Συνελεύσεις, κοινωνία και Δημοκρατία (Γ΄ Μέρος)

Πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις;

Αν και ο τρόπος με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις είναι λίγο πολύ γνωστός, εν τούτοις περνά απαρατήρητος ως προς τον αντίκτυπο που έχει στον κοινωνικό χώρο.

Από τους υποστηρικτές των συνελεύσεων γίνεται λόγος για την ψηφοφορία, με τέτοιο τρόπο ώστε να εμφανίζεται σαν μια ανώδυνη και ωφέλιμη διαδικασία. Εντάσσεται μάλιστα σε έναν από τους τρόπους άσκησης της άμεσης δημοκρατίας, η οποία εμφανίζεται σαν συστατικό της αναρχίας (sic erat scriptum!). Έχουμε αναφερθεί σε άλλα κείμενά μας στο θέμα της άμεσης δημοκρατίας και δεν χρειάζεται να επανέλθουμε. Απλά και ξεκάθαρα θυμίζουμε, πως η άμεση δημοκρατία δεν έχει σχέση με την αναρχία και τις διεργασίες που κατατείνουν στην ολική απελευθέρωση.

Θεωρείται, λοιπόν, η ψηφοφορία που γίνεται στις συνελεύσεις ως η πεμπτουσία του τρόπου με τον οποίο «οι πολίτες συμμετέχουν στα κοινά». Οι ψηφοφορίες, μολονότι καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα μπορούν να γίνονται με διαφορετικό τρόπο. όπως: δια βοής, δι’ ανατάσεως των χειρών, δηλαδή με υψωμένο το χέρι και με την κάλπη.

Σε όλες τις περιπτώσεις η πλειοψηφία είναι αυτή που επιβάλλει την γνώμη της και η απόφαση αφορά αυτήν και όχι την μειοψηφία. Εδώ –όπως και σε κάθε είδους αποφάσεις που λαμβάνονται με αυτό τον τρόπο– ισχύει το ερώτημα: Από πού κι ως που η γνώμη της πλειοψηφίας είναι σωστή; Η ορθότητα ή το δίκαιο μιας γνώμης ή άποψης δεν καθορίζεται σε καμία περίπτωση από τον αριθμό αυτών που την υποστηρίζουν. Απλά αυτοί είναι πιο πολλοί και συνεπώς η γνώμη τους περιβάλλεται από την ισχύ που έχουν ή μπορούν να αποκτήσουν, τόσο λόγω του αριθμού τους όσο και από εξωτερικούς (σε άλλες περιπτώσεις) παράγοντες, που τους ενισχύουν.

Πρόκειται, λοιπόν, για αποφάσεις ισχύος των πολλών που επιβάλλουν την θέλησή τους στους υπόλοιπους («σιωπηρά» ή μη), οι οποίοι εάν δεν συμμορφωθούν θα υποστούν τις συνέπειες. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου αυτό υλοποιείται κατά τις συνελεύσεις και ψηφοφορίες (π.χ. κλαδικών σωματείων), παραπέμποντας στις πρωτογενείς διαδικασίες συμμόρφωσης της μειοψηφίας στην πλειοψηφία. Οπότε, όλα τα κουραφέξαλα περί «σεβασμού» της απόφασης που πάρθηκε με ψηφοφορία είναι για τους αφελείς. Είναι αποφάσεις που επιβάλλονται με εξουσιαστικό τρόπο και κατά συνέπεια ο «σεβασμός» είναι η αποδοχή της εξουσιαστικής βίας των πολλών που επαπειλείται να εφαρμοστεί είτε από τους ίδιους είτε από αυτούς που έχουν συμφέροντα από την εκάστοτε απόφαση.

Εδώ, λοιπόν, απογυμνώνεται ο περιβόητος ισχυρισμός που προβάλλεται από όσους με επιτήδειο τρόπο προσπαθούν να πλασάρουν τις συνελεύσεις και την άμεση δημοκρατία σαν συστατικά της αναρχίας και που, όταν αποτυγχάνουν να πείσουν για το «αναρχικό» περιεχόμενο τους, καταφεύγουν στον «πλάγιο λόγο» που συμπυκνώνεται στη διατύπωση: «η άμεση δημοκρατία είναι ένα διαδικαστικό μέσο λήψης αποφάσεων», (που όμως περνά μέσα από τις πλειοψηφίες των συνελεύσεων). Τόσο πονηρά. Με τον όρο «διαδικασία» επιχειρείται να συγκαλυφθεί και να γίνει αποδεκτό το εξουσιαστικό περιεχόμενο.

Οι εξουσιαστικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων των συνελεύσεων είναι κυρίαρχες. Οι περιπτώσεις όπου δεν λαμβάνονται με αυτό τον τρόπο, αλλά υπάρχει κοινή απόφαση, σπανίζουν. Αυτό οφείλεται συνήθως σε δύο παράγοντες: είτε έχουν προηγηθεί διαβουλεύσεις, είτε πρόκειται για ζητήματα ήσσονος σημασίας. Η εξαίρεση αυτή, βέβαια, δεν αναιρεί το ρόλο και την ουσία της συνέλευσης.

Σε ό,τι αφορά τις διαβουλεύσεις, χρησιμοποιείται από πολλούς αριστερόφρονες ο όρος «ζυμώσεις», που συνδέεται με ένα είδος «ψηστηριού». Για να γίνουν αυτές χρειάζεται να υπάρχει δεδηλωμένη η προσήλωση στη συνέχιση της ύπαρξης του οργάνου. Συνεπώς, έπονται οι προσθαφαιρέσεις απόψεων για να διατηρηθεί η «ενότητα» στην οποία οι διάφοροι πολιτικοί παράγοντες αποβλέπουν. Οι «ζυμώσεις» αποσκοπούν στην εμπέδωση μιας πολιτικής πρότασης απογυμνωμένης από τα συνολικά της χαρακτηριστικά.

Εννοείται πως αυτές οι διαβουλεύσεις απαιτούν κάποιο χρονικό διάστημα και ενδεχομένως να προκύψουν και σ’ αυτήν την περίπτωση διαδικασίες ψηφοφορίας. Αυτό, όμως, αναιρεί τον χαρακτήρα της συνέλευσης που έχει συγκροτηθεί για να εκπληρώσει επείγουσες ανάγκες και που στηρίζεται σε μίνιμουμ συμφωνίες και την μετατρέπει σε ένα τύπο οργάνωσης που έχει τον χαρακτήρα ενός είδους μετώπου.

Αντιστοιχίες είναι εύκολο να αναζητηθούν και να βρεθούν, σε διάφορες περιόδους. Μια λαϊκή συνέλευση έχει τα χαρακτηριστικά ενός είδους λαϊκού μετώπου πάνω σε ένα συγκεκριμένο θέμα (π.χ. την αντιμετώπιση του φασισμού). Από την άλλη, υπάρχει και η περίπτωση όπου ένα μέτωπο βάζει ευρύτερους στόχους και μπορεί να συγκροτηθεί στη βάση μιας πλατφόρμας. Στην περίπτωση, όμως, αυτή έχουμε περισσότερο μια συμμαχία ή συνεργασία κι όχι μια απλή συνέλευση. Αν και οι δύο αυτές περιπτώσεις μαζικής οργάνωσης στην ουσία προέρχονται από διαδικασίες που έχουν προετοιμαστεί ή αβανταριστεί «εκ των άνω», η λαϊκή συνέλευση εμφανίζεται σαν να προέρχεται περισσότερο «από τα κάτω».

Πάντως, στις ελάχιστες περιπτώσεις όπου υπάρχουν αποφάσεις χωρίς ψηφοφορία και που δεν ισχύουν οι συνθήκες συνεργασιών ή συμμαχιών που εμφανίζονται με την ονομασία συνέλευση, τότε ενεργοποιούνται διάφορες ύστερες σκέψεις και αυτοπεριορισμοί προκειμένου να μην διαλυθεί ο σχηματισμός, με δεδομένο, βέβαια, πως από την διατήρησή του εξαρτάται η εξυπηρέτηση συγκεκριμένων σκοπιμοτήτων.

Θα χρειαστεί να επισημάνουμε, πως σε κάθε περίπτωση εκείνο που απαιτείται για να μπορέσει να γίνει χρήσιμη για τους σκοπούς που κλήθηκε να συγκροτηθεί μια συνέλευση είναι η ταχύτητα λήψης των αποφάσεων. Αυτό άλλωστε είναι που κατοχυρώνει με συγκεκριμένο τρόπο τις εξουσιαστικές αποφάσεις που φέρνουν αποτελέσματα. Η «αποτελεσματικότητα» είναι ακόμα μία φενάκη που ενισχύει την χρήση και διατήρηση εξουσιαστικών θεσμών και διαδικασιών.

Ποια η σημασία της συνέλευσης σε σχέση με το εξουσιαστικό-εκμεταλλευτικό status quo;

Αναφέρθηκε ήδη, πως μια συνέλευση είναι ένα πολιτικό εργαλείο, δηλαδή ένα μέσο για την επίτευξη συγκεκριμένων πολιτικών στόχων. Αυτό, βεβαίως, σημαίνει πως έρχεται να καλύψει ή να συμπληρώσει τμήμα κάποιου συνολικού σχεδιασμού, που βρίσκεται πολύ μακριά από τις δυνατότητες που έχει η ίδια σαν συνάθροιση. Επομένως, είναι παράλληλα κι ένα εξαρτημένο μέσο, κάνοντας τις όποιες ψευδαισθήσεις υπάρχουν σε σχέση με την υποτιθέμενη δυναμική του να καταρρέουν από τα πράγματα και επαναφέροντας στην αληθινή της διάσταση την όποια φαντασιοπληξία έχει καλλιεργηθεί περί δήθεν αποφασιστικού και καθοριστικού ρόλου.

Μία ακόμη επαλήθευση των συνθηκών εξάρτησης κάτω από τις οποίες βρίσκεται αυτή η οργάνωση και όσοι συμμετέχουν σ’ αυτήν, γίνεται και από το γεγονός ότι οι όποιες αποφάσεις θα λάβει είναι δυνατόν να μην εφαρμοστούν ποτέ!

Από τις εθνοσυνελεύσεις που καθιέρωσαν το ελλαδικό κράτος μέχρι και σήμερα, οι σχηματισμοί αυτού του είδους είτε λειτούργησαν πρόσκαιρα είτε σε μόνιμη βάση –σχηματοποιώντας, πλέον, ένα θεσμό μέσα στο πλαίσιο ενός συστήματος– εκείνο που παρέμενε ως καθοριστικό στοιχείο ήταν η δυνατότητα υλοποίησης των όποιων αποφάσεων λαμβάνονταν. Ειδ’ άλλως, αυτές, παρέμεναν ένα κενό περιεχομένου γράμμα. Αυτή η υλοποίηση γινόταν μέσα από την στήριξη των «προστάτιδων» δυνάμεων, που καθιέρωναν τους υπαλλήλους τους (τύπου Μαυροκορδάτου ή Κωλέττη) ή με την μετέπειτα ισχύ των όπλων του στρατού, της χωροφυλακής και των κάθε είδους μηχανισμών βίας, που επέβαλαν και συνεχίζουν να επιβάλουν μέχρι τις μέρες μας τις θελήσεις του κράτους και της κυριαρχίας ευρύτερα.

Η συνέλευση αποτελεί συστατικό της δημοκρατίας, όποια μορφή ή ονομασία κι αν δώσει κάποιος σ’ αυτήν. Οι δημοκρατικές μορφές διαχείρισης της ανθρώπινης δουλείας κατευθύνονται και εφαρμόζονται στον κοινωνικό χώρο όπου, δηλαδή, συναντιόνται και συγκρούονται τα συμφέρονται διαφόρων ομάδων που αποτελούν την κοινωνία. Εκεί, αναπτύσσεται ο ευρύτερος κοινωνικός ανταγωνισμός ο οποίος προέρχεται από την επιβολή συνθηκών κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης που επέφεραν τον διαρκή διαχωρισμό και την αλλοτρίωση των ανθρώπων και των κοινοτήτων. Η κοινωνία, όντας κατασκεύασμα των συνθηκών δουλείας, χειραγωγείται και κατευθύνεται με τα διάφορα συστήματα επιβολής (δημοκρατία, δικτατορία, ολιγαρχία κ.λπ.) των θελήσεων και των συμφερόντων της εξουσίας και που διαμορφώνουν τους ευνοϊκότερους όρους για την συνεχώς ανανεωνόμενη ισχύ της κυριαρχίας.

Από τη στιγμή, λοιπόν, που οι συνελεύσεις αποτελούν συστατικό της δημοκρατίας (άμεσης ή έμμεσης), είναι φανερό πως για να τύχουν εφαρμογής θα πρέπει να υπάρχει κοινωνία.

Βέβαια, σε σχέση με την προοπτική μιας άναρχης και ανεξούσιας πραγματικότητας, παραμένουν προβληματικές πολλές από τις τοποθετήσεις που συνδέουν την κοινωνία με την αναρχία.

Χρειάζεται ακόμη να επισημανθεί, πως τις αυταπάτες που έχουν καλλιεργηθεί σχετικά με την συνέλευση, μπορούμε να τις διακρίνουμε σ’ αυτές που βασίζονται στην στρεβλή αντίληψη που προέρχεται από τους δημοκρατικολάγνους υποστηρικτές της άμεσης δημοκρατίας, –οι οποίοι έχουν στήσει μια καλύβα με φανταχτερές σερπαντίνες προτρέποντας τη φαντασία αυτών προς τους οποίους απευθύνονται να την δουν σαν παλάτι– και σ’ εκείνες των εξουσιαστών, που με κάθε τρόπο προβάλλουν τους θεσμούς και τους μηχανισμούς της δημοκρατίας ως ιδανικούς, επειδή έτσι διευκολύνονται στο να χειραγωγούν τους ανθρώπους.

Συνηθίζεται, μάλιστα, αυτοί οι θεσμοί (συνελεύσεις) παρ’ ότι ενυπάρχουν μέσα στο σύστημα εξουσίας με μια ορισμένη μορφή και έναν ορισμένο τρόπο λειτουργίας, είτε να παίρνουν ένα διευρυμένο χαρακτήρα είτε να ενθαρρύνεται ο σχηματισμός άλλων που εμφανίζονται σαν πρωτοπόρες δυνατότητες απέναντι στο κατεστημένο. Όλες αυτές, βέβαια, οι «ενθαρρύνσεις» και ανοχές λαμβάνουν χώρα σε περιόδους κρίσιμες για την εκάστοτε εξουσιαστική δομή, για ευνόητους λόγους. Μέχρι τη στιγμή που θα σκάσει η φούσκα…

Αυτού του είδους οι καταστάσεις επηρεάζουν αναμφισβήτητα τον κοινωνικό χώρο. Τα ανοίγματα της εξουσίας σε περισσότερο «ελευθεριακές» μορφές διαχείρισης των εξουσιαστικών ζητημάτων και υποθέσεων που επιφορτίζονται στην κοινωνία επιχειρούν –και συνήθως το επιτυγχάνουν– να διαρρήξουν τα πλέον σαθρά σημεία του λεγόμενου ανταγωνιστικού κινήματος.

Επομένως, υπάρχει μια πραγματική βάση που εξηγεί το γιατί διάφορα άτομα που αυτοπροσδιορίζονταν σαν αντιεξουσιαστές (και ενίοτε σαν αναρχικοί) δήλωναν κατά την διάρκεια των συνελεύσεων της πλατείας συντάγματος –αλλά κι όχι μόνο σε σχέση με αυτές– «αφήνουμε την ιδιότητά μας απ’ έξω». Αυτή είναι μια ξεκάθαρη και απόλυτη δήλωση υποταγής στους όρους που θέτει η αναγορευμένη λαϊκή (ή όπως αλλιώς θέλουν να την ονομάσουν) συνέλευση. Είναι η αποδοχή της ήττας. Σε τέτοιες καταστάσεις είναι διαπιστωμένο πως οι ηττημένοι εφευρίσκουν συνήθως διάφορες δικαιολογίες και τεχνάσματα για να καλύψουν την πολιτική και ιδεολογική τους πανωλεθρία. Προβάλλουν, επομένως, διάφορους ισχυρισμούς ανάμεσα στους οποίους την πρώτη θέση κατέχει αυτός σύμφωνα με τον οποίο προσποιούνται, τάχα, ότι κατεβάζουν το λόγο τους (ή μήπως και κάτι άλλο;) προκειμένου να προσεταιριστούν τον κόσμο της μάζωξης, να μπορέσουν να «συνδεθούν» με τις μάζες (ή την κοινωνία) και στη συνέχεια (την κατάλληλη στιγμή!) θα γυρίσουν το «φύλλο» και θα προχωρήσουν σε ριζοσπαστικές ή επαναστατικές πρωτοβουλίες, με τις πλάτες του κόσμου. Δεν χρειάζεται να επεκταθεί κάποιος σε επιχειρηματολογίες απέναντι στους ανωτέρω καταγέλαστους ισχυρισμούς τους. Όποιος δεν ομολογεί την ήττα του ή το ότι έχει προσχωρήσει (συνήθως με ιδιοτελείς επιδιώξεις) σε απόψεις και πρακτικές ανταγωνιστικές προς την ολική απελευθερωτική προοπτική και παριστάνει τον αγωνιστή και τον «καπάτσο» και μάλιστα προβάλλει ταπεινά ελατήρια, δεν είναι αντάξιος των αναρχικών ιδεών.

Βέβαια, υπάρχουν και εκείνοι που πραγματικά δεν έχουν διδαχθεί από την εμπειρία των απελευθερωτικών αγώνων και εξακολουθούν να πιστεύουν πως ένας μαζικός σχηματισμός, όπως η συνέλευση, θα τους κάνει ικανούς να διαμορφώσουν καλύτερα ένα κίνημα, όπου θα μπορούν να χωρούν όλοι.

Το σαθρό και πολλαπλά καταβαραθρωμένο οικοδόμημα του κινήματος, που άρχισε να στήνεται για μία ακόμη φορά πριν από εννέα περίπου χρόνια στη βάση της λογικής «να είμαστε όλοι μαζί» έφερε τα ίδια προϊόντα και μάλιστα αυτή τη φορά πολύ χειρότερα από προηγούμενα. Τα αναθήματα, που υποτίθεται πως θα έρχονταν από τη δράση και τις «νίκες» του κινήματος, μετατράπηκαν σε θύματα μιας πολυδάπανης θυσίας στο βωμό ανάδειξης της αριστεράς ως αντιπολιτευόμενης (ΣΥΡΙΖΑ), αλλά και συγκυβερνώσας (ΔΗΜ.ΑΡ.), και να οδηγήσουν στη θριαμβευτική δήλωση του Τσίπρα: «Στη συγκέντρωση που μίλησα, δεν ήταν συγκέντρωση, ήταν μια μεγάλη λαϊκή συνέλευση (εννοεί τη Νίκαια), διότι έκανε μέσα σε 3 μέρες ο σύριζα 70 λαϊκές συνελεύσεις σε πλατείες σε όλη την Ελλάδα σε μια διαδικασία από τα κάτω ανασυγκρότησης μιας μεγάλης δημοκρατικής παράταξης της αριστεράς, ήταν κοσμογονικές αυτές οι μέρες για τον Σύριζα».

Το κινηματικό-συνελευσιακό πρόταγμα δεν είναι, πάντως, άμοιρο των συνθηκών μαζοποίησης και ευτελισμού των ανθρώπινων σχέσεων που καλλιεργούνται μέσα σ’ αυτές τις καταστάσεις. Σε τέτοιου είδους περιβάλλοντα πολλοί και πολλές καμώνονται (και οι άλλοι κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν την προσποίηση) πως έχουν σχέση με τις αναρχικές απόψεις και θεωρήσεις, αλλά στην πραγματικότητα εκείνο που τους προσελκύει στο λεγόμενο χώρο είναι το ότι θεωρούν την αναρχία σαν μόδα, είτε αποσκοπούν στο να απομυζήσουν ο,τιδήποτε θα τους φανεί χρήσιμο για την μετέπειτα σταδιοδρομία τους ως «πρώην» και «δήθεν». Εννοείται πως κάποιες παρουσίες σε διαδηλώσεις, η ανάπτυξη σχέσεων και οι παρεοποιήσεις θα εξασφαλίσουν την απαραίτητη «πισινή», για τα μετέπειτα.

Οι χειρότερες, όμως, καταστάσεις αφορούν εκείνα τα αποβράσματα που επικαλούμενα την υποτιθέμενη αναρχική τους ιδιότητα προσπαθούν να τύχουν αλληλεγγύης όταν συλλαμβάνονται –και μάλιστα για πολλοστή φορά– να έχουν σχέση ή πρόθεση με εμπόριο ναρκωτικών, την οποία σχέση δεν διστάζουν να ομολογήσουν σε καταθέσεις, που είδαν το φώς της δημοσιότητας και δεν διαψεύστηκαν. Και το κίνημα να «ποιεί την νήσσαν», έχοντας ήδη οργανώσει συναυλία οικονομικής ενίσχυσης για την προηγούμενη σύλληψη του ίδιου ατόμου και για παρόμοια υπόθεση ναρκωτικών. Παρ’ όλ’ αυτά, «διυλίζοντας τον κώνωπα και καταπίνοντας την κάμηλο», (λίγες μέρες μετά το γνωστό συμβάν που οδήγησε σε προφυλακίσεις και εν συνεχεία στην έκδοση στις κυπριακές αρχές των δύο ατόμων που συσχετίζονται με την υπόθεση της Αγίας Νάπα) οι συνελεύσεις κωφεύουν και σιωπούν, οι συνιστώσες του κινήματος προσποιούνται τον αδιάφορο, και ορισμένες από αυτές εμφανίζονται σαν πολέμιες εμπόρων ναρκωτικών, εξαπολύοντας συμμορίτικες επιθέσεις εναντίον εξαθλιωμένων χρηστών επί της οδού Στουρνάρα. Χαίρε επαναστατικό κίνημα, που συνηθίζεις να στηρίζεις τις κάθε είδους αθλιότητες νομιμοποιώντας τες με λαϊκές συνελεύσεις «κάθαρσης»!

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 119, Σεπτέμβριος 2012
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.