χώ­ρου κα­θο­ρί­ζε­ται α­πό έ­να σύ­νο­λο κοι­νω­νι­κών συν­θη­κών και χα­ρα­κτη­ρι­στι­κών αλ­λά κυ­ρί­ως α­πό τον τρό­πο δρά­σης και το ή­θος των αν­θρώ­πων που τις α­να­πτύσ­σουν.

Α­πό αυ­τή την ά­πο­ψη, οι «ι­δέ­ες» και οι «α­ντι­στά­σεις» δεν μπο­ρούν να α­πο­τε­λέ­σουν άλ­λο­θι για την ε­φαρ­μο­γή πρα­κτι­κών που δεν έ­χουν σχέ­ση με την στά­ση και δρά­ση αν­θρώ­πων, οι ο­ποί­οι α­πο­σκο­πούν σε μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ε­λεύ­θε­ρων αν­θρώ­πι­νων ο­μά­δων και α­τό­μων.

Αυ­τός α­κρι­βώς ο σκο­πός κα­θο­ρί­ζει και τον πό­λε­μο ε­νά­ντια στην νάρ­κω­ση που, ε­κτός α­πό το ό­τι εί­ναι διαρ­κής, ε­πί­μο­νος και ε­πί­πο­νος, α­πο­τε­λεί και μια ση­μα­ντι­κή πτυ­χή του συ­νο­λι­κό­τε­ρου α­γώ­να ε­νά­ντια στο κρά­τος και κά­θε μορ­φής ε­ξου­σί­α.

Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ο α­γώ­νας ε­νά­ντια στη νάρ­κω­ση δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται σε μια μορ­φή της ή σε έ­να εί­δος ναρ­κω­τι­κής ου­σί­ας αλ­λά στρέ­φε­ται κα­τά των κέ­ντρων, των λο­γι­κών και των ι­δε­ο­λο­γη­μά­των που προ­ω­θούν και ε­δραιώ­νουν την νάρ­κω­ση, με μια α­πλή λέ­ξη ε­νά­ντια στο κρά­τος.

Ο α­γώ­νας ε­νά­ντια στο κρά­τος δεν εί­ναι μό­νο α­ντι­μπα­τσι­κή δρά­ση κι ο α­γώ­νας ε­νά­ντια στο κα­πι­τα­λι­σμό δεν εί­ναι μό­νο α­ντι­τρα­πε­ζι­κός. Έ­τσι κι ο α­γώ­νας ε­νά­ντια στη νάρ­κω­ση δεν στρέ­φε­ται σε έ­να εί­δος της, ού­τε σε συ­γκε­κρι­μέ­νους φο­ρείς.

Αυ­τός, λοι­πόν, ο α­γώ­νας λαμ­βά­νει σο­βα­ρά υπ’ ό­ψιν του ό­τι χι­λιά­δες αν­θρώ­πων χά­νο­νται στη δί­νη ε­νός α­πό τους πλέ­ον ο­λο­κλη­ρω­τι­κούς πο­λέ­μους που έ­χει ε­ξα­πο­λύ­σει η ε­ξου­σί­α. Σύ­ντρο­φοί μας έ­χουν δο­λο­φο­νη­θεί με τα ναρ­κω­τι­κά και στο πρό­σω­πο του κά­θε ε­ξαρ­τη­μέ­νου, ε­κτός των άλ­λων, βλέ­που­με και αυ­τές τις μορ­φές. Πώς, λοι­πόν, θα μπο­ρού­σα­με να δια­νο­η­θού­με ό­τι θα στρε­φό­μα­σταν με βί­αιο τρό­πο ε­να­ντί­ον των ε­ξαρ­τη­μέ­νων; Πώς θα μπο­ρού­σε να χα­ρα­κτη­ρι­στεί μια στά­ση που εκ­δη­λώ­νει μί­σος ε­να­ντί­ον βα­σα­νι­σμέ­νων αν­θρώ­πων;

Οι α­ναρ­χι­κοί δεν θα μπο­ρού­σαν πο­τέ να δια­πνέ­ο­νται α­πό την λο­γι­κή της συλ­λο­γι­κής ευ­θύ­νης. Ε­πει­δή έ­νας με­τα­νά­στης δο­λο­φό­νη­σε ή δο­λο­φο­νή­θη­κε α­πό έ­να ντό­πιο δεν ση­μαί­νει πώς θα ορ­μή­σου­με να διώ­ξου­με ό­λους τους με­τα­νά­στες, ή να ε­ξο­ρί­σου­με τους ντό­πιους.

Οι λο­γι­κές και οι πρα­κτι­κές της σκού­πας, οι εκ­κα­θα­ρι­στι­κές ε­πι­χει­ρή­σεις μπο­ρεί να δεί­χνουν την «α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα» της δύ­να­μης, που πι­στεύ­ουν πως έ­χουν αυ­τοί που τις πραγ­μα­το­ποιούν, αλ­λά για τους α­γω­νι­ζό­με­νους και ι­διαί­τε­ρα για τους α­ναρ­χι­κούς οι άν­θρω­ποι δεν εί­ναι ού­τε α­ντι­κεί­με­να, ού­τε α­πορ­ρίμ­μα­τα για να τους με­τα­κι­νού­με και να τους πε­τά­με α­πό ‘δω κι α­πό ‘κει.

Ό­ποιος πα­ρα­μέ­νει για μή­νες και χρό­νια α­πα­θής και θε­α­τής μιας κα­τά­στα­σης με την ο­ποί­α δεί­χνε­ται και προ­ω­θεί­ται η ε­ξα­θλί­ω­ση της αν­θρώ­πι­νης υ­πό­στα­σης, ό­ποιος ε­γκα­τα­λεί­πει έ­να μι­κρό ή με­γά­λο χώ­ρο, πε­ρι­μέ­νο­ντας πό­τε θα γκε­το­ποι­η­θεί για να εμ­φα­νι­σθεί σαν σω­τή­ρας, σί­γου­ρα δεν εί­ναι α­μέ­το­χος και ά­μοι­ρος των ευ­θυ­νών για την κα­τά­στα­ση, την ο­ποί­α ι­σχυ­ρί­ζε­ται πως θέ­λει να θε­ρα­πεύ­σει. Και, σί­γου­ρα δεν γε­νι­κο­λο­γού­με.

Εί­ναι δυ­να­τόν, σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις, οι ε­ξου­σια­στι­κές α­πό­ψεις και οι «εύ­κο­λες λύ­σεις» να θα­μπώ­νουν τα μά­τια ό­πως οι γυα­λι­στε­ρές χά­ντρες ε­ντυ­πω­σί­α­ζαν τους ιν­διά­νους. Ό­μως οι και­ροί αυ­τοί έ­χουν πε­ρά­σει…

Ό­ποιος προ­τάσ­σει τις «εύ­κο­λες λύ­σεις» δύ­σκο­λα θα μπο­ρέ­σει να α­πο­φύ­γει να συ­γκλί­νει, έ­στω και στιγ­μιαί­α, στο δρό­μο που έ­χει στρώ­σει η ι­δε­ο­λο­γί­α της κυ­ριαρ­χί­ας: της δύ­να­μης του ι­σχυ­ρό­τε­ρου, του ρα­τσι­σμού και του ψέ­μα­τος.

Εί­ναι ι­διαί­τε­ρα ση­μα­ντι­κό να ει­πω­θεί πως προ­τάγ­μα­τα του τύ­που Ε­ΞΩ Η ΠΡΕ­ΖΑ Α­ΠΟ ΤΗΝ ΠΛΑ­ΤΕΙΑ ή Ε­ΞΑΡ­ΧΕΙΩ­ΤΕΣ Η ΠΛΑ­ΤΕΙΑ ΣΑΣ Α­ΝΗ­ΚΕΙ (που χρη­σι­μο­ποιούν, οι νοι­κο­κυ­ραί­οι, οι μα­γα­ζά­το­ρες και οι «σιορ ι­διο­κτή­τες») κα­τα­δει­κνύ­ουν έ­να με­γα­λο­ϊ­δε­α­τι­σμό κα­θώς και έ­να ι­διό­τυ­πο ρα­τσι­σμό και το­πι­κι­σμό. Για­τί πως αλ­λοιώς μπο­ρεί να ε­ξη­γη­θεί η προ­σπά­θεια να με­τα­κο­μί­σει μια κα­τά­στα­ση α­πό το έ­να ση­μεί­ο στο άλ­λο; Ο «πε­ριού­σιος λα­ός» των κα­τοί­κων της δεί­να πε­ριο­χής δεν μπο­ρεί να α­νε­χθεί τους «ε­ξα­θλιω­μέ­νους χρή­στες» που «α­φαι­ρούν έ­ναν α­νοι­χτό χώ­ρο α­πό αυ­τούς που θέ­λουν να τον χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν».

Έ­τσι, κύ­ρια υ­πεύ­θυ­νοι, για τα δει­νά του μι­κρού ή με­γά­λου τό­που, γί­νο­νται αυ­τοί που πλήτ­το­νται α­πό τη δια­χε­ό­με­νη νάρ­κω­ση και την ι­δε­ο­λο­γί­α του ντο­πα­ρί­σμα­τος της αν­θρώ­πι­νης φύ­σης κι ό­χι αυ­τοί που προ­ω­θούν τη νάρ­κω­ση σ’ ό­λες τις μορ­φές και με ό­λα τα μέ­σα.

Αυ­τό που έ­χει ό­μως ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σί­α και χρειά­ζε­ται να έ­χου­με πά­ντο­τε υπ’ ό­ψη μας, εί­ναι πως κα­νέ­νας δεν ο­δη­γή­θη­κε στη νάρ­κω­ση ε­πει­δή ξύ­πνη­σε έ­να πρωί και δεν εί­χε τι να κά­νει. Αυ­τή η τε­λευ­ταί­α πε­ρί­πτω­ση α­νή­κει μάλ­λον στη σφαί­ρα των ευ­κα­τά­στα­των οι­κο­νο­μι­κά προ­σώ­πων. Ε­δώ ό­μως εί­ναι και το ση­μα­ντι­κό: για­τί η νάρ­κω­ση εκ­δη­λώ­νε­ται και δια­χέ­ε­ται με πολ­λούς τρό­πους. Οι ου­σί­ες, α­πό τις πλέ­ον «ευ­γε­νείς» μέ­χρι ε­κεί­νες της κα­τώ­τε­ρης ποιό­τη­τας, προ­κα­λούν την ί­δια ζη­μιά στην αν­θρώ­πι­νη φύ­ση. Πο­λε­μώ­ντας αυ­τές τις κα­τα­στά­σεις ή τα πρό­σω­πα που εί­χαν την «α­τυ­χί­α» να μην μπο­ρούν να ε­λέγ­χουν την χρή­ση ή την ποιό­τη­τα λό­γω οι­κο­νο­μι­κής α­δυ­να­μί­ας προ­ω­θεί­ται έ­νας ε­ξου­σια­στι­κός δια­χω­ρι­σμός α­πό ε­κεί­νους που «την ε­λέγ­χουν». Οι «α­νώ­τε­ροι» και οι «κα­τώ­τε­ροι», αυ­τοί που θα υ­πο­στούν το «α­νά­θε­μα» του πε­ρί­γυ­ρου (α­γω­νι­στών και μη) και οι «κυ­ρι­λέ», ε­κεί­νοι που θα βρε­θούν κο­κα­λω­μέ­νοι στο πα­γκά­κι και οι άλ­λοι που θα χα­θούν σε κά­ποια κλι­νι­κή με μια γε­νι­κή ια­τρι­κή ο­ρο­λο­γί­α.

Βέ­βαια, ο κυ­ρι­λά­τος, που δεν προ­κα­λεί την δυ­σα­ρέ­σκεια κα­νε­νός πε­ρί­γυ­ρου και ο «συ­γκρα­τη­μέ­νος», που χρη­σι­μο­ποιεί «ευ­γε­νείς» ου­σί­ες νάρ­κω­σης, δεν κα­τα­στρέ­φουν κα­μιά βι­τρί­να και δεν προ­κα­λούν φο­βε­ρές συν­θή­κες «υ­πο­βάθ­μι­σης». Εί­ναι ό­μως δια­πι­στω­μέ­νο πως κά­νουν πο­λύ πιο συ­στη­μα­τι­κή δου­λειά στον το­μέ­α της προ­ώ­θη­σης της νάρ­κω­σης. Το ί­διο συμ­βαί­νει και με τον κα­λο­ντυ­μέ­νο που ε­μπο­ρεύ­ε­ται και δια­κι­νεί ου­σί­ες σε διά­φο­ρους χώ­ρους, α­πό τα πιο α­να­βαθ­μι­σμέ­να μα­γα­ζιά μέ­χρι και τις συ­ναυ­λί­ες. Κα­νείς δεν θα τον κυ­νη­γή­σει, ό­πως θα κά­νει με το βα­πο­ρά­κι της ό­ποιας πλα­τεί­ας. Άλ­λω­στε, ό­πως εί­ναι γνω­στό, τα με­γα­λύ­τε­ρα ε­γκλή­μα­τα γί­νο­νται α­πό τους «α­φα­νείς» και τους «α­πο­δε­κτούς».

Η στο­χο­ποί­η­ση του α­δύ­να­του εί­ναι πά­ντα μέ­σο πα­ρα­πλά­νη­σης, για να γί­νο­νται α­νε­πη­ρέ­α­στα οι «δου­λειές» και να λει­τουρ­γεί το σύ­στη­μα. Οι κραυ­γές πε­ρί υ­πο­βάθ­μι­σης των πε­ριο­χών και της α­να­γκαιό­τη­τας α­νά­πλα­σής τους (ει­δι­κά ό­ταν ξε­κι­νά πρό­ω­ρα η θε­ρι­νή πε­ρί­ο­δος για τους πέ­ριξ μα­γα­ζά­το­ρες) σαν κύ­ρια ε­πι­δί­ω­ξη έ­χουν την τα­κτο­ποί­η­ση μιας βι­τρί­νας, ώ­στε να γί­νει πιο ελ­κυ­στι­κή για τους πε­λά­τες και χρή­στες ου­σιών νάρ­κω­σης (μη ε­ξαι­ρου­μέ­νων και των αλ­κο­ο­λού­χων) και μέ­σων α­πο­χαύ­νω­σης.

Συ­νο­ψί­ζο­ντας:

α) Στον α­γώ­να ε­νά­ντια στο κρά­τος και σε κά­θε ε­ξου­σί­α, τα μέ­σα συμ­βα­δί­ζουν με το σκο­πό. Δεν μέ­νου­με α­πα­θείς θε­α­τές μιας κα­τά­στα­σης αλ­λά προ­σπα­θού­με να την α­να­τρέ­ψου­με με ό­ρους κοι­νω­νι­κής δρά­σης και στά­σης. Με αυ­τούς, δη­λα­δή, τους τρό­πους που δεν αλ­λοιώ­νουν ή α­κυ­ρώ­νουν την α­ναρ­χί­α και τις α­ναρ­χι­κές θε­ω­ρή­σεις.

β) Οι δρα­στη­ριό­τη­τες (εκ­δη­λώ­σεις, συ­ναυ­λί­ες, συ­γκε­ντρώ­σεις κλπ) ε­νά­ντια στη νάρ­κω­ση δεν μπο­ρούν να α­πο­κλεί­ουν ή να στρέ­φο­νται ε­να­ντί­ον ε­κεί­νων που κύ­ρια έ­χουν πλη­γεί ή πλήτ­το­νται απ’ αυ­τήν. Και το κυ­ριό­τε­ρο δεν εί­ναι δυ­να­τόν να κα­θο­ρί­ζο­νται α­πό τις λο­γι­κές και τις πρα­κτι­κές των κά­θε λο­γής νοι­κο­κυ­ραί­ων, ε­παγ­γελ­μα­τιών και «ε­παγ­γελ­μα­τιών».

γ) Δεν εί­μα­στε υ­πέρ ή κα­τά των α­πα­γο­ρεύ­σεων των ναρ­κω­τι­κών ου­σιών. Κι ο λό­γος εί­ναι ό­τι η νο­μι­μό­τη­τα και η α­πα­γό­ρευ­ση α­πο­τε­λούν έ­να παι­χνί­δι στα πλαί­σια της κρα­τι­κής τε­χνι­κής που ε­ξα­πα­τά και συ­νε­χί­ζει να κα­τα­στρέ­φει ζωές. Η πο­το­α­πα­γό­ρευ­ση, ό­πως και η ευ­ρεί­α χρή­ση του αλ­κο­όλ δεν έ­λυ­σαν το λε­γό­με­νο πρό­βλη­μα του αλ­κο­ο­λι­σμού. Παρ’ ό­λα αυ­τά, πα­ρα­μέ­νει «α­νε­ξή­γη­το» το πώς θια­σώ­τες της νο­μι­μο­ποί­η­σης μπο­ρούν να ε­φαρ­μό­ζουν ή να α­πο­δέ­χο­νται σιω­πη­λά λο­γι­κές και πρα­κτι­κές πο­λι­το­φυ­λα­κής.

δ) Πα­ρα­μέ­νου­με πο­λέ­μιοι της γε­νε­σιουρ­γού αι­τί­ας της νάρ­κω­σης και της πα­θη­τι­κο­ποί­η­σης. Κι αυ­τό εί­ναι το κα­τα­πιε­στι­κό κι εκ­με­ταλ­λευ­τι­κό σύ­στη­μα που προ­ω­θεί την ι­δε­ο­λο­γί­α της νάρ­κω­σης και της πα­ραί­τη­σης ώ­στε να ε­πι­τυγ­χά­νει και με αυ­τό τον τρό­πο τη δια­τή­ρη­ση του.

ε) Η ο­ποιασ­δή­πο­τε μορ­φής δρά­ση δεν μπο­ρεί να υ­πο­κα­θι­στά την ά­πο­ψη και την αν­θρώ­πι­νη στά­ση. Η ε­ξα­θλί­ω­ση δεν πο­λε­μά­ται με βάρ­βα­ρες με­θό­δους.

στ) Οι γε­νι­κεύ­σεις μό­νο σύγ­χυ­ση προ­κα­λούν. Η ε­μπο­ρί­α, δια­κί­νη­ση, χρή­ση, δια­φή­μι­ση εί­ναι συ­νι­στώ­σες ε­νός ο­λό­κλη­ρου πλέγ­μα­τος και γι’ αυ­τό χρειά­ζε­ται να έ­χου­με υ­πό­ψη μας το ποιοι εί­ναι αυ­τοί που ου­σια­στι­κά α­να­πα­ρά­γουν και προ­ω­θούν την νάρ­κω­ση και ε­κεί­νοι πού εί­ναι πα­θη­τι­κοί δέ­κτες μέ­σα σε μια κα­τά­στα­ση.

ζ) Ε­πι­λέ­γου­με ως τρό­πο δρστηριοποίσης τη μα­κρό­χρο­νη και ε­πί­μο­νη δρά­ση ε­νά­ντια σε κά­θε μορ­φής νάρ­κω­ση, αρ­νού­με­νοι να δε­χθού­με τις «εύ­κο­λες λύ­σεις» και τις πρα­κτι­κές πο­λι­το­φυ­λα­κής, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό το αν χρη­σι­μο­ποιού­νται εις βά­ρος ε­νός ή πολ­λών α­τό­μων (για­τί το ζή­τη­μα δεν εί­ναι α­ριθ­μη­τι­κό) και α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τις κα­λές ή μη προ­θέ­σεις.

η) Δεν ξε­χνού­με –και κα­νείς δεν μπο­ρεί να α­γνο­εί– ό­τι πολ­λές φο­ρές στο πα­ρελ­θόν κα­τα­στά­σεις που α­να­πτύ­χθη­καν με α­ντια­ναρ­χι­κά και α­ντι­κοι­νω­νι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στο συ­γκε­κρι­μέ­νο χώ­ρο της πλα­τεί­ας Ε­ξαρ­χεί­ων, υ­πέ­κρυ­πταν μια δια­μά­χη, α­πό­πει­ρα ή δρά­ση για τον έ­λεγ­χό της. Οι α­ναρ­χι­κοί α­νέ­κα­θεν ε­να­ντιώ­νο­νται σε λο­γι­κές ε­λέγ­χου πε­ριο­χών, «ε­πάλ­ξε­ων», «κά­στρων», «κρα­τι­δί­ων» και πλα­τειών.

Κλεί­νο­ντας, θέ­λου­με να θυ­μί­σου­με πως κα­μμί­α σιω­πή δεν εί­ναι χρυ­σός ε­κτός κι αν εί­ναι χρυ­σω­μέ­νη. Πά­ντως, ό­πως και να ‘χει, ε­ξα­κο­λου­θεί να εί­ναι συ­νε­νο­χή. Υ­πάρ­χουν πρα­κτι­κές που στρέ­φο­νται ε­νά­ντια στην α­ναρ­χί­α εί­τε αυ­τοί που τις θέ­τουν σε ε­φαρ­μο­γή το γνω­ρί­ζουν, εί­τε ό­χι. Εί­ναι, ό­μως, γνω­στό ό­τι συ­νή­θως δεν νοιά­ζο­νται. Οι α­ναρ­χι­κοί/ες, πάντως,  νοιά­ζο­νται και μπρο­στά σε τέ­τοιες κα­τα­στά­σεις δεν έ­χουν κα­νέ­να λό­γο να πα­ρα­μέ­νουν σιω­πη­λοί. Επειδή, μ’ αυ­τά και με τ’ άλ­λα, στο ό­νο­μα της ε­λευ­θε­ρί­ας και με το κα­σκέ­το ή τον μαν­δύ­α της α­ναρ­χί­ας γί­νο­νται ή πρό­κει­ται να γί­νουν τα μύ­ρια ό­σα…

Αθήνα 14 Μαΐου 2007

Συσπείρωση Αναρχικών και Συντρόφισσες/οι

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 62, Ιούνιος 2007
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.