Η ιστορία ενός νεοσύλλεκτου του 1813

«Αν αυ­τοί που μας ε­ξου­σιά­ζουν και που λέ­νε πως ο Θε­ός τους έ­στει­λε στη γη για να ε­ξα­σφα­λί­σουν την ευ­τυ­χί­α μας, μπο­ρού­σαν να σκε­φτούν, την ώ­ρα που σχε­διά­ζουν μια εκ­στρα­τεί­α, τους φτω­χούς γέ­ρο­ντες και τις δυ­στυ­χι­σμέ­νες μα­νά­δες, που κα­τά κά­ποιον τρό­πο, θα τους ξε­ρι­ζώ­σουν την καρ­διά και τα σπλάγ­χνα, για να ι­κα­νο­ποι­ή­σουν την α­λα­ζο­νεί­α τους. Αν μπο­ρού­σαν να δουν τα δά­κρυα και να α­κού­σουν τις οι­μω­γές τους την ώ­ρα που θα έρ­θουν να τους πουν: «Το παι­δί σας σκο­τώ­θη­κε… πο­τέ δεν θα το ξα­να­δεί­τε. Έ­χα­σε τη ζω­ή του κά­τω α­πό τις ο­πλές των α­λό­γων, ή ξε­κοι­λια­σμέ­νο α­πό μια ο­βί­δα, ή ά­φη­σε την τε­λευ­ταί­α του πνο­ή σ’ έ­να νο­σο­κο­μεί­ο, κά­που μα­κριά, α­φού πριν το εί­χαν α­κρω­τη­ριά­σει, τυ­ραν­νι­σμέ­νο α­πό τον πυ­ρε­τό, χω­ρίς κα­μμιά πα­ρη­γο­ριά, φω­νά­ζο­ντας το ό­νο­μά σας, ό­πως ό­ταν ή­ταν μι­κρό παι­δί.» Αν μπο­ρού­σαν να α­να­λο­γι­στούν τα δά­κρυα αυ­τών των μα­νά­δων, πι­στεύ­ω πως κα­νέ­νας α­πό αυ­τούς δεν θα δει­χνό­ταν τό­σο βάρ­βα­ρος ώ­στε να συ­νε­χί­σει αυ­τή την ι­στο­ρί­α. Ό­μως αυ­τοί δεν σκέ­φτο­νται τί­πο­τα. Θε­ω­ρούν πως οι άλ­λοι άν­θρω­ποι δεν α­γα­πούν τα παι­διά τους ό­σο αυ­τοί τα δι­κά τους, νο­μί­ζουν πως οι άλ­λοι άν­θρω­ποι εί­ναι ζώ­α.

Ναι, εί­δα τους τε­ρά­στιους ε­κεί­νους λάκ­κους ό­που θά­βουν τους νε­κρούς: Ρώ­σους, Γάλ­λους, Πρώ­σους, α­να­κα­τε­μέ­νους, έ­τσι ό­πως τους έ­φτια­ξε ο Θε­ός, για να εί­ναι α­γα­πη­μέ­νοι, ό­ταν δεν υ­πήρ­χαν α­κό­μα οι στο­λές και τα δια­κρι­τι­κά που τους ξε­χω­ρί­ζουν προς ό­φε­λος αυ­τών που τους κυ­βερ­νούν. Κεί­το­νται ε­κεί… α­γκα­λια­σμέ­νοι, σαν κά­τι α­κό­μα να ζει μέ­σα τους… α­γα­πιού­νται και συγ­χω­ρούν ο έ­νας τον άλ­λον… α­να­θε­μα­τί­ζο­ντας τους ε­γκλη­μα­τί­ες, που τό­σους αιώ­νες τώ­ρα τους ε­μπο­δί­ζουν να α­δελ­φω­θούν, ε­νώ α­κού­γε­ται η βρο­ντή του κα­νο­νιού και ψέλ­νουν στις εκ­κλη­σί­ες δο­ξο­λο­γί­ες ε­πει­δή κα­τά­φε­ραν να σκο­τώ­σουν με­ρι­κές χι­λιά­δες αν­θρώ­πους πα­ρα­πά­νω.

Ό­λες οι με­γά­λες ι­δέ­ες και η δό­ξα δεν εί­ναι τί­πο­τα. Έ­να μό­νο πράγ­μα α­ξί­ζει τον κό­πο για έ­ναν λα­ό να πά­ρει τα ό­πλα. Ό­ταν α­πει­λεί­ται η ε­λευ­θε­ρί­α του. Τό­τε ό­λοι ή πε­θαί­νου­με μα­ζί ή νι­κά­με μα­ζί. Αυ­τός εί­ναι ο μό­νος δί­καιος πό­λε­μος. Ό­λοι οι άλ­λοι πό­λε­μοι εί­ναι α­πάν­θρω­ποι και η δό­ξα που κερ­δί­ζε­ται σ’ αυ­τούς, εί­ναι δό­ξα ά­γριων θη­ρί­ων».

Δημοσιεύθηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 46, Ιανουάριος 2006
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.