Η Γέννηση των Θεών και η προέλευση της Γεωργίας (Μέρος Α΄)

Μία κριτική τοποθέτηση από τον Jonathan Slyk στο βιβλίο «Η Γέννηση των Θεών και η προέλευση της Γεωργίας», του Jacques Cauvin

Τα τελευταία χρόνια έχουμε παρακολουθήσει να παρελαύνουν διάφορες ιστορίες φρίκης στον τομέα της γεωργίας, τα πάντα από κρέας μολυσμένο με βακτηρίδια Ε. Coli, ορμόνες ανάπτυξης βοοειδών στο γάλα και γενετικά μεταλλαγμένους σπόρους να παρασύρονται μέσω του αέρα σε φάρμες βιολογικής καλλιέργειας, ως τη νόσο των τρελών αγελάδων και τον αφθώδη πυρετό. Η μεγάλη αλληλουχία από ύπουλες καταστροφές κατέληγε στην καύση σωρών με πτώματα ζώων να σιγοκαίνε σε όλη την αγγλική ύπαιθρο –μία μακάβρια μυσταγωγία που μας αναγγέλλει το πέρασμα του πολιτισμού στην εποχή της βιοτεχνολογίας.

Σαν μια αποτυχημένη ταινία επιστημονικής φαντασίας από τη δεκαετία του 1950 με σκηνές από ακτινοβολίες και γιγαντιαία έντομα, η ιστορία της γεωργίας αποτελεί μια ανεξέλεγκτη ύβρη και ένα πείραμα που έχει πάει εντελώς στραβά. Επί πλέον, είναι μια ιστορία που μας την έχουν διηγηθεί σύμφωνα με την ιερατική οπτική της καθεστηκυίας ελίτ, οι κοινωνιοβιολόγοι και οι εξελικτικοί ψυχολόγοι. Η γεωργία, μας διαβεβαιώνουν, ήταν αναπόφευκτη, ένα φυσικό αποτέλεσμα της προσαρμογής του παρελθόντος μας ως κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες. Προαναγγέλλεται στη γνωσιακή εξέλιξη του ανθρώπινου εγκεφάλου μετά από μια πορεία εξελικτικής ανάπτυξης που οδηγεί αναπόφευκτα στην επαρκή γνώση που απαιτείται για τον έλεγχο του περιβάλλοντος. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, η καλλιέργεια των φυτών και η εξημέρωση των ζώων με όλα όσα επακολούθησαν ήταν απλά βέβαιο ότι θα συμβούν, αργά ή γρήγορα. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποιοι λιγοστοί αρχαιολόγοι που δεν το πιστεύουν. Μεταξύ αυτών είναι και ο Jacques Cauvin, ένας ομότιμος καθηγητής στο CNRS (Centre National de la Recherche Scientifique=Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας) στο Παρίσι, ο οποίος έχει εργαστεί σε Νεολιθικές ανασκαφές στην Εγγύς Ανατολή για πάνω από τριάντα χρόνια. «Η Γέννηση των Θεών και η προέλευση της γεωργίας» είναι το πρώτο βιβλίο του συγγραφέα που μεταφράστηκε στα Αγγλικά.

Ο Cauvin τοποθετεί τα ίχνη της ανάπτυξης των νεολιθικών πολιτισμών στην Εγγύς Ανατολή (στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου που περιλαμβάνει τη νοτιοανατολική Ανατολία, την Συρία, το Λίβανο, το Ισραήλ και την Ιορδανία) περίπου από τα 12.000 έως τα 6.300 χρόνια π.Χ..

Το να τοποθετήσουμε αυτούς τους πολιτισμούς στο σωστό τους πλαίσιο απαιτεί μια σύντομη συζήτηση με τον Cauvin από τις πρώτες περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνθήκες της Επί-Παλαιολιθικής εποχής σε ολόκληρη την περιοχή. Είναι γνωστό ότι η Μέση Ανατολή είχε κατοικηθεί 90.000 χρόνια πριν, ως μέρος του πρώτου κύματος του ανατομικά σύγχρονου ανθρώπου από την Αφρική. Ως τα 12.000 έτη π.Χ., τα πρώτα μόνιμα χωριά είχαν συσταθεί σε πολλές περιοχές της Ανατολής από μια πολιτισμική ομάδα που ορίζονται ως Νατούφιοι (Natufian). Επρόκειτο για λαούς με ένα ευρύ φάσμα οικονομίας (κυνήγι/συλλογή καρπών/αλιεία) που ζούσε σε θολωτές, ημιυπόγειες κατασκευές. Τα άγρια δημητριακά τα συνέλεγαν οι Νατούφιοι, ώσπου μια περίοδος ξηρασίας τροποποίησε το περιβάλλον της Εγγύς Ανατολής.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου (περί το 9.800 π.Χ.) στράφηκαν σε άλλα φυτά, όπως το πολύγωνο και ο άγριος ο βίκος, γεγονός που αποδεικνύει ότι τα σιτηρά δεν καλλιεργούνταν ακόμη συστηματικά.

Η μεταβατική περίοδος μεταξύ του Νατούφιου πολιτισμού και του επόμενου σημαντικού αρχαιολογικού σταδίου –η Προκεραμική Νεολιθική περίοδος– είναι η Κιγιάμια (Khiamian) περίοδος (μεταξύ 10.000 και 9.500 π.Χ.). Ονομάστηκε έτσι από την παλαιστινιακή περιοχή της Khiam όπου βρέθηκαν για πρώτη φορά μύτες βέλους με πλευρικές εγκοπές. Ο λαός των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών αυτής της περιόδου ήταν άνθρωποι που είχαν ακριβώς τόση ποικιλομορφία όσο οι προηγούμενοι. Διαφορετικά η υλική κουλτούρα θα ήταν ασήμαντη εάν δεν υπήρχε το παρακάτων στοιχείο: Έλαβε χώραν μία έκρηξη της πρακτικής του συμβολισμού. Το θέμα αυτής της έκρηξης επικεντρώνεται στις γυναικείες μορφές και τους ταύρους.

Η Ανώτερη Παλαιολιθική τέχνη απεικονίζει, επίσης, ανθρώπους και ταύρους, έτσι φαίνεται πως δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος ενδιαφέροντος για τα επόμενα χρονικά παραδείγματα. Οι αρχαιότερες εικόνες που μας είναι γνωστές και βρέθηκαν στη σπηλιά Chauvet, είναι ζωγραφιές με ηλικία 35.000 χρόνια. Τα πήλινα ειδώλια της Αφροδίτης της Dolni Vestonice, που βρέθηκαν στη Μοραβία στην Τσεχική Δημοκρατία και πιστεύεται ότι είναι σύμβολα γονιμότητας, έχουν ηλικία περίπου 28.000 χρόνια πριν. Τα ίδια φυσικά ισχύουν για τους ταύρους που, επίσης, βρίσκονται στο Lascaux και την Altamira. Γνωρίζοντας ότι αυτά τα θέματα προϋπάρχουν, ο Cauvin επισημαίνει ότι όλη η Ανώτερη Παλαιολιθική τέχνη ως τον Νατούφιο πολιτισμό ήταν ουσιαστικά ζωόμορφη. Δηλαδή, τα ζώα ήταν πολύ περισσότερα από τις ανθρώπινες φιγούρες και σχεδόν πάντα εμφανίζονται συλλογικά, όπως σε κοπάδια από γαζέλες ή βούβαλους. Τα ειδώλια της Αφροδίτης, αν και εντυπωσιακά ήταν ακόμα συγκριτικά σπάνια.

Στην καρδιά της διατριβής του Cauvin είναι η επανάσταση των συμβόλων (la revolution des symboles), τόσο σε ποιότητα όσο και σε ποσότητα. Η επανάσταση της συμβολικής αναπαράστασης αρχίζει το 10.000 π.Χ.. Τα αγαλματίδια γυναικείων μορφών, στην αρχή απλώς υπαινικτικά και σχηματικά, σύντομα απέκτησαν πιο σαφές σχήμα και έγιναν αριθμητικά πολλά. Ως το 9.500 π.Χ., η θηλυκή μορφή είχε εξελιχθεί σε μια πλήρως ανεπτυγμένη Θεά που αντιπροσώπευε όχι μόνο την γονιμότητα, αλλά μια πραγματική «μυθική προσωπικότητα που σχεδιάστηκε ως ένα υπέρτατο ον και μια πανανθρώπινη μητέρα· με άλλα λόγια, μια θεά που στέφθηκε από ένα θρησκευτικό σύστημα το οποίο θα μπορού“θηλυκό μονοθεϊσμό”, υπό την έννοια ότι όλοι οι υπόλοιποι παρέμεναν υπό τις διαταγές της» (σ. 32 του βιβλίου του).

Ο ταύρος, που τώρα απεικονίζεται μόνος του και όχι σε κοπάδι, αλλά παραμένει ζωόμορφος, συνδέεται με την γυναικεία Θεότητα και κατατάσσεται ως ένα δεύτερο τη τάξει αλλά κατώτερο ιεραρχικά θεϊκό ον.

Οι ταύροι ήταν πολυάριθμοι στην Ανατολή, αλλά δεν έπαιξαν κανένα ρόλο στη διατροφή των Κιγιάμ (Khiamians). Σε όλη την Εγγύς Ανατολή στην ανασκαφή χώρων «η γυναίκα και ο ταύρος» απεικονίζονται σε έργα ζωγραφικής και ανάγλυφης τοιχογραφίας, σε γλυπτά από πηλό και αρχιτεκτονικούς κίονες. Δεν βρέθηκε καμία άλλη αναπαράσταση ζώων σε αυτήν την χρονική περίοδο. Ο υλικός πολιτισμός έχει αποτυπωθεί και εμποτιστεί καλά με αυτόν το νέο συμβολισμό. Ο Trevor Watkins, μεταφραστής του βιβλίου, ανέφερε σε μια μετέπειτα δημοσίευση ότι άλλα αντικείμενα που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα δείχνουν πως υπήρχαν πάνω από ένα παραδείγματα γυναικείων μορφών και ταύρων. Στην πραγματικότητα, η τέχνη δεν ήταν το μόνο πράγμα που άλλαζε. Οι αιχμές των δοράτων, τα λίθινα εργαλεία, τα δρεπάνια και τα διάφορα είδη ιγδίου (είδη γουδιού που δεν είχαν ακόμη αποκτήσει γεωργική χρήση), ήταν όλο και πιο διακοσμητικά και μη απαραίτητα.

Μετά από την Κιγιάμια εποχή, η πολυμορφία των περιοχών αναπτύχθηκε περισσότερο και πιο ειδικές καλλιέργειες εμφανίστηκαν σε διαφορετικά μέρη. Τρεις περιοχές τονίζονται στα πρώτα κεφάλαια: είναι η Sultanian (η Ιεριχώ και η Netiv Hagdud στα νότια, κοντά στη Νεκρά Θάλασσα), η Aswadian (η Aswad, μια πιο κεντρική τοποθεσία κοντά στην Δαμασκό) και η Mureybetian (η Mureybet στην Εύφορη Ημισέληνο, κοντά στον Ευφράτη ποταμό). Είναι από αυτή την περίοδο, περίπου το 9.500 π.Χ., που κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα ίχνη της γεωργίας. Η Θεά και ο Ταύρος ακόμα πολλαπλασιάζονται, κυρίως στο βορρά στην Ανατολία στην περιοχή του Catalhoyuk, όπου ο ταύρος γίνεται «ένα σχεδόν μονότονο θέμα» και από την όγδοη χιλιετία π.Χ. έχει λάβει μια πιο εξανθρωπισμένη μορφή. Η Sultanian χαρακτηρίζεται ως ο μεγαλύτερος οικισμός στην Ιεριχώ, καθώς οι πληθυσμοί δεν αναπτύχθηκαν τόσο, αλλά έγιναν πιο πυκνοκατοικημένοι. Εν τω μεταξύ, τα χωριά στο Aswad, όπως και στην Ιεριχώ, διατήρησαν τον ημιυπόγειο αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, όπως τα σπίτια στο Muyrebet. Στην ύστερη Mureybetian περίοδο, θα βρούμε το πρώτο ορθογώνιο σχήμα κτιρίου σε όλον τον κόσμο.

Μετάφραση Κ.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 137, Απρίλιος 2014
Both comments and trackbacks are currently closed.