Συνελεύσεις, κοινωνία και Δημοκρατία (Δ΄ Μέρος)

Οι συνελεύσεις είτε στο επίπεδο πλατείας Συντάγματος είτε σε αυτό των γειτονιών δεν μπόρεσαν, δεν μπορούν και δεν θα μπορέσουν να δώσουν διέξοδο ώστε να κατορθώσουν οι άνθρωποι να ξεπεράσουν τις υπάρχουσες συνθήκες και δομές κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Ως εργαλεία εξαρτημένα, έχουν αναπόφευκτα εξαρτημένες δυνατότητες.

Όσοι, μάλιστα, προσβλέπουν στην όποιας μορφής συνέλευση ως εκείνο το μέσο που μέσα από τα μικροπροβλήματα ή και ακόμα σοβαρότερα, θα μπορέσουν να «αφυπνίσουν» κοιμισμένες συνειδήσεις βαδίζουν στα θλιβερά μονοπάτια του Λενινισμού, της εξαπάτησης και της αναπόφευκτης περιθωριοποίησής τους από την συνολικότερη απελευθερωτική διεργασία, γεγονός που θα τους δώσει ένα μόνιμο διαμέρισμα στις πολυκατοικίες του ρεφορμισμού.

Η κάθε συνέλευση είναι μια μαζική δομή ένας μαζικός «χώρος δουλειάς», όπου οι εξουσιαστικές οργανώσεις και ιδεολογίες επιβάλλουν και διαμορφώνουν με δημοκρατικές διαδικασίες μια εξουσιαστική νοοτροπία παρόμοια με αυτή των κομμάτων. Απλά, αυτό που κάνει τη διαφορά είναι η τεχνική. Είναι, άλλωστε, αρκετά παλιά η τριβή ανάμεσα στις πτέρυγες της κομμουνιστικής αριστεράς σχετικά με το ζήτημα του τρόπου καθοδήγησης των μαζικών χώρων.

Η μεταπολιτευτική περίοδος σημαδεύτηκε από αυτή την κόντρα ανάμεσα στην γραμμή της «αυτονομίας» των μαζικών χώρων και των μαζικών οργάνων και στην σκληρή άποψη της κομματικής καθοδήγησης από το λενινιστικό κόμμα νέου τύπου, μέσω παρατάξεων ή μετώπων. Εκείνο, πάντως, που μετρά, για τον εξουσιαστικό συρφετό είναι το αποτέλεσμα, ανεξάρτητα αν αυτό θα προκύψει μέσα από μια αυστηρή κομματική καθοδήγηση ή από μια «χαλαρή» και «αφανή» διαδικασία σχηματισμών, όπως είναι οι συνελεύσεις (κάθε ονομασίας και προδιαγραφών).

Παρ’ όλη την επιφανειακή εικόνα, η συνέλευση επιβάλλει την καταστολή τόσο δια μέσου της μερικότητας των ζητημάτων με τα οποία ασχολείται, του τεχνικού τρόπου που τα θέτει, αλλά και με την διαδικασία που λαμβάνονται οι αποφάσεις. Καθιερώνει –και στη συνέχεια διατηρεί– μια πολιτική γραμμή πλεύσης αποσυνδέοντας τους ανθρώπους που συμμετέχουν από μια συνολική αντίληψη, θεώρηση και κατανόηση της αλληλοσύνδεσης και του αλληλοσυσχετισμού που υπάρχει ανάμεσα σε διάφορα θέματα. Συντηρεί, ενδυναμώνει και διαχέει τις εξουσιαστικές σχέσεις, την ιδιοτέλεια, τον τακτικισμό, την πνευματική αλλοτρίωση μέσω της πολιτικής πρακτικής, της οποίας αποτελεί συστατικό στοιχείο.

Καθιερώνεται σαν εργαλείο «αποτελεσματικότητας» για λύσεις που θα πρέπει να δοθούν σε προβλήματα που έχουν προκύψει λόγων των συνθηκών δουλείας και αλλοτρίωσης. Μόνο που οι λύσεις μπαλώνουν ή μεταθέτουν το πρόβλημα χωροχρονικά, διαιωνίζοντας το εξουσιαστικό, εκμεταλλευτικό και αλλοτριωτικό καθεστώς που έχει επιβληθεί στον κοινωνικό χώρο.

Ένα από τα φανταχτερά στολίδια που φορά είναι αυτό της ισηγορίας, του δικαιώματος δηλαδή που έχουν όλοι να μιλήσουν και να ακουστεί η γνώμη τους. Είναι, όμως, αυτό κάτι που έχει σημασία, όταν αναιρείται από ένα σωρό περιορισμούς (χρόνου, θέματος, «αναγκαιότητα» απόφασης, καθώς και την σαφή προσήλωση σε υλικά οφέλη); Φυσικά και δεν έχει. Επειδή το να ακούγεται μια γνώμη έχει πολύ μικρή σημασία. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι η αφετηρία της, το πόσο στέρεες είναι οι βάσεις της, εάν θέλει να συμβάλει στην ολική κατανόηση της προέλευσης του ζητήματος ή των ζητημάτων στα οποία αναφέρεται και με ποια προοπτική εκτίθεται. Πάντως, μιας τέτοιας υφής γνώμες, ακόμα κι αν διατυπωθούν, ή θα κατακρεουργηθούν από τα σκουριασμένα παλιομάχαιρα της πολιτικής ή θα μείνουν μια ηχητική ανάμνηση.

Η συνέλευση, παρά το ότι εμφανίζεται ως η πεμπτουσία της «οργάνωσης του λαού», στην ουσία είναι η απόλυτη άρνηση της οργάνωσης σε ότι αφορά ευρύτερα ζητήματα και κυρίως για εκείνα που έχουν απελευθερωτικό περιεχόμενο. Αλλά και όταν επιχειρείται μέσω αυτής να αντιμετωπιστούν ζητήματα γενικότερης σημασίας και πάλι αυτό γίνεται μέσα από την μερικοτήτα. Για παράδειγμα, τα μέτρα που λαμβάνονται από την τριμερή διακυβέρνηση θα ειδωθούν σαν ευθύνη κάποιων παραγόντων της ή κάποιου από τα τρία κόμματα ή και των τριών ή της Μέρκελ, αφήνοντας απ’ έξω τους υπόλοιπους κομματικούς μηχανισμούς, αφού κάποιοι θα έχουν τους υποστηριχτές τους μέσα στη συνέλευση. Αλλά ακόμα κι αν αυτό ξεπεραστεί, είναι μάλλον απίθανο να επιχειρηθεί μια προσπάθεια για ευρύτερη κατανόηση του θέματος, αφού στην καλύτερη περίπτωση θα χαρακτηριστεί σαν άχρηστη ακαδημαϊκή συζήτηση, μιας και οι δυνατότητες της συνέλευσης «δεν αρκούν να καλύψουν ένα τέτοιο θέμα» που, επί πλέον, δεν οδηγεί σε κάποιες «άμεσες αποφάσεις».

Α, να μην το παραλείψουμε. Σε περιόδους «άνθησης», οι συνελεύσεις μπορούν να συστήνουν επιτροπές για διάφορα θέματα. Όμως δεν αφήνονται στην τύχη τους. Με την δέουσα «λεπτότητα» αναλαμβάνουν «μαζικό» καθοδηγητικό ρόλο σ’ αυτές. Είναι χαρακτηριστικό, πάντως, πως μια συνέλευση με κάποια διάρκεια, κάνει περισσότερο εμφανείς τις, αρχικά υπολανθάνουσες, κομματικές διαδικασίες.

Εν τέλει, τι έρχονται να προσφέρουν οι συνελεύσεις;

Στα σίγουρα, την ενασχόληση με μικροπράγματα που, όμως, δεν μπορούν να συμβάλουν σε μία ευρύτητα σκέψης και δράσης και στην «καλύτερη» των περιπτώσεων κατασκευάζουν μικροπολιτικούς και περισσότερους ειδήμονες στην χειραγώγηση, αντί να αφήνουν ανοιχτούς τους δρόμους και ορατούς τους ορίζοντες για την ολική απελευθέρωση.

                               Ποια προοπτική;

Τα σύγχρονα εθνικά κράτη στις περισσότερες περιπτώσεις συγκροτήθηκαν με τη στήριξη των συνελεύσεων, δηλαδή αποτελούν έναν από τους σημαντικούς όρους «γέννησής» τους. Οι τελευταίες αποτελούν παράγωγο των σύγχρονων κοινωνιών, αλλά και την απαραίτητη προϋπόθεση για την συντήρηση και ενδυνάμωση του υπάρχοντος καθεστώτος καταπίεσης, εκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης.

Συνεπώς, η αποδοχή της συνέλευσης στην οποιαδήποτε μορφή ή ονομασία στηρίζει την υπάρχουσα κατάσταση.

Αν μια επανάσταση που στηρίζεται από ένα τμήμα της κοινωνίας ή του ευρύτερου κοινωνικού χώρου επικρατήσει, τότε η κοινωνία με την μορφή που υπήρχε μέχρι τότε έχει διαλυθεί. Απομένει να δούμε αν από την αναρχική οπτική της ολικής απελευθέρωσης θα πρέπει να συγκροτηθεί και πάλι η κοινωνία. Στην ανασυγκρότηση της κοινωνίας σημαντικό ρόλο έχουν οι συνελεύσεις. Η επανάσταση στη Γαλλία το 1789 μέσω αυτών έστησε το κράτος, το ίδιο έγινε στον ελλαδικό χώρο, όπως και στη Ρωσία (με τα σοβιέτ) μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917, για να αναφερθούμε σε κάποια γνωστά στους περισσότερους γεγονότα.

Ό,τι φτιάχνεται πριν από μία επανάσταση, κάνει στην διάρκειά της επιβλητική την παρουσία του και καθιερώνεται μετά από αυτήν. Όταν δυναμώνεται ιδεολογικά, πολιτικά και κοινωνικά η δημοκρατία με την αντιπροσωπευτική (έμμεση), την άμεση ή οποιαδήποτε παραλλαγμένη μορφή της, όταν η συνέλευση ορίζεται ως ο κατ’ εξοχήν σχηματισμός που θα παίξει ρόλο στην ανατροπή (κι όχι στην ριζική εξάλειψη) του υπάρχοντος συστήματος εξουσίας, όταν ο στόχος όσων προσβλέπουν σε μια κοινωνική επανάσταση είναι η συγκρότηση μιας «άλλης» κοινωνίας, τότε είναι προφανές πως προτείνουν ένα διαφορετικό σύστημα καταπίεσης κι εκμετάλλευσης, ένα διαφορετικό τύπο εξουσίας, ένα διαφορετικό κράτος.

Είναι χαρακτηριστικό, πως η οποιαδήποτε τοποθέτηση από τους θιασώτες των συνελεύσεων περιστρέφεται γύρω από την πολιτική, την ύψιστη, δηλαδή, εξουσιαστική τεχνική χειραγώγησης και εξαπάτησης.

Ως αναρχικοί προτάσσουμε αυτό που η αναρχική εμπειρία αγώνων θεωρεί ανέκαθεν συστατικό τού ολικού απελευθερωτικού αγώνα: την μη πολιτική σκέψη και δράση. Ποδοπατούμε τις διάφορες τεχνικές, τα μαζικά όργανα και τους θεσμούς που εντείνουν την υποβάθμιση της ανθρώπινης ύπαρξης, επειδή είμαστε οι απόλυτοι αρνητές της πολιτικής. Αναζητούμε τρόπους για την πραγμάτωση των μέγιστων πνευματικών και φυσικών δυνατοτήτων που διαθέτει κάθε οντότητα.

Οι αναρχικοί δεν είναι δυνατόν να αποδέχονται και να συμμετέχουν σε οργανώσεις, όπως οι συνελεύσεις, επειδή αυτές αποτελούν την πλήρη άρνηση της δημιουργίας αναρχικών σχημάτων των οποίων βασικός κορμός είναι η αναρχική ομάδα.

Επομένως, η αναρχική επανάσταση δεν θα στηριχτεί σε συνελεύσεις, ούτε στοχεύει στην επανασύσταση της κοινωνίας. Υποχρέωση των αναρχικών απέναντι στους εαυτούς τους και τις ιδέες τους είναι να προετοιμάζουν από τώρα τον ανεξούσιο κόσμο ξεπερνώντας τις εμβόλιμες εξουσιαστικές συνταγές, που προβάλλονται σαν πανάκεια, είτε λόγω άγνοιας της πορείας των απελευθερωτικών αγώνων είτε από σκοπιμότητες.

Αυτοί που καταπίνουν αμάσητες τις διάφορες κουτοπόνηρες φλυαρίες για συλλογικές διαδικασίες και για λύσεις που προσφέρονται μέσω της αποτελεσματικότητας των ψηφοφοριών ή των «συναινέσεων», οφείλουν να προβληματιστούν, επί τέλους, αν ενδιαφέρονται να συμβάλλουν στις αναρχικές απελευθερωτικές διεργασίες ή αν προτιμούν τις «εύκολες» λύσεις που απλόχερα παρέχει η εξουσιαστική μεθοδολογία.

Ένα από τα συνηθισμένα επιχειρήματα –που χρησιμοποιούνται για να ενισχύσουν την υποτιθέμενη μεγάλη σημασία των συνελεύσεων– είναι ότι οι άνθρωποι μαθαίνουν να δρουν συλλογικά. Με αυτό προσπαθούν να «κομίσουν γλαύκας ες Αθήνας» θέλοντας να υποβαθμίσουν την πραγματικότητα. Επειδή, είναι γεγονός πως η συλλογική δράση δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει στους ανθρώπους. Το ζητούμενο είναι με ποιους, για ποιους σκοπούς, με τί είδους περιεχόμενο και, κυρίως, με ποιους τρόπους συντάσσονται οι διάφορες ατομικότητες, καθώς συλλογικοποιούν τις επιθυμίες, τις σκέψεις και τις προθέσεις τους, για να τις θέσουν σε εφαρμογή.

Άλλωστε, η διαρκής διαδικασία «ατομικοποίησης» που συνεχώς προωθεί το κράτος μέσω των εξουσιαστικών καταστάσεων, που επιβάλλει, δεν ξεπερνιέται με άλλες εξουσιαστικές διαδικασίες.

Οι συλλογικές διαδικασίες, για να πάψουν να είναι μια πολιτική προμετωπίδα και για να αποκτήσουν ουσία, απαιτούν σύνθεση απόψεων, εμπειριών, επαναοικειοποίηση της δημιουργικής γνώσης, ανάπτυξη τής συνειδητότητας και της πνευματικότητας, ανάπτυξη της κοινότητας λόγου και δράσης.

Αυτές είναι οι λειτουργικές συνθήκες που αναδεικνύονται δια μέσου της αναρχικής ομάδας προετοιμάζοντας για την άναρχη κοινότητα. Εκεί, όπου μέσα από την απλότητα των σχέσεων και τις ελεύθερες συμβιωτικές συνθήκες που δημιουργούν και εξελίσσουν οι άνθρωποι διαμορφώνεται η κοινότητα άποψης, γνώμης, πρόθεσης, απόφασης χωρίς να αποκλείεται η συναίνεση εφ’ όσον η εμπειρία και ο λόγος δεν μπορούν να συντεθούν. Ο κοινός τόπος δεν απαιτεί κανενός είδους προσέλευση, αρκεί η διάθεση για από κοινού αναζήτηση λύσεων σε ζητήματα που προκύπτουν με αλληλοκατανόηση, η ειλικρίνεια και δίχως υστεροβουλία και ιδιοτελή συμφέροντα.

Μόνο προχωρώντας και ξεκαθαρίζοντας τις αναρχικές απόψεις από τους μύκητες του κρατισμού, με τη δημιουργία απλών και ανεξούσιων μορφών οργάνωσης είναι δυνατόν να ξεπεραστεί η στασιμότητα που έχει κατασκευάσει η κυριαρχία με τις πολυσύνθετες εξουσιαζόμενες και συνάμα εξουσιαστικές κοινωνίες.

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 119, Σεπτέμβριος 2012
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.