Το Σύμπαν, ο Άνθρωπος και το ζήτημα της Βίας

«Ό­ταν μια λε­ο­πάρ­δα­λη σκο­τώ­νει, δεν εί­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο βί­αι­η ή θυ­μω­μέ­νη α­πό ό,τι εί­ναι η α­ντι­λό­πη με το χορ­τά­ρι που τρώ­ει. Οι πε­ρισ­σό­τε­ρες πε­ρι­γρα­φές των κυ­νη­γών δί­νουν έμ­φα­ση στο ό­τι η πρά­ξη του φό­νου εί­ναι μια στιγ­μή συ­μπό­νιας και σε­βα­σμού: ευ­γνω­μο­σύ­νης προς το ζώ­ο που δέ­χε­ται να πε­θά­νει». Μπρους Τσά­ντου­ιν, Τα μο­νο­πά­τια των τρα­γου­διών

Με αφορμή τη συζήτηση της 16 Μαΐου (Σημ. του 2013) στο Πολυτεχνείο (της Αθήνας) με θέμα Αναρχία και Βία και τους προβληματισμούς που αναπτύχθηκαν, καταγράφονται κάποιες σκέψεις, είτε αυτές παρουσιάστηκαν στη συζήτηση είτε προέκυψαν κατόπιν, εμπνευσμένες από όσα ειπώθηκαν και αποτέλεσαν τροφή για σκέψη. Ωστόσο, πολλά ακόμη μένουν να ειπωθούν και πέρα από αυτό το κείμενο και θα ήταν χρήσιμο να ξανανοίξει μία ευρύτερη συζήτηση για το ζήτημα της βίας, που είναι τόσο πολύπλευρο και διαρκώς παίρνει νέες μορφές, σαν μία λερναία Ύδρα, που καλούμαστε με κοφτερές σκέψεις να προλάβουμε.

Σαν ένα πρώτο βήμα, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε την βία σε φυσική και μη φυσική. Ένας τέτοιος διαχωρισμός είναι απαραίτητος για να γίνει μια θεμελιώδης διάκριση ανάμεσα σε δυο μορφές βίας που απέχουν παρασάγγας η μία της άλλης. Στη φυσική της μορφή η βία είναι σχεδόν ένα ένστικτο επιβίωσης. Είναι η στιγμιαία αντίδραση κάποιου που αμύνεται ή επιτίθεται για να εξασφαλίσει τροφή ή να μη γίνει ο ίδιος τροφή κάποιου άλλου πλάσματος. Υπάρχουν επίσης βίαιες καταστάσεις στη φύση, με την έννοια ότι συμβαίνουν απότομες μεταβολές από μία κατάσταση σε άλλη, από μία μορφή ενέργειας στην άλλη, όπως για παράδειγμα η έκρηξη ενός ηφαιστείου. Παρατηρούμε στο σήμερα, αλλά και σε παλιότερες εποχές, φυσικά φαινόμενα που, αν μη τι άλλο, χαρακτηρίζονται από σφοδρή και ανείπωτη βιαιότητα. Βροχές μετεωριτών, σεισμοί, τυφώνες, ακόμη μάλιστα και πτώσεις αστεροειδών που είναι σε θέση να αφανίσουν σχεδόν την ολότητα της ζωής πάνω στη Γη. Σε ένα ακόμη πιο διευρυμένο πεδίο, θα μπορούσαμε να αναφέρουμε εκρήξεις υπερκαινοφανών αστέρων, ακόμη και τον θάνατο ολόκληρων γαλαξιών στον χώρο και τον χρόνο. Η φυσική βία, λοιπόν, μπορεί να είναι άπειρα καταστροφική. Είναι όμως αυτή εργαλείο επιβολής; Σε καμιά περίπτωση, θα απαντούσαμε δίχως πολύ σκέψη. Γιατί η φυσική βία διακρίνεται από δύο κυρίως ξεκάθαρα χαρακτηριστικά· την ανάγκη και την τυχαιότητα. Είμαι ένα σαρκοφάγο ζώο στις αχανείς εκτάσεις της αφρικανικής σαβάνας. Η φύση μου είναι να τρέφομαι με σάρκες άλλων ζώων. Ο φόνος είναι απαραίτητος για να με θρέψει. Η ανάγκη, λοιπόν, με κυριεύει και πράττω. Είμαι ο κομήτης Hale-Bopp και διασχίζω το σύμπαν με απίστευτη ταχύτητα δίχως σκοπό, σχέδιο και προορισμό. Αν η τροχιά μου με φέρει στο χωροχρονικό σημείο που βρίσκεται ένας πλανήτης με ζωή, θα συγκρουστώ μαζί του και θα φέρω τον όλεθρο. Δεν έχω όμως προθέσεις, ούτε καλές ούτε κακές, γιατί την μοίρα μου κυβερνά η τυχαιότητα.

Θα μπορούσε να πει όμως κάποιος: «Εντάξει, δηλαδή όταν έχουμε το γεγονός του φόνου για την ανάγκη της τροφής αλλά ακόμη περισσότερο το γεγονός της εξολόθρευσης, λόγω ενός τυχαίου φυσικού φαινομένου, δεν έχουμε μια επιβολή;». Η απάντηση θα ήταν αρνητική, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχει δόλος, δεν υπάρχει σχεδιασμός, μηχανορραφία, ακόμη αν θέλετε και πολιτική. Ό,τι συμβαίνει δε δημιουργεί εξουσιαστικές σχέσεις γιατί δεν υπάρχει η βούληση για κάτι τέτοιο. Υπάρχει απλώς η ανάγκη και το τυχαίο, κομμάτια της φύσης από καταβολής κόσμου και όχι ένας εξουσιαστικός σχεδιασμός. Με άλλα λόγια η φυσική βία συμβαίνει, δεν έχει επιλογή να μην συμβεί. Σε αντίθεση με την μη-φυσική που είναι προϊόν επιλογής. Η φυσική βία λοιπόν είναι σύμφυτη όχι απλώς της οργανικής ζωής αλλά και της ευρύτερης, συμπαντικής ύπαρξης, μιας και την συναντάμε σε ακόμη πιο ακραίες μορφές στις διάφορες δράσεις ανόργανων σωμάτων.

Εδώ, όμως, γεννιέται ακόμη ένα σημαντικό ερώτημα· χωράει η φυσική βία σε έναν κόσμο που θέλει να βαδίσει προς την απόλυτη ελευθερία; Θα απαντούσαμε ευθέως «φυσικά» και εδώ η συγκεκριμένη λέξη θα φώτιζε ολοκάθαρα το παραπάνω ερώτημα, μιας και η απάντηση δεν μπορεί παρά να περιέχει μέσα της την Φύση. Διότι η απόλυτη ελευθερία είναι μια κατάσταση πέρα για πέρα φυσική. Και εδώ είναι σημαντικό να αναφερθεί η παρουσία του ανθρώπου ως έλλογου όντως μέσα σε έναν κόσμο φυσικής βίας. Με άλλα λόγια η ανθρωπινότητα, αν και δεν υψώθηκε ποτέ πάνω απ’ την τυχαιότητα και την ανάγκη (πώς ήταν άλλωστε δυνατόν;) κατάφερε να δώσει στην φυσική βία στοιχεία συμπόνιας, έλλογης εντιμότητας και ονειρικού ενδοσκοπισμού. Ο φόνος μιας αντιλόπης για τον απολίτιστο κυνηγό δεν ήταν μια συνθήκη που τον άφηνε συναισθηματικά ανεπηρέαστο. Το αντίθετο μάλιστα. Υπάρχουν περιπτώσεις που ο κυνηγός ταυτιζόταν με το ζώο, έμπαινε σε μια διαδικασία ταύτισης και πόνου, μέσα απ’ την οποία ξαναζούσε την ίδια την διαδικασία του κυνηγιού αλλά αυτή την φορά απ’ την μεριά του ζώου. Ο αρχέγονος σαμανισμός κάνει την εμφάνιση του. Η ανθρωπινότητα παίρνει με την ιδιαιτερότητα του λόγου και μέσα απ’ τον μύθο την ανάγκη της φυσικής βίας και την οδηγεί σε μια πιο ισόρροπη κατάσταση ανάμεσα στο λογικό και το άγριο. Ο άνθρωπος λοιπόν, κοινωνός και αυτός της φυσικής βίας, βάζει την μνήμη ως έναν νέο «παίκτη» στο παιχνίδι της ζωής. Το ίδιο κάνει και με την διάσταση της φυσικής βίας που έλκει την γέννηση της στην τυχαιότητα. Την παρατηρεί, την καταγράφει στο θυμικό του, την κάνει σκοτεινή ιστορία και αλλόκοτο τραγούδι. Την εξανθρωπίζει και ζει αρμονικά μαζί της. Μιλάει τις χειμερινές νύχτες γύρω απ’ την φωτιά, για τις θέσεις του Ωρίωνα και του Μπεντελγέζ,1 αφηγείται τους πύρινους ταξιδευτές του ουρανού και μοιράζεται με την συντροφιά όχι μόνο το κρέας του κυνηγιού, αλλά και το αποτύπωμα των άστρων στην άδολη ψυχή του. Εδώ βρίσκεται και το «κλειδί» για την περαιτέρω σύζευξη φύσης-ελευθερίας. Το ανθρώπινο πλάσμα που αναπτύσσεται μέσα σε αυτήν οικειοποιείται ως χώμα απ’ το χώμα της την φυσική βία, για να συνεχίσει να υπάρχει και να εξελίσσεται ελεύθερα. Και όταν μιλάμε για ελεύθερη εξέλιξη σαφώς και εννοούμε την οποιαδήποτε προσθήκη ανεξούσιας κουλτούρας στις ανθρώπινες κοινότητες πριν την επιβολή του κράτους και του πολιτισμού.

Σε φυσικές κοινότητες –και μάλιστα σε κοινότητες που ζουν νομαδικά και δίχως σχέσεις ιδιοκτησίας και χρησικτησίας της γης και του κόσμου που τους περιβάλλει– η βίαιη κατάσταση, που στοχεύει στην επιβολή και καθιέρωση μίας εξουσίας οποιουδήποτε είδους, είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Το να θεωρήσουμε ότι κάποιος που σκοτώνει ένα ζώο για να το φάει, ζώντας σε μία ελεύθερη κοινότητα, είναι επιθετικός, θα μπορούσε να θεωρηθεί τουλάχιστον αναχρονιστικό. Με άλλα λόγια, είναι σαν να βάζουμε στο μυαλό ενός ανθρώπου με τελείως διαφορετικό τρόπο ζωής από το δικό μας αντιλήψεις βαθιά ριζωμένες στον πολιτισμό. Το να πεις σε έναν κυνηγό των ελεύθερων κοινοτήτων ότι δεν πρέπει να τρώει κρέας είναι σα να εμφανίζεσαι σαν άλλος Μωυσής του πολιτισμού που θέλεις να επιβάλλεις τους αιώνιους νόμους σου γραμμένους πάνω σε πέτρες. Δεν μπορούμε να φυτεύουμε τις αντιλήψεις της δικής μας εποχής και του δικού μας πολιτισμού σε ένα τελείως διαφορετικό κόσμο. Επίσης, το να ταυτίζουμε την κρεοφαγία των ελεύθερων κυνηγών με την επιβολή είναι παραπλανητικό, γιατί πέρα από το ότι ο κύκλος της φυσικής ζωής περιλαμβάνει και την βρώση ενός ζώου από ένα άλλο, η ίδια η διαδικασία του κυνηγιού γινόταν τις περισσότερες φορές τελετουργικά και ο κυνηγός συχνά θεωρούσε ότι η ψυχή του ζώου έμπαινε μέσα του. Δεν υπήρχε δηλαδή καν η επιθετική διάθεση. Το ποσό της βίας που έπαιρνε σχήμα απ’ την δράση του κυνηγού δεν ήταν ζήτημα κάποιου «ποσοστού που του αναλογούσε». Εδώ μιλάμε ξεκάθαρά για ποσά βίας τέτοιου βαθμού, ώστε το κυνήγι να στεφτεί με επιτυχία και οι ελεύθεροι άνθρωποι να μην λιμοκτονήσουν. Το ζήτημα λοιπόν γίνεται απλό. Η βία που ασκούσε ο απολίτιστος κυνηγός δεν διαφέρει σε τίποτα από αυτήν που ασκούνε σήμερα όλοι οι θηρευτές του ζωικού βασιλείου για να γεμίσουν το στομάχι τους. Χαρακτηρίζεται σαφώς από φυσικότητα μιας και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του κύκλου της ζωής.

Ας δούμε λοιπόν και το κομμάτι της βίας που χαρακτηρίσαμε παραπάνω ως μη-φυσική. Θα μπορούσε κάλλιστα να ονομαστεί και ως πολιτισμική βία, ως ο αντίποδας της φυσικής, μιας και η έλευσή της ταυτίζεται με την εδραίωση του πολιτισμού στο ανθρώπινο γένος. Έτσι αν και είναι ήδη πρόδηλο, ας ξεκαθαρίσουμε πως η μη-φυσική ή πολιτισμική βία είναι μια δράση που αφορά αποκλειστικά και μόνο τους ανθρώπους απ’ το χρονικό σημείο που αυτοί άρχισαν να γεύονται το δηλητήριο του πολιτισμού. Δεν αφορά κανένα άλλο κομμάτι της ύπαρξης που βρίσκεται σε φυσική κατάσταση. Η πολιτισμική βία γεννά εξουσία για τον απλούστατο λόγο ότι και η ίδια είναι γέννημα εξουσίας. Είναι βία που στρέφεται ενάντια σε άλλους ανθρώπους ή ενάντια στην φύση με σκοπό την εκμετάλλευση, την επιβολή και υποδούλωση. Δεν ισχύει εδώ η συνθήκη της φυσικής βίας, δηλαδή το πλαίσιο «δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». Εδώ μιλάμε ξεκάθαρα για επιλογή και μάλιστα συνήθως με οργανωμένους σχεδιασμούς που η επανάληψη τους γεννά εξουσία. Για παράδειγμα ένας βασιλιάς που ασκεί μέσα απ’ τους κρατικούς μηχανισμούς βία στους υπηκόους του δεν είναι «θύμα» ούτε ανάγκης, ούτε τυχαιότητας. Ασκεί ξεδιάντροπα την πολιτισμική του βία στους σκλάβους συστηματικά και με τον ορισμό της ιδιοτέλειας. Ένας σκύλος απ’ την άλλη που δαγκώνει κάποιον γιατί του τράβηξε το κόκκαλο απ’ το στόμα, δεν είναι ιδιοτελής, γιατί υπερασπίζεται την τροφή του. Δεν τρώω, δεν ζω. Δεν υπάρχει λοιπόν ιδιοτέλεια, όταν το «όφελος» καλύπτει βασικές ανάγκες. Άρα στο δεύτερο παράδειγμα δεν υπάρχει επιλογή. Η πολιτισμική βία, λοιπόν, έγινε η μητρίδα κάθε εξουσίας. Είναι αυτή που έχουν απέναντι τους οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι εδώ και χιλιετηρίδες βίαιων κοινωνικών αγώνων ενάντια στο κράτος.

Στη μη φυσική και ανελεύθερη κατάσταση, λοιπόν, βρίσκουμε τη μη φυσική βία, που έχει τελείως διαφορετικές προθέσεις και θέλει να επιτελέσει τελείως διαφορετικούς σκοπούς. Θέτει εκ των προτέρων συγκεκριμένους στόχους, είναι συστηματική και θέλει μεταξύ άλλων να επιβληθεί (χωρίς όμως συχνά αυτό να το επιτυγχάνει), γιατί είναι μέσα στις προθέσεις της να κυριαρχήσει. Από έναν βιομήχανο, που κρατάει φυλακισμένα ζώα, σε εξαθλιωμένες συνθήκες, τα ταΐζει τροφές-δηλητήρια και τα σφάζει σε συνθήκες κρεματορίου, μέχρι τον βιομήχανο του θεάματος καναλάρχη, που εισβάλλει σε κάθε σπίτι καθημερινά, με βίαιες εικόνες ψέματος και αηδίας, ασκώντας μια από τις πιο ύπουλες μορφές βίας, που στοχεύουν στην ανθρώπινη ψυχή, έχουμε πολλές διακυμάνσεις μη φυσικής βίας. Αυτή περιλαμβάνει έλλειψη σεβασμού για κάθε μορφή ζωής, εχθρεύεται τη φυσική ενότητα του σύμπαντος και φυτεύει παντού τεχνητά μέσα παρακολούθησης, μηχανικά τέρατα που εξαντλούν τον πλανήτη και ρουφούν ασύδοτα κάθε μορφή ενέργειας, χωρίς συνείδηση, χωρίς συναισθήματα, χωρίς σεβασμό, παρά μόνο με μία σκέψη: την κυριαρχία. Δεν είναι αλλαγή κατάστασης, που συμβαίνει ούτως ή άλλως, είναι μία πρόθεση να καταπατηθεί κάθε τι που εμποδίζει την πορεία προς την ολοκληρωτική υποδούλωση.

Θα μπορούσαμε να πούμε για το ζήτημα της ψυχολογικής βίας, πως παρουσιάζει κάποιες αξιοσημείωτες ιδιαιτερότητες. Για παράδειγμα, ενώ το κατέβασμα ενός γκλοπ με συγκεκριμένη ταχυδύναμη στα κεφάλια δύο αγωνιζόμενων ανθρώπων θα δημιουργούσε παρόμοια τραγικά αποτελέσματα, δεν ισχύει το ίδιο για τα αποτελέσματα που θα προκαλούσε η ίδιας μορφής ανάκριση στους ίδιους πάλι ανθρώπους. Δηλαδή, εδώ μπορούμε να πούμε, πως τα αποτελέσματα της ψυχολογικής βίας σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό απ’ το πόσο «ανοιχτός» είναι κάποιος στον συγκεκριμένο τύπο βίας. Είναι, όμως, στιγμές που ο συνδυασμός των δύο μορφών, σωματική και ψυχολογική, δημιουργούν «ανοίγματα» στην ψυχική μας άμυνα. Θα μπορούσαμε για παράδειγμα να σκεφτούμε την αυτοκτονία ενός στρατιώτη στην σκοπιά. Δεν είναι αποτέλεσμα μόνο ψυχολογικής βίας άλλα και σωματικής, μέσω της εξάντλησης από χίλιες δυο κακουχίες. Πάντως, εδώ το ζήτημα παίρνει έντονα υποκειμενικές διαστάσεις μιας και ανοίγονται θέματα που σχετίζονται με το τι είναι ψυχή, ποιες είναι οι διαστάσεις της ψυχολογίας που δεν χρησιμοποιούνται ως εργαλείο επιβολής απ’ την κυριαρχία, τι είναι πνεύμα, ενέργεια, που ο σαμάνος «συναντά» την κβαντομηχανική και διάφορα άλλα που σίγουρα χρειάζονται πολλές σελίδες για να αναπτυχτούν και κυρίως να ειδωθούν από μια αναρχική σκοπιά. Ελπίζουμε σε ένα απ’ τα επόμενα φύλλα της Διαδρομής να το κάνουμε.

Με αφορμή το παραπάνω παράδειγμα, ας μιλήσουμε λίγο και για μια πολύ ιδιαίτερη μορφή βίας, την αυτοκτονία, η οποία δεν είναι ξεκάθαρο αν αποτελεί κομμάτι της φυσικής ή της πολιτισμικής βίας. Θα λέγαμε όμως, πως αποτελεί περισσότερο τμήμα της μη φυσικής βίας, μιας και απαιτείται η πλήρης επικράτηση μιας συναισθηματικής κατάστασης απέναντι στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Ο Αλμπέρ Καμύ γράφει στον Μύθο του Σισύφου ότι η αυτοκτονία είναι αποτέλεσμα μιας αλληλουχίας συναισθηματικών σκέψεων, δίχως να παρεμβάλλεται ούτε μία λογική. Αν παρεμβληθεί έστω και μία, η «αλυσίδα» αυτή σπάει και η αυτοκτονία ματαιώνεται. Απ’ την άλλη, όμως, η αυτοκτονία παρατηρείται ακόμη και σε πλάσματα μη εξημερωμένα όπως για παράδειγμα στις φάλαινες που συχνά εξοκείλουν από επιλογή. Δεν γνωρίζουμε όμως τελικά αν αυτό είναι μια απόφαση άσχετη με τον πολιτισμό ή αν είναι μια συνειδητή διαμαρτυρία για την καταστροφή του φυσικού τους βιότοπου από αυτόν.

Τι γίνεται, όμως, όταν η πολιτισμική βία βάζει στο μικροσκόπιό της τη φυσική βία; Στο παρελθόν ιδιαίτερα επικρατούσε η άποψη ότι ο άνθρωπος στη φυσική του κατάσταση είναι επιθετικός. Η βία δηλαδή που ασκούσε στα θηράματα του, ως απαραίτητο εργαλείο για να τον θρέψουν, θεωρήθηκε και ως δεδομένο συστατικό των ανθρωπίνων σχέσεων. Προβλήθηκε λοιπόν και μάλιστα ως απόλυτο θέσφατο πως ο απολίτιστος κυνηγός έμπηγε με την ίδια ευκολία το δόρυ του τόσο σε μια αντιλόπη, όσο και στον σύντροφο του στο κυνήγι, αν ας πούμε τον λοξοκοίταζε… στραβά. Δεν μας ανέπτυξαν ποτέ βέβαια ουσιαστικά επιχειρήματα για να στηρίξουν μια τόσο απαξιωτική άποψη για το λυκαυγές των ανθρωπίνων σχέσεων. Και δεν το έκαναν για τον απλούστατο λόγο πως τοποθετήσεις, οι οποίες επιχειρούν να παρουσιάσουν τους ανθρώπους των ελεύθερων κοινοτήτων όμοιους με μέλη συμμοριών των πολιτισμένων μητροπόλεων, είναι κατασκευασμένες για να στηρίζουν κρατικές απόψεις. Ο άνθρωπος, μας λέει το κράτος, είναι ένα αχαρακτήριστο κτήνος, ικανό συνήθως για τα χειρότερα. Χρειάζεται λοιπόν θεσμούς, νόμους και έλεγχο: Είμαι εδώ για το καλό σας, για να σας γλιτώσω απ’ τον κακό σας εαυτό. Και όμως, όσο απλοϊκό και αν φαίνεται, αυτή είναι η αρχέτυπη φόρμα για την αιτιολόγηση του κρατισμού. Να πειστούν δηλαδή οι άνθρωποι πως όσα δεινά και αν περνάνε μέσα στο κράτος, η ζωή έξω από αυτό θα ήταν σαφώς πιο επίπονη και φυσικά επικίνδυνη! Πράγματι, μοιάζει με τέχνασμα της δεκάρας και όμως χιλιετηρίδες εκμετάλλευσης και φρικαλεοτήτων του κράτους βασίσθηκαν σε έναν τόσο εξόφθαλμα παράλογο σκεπτικό.

Μία τέτοια άποψη υποστηριζόταν από κοινωνιολόγους, πολιτικούς, φιλοσόφους και άλλους αναλυτές των μορφών εξουσίας, σε μια εποχή μάλιστα που ο «νέος κόσμος» έπρεπε να υποτάξει τον «παλιό» και να τον απομυζήσει. Αντίστοιχα, κάποιοι ανθρωπολόγοι, ακολουθώντας τη δαρβίνεια λογική, «απέδειξαν» ότι η φύση είναι ένα γήπεδο βίας, όπου ο ισχυρότερος, αφού ξεπαστρέψει τους υπόλοιπους, επικρατεί. Κάθε τι ανεπεξέργαστο, ορμητικό, αυθόρμητο, που δεν γνώριζε τους «καλούς τρόπους» του πολιτισμού, θεωρήθηκε απειλητικό και επικίνδυνο για τη ζωή. Μέσα από μία τέτοια κατάσταση η φύση έμοιαζε μεν γοητευτική, αλλά συγχρόνως παρέμενε τρομακτική. Με αυτή την έννοια ο πολιτισμός φαινόταν αναπόδραστος και ακολούθως το κράτος ως σωτήριος ρυθμιστής, που με τους νόμους του, πρόσφερε μια καλή διαιτησία σε «δικαίους και αδίκους», σε ζώα και ανθρώπους, σε δέντρα, νερά και ποτάμια. Έτσι, ενώ οι νομάδες για παράδειγμα δεν έβρισκαν τον λόγο να κατέχουν οτιδήποτε, είναι αδιανόητο ένα ποτάμι σήμερα να μην ανήκει έστω στο κράτος, στην «καλύτερη» περίπτωση ή σε μια εταιρεία στην «χειρότερη». Σε μία ελεύθερη κατάσταση κανείς δεν επιτίθεται χωρίς λόγο, ζώο ή άνθρωπος. Το ζήτημα είναι κατά πόσο θυμόμαστε πια την ελεύθερη κατάστασή μας. Βεβαίως, το κράτος, κάνει τα πάντα για να «θυμόμαστε» ό,τι ακριβώς δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την διαιώνιση αλλά και την επιπλέον υποδούλωση της σκλαβωμένης ανθρωπότητας. Και όσο αυτό καθορίζει τι είναι μνήμη και τι όχι, θα μοιάζουμε όλο και περισσότερο με πιόνια στην σκακιέρα· δεν θα ορίζουμε τις κινήσεις μας και μάλιστα άπαξ και μας κινήσουν εμπρός, δεν θα έχουμε καμία δυνατότητα επιστροφής. Μέσα στο κράτος και τον πολιτισμό ζούμε υπό καθεστώς διαρκούς πολέμου.

Τι γίνεται, όμως, με την βία των αγωνιζόμενων ανθρώπων; Είναι και αυτή τμήμα της πολιτισμικής βίας; Με μια πρώτη ματιά θα λέγαμε πως μάλλον ναι, κάτι τέτοιο συμβαίνει. Ποια είναι, όμως, η ουσία της βίας αυτής; Ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα, για άλλη μια φορά, πως η βία των αγωνιζόμενων ανθρώπων –και των αναρχικών πιο συγκεκριμένα– δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την πολιτική. Όταν η πολιτική αφομοιώνει τους κοινωνικούς αγώνες, αυτοί ουσιαστικά αυτοκαταργούνται, γιατί η πολιτική προωθεί την υποδούλωση μέσω της εξαπάτησης, ενώ οι ακηδεμόνευτοι2 αγώνες οδηγούν σταθερά τα βήματα της σκλαβωμένης ανθρωπότητας προς την απόλυτη ελευθέρια. Η ίδια η βία έχει το πρόσωπο που τη φέρει. Και συχνά, με το σύνθημα των σταυροφόρων «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», πολλοί αυτό-χρήζονται ιππότες της «ελευθερίας», που «καθαρίζουν» τον τόπο από κάθε μορφής φασισμό. Έτσι, στο όνομα του αντί-φασισμού κάποιοι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο βρίσκουν περάσματα να αναρριχηθούν σε περίοπτες θέσεις ως ειδικοί της βίας, καθώς αυτοί την ασκούν «καλύτερα και… απελευθερωτικά».

Η ουσία, λοιπόν, της βίας των αγωνιζόμενων ανθρώπων, ως μια συνειδητή επιλογή ενάντια στο κράτος και τον πολιτισμό, εμπεριέχεται στον διαρκή αγώνα για την ελευθερία. Έναν αγώνα αυθόρμητο και αντιπολιτικό με κίνητρα απολύτως φυσικά μιας και όπως είπαμε πιο πάνω, η ελευθερία συμβαίνει μόνο σε απόλυτη αρμονία με την Φύση. Η βία λοιπόν αυτή, όταν δεν έχει αντιανθρώπινα χαρακτηριστικά, άρα και πολιτικά, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως φυσική. Γιατί τι πιο φυσικό να αγωνίζεσαι με μέσα ίδιας ουσίας σε σχέση με τον σκοπό; Οι άνθρωποι εξεγείρονται γιατί η «ζωή» μέσα στο κράτος και τον πολιτισμό είναι μια κατάσταση αφύσικη. Η βία λοιπόν είναι μονόδρομος, δεν υπάρχει επιλογή. Τουλάχιστον όχι φυσική. Όσο φυσικό είναι λοιπόν για ένα λιοντάρι να βοσκήσει αφρικανική χλόη ή να πεθάνει της πείνας, άλλο τόσο είναι για ένα ανθρώπινο πλάσμα να υπομένει αδιαμαρτύρητα τον ζυγό του. Όταν οποιαδήποτε εξουσία προσπαθεί να επιβληθεί με κάθε είδους βία, δεν σημαίνει αυτόματα ότι το πετυχαίνει κιόλας. Μπορεί κάποιος να καταφέρει να περάσει ανάμεσα στις Συμπληγάδες της εκπαίδευσης, χωρίς να του τσακίσουν τα φτερά, μπορεί να μην πιει οποιοδήποτε από τα μαγικά φίλτρα που του προσφέρει απλόχερα η Κίρκη του πολιτισμού, είτε λέγεται καριέρα, είτε βόλεψη, είτε ασφάλεια, είτε αμνησία. Μπορεί να συνεχίζει ακόμη το ταξίδι όχι προς την Ιθάκη, αλλά προς την ελευθερία.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση
(anarhiki-drasi@hotmail.gr)

  1. Οι άνθρωποι της κάθε ελεύθερης φυλής προφανώς και θα ονομάτιζαν με τον δικό τους τρόπο τα δύο αυτά άστρα, καθώς και όλα τα εμφανή, με γυμνό μάτι, σημεία του νυχτερινού ουρανού. Ασχέτως όμως με τα ονόματα, ο Μπεντελγέζ και ο Ωρίωνας φώτιζαν τις απολίτιστες, ελεύθερες νύχτες των ανθρώπων και οδηγούσαν το υψωμένο χέρι τους προς το αστρικό τους φως και όχι προς την μιζέρια μιας άψυχης οθόνης.
  2. Οι κοινωνικοί αγώνες οφείλουν να είναι ακηδεμόνευτοι, αλλιώς λανθασμένα ονομάζονται κοινωνικοί. Μιας και η φράση «κοινωνικοί αγώνες» μπορεί να διαβαστεί ακόμη και σε προεκλογικά φυλλάδια του Πα.σο.κ και του Σύ.ρι.ζα, ας ξεκαθαρίσουμε ότι κάθε «αγώνας» που έχει πολιτικούς κηδεμόνες και εντάσσεται μέσα στον άξονα της πολιτικής δεν προωθεί σε καμιά περίπτωση την ολική απελευθέρωση. Απεναντίας στηρίζει μια μορφή εξουσίας έναντι μιας άλλης και τίποτα περισσότερο.
Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 128, Ιούνιος 2013
Both comments and trackbacks are currently closed.