Η συμφωνία Ναζισμού-Κομμουνισμού και τα άμεσα αποτελέσματά της

Κάθε εξουσία, δημοκρατική, σοσιαλιστική, αριστερή, κομμουνιστική, φασιστική ή εθνικοσοσιαλιστική –αλλά και οποιαδήποτε εξουσιαστική παραλλαγή– έχει εγκληματική φύση. Πολλές φορές, μάλιστα, πίσω από την προμετωπίδα της προόδου και την απελευθερώσεως, πραγματοποιούνται περισσότερα και πιο βάναυσα εγκλήματα από αυτά που πραγματοποιούν οι «αντιδραστικοί».

Στις 14 Αυγούστου 1939, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Ρίμπεντροπ πρότεινε να μετα­βεί στη Μόσχα για μια ευρύτατη συμφωνία με τους Σοβιετικούς ιθύνοντες. Από την επομένη κιόλας, ο Στάλιν το δέχτηκε.

Στις 19 Αυγούστου 1939, Γερμανοί και Σοβιετικοί υπέγραψαν μια εμπορική συμφωνία την οποία διαπραγματεύονταν από τα τέλη του 1938 και η οποία προσέφερε υπέρ το δέον πλεονεκτήματα   προς την κομμουνιστική Ρωσσία. Το ίδιο βράδυ, οι Σοβιετικοί αποδέχτηκαν και την μετάβαση του Ρίμπεντροπ στη Μόσχα για την υπογραφή ενός συμφώνου μη-επιθέσεως, το οποίο είχεν ήδη επεξεργα­στεί η σοβιετική πλευρά και το οποίο είχε μεταβιβαστεί αμέσως στο Βερολίνο.

Στις 21 Αυγούστου 1939, η σοβιετική κυβέρνηση ανέστειλε τις διαπραγματεύσεις που διεξήγε με την αγγλο-γαλλική αποστολή η οποία είχε αφιχθεί στη Μόσχα στις 11 Αυ­γούστου, με σκοπό τη σύναψη συμφωνίας αμοιβαίας υποστήριξης μεταξύ των τριών μερών σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης εναντίον κάποιας εκ των τριών χωρών. Από τις αρχές του 1939, η σοβιετική διπλωματία, κατευθυνόμενη από τον Βιατσεσλάβ Μο­λότωφ, απομακρυνόταν βαθμιαία από την ιδέα μιας συμφωνίας με τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, τις οποίες υποπτευόταν ότι ήταν έτοιμες να καταλήξουν σε ένα νέο Μόναχο εις βάρος των Πολωνών, γεγονός το οποίο θα άφηνε το προς ανατολάς πεδίο ελεύ­θερο στους Γερμανούς. Ενόσω οι διαπραγματεύσεις των Σοβιετικών από τη μια πλευρά και των Βρετανών και των Γάλλων από την άλλη κολλούσαν σε άλυτα προβλήματα –πώς, για παράδειγμα, σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης κατά της Γαλλίας ο Κόκκινος Στρατός θα διέσχιζε την Πολωνία για να επιτεθεί στη Γερμανία– οι επαφές μεταξύ Σοβιετικών και Γερμανών αντιπροσώπων σε διάφορα επίπεδα έπαιρναν νέα τροπή.

Ο Γερ­μανός υπουργός Ρίμπεντροπ, έχοντας «έκτακτη και πλήρη εξουσιοδότηση», έφτασε στη Μόσχα το απόγευμα της 23ης Αυγούστου και το σύμφωνο μη-επιθέσεως υπογράφτηκε τη νύχτα και δόθηκε στη δημοσιότητα στις 24. Με δεκαετή ισχύ, ετίθετο αυτοστιγμεί σε ισχύ. Το πλέον σημαντικό τμήμα της συμφωνίας, με το οποίο οριοθετούντο οι σφαίρες επιρροής και τις προσαρτήσεις δύο χωρών στην ανατολική Ευρώπη, έμεινε προφανώς απόρρητο.

Μέχρι το 1989, οι κομμουνιστές ηγέτες αρνούνταν, παρά τις περί του αντιθέτου αποδείξεις, την ύπαρξη του «μυστικού πρωτοκόλλου», ενός πραγματικού «εγκλήματος κατά της ειρήνης», το οποίο είχε συμφωνηθεί και τεθεί σε εφαρμογή από τις δύο προσυπογράφουσες δυνάμεις. Συμφώνως προς αυτούς τους όρους, η Λιθουανία περιλαμβανόταν στη γερμανική σφαίρα συμφερόντων ενώ Λετονία, η Εσθονία, η Φινλανδία και η Βεσαραβία στην σοβιετική. Όσο για την Πολωνία, εφ’ όσον το ζήτημα της διατήρησης ενός υπόλοιπου πολωνικού κράτους παρέμενε σε εκκρεμότητα, η κομμουνιστική Ρωσσία θα επανακτούσε, ούτως ή άλλως, ύστερα από τη στρατιωτική επέμβαση Γερμανών και Σοβιετικών κατά της Πολωνίας, τις περιοχές της Λευκορωσίας και Ουκρανίας που είχαν παραχωρηθεί στην Πολωνία με τη συνθήκη της Ρίγας το 1920, καθώς επίσης κι ένα τμήμα των «ιστορικά και εθνικά πολωνικών» περιοχών στις επαρχίες του Λουμπλίν και της Βαρσοβίας.

Στις 24 Αυγούστου 1939, ο κόσμος κατάπληκτος μάθαινε τα νέα για την υπογρα­φή ενός συμφώνου μη-επιθέσεως ανάμεσα στη σταλινική ΕΣΣΔ και τη χιτλερική Γερμανία. Η ανακοίνωση της συμφωνίας προκάλεσε αληθινό σοκ στις ευρωπαϊκές χώρες οι οποίες εμπλέκονταν άμεσα στην κρίση, όπου η κοινή γνώμη δεν ήταν προετοιμασμένη γι’ αυτό που παρουσιαζόταν ως ολοκληρωτική αναστροφή των συμμαχιών, αφού πολλοί λίγοι ήταν σε θέση τότε να κατανοήσουν τί μπορούσε πράγ­ματι να ενώνει δύο καθεστώτα με τόσο αντιτιθέμενες ιδεολογίες.

Οκτώ ημέρες μετά την υπογραφή του συμφώνου, τα ναζιστικά στρατεύματα επιτέθηκαν στην Πολωνία. Μια εβδομάδα αργότερα, στις 9 Σεπτεμβρίου, αντιμέτωπη με την κατάρρευση της πολωνικής αντίστασης, η κομμουνιστική κυβέρνηση γνωστοποίησε στο Βερολίνο την πρόθεσή της για άμεση κατοχή των περιοχών που έπρεπε να περιέλθουν στην εξουσία της σύμφωνα με τους όρους του μυστικού πρωτοκόλλου της 23ης Αυγούστου. Στις 17 Σεπτεμβρίου, ο Κόκκινος Στρατός κατέλαβε στην Πολωνία με το πρόσχημα της «βοήθειας στους όμαιμους Ουκρανούς και Λευκορώσσους αδελφούς» οι οποίοι απειλούντο λόγω της «διαλύσεως του πολωνικού κράτους»[1]. Η σοβιετική επέμβαση, σε μια στιγμή όπου ο πολωνικός στρατός είχε σχεδόν εκμηδενισθεί, συνάντησε ελάχιστη αντίσταση. Οι Σοβιετικοί συνέλαβαν 230.000 αιχμαλώτους πολέμου, εκ των οποίων 15.000 ήταν αξιωματικοί[2].

Η ιδέα, που κάποια στιγμή σκιαγραφήθηκε από Γερμανούς και Ρώσσους, να επιτρέψουν την ύπαρξη ενός πολωνικού κράτους-σφραγίδα εγκαταλείφθηκε πολύ σύντομα, πράγμα που δυσχέρανε περισσότερο τον καθορισμό των συνόρων ανάμεσα στην Γερμανία και την κομμουνιστική Ρωσσία. Μολονότι προβλέπονταν, στις 22 Σεπτεμβρίου, να οριστούν αυτά τα σύνορα στον ποταμό Βιστούλα στη Βαρσοβία, με την επίσκεψη του Ρίμπεντροπ στη Μόσχα στις 28 Σεπτεμβρίου επεκτάθηκαν προς ανατολάς μέχρι τον ποταμό Μπαγκ. Σε αντάλλαγμα για αυτή τη σοβιετική «παραχώρηση», σε σχέση με τους όρους του μυστικού πρωτοκόλλου της 23ης Αυγούστου, η Γερμανία παρεχώρησε και την Λιθουανία στη σφαίρα των κομμουνιστικών συμφερόντων. Ο διαμελισμός της Πολωνίας επέτρεψε στην ΕΣΣΔ να προσαρτήσει τεράστιες εκτάσεις 180.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων, με πληθυσμό 12 εκατομμυρίων κατοίκων, Λευκορώσσων, Ουκρανών και Πολωνών. Στις 1 και 2 Νοεμβρίου 1939, κατόπιν μιας παρωδίας λαϊκού δημοψηφίσματος, οι περιοχές αυτές ενετάχθησαν στις λεγόμενες σοβιετικές δημοκρατίες της Ουκρανίας και της Λευκορωσίας.

Όμως η «εκκαθάριση» των προσαρτώμενων περιοχών από τη NKVD είχε ήδη προχωρήσει. Πρώτοι στόχοι ήταν οι Πολωνοί, οι οποίοι συλλαμβάνονταν και εκτοπίζονταν ομαδικά ως «εχθρικά στοιχεία». Μεταξύ των πλέον εκτεθειμένων στους διωγμούς ήταν οι γαιοκτήμονες, οι βιομήχανοι, οι έμποροι, τα στελέχη της δημόσιας διοίκησης, οι αστυνομικοί και οι «στρατιωτικοί έποικοι» (osadnicy wojskowi) στους οποίους η πολωνική κυβέρνηση είχε παραχωρήσει από ένα αγροτεμάχιο στις συνοριακές περιοχές σε ανταμοιβή των εξαιρετικών υπηρεσιών τους στη διάρκεια του σοβιετο-πολωνικού πολέμου του 1920.

Σύμφωνα με τις στατιστικές του τμήματος ειδικών εποίκων του Γκουλάγκ, μεταξύ Φεβρουαρίου 1940 και Ιουνίου 1941, 381.000 Πο­λωνοί κάτοικοι των περιοχών που ενσωματώθηκαν στην ΕΣΣΔ τον Σεπτέμβριο του 1939 εκτοπίστηκαν ως ειδικοί έποικοι στη Σιβηρία, στην περιφέρεια του Αρχαγγέλσκ, στο Καζακστάν και σε άλλες απομακρυσμένες περιοχές της ΕΣΣΔ. Οι αριθμοί που επι­λέγουν οι Πολωνοί ιστορικοί είναι πολύ πιο υψηλοί, της τάξεως του ενός εκατομμυ­ρίου εκτοπισμένων[3]. Δυστυχώς, δεν διαθέτουμε κανένα ακριβές στοιχείο για τις συλ­λήψεις και τις εκτοπίσεις πολιτών, που διεξήχθησαν μεταξύ Σεπτεμβρίου 1939 και Ιανουάριου 1940.

Ακολούθησαν τρεις μεγάλες επιχειρήσεις εκτοπίσεων, στις 9 και 10 Φε­βρουάριου, στις 12 και 13 Απριλίου, στις 28 και 29 Ιουνίου 1940[4]. Τα κομβόι χρειάζο­νταν δύο μήνες για να μεταβούν και να επιστρέψουν από τα πολωνικά σύνορα στη Σιβηρία, στο Καζακστάν ή στον πολικό Βορρά. Όσον αφορά τους Πολωνούς αιχμαλώτους πο­λέμου, μόνον 82.000 από τους 230.000 επιζούσαν ακόμη το καλοκαίρι του 1941. Οι απώλειες μεταξύ των Πολωνών ειδικών εποίκων υπήρξαν εξ ίσου υψηλές. Στην πραγ­ματικότητα, τον Αύγουστο του 1941, ύστερα από συμφωνία με την εξόριστη πολωνική κυβέρνηση, η σοβιετική κυβέρνηση παραχώρησε «αμνηστία» στους Πολωνούς, οι οποίοι εί­χαν εκτοπιστεί από τον Νοέμβριο του 1939, όμως μονάχα 243.100 στάθηκε δυνατό να εντοπιστούν, ενώ τουλάχιστον 381.000 είχαν εκτοπιστεί μεταξύ Φεβρουάριου 1940 και Ιουνίου 1941. Συνολικά, 388.000 Πολωνοί αιχμάλωτοι πολέμου, εσωτερικοί πρόσφυγες και εκτοπισμένοι άμαχοι ευεργετήθηκαν από αυτή την αμνηστία. Αρκετές εκατοντά­δες χιλιάδες είχαν εξαφανιστεί τα δύο προηγούμενα χρόνια. Μεγάλος αριθμός, από αυτούς τους εξαφανισμένους, είχε εκτελεστεί με το πρόσχημα ότι ήταν «λυσσασμένοι κι αποφασισμένοι εχθροί της σοβιετικής εξουσίας».

Μεταξύ τους ξεχώριζαν ιδιαιτέρως οι 25.700 Πολωνοί αξιωματικοί και πολίτες για τους οποίους ο Μπέρια, σε μια επιστολή του προς τον Στάλιν στις 5 Μαρτίου 1940, είχε προτείνει να εκτελεστούν. Ένα μέρος των ομαδικών λάκκων που περιείχαν τα πτώματα των δολοφονημένων ανακαλύφθηκε, τον Απρίλιο του 1943, από τους Γερμανούς μέσα στο δάσος του Κατύν. Ήταν τάφροι που είχαν μεταβληθεί σε κοινοτάφια με τα απομενάρια 4.000 Πολωνών αξιωματικών[5].

Αμέσως μετά την προσάρτηση των περιοχών που ανήκαν στην Πολωνία και σύμφω­να με τους όρους των συμφωνιών με τη ναζιστική Γερμανία, η σοβιετική κυβέρνηση συγκάλεσε στη Μόσχα τους αρχηγούς των κυβερνήσεων της Εσθονίας, της Λετονίας και της Λιθουανίας και τους επέβαλε «συνθήκες αμοιβαίας υποστήριξης» βάσει των οποίων οι παραπάνω χώρες «παραχωρούσαν» στρατιωτικές βάσεις στην ΕΣΣΔ. Αμέ­σως, 25.000 σοβιετικοί στρατιώτες εγκαταστάθηκαν στην Εσθονία, 30.000 στη Λετονία και 20.000 στη Λιθουανία. Οι δυνάμεις αυτές ήταν ήδη κατά πολύ υπέρτερες των στρα­τών αυτών των χωρών, που ακόμη, τουλάχιστον επισήμως, ήταν ανεξάρτητες. Η εγκα­τάσταση των σοβιετικών στρατευμάτων τον Οκτώβριο του 1939 σήμανε στην πραγμα­τικότητα το τέλος της ανεξαρτησίας των χωρών της Βαλτικής. Ήδη από τις 11 Οκτω­βρίου, ο Μπέρια έδωσε διαταγές για το «ξερίζωμα όλων των αντισοβιετικών και αντι­κοινωνικών στοιχείων» στις προαναφερθείσες χώρες. Η σοβιετική πολιτική αστυνομία πολλαπλασίασε τις συλλήψεις των αξιωματικών, των κρατικών λειτουργών, των πνευματικών ανθρώπων που δεν θεωρούνταν «έμπιστοι» σε σχέση με τους απώτερους στόχους της κομμουνιστικής Ρωσσίας.

Τον Ιούνιο του 1940, την επομένη της νικηφόρας επίθεσης-αστραπής των γερμανι­κών στρατευμάτων στη Γαλλία, η σοβιετική κυβέρνηση αποφάσισε να υλοποιήσει όλες τις ρήτρες του μυστικού πρωτοκόλλου της 23ης Αυγούστου 1939.

Στις 14 Ιουνίου, με πρόσχημα «προβοκατόρικες πράξεις εναντίον των σοβιετικών στρατιωτικών μονάδων», απηύθυνε τελεσίγραφο στους ηγέτες των τριών βαλτικών κρατών, υποχρεώνοντάς τους να σχηματίσουν «κυβερνήσεις διατεθειμένες να εγγυηθούν την έντιμη εφαρ­μογή των συνθηκών αμοιβαίας υποστήριξης και να πατάξουν τους εχθρούς των εν λόγω καταστάσεων». Τις μέρες που ακολούθησαν, αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες σοβιετικοί στρατιώτες εισέβαλαν στις χώρες της Βαλτικής και τις κατέλαβαν. Ο Στάλιν έστειλε στις πρωτεύουσές τους τούς αντιπροσώπους του, που ανέλαβαν την επιχείρη­ση σοβιετοποίησης των τριών δημοκρατιών: τον εισαγγελέα Βυσίνσκι στη Ρίγα, τον Ζντάνωφ στο Ταλλίν και τον ιθύνοντα της πολιτικής αστυνομίας Ντεκανόζωφ, υφυ­πουργό Εξωτερικών της ΕΣΣΔ, στο Κάουνας. Τα εκλεγμένα κοινοβούλια και τα τοπι­κά θεσμικά όργανα διαλύθηκαν και η πλειοψηφία των μελών τους συνελήφθη. Το κομμουνιστικό κόμμα ήταν το μόνο στο οποίο επετράπη να παρουσιάσει υποψηφίους για τις «εκλογές» της 14ης και της 15ης Ιουλίου 1940.

Τα κοινοβούλια που προέκυψαν από τις εκλογές ζήτησαν να γίνουν δεκτές οι χώρες τους στην ΕΣΣΔ, αίτημα το οποίο, εννοείται, «ικανοποιήθηκε» στις αρχές Αυγούστου από το Ανώτατο Σοβιέτ, το οποίο ανακήρυξε την γέννηση τριών νέων σοβιετικών σοσιαλιστικών δημοκρατιών. Στις 8 Αυγούστου, την ώρα που η Pravda έγραφε: «Ο ήλιος του ανυπέρβλητου Σταλινικού Συντάγματος θα απλώνει στο εξής τις ευεργετικές του αχτίνες σε νέες περιοχές και σε νέους λαούς», για τους κατοίκους των πρώην Δημοκρατιών της Βαλτικής άρχιζε μια περίοδος συλλήψεων, εκτοπίσεων και εκτελέσεων.

Στα επίσημα αρχεία έχουν διατηρηθεί οι λεπτομέρειες της εξέλιξης μιας μεγάλης επιχείρησης εκτοπίσεων «εχθρικών προς την κοινωνία στοιχείων» από τις χώρες της Βαλτικής, την Μολδαβία, την Λευκορωσία και την δυτική Ουκρανία. Η επιχείρηση, που πραγματοποιήθηκε τη νύκτα της 13ης και της 14ης Ιουνίου 1941, υπό τις διαταγές του στρατηγού Σερώφ, είχε σχεδιαστεί μερικές εβδομάδες νωρίτερα, στις 16 Μαΐου 1941, όταν ο Μπέρια είχε απευθύνει στον Στάλιν το τελευταίο σχέδιό του για μια «εκκαθαριστική επιχείρηση των περιοχών, που είχαν πρόσφατα ενσωματωθεί στην ΕΣΣΔ, από τα αντισοβιετικά, κοινωνικώς επικίνδυνα και εγκληματικά στοιχεία». Συνολικά, 85.716 άτομα εκτοπίστηκαν τον Ιούνιο του 1941, από τα οποία 25.711 από τις χώρες της Βαλτικής.

Στην αναφορά του, με ημερομηνία 17 Ιουλίου 1941, ο Μερκούλωφ, το νούμερο 2 της NKVD έκανε τον απολογισμό για το τμήμα της επιχείρησης που αφορούσε τις χώρες Βαλτικής. Σύμφωνα με αυτόν, τη νύχτα της 13ης-14ης Ιουνίου 1941, εκτοπίστηκαν 11.038 μέλη «εθνικιστών μπουρζουάδων», 3.240 μέλη οικογενειών πρώην χωροφυλάκων και αστυνομικών, 7.124 μέλη οικογενειών πρώην γαιοκτημόνων, εργοστασιαρχών και δημοσίων λειτουργών, 1.649 μέλη οικογενειών πρώην αξιωματικών και τέλος 2.907 «διάφοροι». Είναι ολοφάνερο, σύμφωνα με αυτό το ντοκουμέντο, πως οι αρχηγοί των οικογενειών είχαν συλληφθεί και πιθανότατα εκτελεσθεί. Η επιχείρηση της 13ης Ιουνίου είχε πράγματι ως στόχο μόνον τα «μέλη οικογενειών» που κρίνονταν ως «ξένα σώματα της κοινωνίας»[6].

Κάθε οικογένεια είχε δικαίωμα να πάρει μαζί της 100 κιλά αποσκευών μεταξύ των οποίων και τροφή για ένα μήνα, αφού η NKVD δεν αναλάμβανε τον ανεφοδιασμό κατά την διάρκεια της μεταφοράς! Οι φάλαγγες έφτασαν στον προορισμό τους στα τέλη Ιουλίου του 1941, το μεγαλύτερο μέρος τους στην επαρχία του Νοβοροσίσκ καθώς και στο Καζακστάν. Ορισμένοι δεν έφτασαν στον προορισμό τους, την περιοχή του Αλτάι, παρά μόνον στα μέσα Σεπτεμβρίου! Εύκολα κανείς αναλογίζεται το πόσοι εκτοπισμένοι πέθαναν στη διάρκεια των έξι μέχρι και δώδεκα εβδομάδων της διαδρομής, στοιβαγμένοι πενήντα-πενήντα σε βαγόνια που προορίζονταν για τη μεταφορά ζώων, κουβαλώντας ό,τι είχαν κατορθώσει να πάρουν μαζί τους, σε εφόδια και τρόφιμα, τη νύχτα της σύλληψής τους και τα οποία θα αρκούσαν μόνον για τέσσερις εβδομάδες

Μία ακόμη ευρεία επιχείρηση είχε σχεδιαστεί από τον Μπέρια για τη νύχτα της 27ης Ιουνίου 1941. Η επιλογή αυτής της ημερομηνίας επιβεβαιώνει ότι τα ανώτερα ηγετικά στελέχη του κομμουνιστικού κράτους δεν είχαν διόλου προβλέψει την γερμανική επίθεση που εξαπολύθηκε στις 22 Ιουνίου. Η επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα ανέβαλε για μερικά χρόνια την συνέχεια των «εκκαθαρίσεων» της NKVD στις χώρες της Βαλτικής.

Μερικές μέρες μετά την κατοχή των χωρών της Βαλτικής, η σοβιετική κυβέρνηση απηύθυνε τελεσίγραφο στη Ρουμανία απαιτώντας την άμεση «επιστροφή» στην Ρωσσία εκείνη την περιοχή της Βεσσαραβίας που είχε υπάρξει τμήμα της τσαρικής αυτοκρατορίας και είχε αναφερθεί στο μυστικό σοβιετο-γερμανικό πρωτόκολλο της 23ης Αυγούστου 1939. Επί πλέον, απαιτούσε την προσάρτηση στην ΕΣΣΔ της βόρειας Μπουκοβίνα, η οποία δεν είχε υπάρξει ποτέ τμήμα της τσαρικής αυτοκρατορίας. Παρατημένοι από τους Γερμανούς, οι Ρουμάνοι υποτάχθηκαν. Η Μπουκοβίνα κι ένα κομμάτι της Βεσσαραβίας ενσωματώθηκαν στην Ουκρανία· η υπόλοιπη Βεσσαραβία ανακηρύχθηκε στις 2 Αυγούστου 1940, Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μολδαβίας. Την ίδια εκείνη ημέρα, ο Κομπουλώφ, αναπληρωτής του Μπέρια, υπέγραφε μια διαταγή εκτοπίσεως 31.699 «αντισοβιετικών στοιχείων» τα οποία ζούσαν στην Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μολδαβίας και 12.191 άλλων «αντισοβιετικών στοιχείων» των περιοχών της Ρουμανίας, που είχαν ενσωματωθεί στην Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ουκρανίας. Τα «στοιχεία» αυτά είχαν αρμοδίως φακελωθεί σε διάστημα λίγων μηνών, σύμφωνα με την δοκιμασμένη κομμουνιστική τεχνική. Την παραμονή της επισήμου προσαρτήσεως των ανωτέρω περιοχών, την 2α Αυγούστου 1940, ο Μολότωφ ενώπιον του Ανωτάτου Σοβιέτ παρουσίασε θριαμ­βολογών έναν πίνακα των κεκτημένων βάσει του Γερμανο-Σοβιετικού Συμφώνου: μέσα σ’ ένα χρόνο, 23 εκατομμύρια άνθρωποι είχαν ενσωματωθεί στην κομμουνιστική Ρωσσία.

Δημοσιεύθηκε από Ρομφαίος

[1] Εμφανιζόμενοι ως προστάτες, όπως και μετά την λήξη της παγκόσμιας ανθρωποσφαγής εμφανίσθηκαν ως απελευθερωτές, ενώ και στις δύο περιπτώσεις ήταν κατακτητές!

[2] K. Sword, Deportation and Exile. Poles in the Soviet Union, 1939-1948, Λονδίνο, MacMillan, 1994, σ. 7.

[3] Z. S. Siemaszko, W sowieckim osaczeniu, Λονδίνο, 1991· W. Wielhorski, Los Polakow w Niewoli Sowieckiej. Λονδίνο, 1956.

[4] K. Sword, όπ.π., σ. 15-23.

[5] Οι σοβιετικές αρχές επιχείρησαν να επιρρίψουν τη σφαγή στους Γερμανούς και μόλις το 1992, σε μια επίσκεψη του Μπορίς Γιέλτσιν στη Βαρσοβία, οι ρωσικές αρχές παραδέχτηκαν την άμεση ευθύνη του Στάλιν και των μελών του Πολιτικού Γραφείου για την εξόντωση της πολωνικής στρατιωτικής ελίτ το 1940.

[6] GARF (Κρατικά Αρχεία της Ρωσσικής Ομοσπονδίας), 9401/1/4475.

 

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.