Από τη Μικρασιατική καταστροφή του χθες στην καταστροφή του σήμερα

Με αφορμή την συμπλήρωση 95 χρόνων από την Μικρασιατική καταστροφή παρουσιάζουμε ένα κείμενο το οποίο δημοσιεύθηκε  στην αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ.

Στην πορεία που χαράζει η κυριαρχία, συνδέοντας τα διάφορα μέρη που την απαρτίζουν, ανάλογα με το στόχο (που μπορεί να είναι κοντινός ή μακρινός, να τείνει στην «ολοκλήρωσή» της ή να αποσκοπεί σε μια επί μέρους διευθέτηση των διαφορών που προκύπτουν), η σταθερότητα είναι σχετική ή μάλλον, θα λέγαμε, περιστασιακή. Αυτό το οποίο τη μία χρονική περίοδο δείχνει να είναι σταθεροποιημένο, παγιωμένο και σίγουρο έρχεται ο καιρός όπου θα παρασυρθεί από ένα αεράκι ή θα σαρωθεί από μία θύελλα «αλλαγής».

Πάντοτε, όμως, στο διαρκές κύμα των «αλλαγών», που προκαλούν στον πλανήτη ανά τους αιώνες οι εξουσίες, υπάρχει μία σταθερά: οι σκλάβοι. Αυτοί είναι που χρησιμοποιούνται ως ύλη για την κατασκευή των κρατών-πόλεων, των αυτοκρατοριών, των εθνικών κρατών (μετά την διάλυση των αυτοκρατοριών), των ομοσπονδιών και των συνομοσπονδιών κρατών και μετά για την διάλυση των εθνικών κρατών που τα απομεινάρια τους θα στηρίζουν τους βασικούς πυλώνες της παγκοσμιοποιημένης κυριαρχίας.

Ας περάσουμε, όμως, στο θέμα αυτού του κειμένου, που αφορά την συμπλήρωση 95 χρόνων από τη μικρασιατική καταστροφή.

Θα αναρωτηθεί κάποιος, τι σχέση έχουν τα όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως με αυτό το τεράστιο έγκλημα των κυρίαρχων πάνω στους πληθυσμούς τόσο του ελλαδικού χώρου όσο και της μικρασίας.

Κι όμως, η «επικαιρότητα» αυτού του συμβάντος βρίσκεται στο ότι υπάρχουν πολλά κοινά σημεία αναφοράς ανάμεσα στο τότε και στο τώρα. Και το κυριότερο, είναι ίσως από τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις αυτής της ταχύτατης εναλλαγής.

Η διαπάλη των κυρίαρχων, κατ’ αρχήν, βρίσκεται, αυτήν την περίοδο, στη μεγαλύτερή της ένταση για την παγίωση ενός status quo, που θα μπορέσει να δώσει μια βιώσιμη προοπτική στα εξουσιαστικά καταστροφικά σχέδια, στη νέα, δηλαδή, περίοδο που έχουν δρομολογήσει.

Το ίδιο ακριβώς συνέβαινε και πριν 95 χρόνια. Η κυριαρχία της εποχής εκείνης, βγαίνοντας από μια πρώτη παγκόσμια ανθρωποσφαγή, προχωρούσε λυσσαλέα στην αναδιάταξη των δυνάμεων και των χώρων επιρροής της. Αυτή η λυσσαλέα αντιπαράθεση ήταν που οδήγησε στην δεύτερη παγκόσμια σφαγή του 20ου αιώνα.

Σε σχέση, τώρα, με την μικρασιατική καταστροφή, δεν θα επιμείνουμε σε γεγονότα και καταστάσεις που είναι, λίγο ως πολύ, γνωστά. Εκείνο που χρειάζεται να γνωρίζουμε είναι πως οι ομοιότητες, αλλά και οι διαφορές, στις εκάστοτε περιόδους της κυριαρχίας δεν συμβάλλουν στο να γίνουν κατανοητές κάποιες σημαντικές πτυχές των γεγονότων, εφ’ όσον ακολουθείται η διαδικασία της στείρας επανάληψης τους. Γι’ αυτό το λόγο και έχει σημασία να γίνεται η προσέγγιση με τέτοιο τρόπο, ώστε να αναδεικνύεται η αλήθεια, η οποία συνήθως χάνεται στον κυκεώνα των πολιτικών αντιπαραθέσεων, μιας τεχνικής που χρησιμοποιείται σταθερά για να αποπροσανατολίζει τη σκέψη και να κατευθύνει τη δράση των ανθρώπων εκεί που επιθυμεί η εξουσία.

Η μεγάλη ομοιότητα του χθες με το σήμερα είναι η καταστροφική μανία των εξουσιαστών και των εγκάθετων τους σε σχέση με τον ελλαδικό χώρο.

Μια προσεκτική εκτίμηση των δεδομένων πείθει πως η μικρασιατική εκστρατεία –και η καταστροφή που επακολούθησε– ήταν προδιαγεγραμμένη από τις κυρίαρχες δυνάμεις της εποχής και δεν προέκυψε. Δεν υπάρχουν υπεύθυνοι της μιας πλευράς και ανεύθυνοι της άλλης. Η φιλοβασιλική και η φιλοβενιζελική παράταξη ήταν ξεκάθαρα όργανα των δυνάμεων της κυριαρχίας της εποχής εκείνης. Και δεν θα μπορούσε να ισχύει κάτι διαφορετικό, αφού το ελλαδικό κράτος, που στήθηκε μετά την επανάσταση του 1821, κατασκευάστηκε με κύριο σκοπό να εξυπηρετήσει τις επιδιώξεις των μεγάλων δυνάμεων.

Πάνω σ’ αυτή την πραγματικότητα μπορεί να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της καταστροφής που προκλήθηκε το 1922 και που επαναλαμβάνεται στις μέρες μας, με άλλους όρους αλλά, πάλι, με καταστροφικά αποτελέσματα για τους σκλαβωμένους ανθρώπους. Έτσι, μπορεί να γίνει κατανοητή η εγγενής αδυναμία μιας ενιαίας πολιτικής κατεύθυνσης και η ύπαρξη των πολλαπλών τάσεων μέσα στο μπλοκ της εξουσίας που λυμαινόταν τον ελλαδικό χώρο.

Το ελλαδικό κράτος, σαν εργαλείο εξυπηρέτησης των συμφερόντων των δυνάμεων της κυριαρχίας, στήθηκε πάνω σε ετερόκλητα φυλετικά χαρακτηριστικά, τα οποία ενοποιήθηκαν πλασματικά, στη βάση ενός γεωγραφικού προσδιορισμού και στην ανακήρυξη ενός «έθνους», στο οποίο, όμως, δεν υπήρχαν ούτε καν εκείνα τα τυπικά χαρακτηριστικά ώστε να μπορέσει να υπάρξει μια ομαλή πορεία. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, η πορεία προς την «ολοκλήρωση» προϋπέθετε εκκαθαρίσεις και μετακινήσεις πληθυσμών. Από την άλλη πλευρά, έπρεπε να καλλιεργηθεί ο εθνισμός και ο μεγαλοϊδεατισμός (παρά την ανεδαφικότητά του).

Εξυπηρετούνταν με αυτό τον τρόπο, τόσο η εσωτερική καταστολή των διαφορετικοτήτων του ελλαδικού χώρου και η βίαιη ενοποίηση των διάφορων ομάδων στη βάση του κρατισμού, όσο και τα συμφέροντα των, κατασκευαστριών αυτού του κράτους, δυνάμεων της κυριαρχίας, που εναλλάσσονταν στην διοίκηση διά των πολιτικών τους εκπροσώπων, κατευθύνοντας και εξαναγκάζοντας σε πολιτικές αποφάσεις και σε πολεμικές επιχειρήσεις.

Θα μπορούσαν τόσο εύκολα να παρασυρθούν τόσες χιλιάδες άνθρωποι στη μικρασιατική εκστρατεία με τις ιαχές τόσων εκατομμυρίων χωρίς την εθνοποιητική προετοιμασία; Αμφίβολο.

Είναι γνωστό, πως το ελλαδικό κράτος οδηγήθηκε εξαναγκαστικά σ’ αυτή τη σφαγή, μετά από την επέμβαση των γαλλικών στρατευμάτων που «έληξαν» τη διαμάχη βενιζελικών και φιλοβασιλικών, σχετικά με τη συμμετοχή ή μη, σ’ αυτήν.

Όμως, το τέλος της πρώτης παγκόσμιας ανθρωποσφαγής του 20ου αιώνα άφησε πολλές εκκρεμότητες, με αποτέλεσμα ακόμα και αυτές οι συνθήκες (Βερσαλλιών και Σεβρών), να χρειαστούν διαδικασίες 20 μηνών από την λήξη του πολέμου μέχρι την τελική επικύρωσή τους. Παρ’ όλα αυτά, χρειάζονταν και κάποιες «πρακτικές» διορθώσεις, δεδομένου ότι ο Μουσταφά Κεμάλ αρνήθηκε να αναγνωρίσει την Συνθήκη των Σεβρών.

Είναι φανερό, πως η εξάπλωση του ελλαδικού κράτους μέχρι τις παρυφές της Κωνσταντινούπολης και η ανάθεση σ’ αυτό των μικρασιατικών παραλίων, κάτω από προϋποθέσεις, αποτελούσαν μια πρόσκαιρη και κυριολεκτικά σαθρή κίνηση, αφού η περιοχή της Σμύρνης έμενε υπό την ονομαστική επικυριαρχία του Σουλτάνου και υπό την διοίκηση έλληνα Αρμοστή, (του Αριστείδη Στεργιάδη), ως εντολοδόχου των Συμμάχων. Η προσάρτηση της περιοχής στο ελλαδικό κράτος θα μπορούσε να γίνει ύστερα από πέντε χρόνια και μετά από τη διενέργεια δημοψηφίσματος…

Μετά την άρνηση του Κεμάλ, το ελλαδικό κράτος και οι αναλώσιμοι σκλάβοι θα αναλάμβαναν να «βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά». Μια νίκη των ελλαδικών στρατευμάτων θα ανάγκαζε τον Κεμάλ να αποδεχθεί τους όρους της Συνθήκης των Σεβρών. Όμως δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα. Κι αυτό ήταν γνωστό. Απλά έπρεπε να δοθεί μία νίκη στον Κεμάλ για να προχωρήσουν οι «πρακτικές διορθώσεις», που άφηναν σε εκκρεμότητα οι συνθήκες ειρήνης.

Είναι χαρακτηριστικό, πως ο εντολοδόχος των συμμάχων Στεργιάδης έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην σφαγή των Μικρασιατών. Η σκληρότητα με την οποία φέρθηκε προσιδίαζε στο ρόλο που του είχε ανατεθεί: Να λεηλατηθούν οι ζωές των Μικρασιατών  και καθημαγμένοι να οδηγηθούν στην «μητέρα πατρίδα», ώστε να είναι ακίνδυνοι για το ελλαδικό κράτος. Άλλωστε, η φράση του Στεργιάδη προς τον Γ. Παπανδρέου ήταν χαρακτηριστική: «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα!». Ο ίδιος είναι που απαγόρευσε ουσιαστικά τη δράση της «Μικρασιατικής Άμυνας», που είχε ιδρυθεί τον Οκτώβριο του 1921 στη Σμύρνη. Επρόκειτο για ένα μικρασιατικό εγχείρημα που αποσκοπούσε τόσο στην υπεράσπιση των Μικρασιατών από τα τουρκικά στρατεύματα σε ενδεχόμενη κατάρρευση του μετώπου, όσο και στην αυτονόμηση της περιοχής.

Αλλά δεν ήταν μόνο ο εκπρόσωπος των συμμάχων και στενός συνεργάτης του Βενιζέλου που έκανε τα μύρια όσα για να υλοποιηθούν οι σχεδιασμοί της κυριαρχίας για την συντριβή του μικρασιατικού πληθυσμού. Από την πλευρά τους, οι κυβερνήτες του ελλαδικού χώρου προσπαθούσαν να αποτρέψουν την είσοδο προσφύγων τρομοκρατώντας όσους καραβοκύρηδες θα επιχειρούσαν κάτι τέτοιο. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, λίγο πριν την κατάρρευση του μετώπου, είχε εκδώσει τον νόμο περί διαβατηρίων, στις 16 Ιουλίου του 1922, ο οποίος «φωτογράφιζε» τους εν δυνάμει Έλληνες πρόσφυγες της Μικρασίας.

Η ανταλλαγή πληθυσμών που επακολούθησε της καταστροφής –η οποία είχε προκαλέσει τον θάνατο περίπου 700.000 ανθρώπων (πάνω από 600.000 άμαχοι Μικρασιάτες και 50.000 στρατιώτες)– ήταν το ωφέλιμο για τους εξουσιαστές αποτέλεσμα. Και δεν μιλάμε για τα υλικά κέρδη με την εισροή δύο εκατομμυρίων σκλάβων που επάνδρωσαν τους μηχανισμούς παραγωγής, για το οποίο όλοι οι αριστεροί και κομμουνιστές αναλυτές δεν έχουν σταματήσει να επαναλαμβάνονται με ένα μονότονο και απωθητικό τρόπο, αλλά για το «κλείσιμο» μιας εκατονταετούς προσπάθειας να δοθούν κάποιου είδους εθνικά χαρακτηριστικά στους εγκαταστημένους στον ελλαδικό χώρο. «Η εγκατάσταση στη Μακεδονία πολλών εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη βοήθησε ώστε να εποικισθεί το ελληνικό τμήμα από ομοιογενή πληθυσμό. Οι στατιστικές που έγιναν εκείνη την εποχή από την Κοινωνία των Εθνών βεβαιώνουν ότι η μητρική γλώσσα για τα 93% του πληθυσμού της Μακεδονίας ήταν η ελληνική». (Ευάγγελος Αβέρωφ Τοσίτσας, «Φωτιά και Τσεκούρι!», εκδ. Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ).

Ήδη από την έναρξη της παγκόσμιας ανθρωποσφαγής περίπου 400.000 άνθρωποι είχαν ήδη εγκαταλείψει τη Μικρασία για να αποφύγουν τη στράτευσή τους. Αν σ’ αυτούς προστεθούν και οι περίπου 1.500.000 με τις ανταλλαγές πληθυσμών μεταξύ Τουρκικού και Ελλαδικού κράτους μετά την μικρασιατική καταστροφή, τότε έχουμε την μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμών. Πρόκειται για εθνοκάθαρση, αν θυμηθούμε πως άλλες 400.000 τούρκοι μετακινήθηκαν από τον ελλαδικό χώρο στην Τουρκία.

Η Μικρασιατική καταστροφή, λοιπόν, προκάλεσε την επιθυμητή για τους κρατιστές ροή σκλάβων που τους είχε αφαιρεθεί πρόσκαιρα η δυνατότητα να εξεγερθούν. Ήταν το επιστέγασμα των πολύχρονων προσπαθειών για την επιβολή ενός «εθνικού» κράτους και την καταστροφή όλων των εγγενών δημιουργικών προσπαθειών των ανθρώπινων ομάδων, κυρίως στον ελλαδικό χώρο.

Αν έρθουμε, τώρα, στις παρούσες συνθήκες, όπου και πάλι μια διαδικασία καταστροφής των όσων μέχρι τώρα κατασκευάστηκαν είναι σε εξέλιξη, με άξονα τον οικονομικό παράγοντα, θα διαπιστώσουμε ότι τα μέσα που χρησιμοποιούνται αποβλέπουν και πάλι στην εξουθένωση και στην καθήλωση του ελλαδικού πληθυσμού, ώστε να εφαρμοστούν οι σχεδιασμοί που έχουν δρομολογηθεί εδώ και δεκαετίες. Οι απόγονοι των εκπροσώπων των μεγάλων δυνάμεων της κυριαρχίας δεν είναι προδότες όπως τους αποκαλούν διάφοροι. Πάντα τέτοιοι ήταν: εκπρόσωποι. Μόνο που τώρα δεν τηρούν καν τα προσχήματα. Εφαρμόζουν κατά γράμμα τα όσα τους υπαγορεύονται.

Σ’ ό,τι αφορά την αλλοίωση των συνθηκών ζωής, είναι φανερό, πως για την αποσύνθεση του κοινωνικού χώρου η κυριαρχία προώθησε (και συνεχίζει) κύματα εξαθλιωμένων ανθρώπων (προσφύγων, αλλά κατά κύριο λόγο μεταναστών).

Η αποτροπή κάθε ουσιαστικής αντιπαράθεσης στους σχεδιασμούς και στη συνεχιζόμενη εξαθλίωση ενισχύεται από μια τεράστιας κλίμακας ανομοιογένεια.

Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες μπόρεσαν σύντομα να αποτελέσουν ενοποιητικό παράγοντα με μεγάλο τμήμα του ελλαδικού πληθυσμού, παρά τον κατατρεγμό και τον ρατσισμό μερίδας των εγχώριων, ενώ ένα μεγάλο μέρος από αυτούς μπόρεσε να είναι σημαντικός συντελεστής των κοινωνικών αγώνων, που διεξήγαγαν οι σκλάβοι αυτού του χώρου.

Η ανομοιογένεια, όμως, που υπάρχει στους εισερχόμενους πρόσφυγες-μετανάστες, τόσο μεταξύ τους όσο και σε σχέση με τον ελλαδικό πληθυσμό, είναι δύσκολο να αποφέρει ουσιαστικές συνθέσεις, ανάλογες ή έστω κάπως προσεγγίσιμες με εκείνες που έγιναν στην διάρκεια των δεκαετιών 1920 και 1930.

Η ανομοιογένεια αυτή, ενώ είναι αποτρεπτική ως προς ουσιαστικές συνθέσεις και όχι τυπικές και πολιτικού χαρακτήρα «συνδέσεις», παράλληλα εξυπηρετεί τους όρους της παγκοσμιοποιημένης κυριαρχίας.

Συνεπώς, είναι απαραίτητο να εξάγονται τα αναγκαία συμπεράσματα, που να στηρίζονται τόσο στην κατανόηση της πορείας της κυριαρχίας όσο και της κατάστασης στην οποία περιέρχονται οι σκλάβοι της. Η δογματική αντιστοίχιση καταστάσεων που έχουν διαφορετικές δρομολογήσεις, αντί να αναχαιτίζουν τα σχέδια της κυριαρχίας, τα ενισχύουν.

Σ’ αυτή την ενισχυτική της κυριαρχίας θέση και δράση της αριστεράς, οι αναρχικοί οφείλουν να αντιπαρατίθενται ουσιαστικά και όχι μικροπολιτικά. Η γνώση των ιστορικών δεδομένων γίνεται σε πολλές περιπτώσεις καθοριστική. Σ’ αυτό τον τομέα, η κατανόηση των όσων επέφεραν την μικρασιατική καταστροφή αναδεικνύεται μέσα από όσα σκόπιμα αποφεύγεται να συνδυαστούν…

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 122, Δεκέμβριος, 2012
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.