Παρανομία και Εξουσία

Είναι αρκετά σημαντικό να ασχοληθεί κάποιος με ζητήματα που εμφανίζονται με μια διάρκεια –με ένα «πείσμα» θα μπορούσε να ειπωθεί–, και κόντρα σε θεμελιακές αντιλήψεις και απόψεις που θέλουν να συμβάλλουν στην ολική απελευθέρωση της ανθρωπότητας. Θα μπορούσε να υπάρξει ο ισχυρισμός, πως αυτή η επανάληψη καταστάσεων γίνεται μηχανικά επειδή κάποτε συνέβη κάτι αντίστοιχο, μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες και από τότε έχει καθιερωθεί. Όμως, έχει συμβεί, ούτε και εκείνο το γεγονός να έχει αναλυθεί με επάρκεια, ώστε μέσα από συγκεκριμένες εκτιμήσεις να έχει αποφέρει τις απαραίτητες εμπειρίες.

Ας πάρουμε, λοιπόν, τα πράγματα με κάποια σειρά.

Διαβάζουμε κατά καιρούς κείμενα, όπου καταγράφονται και εκθειάζονται άτομα και απόψεις που έχουν σχέση με αυτό που συνηθίζεται να λέγεται ως «κοινό έγκλημα».

Είναι βασικό να ξεκαθαριστεί από την αρχή, πως η γενεσιουργός αιτία όλων αυτών των καταστάσεων είναι οι εξουσιαστικές κι εκμεταλλευτικές σχέσεις που αναπαράγονται μέσω των θεσμών και των μηχανισμών του κράτους, το οποίο είναι η συγκροτημένη και αναπτυγμένη εκδήλωση αυτών των σχέσεων.

Χρειάζεται, ακόμη, να επισημανθεί πως δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί οι διαχωρισμοί που έχουν επιβάλλει οι εξουσιαστές στο κοινωνικό σώμα, προκειμένου να διατηρήσουν εκείνα τα στεγανά με τα οποία αποτρέπονται οι συνθέσεις ανάμεσα σε διαφορετικότητες. Η διαφορά δεν προϋποθέτει διαχωρισμούς. Το βάθεμα, όμως, των διαφορών είναι δυνατόν να οδηγήσει σε διαχωρισμούς. Όμως, η σύνθεση είναι μια δυναμική διεργασία. Δεν μπορεί να παράγει μέσους όρους, ούτε την απορρόφηση τού ενός μέρους από το άλλο. Είναι η δημιουργία μιας νέας συνθήκης που αναπτύσσει αυτό που χωρίς αυτήν θα ήταν αρκετά δύσκολο να υπάρξει, ένα προχώρημα στη σκέψη και τη δράση.

Για να μπορέσουν, όμως, να λειτουργήσουν αυτές οι διεργασίες χρειάζεται να υπάρχουν σταθερά σημεία αναφοράς. Για την αναρχική απελευθερωτική πρόταση, αυτές οι βάσεις οφείλουν να παραμένουν αμετακίνητες στην ανταγωνιστικότητά τους προς κάθε εξουσιαστική και εκμεταλλευτική διάσταση.

Ας περάσουμε σε κάποια ενδεικτικά παραδείγματα.

«Ποινικοί-πολιτικοί ίδια είναι η φυλακή», είναι ένα σύνθημα που εξακολουθεί να ακούγεται ακόμα και σήμερα κατά την διάρκεια πορειών, συγκεντρώσεων κ.λπ. Και είναι πολύ σωστό. Επειδή η φυλακή είναι ένας καταπιεστικός θεσμός και μηχανισμός, που υποτίθεται πως φτιάχτηκε για να φυλάξει την κοινωνία από άτομα που θεωρείται πως είναι επικίνδυνα γι’ αυτήν. Αλλά αυτό είναι ικανό να σκεπάσει ένα σωρό καταστάσεις που είναι ανταγωνιστικές, εχθρικές προς τις απελευθερωτικές διεργασίες;

Το ότι η πλειονότητα του πληθυσμού που βρίσκεται στον ελλαδικό χώρο γίνεται αποδέκτης καταπιεστικών μέτρων κι εκμεταλλευτικών σχέσεων, σημαίνει πως αποτελεί ένα μίγμα με ομογενοποιημένες σκέψεις, επιδιώξεις, κατευθύνσεις και οράματα; Η απάντηση είναι προφανέστατα αρνητική.

Το ίδιο ισχύει και για τους «ποινικό»-«πολιτικούς» φυλακισμένους. Η «ενότητά» τους βασίζεται μόνο ως προς την κατάσταση που ονομάζεται φυλακή. Συνεπώς δεν μπορεί να υπονοείται οποιουδήποτε είδους άλλη ενότητα εκτός από την αποστροφή-αντίθεση απέναντι σ’ αυτό τον καταπιεστικό θεσμό-μηχανισμό, στην πλέον προχωρημένη της διάσταση ή, το πιο συνηθισμένο, στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί. Αν και η αλήθεια είναι πως και στις δύο πλευρές υπάρχουν οι «προνομιούχοι», χωρίς αυτό, βέβαια, να μας κάνει ως αναρχικούς να αποδεχόμαστε όλη αυτή την κατάσταση συνολικά.

Το ιδεολόγημα των «καλύτερων συνθηκών» είναι η βάση μιας σειράς από πολιτικές τακτικές και σπέκουλες. Μπορούν, όμως, να θεωρηθούν αποδεκτές και από τις δύο πλευρές οι αναρχικές θεωρήσεις για την πλήρη καταστροφή του κράτους και των εκμεταλλευτικών-εξουσιαστικών σχέσεων, θεσμών και μηχανισμών στους οποίους συγκαταλέγονται οι φυλακές; Και σ’ αυτήν την περίπτωση εισπράττουμε ένα ξεκάθαρο «όχι».

Ο λόγος είναι αντιληπτός και οφείλεται στο ότι ένα μέρος των «ποινικών» αλλά και των «πολιτικών» φυλακισμένων θεωρούν σημαντική την ύπαρξη του κράτους, αλλά και των φυλακών.

Εδώ θα προβληθεί ένας ισχυρισμός που βασίζεται στην πραγματική άρνηση του κράτους ως μηχανισμού αλλά και των φυλακών. Όμως κάτι τέτοιο δεν σημαίνει, επ’ ουδενί, το ξεπέρασμα και την πλήρη άρνηση των εξουσιαστικών-εκμεταλλευτικών ιδεών και απόψεων. Συνεπώς τα πράγματα είναι αρκετά περίπλοκα.

Θα θυμίσουμε πόσο «εύχρηστο» ήταν πριν από μερικές δεκαετίες το: «Έξω οι κρατούμενοι από τις φυλακές, μέσα οι μπάτσοι κι οι δικαστές», ένα απόλυτα εξουσιαστικό σύνθημα. Χρειάστηκε να γίνει μια επίμονη αναφορά σε θεμελιακές αναρχικές αντιλήψεις ώστε να πάψει να ακούγεται. Αυτό αποτελεί και ένα δείγμα της σοβαρότητας και της υπευθυνότητας με την οποία οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε την κάθε στιγμή της αναρχικής δράσης. Η μηχανική επανάληψη καταστάσεων και πρακτικών, όπως είπαμε και στην αρχή οδηγεί σε αντίθετα αποτελέσματα ως προς την αναρχική δράση.

Η παραβατική επίδραση

Υπάρχει προφανώς μια σύγχυση ανάμεσα στην παραβατικότητα του νόμου, την παρανομία και την άρνηση του νόμου.

Θα πρέπει, πάντως, να αποσαφηνισθεί πως κανένα από τα παραπάνω δεν καθορίζει την αναρχική δράση και το αναρχικό πρόταγμα.

Αντίθετα, η αναρχική δράση μπορεί να συμπεριλάβει κάποιες από αυτές τις στάσεις σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις. Στην περίπτωση, για παράδειγμα, της εξέγερσης του Πολυτεχνείου 1995, ορισμένοι αναρχικοί καταδικάστηκαν σε βαριές ποινές αρνούμενοι να παρουσιαστούν στο δικαστήριο και δηλώνοντας ότι δεν αποδέχονται τις ποινικές διώξεις για κοινωνική δράση. Σαν συνέπεια της καταδίκης σε 40 μήνες χωρίς ανασταλτικό αποτέλεσμα, προσπάθησαν να αποφύγουν την σύλληψη, όντας σε κατάσταση φυγοποινίας ή «παρανομίας», αρνούμενοι την παράδοση.

Σ’ αυτό το σημείο χρειάζεται να τονίσουμε πως όταν διαφορετικές ομάδες ή άτομα με διαφορετικές αφετηρίες βρίσκονται σε μια κοινή κατάσταση δεν ομογενοποιούνται. Η κατάσταση, όμως, στην οποία βρίσκονται μπορεί να προσφέρει δυνατότητες συνθέσεων και ανόδου τόσο στον τομέα της κοινής στάσης όσο και στον τομέα των απόψεων.

Αυτό σημαίνει πως η κοινή κατάσταση δεν μετατρέπει τους αναρχικούς σε παράνομους, παραβάτες ή αρνητές του νόμου. Το καθοριστικό είναι η αναρχική θεώρηση, η αντίληψη, η άποψη και η στάση που τηρείται και με την οποία αντιμετωπίζουν τις συνθήκες.

Το ίδιο ισχύει και για την κοινωνική εξέγερση, η οποία ανεξάρτητα αν εκδηλώνει ή όχι μια αντικρατική διάσταση, περιέχει τη παραβατικότητα του νόμου. Δεν είναι καθεαυτή παράβαση του νόμου, αφού εκφράζει μία ποικιλία πρακτικών, καταστάσεων, ιδεών, κλπ.. Το κράτος, βέβαια, θα επιδιώξει να την εντάξει σ’ αυτό που εξυπηρετεί καλύτερα το καθεστώς που έχει επιβάλλει. Θα προσδιορίσει το όλο ζήτημα στην παραβατικότητα του νόμου. Με αυτόν τον τρόπο θα επιδιώξει να επαναβεβαιώσει τους όρους υποταγής προς αυτό.

Μέσα σ’ αυτήν την εξεγερτική κατάσταση θα υπάρξουν και οι φτωχοδιάβολοι που θα επιδιώξουν να βάλουν στο χέρι κάποια μικροπράγματα για προσωπικό τους όφελος. Θα υπάρξουν και οι άλλοι που θα κοιτάξουν να κάνουν την «μπάζα» τους οργανώνοντας «απαλλοτριώσεις». Αυτοί, λοιπόν, αποτελούν παραμέτρους της εξέγερσης, μπορεί να «συμμετέχουν» μόνο στο περιστατικό που αφορά την «απαλλοτρίωση». Συνεπώς, εδώ έχουμε παραβάτες του νόμου κι όχι εξεγερμένους.

Τα πράγματα γίνονται πιο απλά όταν δεν υπάρχουν συνθήκες εξέγερσης.

Εδώ έχουμε την συνηθισμένη περίπτωση παραβατών, παρανόμων και σε πολύ περιορισμένη κλίμακα αρνητών του νόμου.

Όσοι έχουν επιλέξει ή έχουν οδηγηθεί σε τέτοιες καταστάσεις, από τη στιγμή που βρίσκονται διαρκώς στην παρανομία, είναι υποχρεωμένοι να οργανωθούν. Η οργάνωση κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν μπορεί παρά να είναι εξουσιαστική. Η παραβατικότητα, από την άλλη μεριά, δεν είναι μια αθώα και πρόσχαρη έννοια, ούτε μια κατάσταση από την οποία ξεπηδούν, καρποί αντιεξουσίας. Το αντίθετο, μάλιστα, συμβαίνει. Τα διάφορα «επαγγέλματα» που ευδοκιμούν δεν προοιωνίζουν κανένα ευτυχές μέλλον για την ανθρωπότητα: έμποροι ναρκωτικών, νταβατζήδες, προστάτες, μπράβοι, δολοφόνοι, βιαστές, ληστές κ.ά.

Γεννήματα της εξουσιαστικής βαρβαρότητας συνεχίζουν τον ίδιο δρόμο με τους επίσημους και νόμιμους εξουσιαστές-εκμεταλλευτές. Η παρανομία οργανώνεται κατά τα εξουσιαστικά πρότυπα και σε πολλές περιπτώσεις ξεπερνά σε βαρβαρότητα και τους ίδιους τους γεννήτορές της. Το ότι σε μια δεδομένη στιγμή ορισμένοι από αυτό το «χώρο» δεν συνεργάζονται με το κράτος, δεν περιέχει καμία απελευθερωτική θέση, ούτε αποτελεί τίτλο ιδιαίτερης μεταχείρισης. Όπως, επίσης, δεν αποτελεί κριτήριο το αν κάποιος ή κάποιοι δεν έχουν συνεργαστεί με το κράτος, ή δεν έχουν αφαιρέσει ζωή.

Αυτά είναι προπαγανδιστικά «κριτήρια», με τα οποία οι επιτήδειοι μπορούν να στήνουν παραμύθια, που συνήθως καταρρέουν μέσα από την ίδια την πραγματικότητα. Σε ό,τι αφορά τη μυθοποίηση και την ηρωοποίηση κάποιων ατόμων που έχουν ακολουθήσει το δρόμο της παρανομίας και της αντίθεσης με το κράτος, αυτά δεν είναι κριτήρια τα οποία οι αναρχικοί μπορούν να αποδεχθούν.

Οι μύθοι περί της λαϊκής μικρό-παρανομίας που δήθεν μπορεί να συμπορευτεί με τις αναρχικές απελευθερωτικές ατραπούς, έχουν πεθάνει σχεδόν από την εποχή που πρωτοδιατυπώθηκαν. Οι συνθήκες που υπάρχουν έχουν διαμορφώσει, πλέον, ένα πλέγμα υποταγής όλων αυτών των περιπτώσεων σε συνδικάτα «ειδικοτήτων», μικρής ή μεγάλης εμβέλειας, που εδώ και πολλές δεκαετίες βρίσκονται σε συνθήκες «ειρήνης» ή «πολέμου», τόσο με το κράτος, όσο και μεταξύ τους. Εδώ χρειάζεται η επισήμανση πως ό,τι συγκρούεται με το κράτος ή καταστέλλεται από αυτό, δεν σημαίνει πως κινείται στη βάση μιας απελευθερωτικής προοπτικής. Άλλωστε οι εξουσίες διαχρονικά βρίσκονταν σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη σχέση.

Η αναφορά σε απόψεις που είχε εκφράσει ο Μπακούνιν πριν από δύο αιώνες σχετικά με τους ανθρώπους του «υποκόσμου», μόνο θυμηδία μπορούν να προκαλέσουν και συνήθως υποκρύπτουν σκοπιμότητες, που δεν είναι του παρόντος να αναφερθούν.

Άλλωστε, ο ίδιος ο Μπακούνιν δέχθηκε κατακέφαλα το τίμημα αυτών των τραβηγμένων απόψεών του, όταν έμπλεξε με έναν εξωκοσμιακό τύπο και αδίστακτο δολοφόνο, όπως ήταν ο Νετσάγιεφ.

Η σχέση των αναρχικών με τους φυλακισμένους

Μια λεπτομερειακή καταγραφή της σχέσης των αναρχικών με τις φυλακές και τους φυλακισμένους στον ελλαδικό χώρο θα χρειαζόταν περισσότερο χώρο από αυτόν που προσφέρεται σε μία εφημερίδα. Εν τούτοις, μπορούμε να πούμε, πως από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 υπήρξε μια σύνδεση μεταξύ αναρχικών και φυλακισμένων («ποινικών»). Αυτή η σύνδεση –αν προσπαθήσουμε να την περιγράψουμε με γενικές γραμμές– υπήρξε αποτέλεσμα της φυλάκισης ορισμένων αναρχικών. Τα αποτελέσματα μιας τέτοιας συνεύρεσης, θα πρέπει να γίνει παραδεκτό, πως είναι αποθαρρυντικά σε σχέση με την αναρχική απελευθερωτική προοπτική.

Ανεξάρτητα από το ότι μπορεί να αντιταχθεί πως παράχθηκε έργο, εκείνο που βγαίνει σαν συμπέρασμα είναι πως υπήρξε μια ανάποδη διαδρομή.

Ενώ κάποιος θα περίμενε πως οι αναρχικοί, συνδεόμενοι με τους φυλακισμένους «ποινικούς», θα συνέθεταν προκειμένου να υπάρξει δυναμική απελευθερωτική προοπτική, το αποτέλεσμα ήταν η αποσύνθεση των αναρχικών και των απόψεων που είχαν.

Αυτό που «πέρασε» ήταν κάποια απονοήματα που ισχύουν σε οποιαδήποτε μάγκα ή συμμορία. Το νταηλίκι, η μαγκιά, το ποιος «καθαρίζει» στα ίσα (πράγμα πλέον σπάνιο) ποιος έχει περισσότερους «άντρες» ή περισσότερα όπλα, πόσο στρατό έχει ο τάδε ή ο δείνα «στρατηγός» και άλλες εμετικές λογικές και νοοτροπίες που επιχειρήθηκε να «ενσωματωθούν» και να καταγραφούν ως αναρχικές, χωρίς να έχουν πραγματική σχέση με την αναρχία.

Κι όλες αυτές οι νοοτροπίες δεν διαχύθηκαν μόνο στο λεγόμενο χώρο αλλά πέρασαν και στην κοινωνία. Το αποτέλεσμα είναι να περνάει ως αναρχικός ο οποιοσδήποτε παραβάτης του νόμου που έχει και κάποιο «τσαμπουκά». Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως όλα αυτά, όπως ο τσαμπουκάς, η παλληκαριά και η σκληρότητα προς τον απέναντι μπορούν και υπάρχουν σε άτομα που ανήκουν σε διάφορες ομάδες του κοινωνικού χώρου. Αυτό, σαφώς, δεν τους εντάσσει στην αναρχία. Κι όμως, αυτό έχει «περάσει» στα μυαλά αρκετών ανθρώπων και ιδιαίτερα των νεολαίων.

Μαζί, όμως, μ’ αυτά «κληρονομήθηκαν» και άλλα χαρακτηριστικά του «ποινικού»-«φυλακόβιου» ή του «πολιτικού κρατούμενου». Η κουτοπονηριά που είναι η λεγόμενη πολιτική (με ή χωρίς εισαγωγικά δεν έχει και τόση σημασία) όπου το να πετύχεις το σκοπό σου, «να τους ξεγελάσεις», είναι ένα από τα βασικά τεχνάσματα, που πέρασε στη ημερήσια διάταξη. Η μπέσα και η μπαμπεσιά προς τους «δικούς» και προς τους «άλλους», αντίστοιχα. Εκφυλισμένες λέξεις πέρασαν στο καθημερινό λεξιλόγιο για να φορτώσουν με «παράσημα» αυτούς που τα χρησιμοποιούν. Η εικόνα του «ακραίου» με τις άκρες στον άλλο «κόσμο» έμελλε να είναι ο κράχτης για τους αδαείς ή το φίμωτρο για αυτούς που άλλοτε έβγαζαν υστερικές κραυγές για μια ή δυο συλλήψεις σε πορείες και που τώρα κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν για τις δεκάδες φυλακισμένων και που, μάλιστα, δεν πιάστηκαν σε πορείες.

Η ιδεολογικοποίηση αυτής της συναναστροφής που έχει ξεκινήσει πριν από 30 χρόνια, συναντιέται σε πρόσφατα κείμενα επαναστατικού περιεχομένου. Κείμενα χωρίς προοπτική, που όταν τα διαβάζει κάποιος αισθάνεται πως υποδηλώνουν μια εκκρεμή υπόθεση.

Μια εκκρεμή υπόθεση που προκαλεί υποθέσεις για γκαμπί, όπου τα κέρδη θα είναι προμελετημένα και πενιχρά, ενώ η παρτίδα, εκ των προτέρων, σχεδιασμένα να χαθεί. Όχι πάντως από τον ενορχηστρωτή μιας τέτοιας διαδικασίας, αφού μπήκε στο παιχνίδι έχοντας συμφωνήσει να δώσει την παρτίδα στον «αντίπαλο», μέσα στο πλαίσιο του ρόλου που έχει και του στόχου που έχει τεθεί.

Σ’ ό,τι αφορά την λεγόμενη μεταστροφή κάποιων «ποινικών», έχει αποδειχτεί πως είναι επιφανειακή και όχι ουσιαστική. Αν μάλιστα γίνει δεκτό πως υπάρχει κάποιου είδους «προσφορά» εκ μέρους τους, αυτή δεν μπορεί να ξεπεράσει τα όρια που έχει καθορίσει ο τρόπος ζωής και η μέχρι τότε στάση τους. Άλλωστε η μηχανιστική λογική της πολιτικής, δεν έχει αφήσει ανεπηρέαστο το εξουσιαστικό κατασκεύασμα του λεγόμενου «υπόκοσμου». Οι δεσμοί με τους διάφορους πολιτικούς και τα αλισβερίσια με τους διάφορους μηχανισμούς του κράτους δεν αποφέρουν τα ίδια αποτελέσματα με μια επένδυση «στην άτιμη κενωνία». Οι λοχαγοί και οι στρατηλάτες μπορούν να επιδεικνύουν εκατέρωθεν το στράτευμα που ελέγχουν και το οποίο νομίζει ότι τους κέρδισε με το μέρος του.

Άβυσσος χωρίζει τον «υπόκοσμο» και τις λογικές του από την αναρχία, η ίδια άβυσσος που την χωρίζει με τα κράτη και την εξουσία συνολικά, αλλά και με όσους θεωρητικοποίησαν αυτό το έκτρωμα που επιχειρείται να «περάσει» ως το απαύγασμα του νεωτερισμού. Όλα αυτά, όμως, βρίσκονται πολύ μακριά από αυτό που είναι η αναρχία και η προοπτική προς την ολική απελευθέρωση.

«Άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς».

Η.Α.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 105, Μάιος 2011
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.