Μήπως τελικά έχουμε γενοκτονία; (Μέρος α΄)

Aντιγράφουμε από την σχετική συνθήκη του ΟΗΕ του 1948, το άρθρο 2: «Γενοκτονία σημαίνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις οι οποίες διαπράττονται με την πρόθεση καταστροφής, εν όλω ή εν μέρει, μίας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας ως τέτοιας α) ανθρωποκτονία μελών της ομάδας, β) πρόκληση βαρείας σωματικής ή διανοητικής βλάβης σε μέλη της ομάδας, γ) με πρόθεση την επιβολή επί της ομάδας συνθηκών ζωής υπολογισμένων να επιφέρουν τη φυσική καταστροφή της εν όλω ή εν μέρει, δ) επιβολή μέτρων που σκοπεύουν στην παρεμπόδιση των γεννήσεων εντός της ομάδας, ε) δια της βίας μεταφορά παιδιών της ομάδας σε άλλη ομάδα».

Συμβαίνουν κάποιες φορές γεγονότα και καταστάσεις που ενώ όλοι μας διαισθητικά αντιλαμβανόμαστε τη σημασία, το βάθος και τις συνέπειες που έχουν ή θα έχουν στο μέλλον, εν τούτοις η «λογική» αδυνατεί ή φοβάται να τις σχηματοποιήσει, να τις περιγράψει με λέξεις –παρά τον αστείρευτο πλούτο της ελληνικής γλώσσας– εν τέλει τις αρνείται και τις απορρίπτει ως μη «λογικές».

Αυτή είναι μια χρόνια, «επαγγελματική» νόσος, όσων έχουν αφεθεί να έχουν ως πνευματικό μπούσουλα, κάποιο θρησκευτικό δόγμα, μια ιδεολογία ή μια πολιτική δοξασία. Το νοητικό δίκτυο είναι για αρκετούς τόσο ισχυρό ώστε δεν μπορούν να κάνουν μια απλή ανάγνωση της πραγματικότητας αν δεν φορέσουν πρώτα τα ιδεολογικά «γυαλιά» τους. Ανάλογα με τον βαθμό που ταιριάζει η πραγματικότητα με τα ψεύτικα είδωλα των διαφόρων δοξασιών, την …προσαρμόζουν, απορρίπτοντας τα στοιχεία εκείνα που δεν συμφωνούν, ή αναιρούν τα εγκεφαλικά ιδεολογικά σχήματα και προσπαθώντας να εκλογικεύσουν το ένστικτο του φόβου που η φύση έχει προικίσει όλα, ανεξαιρέτως, τα ζωϊκά είδη για να τα προειδοποιήσει και να τα προστατέψει.

Η χρόνια νοητική αρτηριοσκλήρωση έχει δυστυχώς αποδείξει στο παρελθόν την ικανότητά της να προσβάλλει όχι μόνο τους φορείς των πολυώνυμων εξουσιαστικών ιδεολογιών αλλά και τους αντίστοιχους των λεγόμενων απελευθερωτικών θεωρήσεων όπως των διάφορων παραλλαγών της αντιεξουσίας και της αναρχίας. Ο συντηρητισμός, ο δογματισμός, η έλλειψη πνευματικών οριζόντων, τα διάφορα ιδεολογικά «ταμπού», η καταφυγή σε απλοϊκα διπολικά διλήμματα και η κατατριβή με τα δευτερεύοντα δεν είναι ελάττωμα της μίας ή άλλης πλευράς αποκλειστικά.

Θλιβερό αλλά αναπόφευκτο απότοκο αυτής της εξέλιξης είναι η αδυναμία προσδιορισμού του κινδύνου, ο οποίος είτε διασκεδάζεται με «λογικές» εξηγήσεις είτε με περιπλοκες περιφραστικές διατυπώσεις, πόσον μάλλον η κατανόηση και η αντιμετώπιση του. Αυτό βέβαια δεν γίνεται κάθε χρόνο ή κάθε δέκα χρόνια. Γίνεται όταν εξαντληθούν οι αναγεννητικές δυνατότητες ενός ιδεολογικού ρεύματος ή μιας ολόκληρης κοινωνίας, εθνότητας ή φυλής.

Είναι η στιγμή που γίνεται αντιληπτό από όλους το μη αντιστρεπτό εκείνο σημείο της πνευματικής παρακμής. Η κατάληξη είναι αναπόδραστη και περιγράφεται κυριολεκτικά ως «τέλος εποχής», συνδυαζόμενο με την ιστορική συγκυρία. Η παλαιά ιδεολογία ή δοξασία καταλήγει στον κάλαθο των αχρήστων, συχνά μαζί με την εποχή που την γέννησε, ανοίγοντας το δρόμο για άλλες, πιο σύγχρονες θεωρήσεις μέσα σε ένα νέο περιβάλλον. Καμία ιδεολογία ή θεώρηση δεν είναι αναντικατάστατη. Το αρχέγονο ορμέμφυτο δεν σταμάτησε και δεν θα σταματήσει να εκδηλώνεται όσο υπάρχουν άνθρωποι. Οι εκφράσεις μόνο αλλάζουν αλλά η ουσία παραμένει η ίδια.

Το φαινόμενο της «έλλογης» απόρριψης του κινδύνου ή ακόμα χειρότερα της αδυναμίας ανάγνωσης όλων των προειδοποιητικών εκείνων στοιχείων που θυμίζουν τα συμπτώματα σε μια ασθένεια, φτάνει να αγκαλιάζει ολόκληρους πληθυσμούς. Οι θιβετανοί επιχείρησαν να σταματήσουν την κινέζικη κομμουνιστική εισβολή το 1950, εν μέρει με λιτανείες και προσευχές. Οι περισσότεροι από τους κρατούμενους των Χιτλερικών, ακόμα και στην αποβάθρα του Αουσβιτς, αρνήθηκαν να δουν την πραγματικότητα της εξόντωσης, πιστεύοντας ίσως (;) πως τα αδιανόητα από ηθικής άποψης πράγματα δεν θα συμβούν ποτέ. Οι ιθαγενείς φυλές στο μεγαλύτερο τμήμα της αμερικάνικης ηπείρου αφανίστηκαν από προσώπου γης και στο υπόλοιπο αφομοιώθηκαν (εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων) και μαζί τους χάθηκαν οι παραδόσεις και η κουλτούρα αιώνων ή χιλιετιών. Τα όσα ελάχιστα γνωρίζουμε προέρχονται κατά κύριο λόγο από δευτερογενείς πηγές. Για ειρωνεία, τα ονόματα εξαφανισμένων φυλών σώζονται ως τοπωνύμια, ως ονόματα οπλικών συστημάτων και φίρμες αυτοκινήτων από τους νέους αποίκους.

 Η λαϊκή παράδοση στον ελλαδικό χώρο, στόμα με στόμα και κόντρα στην επίσημη ιστοριογραφία, πολύ σοφά εντοπίζει αυτό το σημείο της μη αντιστρεπτής παρακμής στη δύση μιας άλλης εποχής: είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζει τις ατελείωτες θεολογικές έριδες των ανώτερων βυζαντινών κύκλων λίγο πριν σαρώσει ο Μωάμεθ ο Πορθητής τα υπολείμματα της πάλαι ποτέ βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μέσα στην πικρή ειρωνεία μπορούμε να διακρίνουμε τον ψύχραιμο ρεαλισμό: δεν είναι οι θεολογικές διαμάχες η αιτία της Άλωσης αλλά το ψυχοραγητό μιας εποχής που πεθαίνει, αυτή και τα σύμβολά της.

Η ύπαρξη –ή μη– αναγεννητικών δυνατοτήτων είναι συνθήκη ζωής και θανάτου για όλες τις πληθυσμιακές ενότητες. Η ύπαρξη τους με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, την κουλτούρα και την γλώσσα δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη, αλλά θα πρέπει να θεωρηθεί ως διαρκής μάχη με εξουσιαστικές δυνάμεις που ενδογενώς ή εξωγενώς επιχειρούν την αφομοίωση, την διάλυση και τον αφανισμό με οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά μέσα, για τους δικούς τους σκοπούς.

Μια παλιότερη έρευνα της UNESCO μας ενημερώνει ότι από τις 6.000 περίπου γλώσσες που ομιλούνται σήμερα στον πλανήτη, σε πενήντα χρόνια θα έχουν απομείνει οι μισές, ενώ σε μια αντίστοιχη έρευνα επισημαίνεται ότι κάθε 14 ημέρες χάνεται από μία γλώσσα. Η αναγωγή είναι αυτονόητη: Όταν χάνεται μια γλώσσα, χάνεται το τελευταίο ζωντανό αποτύπωμα μιας φυλής που εδώ και πάρα πολλά χρόνια δεν υπάρχει ως τέτοια, αλλά ως ένας συρρικνούμενος και γερασμένος πληθυσμός που έχει διαλέξει ή έχει υποχρεωθεί να αφομοιωθεί, χάνοντας για πάντα τις εστίες, την κουλτούρα, τα τραγούδια, την φιλοσοφία, τις παραδόσεις του και εν τέλει την συνέχεια του. Οι εξουσίες, από πολύ παλιά, θεωρούν εξαιρετικά επικίνδυνο τον πλούτο των απειράριθμων ανθρώπινων κοινοτήτων και φυλών και δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο ότι η ύπαρξη πολλών γλωσσών και άρα πολλών φυλών θεωρείται ως «θεϊκή κατάρα», όπως μας πληροφορεί στη Γένεση ο μύθος του «πύργου της Βαβέλ».

Ένα τέτοιο σύμπτωμα αυτής της «ασθένειας» επιχειρούμε να περιγράψουμε με το παρόν κείμενο, την συρρίκνωση και τη γήρανση του πληθυσμού στον ελλάδικό χώρο ως αποτέλεσμα των νέων συνθηκών κυριαρχίας που επιβάλλονται με πρωτοφανή βία τα τελευταία χρόνια. Εξ αιτίας της έντασης της συγκεκριμένης επίθεσης, αλλά και των προοπτικών που διαγράφονται, μπορούμε να ισχυριστούμε με επάρκεια πως πρόκειται περί οργανωμένου σχεδίου αποσύνθεσης του εγχώριου πληθυσμού με στοιχεία που προσιδιάζουν τόσο σε γενοκτονία όσο και σε βίαιη αλλαγή της σύνθεσής του. Η παράθεση του σχετικού χωρίου από τον ΟΗΕ δεν γίνεται για να λάβουν περισσότερη αξία τα γραφόμενα, αλλά για να καταδειχτεί ότι το μαζικό οργανωμένο έγκλημα διαθέτει και κανόνες: πρώτον, δεύτερον, τρίτον, τέταρτον.

Δεν αγνοούμε, βέβαια, ότι το ζήτημα, διαστρεβλωμένο και κακοποιημένο ως προς την ουσία του, γίνεται αντικείμενο συνθηματολογίας από διάφορους «εθνικιστικούς» κύκλους, με σκοπό τα μικροπολιτικά συμφέροντα τους. Πάντα καταδεικνύουν ως υπεύθυνο έναν πολιτικό ή μια συγκεκριμένη πολιτική συμμορία, επιδιώκοντας κατ’ ουσίαν να την διαδεχτούν και να συνεχίσουν αυτοί τα ίδια εγκλήματα.

Στον αντίποδα, η σύγχρονη Ιερά Συμμαχία έρχεται με πολιτική μαεστρία να εγκολπώσει τις υποβόσκουσες ρατσιστικές λογικές της αριστεράς που προωθεί ή σιγοντάρει τον λεγόμενο αντιεθνικισμό, δηλαδή τον ρατσισμό συνολικά κατά του ελλαδικού πληθυσμού με πρόσχημα τον «ταξικό πόλεμο» ή την εκδήλωση ρατσιστικών συμπεριφορών από ένα, όχι ιδιαίτερα μεγάλο, τμήμα του. Με προκλητικά συνθήματα όπως: «Έλληνες είστε και φαίνεστε», «Μετανάστες μη μας αφήνετε μόνους με τους έλληνες», «οι μετανάστες είναι ο ανθός της ελληνικής κοινωνίας» και άλλα συναφή, επιχειρήθηκε με χοντροκομμένο τρόπο στο πρόσφατο παρελθόν να αυτοενοχοποιηθεί ο πληθυσμός για το γεγονός ότι απλά υπάρχει στο συγκεκριμένο χώρο και ιστορικό χρόνο. Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε, ότι το ναζιστικό δόγμα της «συλλογικής ευθύνης» και η de facto απόδοση ενιαίων (και μάλιστα φυλετικών!) χαρακτηριστικών σε ένα όχι και τόσο ομοιογενές φυλετικά κομμάτι με σκοπό τον (συμβολικό) εξοβελισμό του προς όφελος άλλου «ενιαίου», όπως οι μετανάστες, μπορεί κάλλιστα να αποτελεί τη ραχοκοκκαλιά αριστερών και αντιφασιστικών θεωρήσεων.

Σύμφωνα με τον άνωθεν επιβαλλόμενο πολιτικό καθωσπρεπισμό, επιτρέπεται ή σιωπηρά ενθαρρύνεται να κρατάει κάποιος σε μια πορεία σημαία ενός άλλου κράτους, αλλά αποτελεί στόχο λυντσαρίσματος –ενίοτε και ληστείας– κάποιος περαστικός που θα τολμήσει να φέρει έστω και ένα μικρό ελληνικό σημαιάκι. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο αντιφασισμός αυτού του τύπου είναι το alter ego του φασισμού, διέπεται από τα ίδια διχαστικά σύνδρομα, μοιράζεται την ίδια ολοκληρωτική μεσσιανική θεώρηση και έχει την ίδια απάνθρωπη εξουσιαστική πρακτική.

Θεωρούμε ότι το ζήτημα των πληθυσμιακών μεταβολών έχει γενικότερη σημασία, επειδή ένας συρρικνωμένος και γερασμένος πληθυσμός είναι πιο εύκολος στόχος για την εξουσία και λιγοστεύουν οι ελπίδες του για απελευθερωτικές προοπτικές. Δεν ισχυριζόμαστε φυσικά ότι η πληθυσμιακή αύξηση από μόνη της είναι ικανή συνθήκη να ανοίξει τους δρόμους της απελευθέρωσης, αφού απαιτείται ένας περίπλοκος συνδυασμός πολλών παραγόντων αλλά και συγκυριών σε μια μακροχρόνια πορεία.

Ωστόσο το μέλλον μιας κοινότητας ή ενός συνόλου παραμένει ένα αγωνιώδες συλλογικό ερώτημα, που δεν μπορεί να απαντηθεί με αφορισμούς ή με διάφορα «ήξεις-αφίξεις».

Ο «άνωθεν» πολιτικός καθωσπρεπισμός έχει δώσει τη «λύση» δια των παραισθησιογόνων: Είναι επιτρεπτό, ενθαρρύνεται ανοιχτά ή διδάσκεται στα σχολεία η θέαση, αποσπασματική και με απαράδεκτες εξειδανικεύσεις, διαφόρων εξαφανισμένων ή υπό εξαφάνιση φυλών, όπως οι αβορίγινες ή οι ινδιάνοι, οπότε ο καθένας μπορεί να τοποθετήσει εικονικά τον εαυτό του πάνω σε ένα άλογο, κυνηγώντας βίσωνες ή μαλώνοντας αυτούς που κυνηγούν τους βίσωνες, ό,τι προτιμά τέλος πάντων. Το «όπιο» απαλύνει τα βασανιστικά ερωτήματα: γιατί χάθηκαν αυτές οι φυλές αν και μοιράζονταν πολλά στοιχεία ελευθερίας; Και εν πάση περιπτώσει τί θα γίνει με εμάς και αυτό τον ρημαδότοπο που ζούμε;

Οι λεγόμενες απελευθερωτικές θεωρίες (δεν συζητάμε για τις εξουσιαστικές), όπως οι παραλλαγές της αντιεξουσίας και οι στρεβλώσεις της αναρχίας, μέσω του αναρχισμού, είναι έτοιμες να σηκώσουν το φρύδι στο τελευταίο ερώτημα. «Έλα μωρέ τώρα που θα ασχοληθούμε με τους πασοκτζήδες/μικροαστούς/ελληναράδες/καταναλωτές-και-δε-συμμαζεύεται». Το βαθύ αποτύπωμα της ξενομανίας και του «αισθήματος κατωτερότητας», που εμφυτεύτηκε από την Βαυαροκρατία και μετά, έρχεται να συναντήσει και να δικαιώσει το διάχυτο πνεύμα ελιτισμού. Η εξήγηση είναι μάλλον απλή. Αυτές οι θεωρήσεις που αναπτύχθηκαν και βολεύτηκαν στο φιλόξενο θερμοκήπιο της λεγόμενης μεταπολίτευσης και τροφοδοτήθηκαν εν μέρει με τους δυσαρεστημένους από τους κομματικούς μηχανισμούς, φέρουν ως στίγμα το βασικότερο χαρακτηριστικό της: τη λογική του διχασμού ή καλύτερα του κατακερματισμού. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το «εμείς» δεν νοείται ως τίποτα περισσότερο από τον στενό κύκλο των πεπεισμένων με την συγκεκριμένη παραλλαγή της ιδεολογίας, οι «τριγύρω» είναι πιθανοί εχθροί και οι «εκτός των τειχών», αδιάφοροι ενίοτε και αρνητικοί. Αν και φαινομενικά παράδοξο, αυτό ταλαιπωρεί και τους ετοιμόρροπους κομματικούς μηχανισμούς της αριστεράς. Ούτε η προτεσταντικής προελεύσεως χριστιανική λογική περί των «λίγων και εκλεκτών», που θα σωθούν ξέχωρα από τους άλλους περιορίζεται τελικά στο χώρο της θρησκείας ή σε εξουσιαστικούς και μόνο, μηχανισμούς.

Η εξουσία, όμως, έχει αποδείξει ότι μπορεί κάλλιστα να «σκουπίσει» ολόκληρες γεωγραφικές ενότητες, όταν επιδιώκει να διασφαλίσει ευρύτερα συμφέροντα και νέες ισορροπίες, αδιαφορώντας για τις επί μέρους διαιρέσεις που έχει ή δεν έχει κατασκευάσει εντός του συγκεκριμένου πληθυσμού. Όταν δρομολογηθεί η «τελική λύση», πάνε περίπατο και οι «ταξικοί αγώνες» και οι διάφορες άλλες επιμέρους διαμάχες και ο «σώζων εαυτόν σωθήτω». Τέτοια κάθετα παραδείγματα δεν είναι καθόλου άγνωστα στον ευρύτερο χώρο που κατοικούνταν από ελληνικούς πληθυσμούς. Από τον Πόντο ως τη Συρία μέσα σε δεκατρία χρόνια εξοντώθηκαν ή ξεριζώθηκαν εκατομμύρια ψυχές, με αποκορύφωμα τη μικρασιατική καταστροφή, προς όφελος ευρύτερων γεωστρατηγικών συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων. Το μακέλεμα, ο ξεριζωμός των κατοίκων της Βόρειας Κύπρου και η μεθοδική επί σαράντα συναπτά έτη διαδικασία διχοτόμησης της νήσου είναι το πιο πρόσφατο παράδειγμα πάνω στο ίδιο μοτίβο, όπου τα κάθε είδους ανδρείκελα επιστρατεύονται, σε κάθε αναγκαία περίσταση, για να εκπληρώσουν τα σχέδια της κυριαρχίας, δια μέσου λύσεων τύπου Ανάν.

Αυτή η χρονική περίοδος είναι ιστορικής σημασίας και συμβαίνει κάθε πενήντα ή εκατό χρόνια. Είναι η στιγμή όπου όλοι οι κρατικοί ιδεολογικοί μηχανισμοί ατροφούν, τα παραδοσιακά μέσα ελέγχου καταρρέουν, τα έως τώρα δεδομένα ανατρέπονται και δυνητικά ανοίγονται νέοι δρόμοι συνθέσεων και αγώνων. Στο βαθμό που η λογική παραμένει η ίδια, οι τετριμμένες και αδιέξοδες θεωρίες που είτε επαναλαμβάνονται μονότονα, είτε παρουσιάζονται σαν καινούργιοι επαναστατικοί δρόμοι της πράξης έχουν την αναπόφευκτη κατάληξή τους στον πάτο ενός μεγάλου σκουπιδοτενεκέ. Τα μουσεία και οι υποσημειώσεις των βιβλίων είναι γεμάτες με τέτοιες λογικές και αντιλήψεις που κάποτε εξέφραζαν δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες. Μετά το 1936-37 στην Ισπανία εξατμίστηκαν εν ριπή οφθαλμού οι διάφορες αναρχικές και αναρχοσυνδικαλιστικές κινήσεις και πρακτικές που λίγους μήνες πριν στηρίζονταν από μεγάλα κομμάτια της ισπανικής κοινωνίας.

Δυστυχώς, δεν υπάρχει τρόπος ένας γέρος σκύλος να μάθει νέα κόλπα, όπως μας λέει μια αγγλική παροιμία.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 133, Δεκέμβριος 2013
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.