Κάποιες σκέψεις για τα συσσίτια…

Αυτό που οι εξουσιαστές ονομάζουν «οικονομική κρίση» –και το οποίο δίνει αφορμή για την εξαθλίωση μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού– γίνεται μια πραγματικότητα με βάση τους οικονομικούς όρους που αυτοί έχουν θέσει σε κίνηση εδώ και εκατονταετίες και τους οποίους έχουν επιβάλει. Η «κρίση», όμως, είναι μια απάτη σύμφωνα με κοινωνικούς και πραγματικούς όρους και μια αφορμή για την ενίσχυση της κρατικής επιβολής στα κομμάτια του πληθυσμού που ωθούνται στην εξαθλίωση.

Αν ανατρέξουμε στο παρελθόν, θα διαπιστώσουμε ότι οι επισιτιστικές κρίσεις ήταν πάντα απόρροια είτε καθαρά οικονομικών συνθηκών που επιδεινώνονται σε βάρος των εξουσιαζόμενων, είτε πολεμικών επιχειρήσεων. Ένα παράδειγμα είναι η μεγάλη ύφεση στον ελλαδικό χώρο τη δεκαετία του 1930, αποτέλεσμα της μείωσης των εξαγωγών των κυριότερων αγροτικών αγαθών που παρήγαγε τότε, τη σταφίδα και τον καπνό, λόγω του οικονομικού κραχ του 1929.

Σε κάθε, λοιπόν, περίπτωση αναδιοργάνωσης του οικονομικού μοντέλου εκμετάλλευσης, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι προκαλείται μια τεχνητή κρίση που αγγίζει τις διατροφικές συνήθειες του πληθυσμού και είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τις κρίσεις έλλειψης γεωργικών αγαθών ή και κτηνοτροφικών προϊόντων λόγω κακών καιρικών συνθηκών, που συναντιούνταν σε προηγούμενες εποχές. Παρατηρείται επίσης ότι οι τεχνητές οικονομικές κρίσεις επηρεάζουν τις διατροφικές συνήθειες και την ποιότητα διατροφής μεγάλων πληθυσμιακά κομματιών, τόσο αγροτικών όσο και αστικών.

Όπως ακριβώς συμβαίνει με τις πολεμικές τακτικές, η διαχείριση των αποθεμάτων τροφής μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο για την επιβολή της θέλησης και την καταστολή σε ένα πληθυσμό που είναι ή τείνει να μεταβληθεί σε εχθρικό.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι και η διανομή συσσιτίων από το δήμο Αθηναίων, την περίοδο 1931-1932, σε 25.000 οικογένειες, κάτι το οποίο μπορεί να θεωρηθεί εργαλείο που προετοιμάζει τον πληθυσμό σε νέες συνθήκες, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν η αλλαγή του πολιτειακού καθεστώτος, καθώς και της δεύτερης ανθρωποσφαγής που είχε αποφασιστεί και διαφαινόταν, σχεδόν μια δεκαετία αργότερα. Μπορούμε να αντιληφθούμε τις ομοιότητες των ιστορικών «περιόδων κρίσης» άσχετα με το περιτύλιγμα της κάθε εποχής.

Εξ αιτίας του επισιτιστικού προβλήματος που προκαλούν οι εξουσιαστές, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι διαπιστωμένο πως διευκολύνεται η εκ μέρους τους εγκαθίδρυση ακόμα πιο έντονων μεθόδων επιβολής και καταστολής.

Με δεδομένο πως το κράτος συνιστά μια κατάσταση εχθρική προς την ανθρωπινότητα, είναι πολύ δύσκολο να γίνει αποδεκτή ανεπιφύλακτα η οποιαδήποτε «φιλανθρωπία» και το δήθεν «κοινωνικό πρόσωπο» του, αφού πίσω απ’ αυτά υπάρχουν ιδιοτελείς σκοποί. Άλλωστε, είναι οι εκάστοτε επιλογές των θεσμών και μηχανισμών της κυριαρχίας που κατασκευάζουν αυτές τις καταστάσεις σε ευρύτερο φάσμα, τοπικό και χρονικό. Αυτό μάλιστα γίνεται ιδιαίτερα αντιληπτό στις παρούσες καταστάσεις, όπου το κράτος δρα ως όργανο υλοποίησης των ενωτικών διαδικασιών της παγκόσμιας –και ορατής πλέον– πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας.

Η επιβολή του κρατισμού και η ανάδειξή του σε ρυθμιστή των κανόνων της ανθρώπινης συμπεριφοράς, βρίσκει έδαφος σε καταστάσεις όπως αυτή της αδυναμίας εξασφάλισης από τους ανθρώπους βασικών διατροφικών αγαθών.

Εδώ έρχεται το άπλωμα των μηχανισμών διανομής συσσιτίου η οποία είναι μια πολιτική πρακτική εξαπάτησης σε κάθε περίπτωση, αφού αυτοί που κατασκευάζουν τις συνθήκες εξαθλίωσης είναι οι ίδιοι που διατυμπανίζουν πως την αντιμετωπίζουν. Ο κρατισμός πολιτικά οφέλη επιδιώκει να αποκομίσει με αυτή την τακτική που ενεργεί σαν ένα σύστημα «εσωτερικής καύσης» (να δανειστούμε τον όρο από τη μηχανολογία) όχι με άμεση κρατική παρέμβαση, αλλά με τη κατασκευή εναλλακτικών δομών από φορείς του. Θεσμοί όπως η εκκλησία, συνέταιρος πάντα με το κράτος, παρουσιάζεται σαν φορέας υλοποίησης των κρατικών επιλογών, «ντύνοντας» τες με αρκετή δόση «χριστιανικής αλληλεγγύης» και αποκρύπτοντας την πραγματικότητα, ότι δηλαδή κερδοσκοπεί ασύστολα μέσω των φιλανθρωπιών που κάνει. Κερδοσκοπεί τόσο σε επίπεδο ιδεολογικό όσο και σε υλικό. Μη ξεχνάμε την απάτη άντλησης εκατομμυρίων ευρώ «δημοσίου χρήματος» της ΜΚΟ «Αλληλεγγύης» της αρχιεπισκοπής Αθηνών, (που άλλαξε το όνομά της σε «Αποστολή») ενώ η κρατική δικαιοσύνη καθυστερεί να αποφανθεί και επιχειρεί να κουκουλώσει το όλο θέμα..

Και δεν είναι μόνον η εκκλησία. Υπάρχουν και τα πολιτικά κόμματα που αναπτύσσουν παρόμοιους μηχανισμούς, με απώτερο σκοπό την εναλλακτική κρατική πρόταση στην «κρίση» και την ιδεολογικοπολιτική άγρα. Μια πρόταση που συνίσταται είτε σε «συλλογικές κουζίνες» της αντιπολίτευσης με ελάχιστο κοινωνικό έρεισμα –που είναι μια ευκαιρία δημιουργίας κομματικών δομών– είτε η «μόνο για έλληνες» τηλε-οπερέτα που στήνουν τα τηλεοπτικά κανάλια με τους ακροδεξιούς κρατιστές, αυτό που απομένει είναι οι συντονισμένες ενέργειες του κράτους που προσπαθεί να αυξήσει την επιρροή εκεί όπου «ευδοκιμούν» τα χαμηλότερα επίπεδα συνθηκών διαβίωσης, στα οποία περιλαμβάνεται η τροφή. Ο εναλλακτικός αυτός κρατισμός, έτσι όπως στήνεται, είναι αυτός που στην ουσία θα απορροφήσει τις όποιες κοινωνικές αντιδράσεις όταν πλέον οι φυσικοί πόροι του ελλαδικού χώρου και αυτό που αποκαλείται δημόσια περιουσία θα έχουν μεταβιβασθεί σε άλλους ιδιοκτήτες από αυτούς στους οποίους ανήκε προηγουμένως.

Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι οι άνθρωποι που σιτίζονται από αυτούς τους μηχανισμούς διανομής είναι παραδομένοι στην κρατική επιβολή ή έστω έχουν απωλέσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια τους; Όχι, σε καμιά περίπτωση. Σίγουρα η ενστικτώδης ανάγκη για επιβίωση δεν μπορεί να κριθεί από κανένα άνθρωπο. Είναι αδιαμφισβήτητα συνδεμένη με την ανθρώπινη ύπαρξη.

Η ανθρωπινότητα των σιτιζόμενων ανθρώπων δε μπορεί να οριστεί ούτε να υποβιβαστεί από το πού αυτοί θα παραλάβουν ένα πιάτο φαΐ, αλλά από τις σχέσεις που έχουν αναπτύξει ή θα αναπτύξουν τη στιγμή που θα συντρώγουν ή κατά πόσο θα συνδεθούν με αυτού του είδους την «προσφορά». Αυτό που έχει σημασία είναι πως η σκληρότητα του κράτους, σε αυτόν τον τομέα, μπορεί να φτάσει ακόμα και σε σημείο να επιτίθεται στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια προσπαθώντας έτσι να κατασκευάσει πειθήνια άτομα θεμελιώνοντας την όποια αποδοχή των επιλογών του και παράλληλα έρχεται να συμβάλει στην καταστολή κάθε φωνής που αντιδρά σ’ αυτές. Έτσι, η κατασκευασμένη αδυναμία εξασφάλισης των απαραίτητων αναγκών για τον κάθε άνθρωπο, όταν οδηγεί στο σημείο της ολοκληρωτικής στέρησης βασικών αγαθών, καλλιεργεί την αίσθηση της ταπείνωσης, με τρόπο που να απομακρύνει κάθε δυνατότητα δυναμικής αντιπαράθεσης προς αυτούς που οδήγησαν ένα μέρος του πληθυσμού σε αυτή την κατάσταση. Οδηγεί, ακόμη, στην αναζήτηση σωτήρων που θα τους σώσουν σήμερα με μια μπουκιά ψωμί, αύριο με κάποια ψίχουλα παραπάνω και με μία σταθερότητα στην εξάρτηση και την υποτέλεια.

Έτσι, στην εξαθλίωση οδηγούνται οι πληθυσμοί όταν αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στην κάλυψη των βασικών τους αναγκών. Η φτώχεια όμως είναι κάτι τελείως διαφορετικό και σίγουρα περισσότερο πολύπλοκο, επειδή το τι είναι φτώχεια και πότε κάποιος θεωρείται φτωχός δε μπορεί να έχει κάποιον ειδικό ορισμό, παρά μόνο κάποιον πιο γενικό.

Μπορεί να υπάρξει σύγκριση όσον αφορά τη φτώχεια; Θεωρούμε ότι είναι πολύ δύσκολο, γι’ αυτό άλλωστε η φτώχεια μπορεί να οριστεί μόνο σαν απόρροια σύγκρισης με το δείκτη «ανάπτυξης» της επίπλαστης ευημερίας κάθε κοινωνίας. Αυτό γίνεται δύσκολα αντιληπτό από τους περισσότερους ανθρώπους, αφού υποσυνείδητα σαν μέτρο πάντα σύγκρισης λαμβάνουν τις συνθήκες που επικρατούν στο στενό κοινωνικό περιβάλλον που επιβιώνουν. Αυτό είναι και το τέχνασμα που το κράτος χρησιμοποιεί για να ρυθμίσει, κατά περίπτωση, τις συνθήκες διαβίωσης των ανθρώπων.

Αν αναλυθεί τί είναι σημαντικό και τί όχι, για να μπορεί ο άνθρωπος να ζήσει ελεύθερος, κοντά στο φυσικό του περιβάλλον, πολύ λίγα πράγματα από αυτά που του προσφέρονται σαν απαραίτητα από τον καταναλωτικό πολιτισμό θα μπορούσαν να έχουν μια χρησιμότητα. Δε θα ήταν ούτε οι πολυτελείς κατοικίες, ούτε οι παχυλοί λογαριασμοί καταθέσεων, αλλά ο καθαρός αέρας, οι καθαρές τροφές και ο χρόνος για να αναπτυχθεί η ανθρώπινη δημιουργικότητα. Επομένως, με αυτά τα «λίγα» οι άνθρωποι δεν μπορούν να θεωρηθούν φτωχοί. Αντίθετα η στέρηση των βασικών αγαθών για να μπορεί να διαβιώνει, μπορεί να οριστεί και έχει ένα και μοναδικό όνομα: εξαθλίωση.

Είναι σημαντικό πλέον, αφού οι άνθρωποι βάλλονται διαρκώς από τις επιθέσεις των διαδικασιών αναδιοργάνωσης του κυριαρχικού μηχανισμού, να αναζητήσουν τα πραγματικά εκείνα στοιχεία που είναι απαραίτητα, αποβάλλοντας κάθε περιττό συστατικό μια επίπλαστης ευημερίας. Να διακρίνουν ότι απορρίπτοντας τα περιττά, στην ουσία απορρίπτουν την επιρροή του κρατισμού πάνω τους ανοίγοντας τους ορίζοντες σε ένα τρόπο ζωής, ελεύθερο και απαλλαγμένος από εξουσία και εξαρτήσεις.

Π.

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 121, Νοέμβριος 2012
Both comments and trackbacks are currently closed.