Η Γέννηση των Θεών και η προέλευση της Γεωργίας (Μέρος Β΄)

Μία κριτική τοποθέτηση από τον Jonathan Slyk στο βιβλίο «Η Γέννηση των Θεών και η προέλευση της Γεωργίας», του Jacques Cauvin

Τα άγρια δημητριακά φύτρωναν μόνο στα υψηλότερα υψόμετρα στην Εγγύς Ανατολή, όπου είχαν εγκατασταθεί οι πρώην Κιγιάμ. Τα πρώτα φυτά που καλλιεργήθηκαν ανακαλύφθηκαν στις προσχωσιγενείς (αλλουβιακές) πεδιάδες στην λωρίδα της Εγγύς Ανατολής στην κοιλάδα του Ιορδάνη, και σε άλλες περιοχές με χαμηλό υψόμετρο γύρω από τη Δαμασκό. Δίνεται μια καλή περιγραφή των διαφορών μεταξύ του άγριου και του ήμερου σιταριού. Το άγριο σιτάρι, η σίκαλη και το κριθάρι συλλέχθηκαν με εντατικό τρόπο και κατά διαστήματα πρέπει να τα είχαν μεταφέρει από τους λόφους πίσω στην κοινότητα. Καθώς οι άνθρωποι άρχισαν να δείχνουν την προτίμησή τους σε ορισμένα είδη, άρχισαν και να τα καλλιεργούν. Ούτε η συγκομιδή, ούτε η καλλιέργεια αλλάζει σημαντικά τη φύση του άγριου φυτού. Το άγριο σιτάρι που καλλιεργείται παραμένει άγριο για μια μακρά περίοδο χωρίς καμία αλλαγή στη μορφολογία. Όταν, όμως, οι σπόροι απομονώνονται και αναπτύσσονται ξεχωριστά για πολλές σοδειές όπου το φυτό διαφοροποιείται αρκετά, ώστε να παράγει ένα ξεχωριστό είδος, τότε έχουμε μια μεταβολή, την λεγόμενη εξημέρωση.. Αυτό πρέπει να είχε γίνει σε πειραματική βάση, χωρίς να το πυροδοτήσει κάποια αγροτική οικονομία, λέει ο Cauvin.

Οι αρχαιοβοτανολόγοι θεωρούν ότι είναι δύσκολο να εντοπίσουμε την ακριβή στιγμή κατά την οποία το άγριο σιτάρι γίνεται καλλιεργήσιμο. «Βλέπουμε μόνο τις συνέπειες, σε ένα στάδιο όπου το φαινόμενο, που έχει ήδη εδραιωθεί τελικά, έχει ουσιαστικά αναδιαμορφώσει τη μάζα των μετρήσιμων στοιχείων στα οποία μπορούμε να έχουμε πρόσβαση», (σελ.60 του βιβλίου του).

Δεδομένου ότι η επανάσταση των συμβόλων κλιμακώνεται και η θρησκεία της «νεολιθικοποίησης» κυριαρχεί, η Θεά και ο Ταύρος προΐστανται στην εξωτερίκευση του μετασχηματισμού των πρακτικών υποθέσεων. Η εξημέρωση των φυτών είναι πιθανό να εγκαινιάζεται υπό την αιγίδα της θηλυκής ενέργειας της Θεάς, ενώ ο Ταύρος εμπνέει τους άνδρες να ξεκινήσουν να ασκούν εξουσία στα ζώα. Από το 9.500 έως το 7.000 π.Χ., μια γκάμα από φυτά και ζώα «εξημερώνονται» γρήγορα. Αρχιτεκτονικά, οι κατοικίες που χτίζονταν υπόγεια, χτίζονται πλέον στην επιφάνεια με τελετουργικό τρόπο.

Οι άνθρωποι θάβουν τους νεκρούς τους κάτω από τη γη, και μια «λατρεία για το κρανίο» αναπτύσσεται όπου τα ανθρώπινα κρανία αποσπώνται από το σώμα και διαμορφώνονται με πηλό ώστε να μοιάζουν με τους ηρωικούς προγόνους του ανθρώπου ή με θεότητες.

Με τον Cauvin ως οδηγό μας, περνάμε μέσα από τα στρωματογραφικά επίπεδα, από τον Νατούφιο πολιτισμό στην πρώτη εμφάνιση της γεωργίας. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι παρά η ρήξη του ανιμιστικού κόσμου και «η γέννηση των θεών». Είναι ο κατακερματισμός της ανθρώπινης συνείδησης σε τμήματα και αντίθετα. Έτσι: άνδρας/γυναίκα, πάνω/κάτω, θεϊκό ον/κοινός άνθρωπος, φύση/άνθρωπος, κλπ. Ή, πιο εύγλωττα:

«Τι είναι αυτός ο λόγος που επιβάλλεται με τη δύναμη των εικόνων του και που φαίνεται να μοιάζει τόσο με τις μεγάλες ιστορικές θρησκείες που θα ακολουθήσουν; Είναι σαν να ανακαλύπταμε την προέλευσή τους. Και ποιά νέα τάση παρουσιάζεται, όπου ο άνθρωπος σηκώνει τα χέρια του προς τον ουρανό, όταν κάνει επίκληση στο θεϊκό ον; Αυτός που «προσεύχεται» αισθάνεται ο ίδιος ανίσχυρος και ζητάει βοήθεια από πιο πάνω. Μια κάθετη τοπολογία έτσι εισάγεται στην ίδια την βαθειά γνώση του ανθρώπινου μυαλού, όπου η αρχική κατάσταση της αγωνίας μπορεί να μετατραπεί σε διαβεβαίωση με τίμημα μια πραγματικά έμπειρη, εξυψωτική νοητική προσπάθεια με την μορφή της προσφυγής σε μια θεία αρχή έξω από τον άνθρωπο και πιο πάνω από αυτόν. Αυτή η «λατρεία» είναι η άλλη όψη της δυστυχίας που βιώνεται καθημερινά. Η δύναμη του θεού και τα ανθρώπινα όρια είναι οι δύο σταθεροί πόλοι αυτού του νέου δράματος που εγκαθίσταται στην καρδιά του ανθρώπου περίπου το 9.500 π.Χ.» (σελίδες 71 και 72 του βιβλίου του).

Αφήνοντας κατά μέρος την φυλετική γλώσσα, ο Cauvin επιμένει ότι η αλλαγή στην ιδεολογία από τον ανιμισμό στη θρησκεία έφερε μαζί του νέες και διαφορετικές συμβολικές εικόνες οι οποίες δημιουργούν το δικό τους σύστημα λογικής. Η επιρροή των δομιστών, όπως ο Κλωντ Λεβί-Στρος και ο Andre Leroi-Gourhan, είναι αδιαμφισβήτητη, όπως επίσης είναι έντονη η παρουσία της συμβολικής αρχαιολογίας του Ian Hodder.

Η διάδοση και εξάπλωση της γεωργίας καταλαμβάνει το υπόλοιπο του βιβλίου.

Η θεωρία της διάχυσης και οι μεγάλες κύριες θεωρίες είναι αυτή τη στιγμή ξεπερασμένες στην αρχαιολογία, αλλά ο Cauvin δεν απομακρύνεται από αυτές. Η ψυχο-πολιτισμική εξήγησή του προσμετρά την εξάπλωση της γεωργίας, τόσο στα πιο ανατολικά, όσο και στα πιο δυτικά, στην Ευρώπη, όπου το σιτάρι δεν ήταν γηγενές και είχε φτάσει εκεί ήδη ως προϊόν καλλιέργειας. Μια μεσσιανική θρησκεία εξημέρωσης που διαδίδεται σε πλάτη και μήκη δεν χρειάζεται καμία βοήθεια από τις θεωρίες τις σχετικές με την ανεξάρτητη πρέλευση. Πώς η εξάπλωση εξηγεί την ύπαρξη της γεωργίας στον Νέο Κόσμο της Μεσοαμερικής, όμως, ο Cauvin δεν το εξηγεί.

Παρά το γεγονός ότι η θρησκεία δημιούργησε το «χάσμα» μεταξύ Θεού και ανθρώπου, αρχικά δεν είχε καμία άμεση επίδραση στο περιβάλλον. Οι συνέπειες που πρώτες εμφανίζονται είναι ψυχολογικής φύσεως, ιδίως όσον αφορά την αποξένωση. Ο Cauvin δεν κάνει την ίδια χρήση του όρου όπως οι Ρουσσώ, Χέγκελ ή ακόμα και ο Μαρξ.

Η αποξένωσηση δεν ήταν η απλή αποστέρηση της ατομικής υπόστασης του ανθρώπου, αλλά μια πηγή κινήτρου που «ανασχημάτιζε την ανθρώπινη νοητική διεργασία», σφυρηλατώντας νέες δραστηριότητες. Ο Cauvin υπονοεί πως η καλλιέργεια φυτών και η εκτροφή κοπαδιών, ήταν κατα πάσαν πιθανότητα αυτές ακριβώς οι νέες δραστηριότητες που λειτούργησαν ως αντίβαρο στην απώλεια της ολότητας που ένοιωσε ο άνθρωπος.

Αλλά ακριβώς γιατί λαμβάνει χώραν η μεταστροφή από τον ανιμισμό στη θρησκεία και γιατί συνέβη όπου και όταν συνέβη, είναι τα ερωτήματα που άφησε αναπάντητα, και αποτελούν την κυριότερη απογοήτευση από το βιβλίο αυτό. Ίσως να ζητάμε πάρα πολλά από τον φίλο μας όταν θέλουμε να εντοπίσει την «ρίζα» των προελεύσεων. Στα σημεία που ο Cauvin γίνεται πιο ενδελεχής είναι εκεί που απογυμνώνει τις οικονομικές και υλιστικές παραδοχές όσον αφορά την προέλευση της γεωργίας. Το νεολιθικό τοπίο της Εγγύς Ανατολής ήταν ένα πλούσιο και ποικίλο οικοσύστημα. Δεν υπήρχε κλιματική διαταραχή που να αποτελέσει το κίνητρο για την δημιουργία μιας επιπλέον πηγής τροφίμων, ούτε υπήρχε πληθυσμιακή πίεση (μια θεωρία που χάνει τους υποστηρικτές της ακόμη και στο κυρίαρχο ρεύμα αρχαιολογίας). «Δεν υπήρχε έλλειψη πόρων στο περιβάλλον, ούτε κάποια ένδειξη σε αυτό το στάδιο ότι άτομα ή μειονότητες εντός αυτών των κοινωνιών είχαν αποκτήσει την ικανότητα να μονοπωλούν τα προϊόντα της τροφοσυλλογής ή του κυνηγιού, έτσι ώστε να γίνουν φτωχότεροι οι υπόλοιποι» (σελ. 208 του βιβλίου του).

Μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας του Cauvin φαίνεται να συμβαδίζει με την κριτική του Zerzan για τον συμβολικό χαρακτήρα [βλ. επίσης Zerzan σχετικά με αυτό το θέμα]. Η κύρια διαφορά είναι ότι, για τον Cauvin, η πλήρης αλλοτριωτική δύναμη των συμβολισμών επιτυγχάνεται μόνο όταν συνδυάζεται με μια ιδεολογία που αναδιατυπώνει το ρόλο της ανθρωπότητας σε σχέση με το υπόλοιπο του φυσικού κόσμου. Ο συμβολισμός δεν έρχεται με την απειλή της πυράς και δεν τον εκλαμβάνουν ότι συνεπάγεται αναγκαστικά την κοινωνική κυριαρχία. Οι πρώτες αρχαιολογικές ενδείξεις για την κοινωνική διαφοροποίηση στην Εγγύς Ανατολή δεν εμφανίζονται έως και την έκτη χιλιετία π.Χ.. Και οι σύγχρονοι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες, το σύνολο των οποίων συμμετέχουν σε μια συμβολική δραστηριότητα, είναι γενικά αντίθετοι και στην ιεραρχία και στην καλλιέργεια.

Η Γέννηση των Θεών είναι ένα εξαιρετικά γραμμένο βιβλίο γεμάτο με ιδέες. Ο Cauvin παρουσιάζει μια ισχυρή σύνθεση της διαθέσιμης γνώσης για την έλευση της γεωργίας στην Εγγύς Ανατολή. Δεν θα πρέπει να συνιστάται να διαβάζεται το βιβλίο μόνο του ή ως εισαγωγή στο θέμα, πάντως. Η ονοματολογία, οι χρονολογικοί πίνακες και ο μεγάλος αριθμός των τοποθεσιών αποτελούν ένα ελαφρώς αποπροσανατολιστικό ανάγνωσμα χωρίς να ανατρέξει κανείς σε άλλες πηγές. Μία άλλη υπεκφυγή είναι πως οι όροι της θρησκείας, του ανιμισμού και του συμβολισμού δεν εμφανίζονται στο ευρετήριο.

Παρ’ όλα αυτά, οι ιδέες που περιέχονται στη Γέννηση των Θεών αξίζει να μελετηθούν.

«Η χρονολογική σειρά των αλλαγών αυτών, μια συμβολική μεταμόρφωση που προηγείται της αγροτικής οικονομίας είναι ένα αποδεδειγμένο στρωματογραφικά γεγονός. Ήτοι αρκεί για να μας αποτρέψει από το να κάνουμε τα πάντα να απορρέουν από έναν μετασχηματισμό στις υποδομές, όπως έκανε ο Gordon Childe», (σ. 66 του βιβλίου του). Εδώ, επιτέλους, υπάρχει μια απολαυστική αφήγηση των απαρχών της μακρινής καταγωγής μας.

Η γεωργία δεν εφευρέθηκε λόγω κάποιας επισιτιστικής ανασφάλειας, ούτε ήταν αυτό το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της προσαρμογής. Ήταν, αντίθετα, μια δευτερεύουσα επίδραση σε μια νέα ιδεολογία, μια θρησκεία που μεταμόρφωσε κάθε πτυχή της ζωής για τους μόνιμα εγκατεστημένους κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες της Εγγύς Ανατολής.

Μετάφραση Κ.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 137, Απρίλιος 2014
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.