Κοινωνική Κατάρρευση: Εξουσία, Απληστία και Αφαίμαξη της Φύσης (Mέρος Β΄)

Είδαμε προηγουμένως, ορισμένα παραδείγματα κοινωνιών που υπέστησαν «κατάρρευση», με σημαντικότερο εκείνο της Νήσου του Πάσχα. Είδαμε τις συνέπειες τόσο των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από τις αποφάσεις των ανθρώπων που λειτουργούν μέσα σε ιεραρχικά σχήματα, όσο και τον ανταγωνισμό μεταξύ των εξουσιαστών. Έναν ανταγωνισμό που δημιουργούσε μια μεγαλομανία και υπερβολή, οι οποίες εν τέλει λειτούργησαν αυτοκαταστροφικά και για τις ελίτ. Τα παραδείγματα κοινωνιών ή κοινοτήτων που κατέρρευσαν ασφαλώς και δεν είναι λίγα μέσα στην ανθρώπινη κοινωνική ιστορία, όμως τα συγκεκριμένα που παρουσιάζονται σε αυτή την ενότητα εμφανίζουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον λόγω της πληθυσμιακής πυκνότητας τους και της πολιτισμικής τους «ανάπτυξης».

Στον ελλαδικό χώρο δεν είναι, επίσης, λίγα τα παραδείγματα κοινοτήτων που κατέρρευσαν, όπως εκείνων που ερήμωναν ή καταστρέφονταν από τις αποφάσεις και τις πρακτικές βιομηχανιών. Είτε μέσω της ρύπανσης που επέφεραν στο φυσικό περιβάλλον είτε μέσω της απόλυτης σχέσης εξάρτησης κατοίκου-εταιρείας. Θα αναφέρουμε ένα απλό αλλά ενδεικτικό παράδειγμα. Ένας από τους μεγαλύτερους βιομήχανους στον ελλαδικό χώρο για δεκαετίες ήταν ο Μ. Σκαλιστήρης που δραστηριοποιείτο στην εξόρυξη μεταλλευμάτων. Ολόκληρα χωριά της Κύμης ερήμωσαν κατά τη δεκαετία του ’60 όταν η εταιρεία αποφάσισε να κλείσει τις εξορύξεις στην Εύβοια και να μεταφέρει ή να ενισχύσει τις δραστηριότητες της σε άλλα μέρη όπως Δομοκός, Ελευσίνα, Έβρος, Μαντούδι κλπ.

Είναι εκπληκτικό το πως οι κάτοικοι των χωριών της Κύμης από χωρικοί έγιναν βιομηχανικοί εργάτες και μέσα σε λίγα χρόνια είχαν απωλέσει όλη τη γνώση προγενέστερων γενεών γύρω από αγροτικά θέματα. Δέσμιοι του Σκαλιστήρη ακολουθούσαν ως εσωτερικοί βιομηχανικοί μετανάστες ανά την επικράτεια τις αποφάσεις του βιομήχανου. Εξαρτημένοι από την βιομηχανική σχέση εργασίας μετανάστευσαν ομαδικώς ερημώνοντας, σε ορισμένες περιπτώσεις, κατά 100% χωριά της περιοχής. Λίγες δεκαετίες αργότερα σε μια άλλη περιοχή της Εύβοιας στο Μαντούδι επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό, όπου μια περιοχή που είχε «μάθει-καλομάθει» να ζει από τη βιομηχανία νεκρώθηκε παραγωγικά και ακόμη και σήμερα 20 χρόνια μετά, ουσιαστικά ζει παρασιτικά. 

Παρόμοια παραδείγματα συναντάμε και σε άλλα σημεία του ελλαδικού χώρου που είτε το περιβάλλον καταστράφηκε και δεν μπορούσε να αντικαταστήσει εύκολα την βιομηχανική δραστηριότητα είτε οι κάτοικοι-βιομηχανικοί εργάτες έγιναν βιομηχανικοί μετανάστες, όταν τα εργοστάσια έκλειναν και μεταφέρονταν. Παρόμοια γεγονότα παρατηρούνται και σε άλλα μέρη του πλανήτη που έχουν δεχθεί εκβιομηχάνιση και σε ορισμένες περιπτώσεις χιλιάδες άνθρωποι έχαναν την πρόσβαση σε καθαρό νερό ή στην αλιεία λιμνών (βλέπε Βικτώρια). Η κύρια «λύση» σε αυτές τις περιπτώσεις είναι η φυγή και η μετανάστευση καταστρέφοντας ουσιαστικά την τοπική κοινωνία. Ας συνεχίσουμε όμως την παρουσίαση κοινωνιών που κυρίως από δικά τους διαχειριστικά λάθη «κατέρρευσαν».

Στις νοτιοδυτικές ΗΠΑ, σε ένα άνυδρο περιβάλλον αναπτύχθηκαν σε διάφορες χρονικές φάσεις διάφοροι μεταξύ τους πολιτισμοί. Ένας εξ αυτών είναι των Ανασάζι στο Τσάκο Κάνυον του Νέου Μεξικού, ο οποίος ήκμασε το 600μχχ μέχρι την εξαφάνιση του το 1200 περίπου. Όταν οι ιθαγενείς εγκαταστάθηκαν στο Τσάκο Κάνυον γύρω στα 600μχχ, ζούσαν αρχικά σε υπόγειες καλύβες, στη συνέχεια ως αποτέλεσμα των επαφών τους με άλλους ιθαγενείς των νοτιοδυτικών ΗΠΑ άρχισαν να χρησιμοποιούν ως βάση χαλίκια από πελεκημένη πέτρα με επίστρωση στην πρόσοψη. Σε αυτή τη περιοχή σήμερα κάποιος συναντά ένα άδενδρο ξερό τοπίο, που όμως οι ανασκαφές έχουν δείξει ότι καλυπτόταν παλαιότερα από πεύκα. Η αποψίλωση των δασών για καυσόξυλα και κατασκευές σε συνάρτηση με την παρατεταμένη ξηρασία, είχε ως συνέπεια την επιβράδυνση του ρυθμού ανανέωσης των δέντρων. Στη μακροχρόνια διχογνωμία σχετικά με ποιά από τις δυο περιπτώσεις, εγκαταλείφθηκε το Τσάκο Κάνυον, εξ αιτίας της επίδρασης των ανθρώπων στο περιβάλλον ή εξ αιτίας της ξηρασίας, η απάντηση είναι: εγκαταλείφθηκε και για τους δυο λόγους. Στη πορεία έξι αιώνων, ο πληθυσμός στο Τσάκο Κάνυον αυξήθηκε, οι απαιτήσεις του από το περιβάλλον μεγάλωσαν, οι περιβαλλοντικοί πόροι του μειώθηκαν και οι άνθρωποι κατέληξαν να ζουν όλο και περισσότερο κοντά στα όρια των δυνατοτήτων, που είχε το περιβάλλον για να τους συντηρήσει. Αυτή ήταν η τελική αιτία της εγκατάλειψης. Η άμεση αιτία, η τελευταία σταγόνα η οποία έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει, ήταν η ξηρασία που τελικά έσπρωξε τους κατοίκους του Τσάκο Κάνυον στον γκρεμό, μια ξηρασία στην οποία θα μπορούσε να επιζήσει μια κοινωνία με μικρότερη πυκνότητα πληθυσμού.

Μέχρι τώρα έχουμε δει κοινωνίες μικρής κλίμακας να έχουν καταρρεύσει, μια από τις κοινωνίες μεγάλης κλίμακας που είχε την ίδια κατάληξη είναι εκείνη των Μάγια, που θα εξετάσουμε ευθύς αμέσως. Οι πόλεις των Μάγια έμειναν έρημες, κρυμμένες μέσα στο δάσος και στην πυκνή βλάστηση, ουσιαστικά άγνωστες στον έξω κόσμο μέχρις ότου ανακαλύφθηκαν το 1839 από έναν αμερικανό δικηγόρο τον John Stephens και τον άγγλο σχεδιαστή Frederick Catherwood. Έχοντας ακούσει φήμες για ερείπια στη ζούγκλα, ο Stephens κατάφερε να διοριστεί πρεσβευτής στην τότε Συνομοσπονδία Κεντροαμερικανικών Δημοκρατιών. Οι ίδιοι έγραφαν μετά την επαφή τους με τις πόλεις των Μάγια: «Εδώ βρίσκονταν τα απομεινάρια ενός καλλιεργημένου, εξευγενισμένου και ιδιόρρυθμου λαού, ο οποίος είχε διατρέξει όλα τα στάδια που σχετίζονται με την άνοδο και την πτώση των εθνών, έφθασε στο χρυσό αιώνα και καταστράφηκε. Στο ρομαντικό διήγημα της παγκόσμιας ιστορίας τίποτε δεν με εντυπωσίασε ποτέ πιο έντονα από το θέαμα αυτής της κάποτε σπουδαίας και όμορφης πόλης, γκρεμισμένης, ερειπωμένης και χαμένης, […] σκεπασμένης με δέντρα σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων και χωρίς να τη διακρίνει ούτε ένα όνομα». Η τέχνη και η αρχιτεκτονική στις πόλεις των Μάγια έκανε πολλούς περισσότερους αρχαιολόγους να τους μελετήσουν απ’ ότι θα συνέβαινε αν ήταν απλώς κυνηγοί και συλλέκτες χωρίς γραφή. Οι κλιματολόγοι μπόρεσαν πρόσφατα να αναγνωρίσουν αρκετά σημάδια αρχαίων κλιματικών και περιβαλλοντικών αλλαγών, οι οποίες συνέβαλλαν στην κατάρρευση των Μάγια. Οι Μάγια ήταν πολιτισμικά η πιο προηγμένη κοινωνία στον προκολομβιανό Νέο Κόσμο και μολονότι το περιβάλλον της παρουσίαζε απρόβλεπτες διακυμάνσεις βροχοπτώσεων, δεν θεωρείτε ιδιαίτερα ευπαθές και σίγουρα σημαντικά λιγότερο από το Νησί του Πάσχα. Η κοινωνία των Μάγια αποδεικνύει ότι όχι μόνο περιφερειακές κοινωνίες μπορούν να καταρρεύσουν αλλά και προηγμένες. Από τους κυριότερους λόγους που συνετέλεσαν στην εγκατάλειψη και παρακμή των Μάγια, είναι: Έβλαψαν, οι ίδιοι, το περιβάλλον τους με την αποδάσωση και τη διάβρωση, οι ξηρασίες συνέβαλαν στην πτώση, οι εχθροπραξίες μεταξύ τους έπαιξε σημαντικό ρόλο, όπως και ο ανταγωνισμός μεταξύ βασιλέων και ευγενών, που οδήγησε σε μια μόνιμη έμφαση στον πόλεμο και την ανέγερση μνημείων.

Η περιοχή των Μάγια, αποτελεί τμήμα της ευρύτερης αρχαίας πολιτισμικής περιοχής των ιθαγενών αμερικανών η οποία είναι γνωστή ως Μεσοαμερική και εκτείνεται κατά προσέγγιση από το κεντρικό Μεξικό μέχρι την Ονδούρα. Οι Μάγια είχαν πολλά κοινά με άλλες μεσοαμερικάνικες κοινωνίες, όχι μόνο σε εκείνα που είχαν, αλλά και προς αυτά που τους έλειπαν. Για παράδειγμα, εκείνο που εκπλήσσει είναι ότι οι μεσοαμερικάνικες κοινωνίες δεν είχαν μεταλλικά εργαλεία, τροχαλίες, μηχανές, τροχούς ή οικόσιτα ζώα ώστε να μεταφέρουν φορτία. Όλα τα οικοδομήματα των Μάγια είχαν κατασκευαστεί με λίθινα και ξύλινα εργαλεία και μόνο με την ανθρώπινη μυική δύναμη. Φυσικά η κοινωνία των Μάγια, έντονα ιεραρχική αποτελούνταν από τους βασιλιάδες, τους ευγενείς και τους κοινούς θνητούς. Και ήταν οι έχοντες την εξουσία που βρίσκονταν συχνά-πυκνά σε πόλεμο με άλλους μάγια εξουσιαστές για τον σφετερισμό των θρόνων, γεγονότα που αποτυπώνονται ανάγλυφα στα μνημεία που οικοδομούσαν. Φυσικά δεν έλειπαν και οι συγκρούσεις μεταξύ των κοινών θνητών για την καλλιέργεια της γης αφού ο υπερπληθυσμός ξεπερνούσε τα όρια και η διαθέσιμη γη σπάνιζε. Το άλλο φαινόμενο που είναι σημαντικό για την κατάρρευση των Μάγια συνίσταται στην επανειλημμένη εμφάνιση ξηρασίας. Βασισμένοι σε μελέτες ραδιοχρονολογημένων στρωμάτων οι κλιματολόγοι συμπεραίνουν ότι από το 5500πχχ έως το 500πχχ η περιοχή των Μάγια ήταν σχετικά υγρή. Η επόμενη περίοδος μέχρι το 250πχχ υπήρξε άνυδρη, όπως και η περίοδος 125μχχ μέχρι το 250μχχ. Σε αυτή τη ξηρασία που έχει συνδεθεί με την προκλασσική κατάρρευση του Ελ Μιραντόρ και άλλων περιοχών, ακολούθησε η επάνοδος συνθηκών μεγαλύτερης υγρασίας και η εκ νέου οικοδόμηση πόλεων, η οποία διακόπηκε από μια ξηρασία γύρω στα 600μχχ, με την παρακμή της Τικάλ. Τέλος, γύρω στα 760μχχ άρχισε η χειρότερη ξηρασία των τελευταίων 7000 ετών που κορυφώθηκε στα 800μχχ και η οποία συνδέεται με τη λήξη της κλασσικής περιόδου. Όπως στο Νησί του Πάσχα έτσι και στους Μάγια τα περιβαλλοντικά και δημογραφικά προβλήματα οδήγησαν στην αύξηση των πολέμων και των εμφύλιων αναταραχών. Με τον ίδιο τρόπο που οι αρχηγοί στο Νησί του Πάσχα έστηναν όλο και μεγαλύτερα αγάλματα και η ελίτ των Ανασάζι δώριζε στον εαυτό της περιδέραια με 2000 χάντρες από τιρκουάζ, έτσι και οι βασιλείς των Μάγια προσπαθούσαν να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλον με όλο και πιο εντυπωσιακούς ναούς, καλυμμένους με όλο και παχύτερες επιστρώσεις. Ήταν οι ελίτ και η εξουσία, και στις δυο περιπτώσεις του Πάσχα και των Μάγια, που παρ’ ότι το πρόβλημα της επιβίωσης ερχόταν απειλητικό, εκείνοι περί άλλων ετύρβαζον, προσβεβλημένοι από την πανούκλα της εξουσίας. Στα παραδείγματα που έχουμε αναφερθεί υπάρχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, είτε αφορούν μικρές ή μεγάλες κοινωνίες. Είναι η παρουσία εξουσιαστικών συστημάτων που σε συνδυασμό με κλιματολογικές συνθήκες και περιβαλλοντικές επεμβάσεις οδήγησαν στον αφανισμό των κοινωνιών.

Αντίθετα υπάρχουν κοινωνίες και κοινότητες που έχουν κατορθώσει να επιβιώσουν σε δυσχερείς συνθήκες αλλά η κοινωνική τους οργάνωση ήταν εντελώς διαφορετική, με κοινή διαχείριση. Ένα κλασσικό παράδειγμα προέρχεται από τα υψίπεδα της Νέας Γουινέας όπου οι άνθρωποι ζουν με αυτάρκεια επί 46.000 χρόνια, χωρίς οικονομικά σημαντικές εισροές από κοινωνίες εκτός των υψιπέδων. Το ανώμαλο έδαφος της ενδοχώρας περιόρισε τους ευρωπαίους εξερευνητές στην ακτή και τους ποταμούς των βαθυπέδων επί 400 χρόνια, κατά τα οποία υπέθεταν ότι η ενδοχώρα ήταν καλυμμένη με δάση και ακατοίκητη. Φανταζόμαστε την έκπληξη που θα είχαν οι πιλότοι και επιβάτες όταν τα μισθωμένα αεροπλάνα από βιολόγους και εταιρείες εξόρυξης πέταξαν για πρώτη φορά πάνω από την ενδοχώρα τη δεκαετία του 1930 και αντίκρυσαν ένα τοπίο μεταμορφωμένο από εκατομμύρια ανθρώπους αγνώστους μέχρι τότε στον έξω κόσμο. Φαρδιές και ανοικτές κοιλάδες με λίγες συστάδες δέντρων, κήποι τους οποίους χώριζαν αυλάκια για άρδευση και στράγγισμα, πεζούλες. Όταν και άλλοι ευρωπαίοι ακολούθησαν δια ξηράς τις ανακαλύψεις των πιλότων, διαπίστωσαν ότι οι κάτοικοι ήταν αγρότες. Χαρακτηρίστηκαν «πρωτόγονοι», ζούσαν σε αχυροκαλύβες, δεν είχαν βασιλείς και αρχηγούς, δεν διέθεταν γραφή και φορούσαν ελάχιστα ή καθόλου ρούχα. Δεν χρησιμοποιούσαν το σίδερο αλλά ήταν σε διαρκή εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ τους. Οι γεωργικές τους μέθοδοι άφησαν έκπληκτους τους ευρωπαίους αγρονόμους που ορισμένοι από αυτούς ακόμη δεν έχουν καταλάβει γιατί οι δικοί τους νεωτερισμοί απέτυχαν εκεί. Για να διατηρήσουν τη γονιμότητα του εδάφους προσέθεταν στο έδαφος αγριόχορτα, χλόη, παλιά κλήματα και άλλες οργανικές ουσίες ως λίπασμα σε ποσότητες που έφταναν τους 4 τόνους ανά στρέμμα. Έστρωναν στην επιφάνεια του εδάφους σκουπίδια, στάχτη από φωτιές, κοπριά από κοτόπουλα και το κυριότερο καλλιεργούσαν όσπρια για να δεσμεύουν το ατμοσφαιρικό άζωτο, μια πρακτική που είναι διαδεδομένη σήμερα στο δυτικό κόσμο αλλά αναπτύχθηκε προγενέστερα και ανεξάρτητα στη Νέα Γουινέα. Μέχρι την εγκατάσταση της ολλανδικής και της αυστραλιανής αποικιακής διακυβέρνησης τη δεκαετία του 1930, δεν είχαν σημειωθεί καθόλου βήματα πολιτικής ενοποίησης των χωριών του υψιπέδου. Σε κάθε χωριό αντί για κληρονομικούς ηγέτες ή αρχηγούς, υπήρχαν οι ονομαζόμενοι «μεγάλοι άνδρες», οι οποίοι με τη δύναμη της προσωπικότητας τους είχαν μεν μεγαλύτερη επιρροή από τους υπολοίπους, αλλά ζούσαν και αυτοί σε καλύβα και καλλιεργούσαν έναν κήπο. Οι αποφάσεις λαμβάνονταν ή λαμβάνονται από όλους τους χωρικούς ενώ οι «μεγάλοι άνδρες» δεν μπορούσαν να δώσουν εντολές και κάποιες φορές κατάφερναν να πείσουν τους άλλους και άλλοτε όχι. Έτσι στη Νέα Γουινέα οι κάτοικοι κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν τα ίδια προβλήματα, που και άλλες κοινωνίες είχαν και εξαφανίστηκαν, αλλά δεν βρίσκονταν υπό ζυγό. Και αυτή ήταν, ίσως, η ουσιαστικότερη και σημαντικότερη διαφορά με τις υπόλοιπες κοινωνίες που εξαφανίστηκαν…

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Από την αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 139, Ιούνιος 2014
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.