Παγκόσμιος καπιταλισμός ή τοπικός σχεδιασμός; (Μέρος Β΄)

Πριν παραθέσουμε τη συνέχεια της μετάφρασης του κειμένου του Karl Polanyi, το δεύτερο και τρίτο μέρος της, θα θέλαμε να διορθώσουμε κάτι από την εισαγωγή μας στο α΄ μέρος· το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε, για πρώτη φορά, το 1945 στο περιοδικό The London Quarterly of World Affairs κι όχι όπως είχαμε γράψει στην εισαγωγή του α’ μέρους στο «Ο Μεγάλος Μετα­σχηματισμός» (The Great Transformation), που εκδόθηκε το 1944.

Πέραν τούτου, ας επισημανθεί πως  στο εν λόγω κείμενο μπορούν να γίνουν ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις. Πρώ­τα απ’ όλα, ενώ διαβάζουμε μια πολιτική ανάλυση για τη διαμόρφωση των δυνάμεων μετά την Β’ Παγκόσμια Ανθρωποσφαγή, φαίνεται σαν να διαβάζουμε ένα κείμενο για τις οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις τού σήμερα. Η θέση της Βρετανίας ή της Ρωσίας στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα, που περιγράφεται στο κείμενο, μοιάζει να είναι σαν τη σημερινή. Αυτό φαίνεται τουλάχιστον επικίνδυνο· δηλαδή το ό,τι μετά από 70 χρόνια, ζώντας την κεκτημένη ταχύτητα της Παγκοσμιοποίησης, βιώνουμε τα ίδια ψευδο-διλήμματα: εθνική πολιτική ή παγκόσμια, παλιοί ή νέοι κανόνες. Φαίνεται να τρέχουμε προς το μέλλον με ταχύτητα, εξ αιτίας της τεχνολογικής ανάπτυξης και της παγκοσμιοποίησης, αλλά τελικά τρέχουμε στην αρχή. Σαν το παιγνίδι «Γκρινιάρης», που ενώ κοντεύεις στο τέλος, ενδέχεται να επιστρέψεις διαμιάς από εκεί που ξεκίνησες. Όμως, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, είναι αλήθεια ότι η παγκόσμια πολιτική καταγίνεται με τα ίδια ακριβώς ζητήματα που φαίνεται να ξεπερνάει.

Το αν ένα κράτος θα επιλέξει εθνική ή παγκοσμιοποιημένη πολιτική και οικονομία είναι ένα ερώτημα που επαναλαμβάνεται. Οι ανθρώπινες δυνατότητες εμφανίζονται όλο και πιο περιορισμένες. Άνθρωποι με λιγότερους πόρους προσπαθούν να τραφούν από τη δική τους παραγωγή, η οποία όλο και συρρικνώνεται, καθώς κάνουν ένα σωρό διεκπεραιωτικές δουλειές που και να έπαυαν αύριο να υπάρχουν, δεν θα έλειπαν πραγματικά σε κανέναν. Ενώ κάθε άνθρωπος ως μονάδα μοιάζει εξαρτημένος από υπερ-δομές που τον ξεπερνούν, δεν είναι σε μεγάλο βαθμό δημιουργός ούτε της ζωής ούτε της επιβίωσής του, το σύστημα που τον έχει εγκλωβίσει φαίνεται να έχει βρεθεί σε αδιέξοδο. Τα πράγματα δείχνουν πως δεν πάνε και πολύ καλά για κανέναν, όταν σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο θέτουμε τα ίδια ερωτήματα, τα οποία οδήγησαν στις παγκόσμιες ανθρωποσφαγές κι όρισαν τον «νέο» κόσμο μετά από αυτές, ίδιο κι απαράλλαχτο με τον παλιό. Πάλι διάχυτος φόβος κάθε είδους, εξαθλίωση και κατακρήμνιση της καθημερινότητας, πολυπληθείς ομάδες που βίαια ανταλλάσσονται και μετακινούνται, μετέωρες, να μην είναι σε θέση να ενσωματωθούν πουθενά.

Σαν να λέμε, δηλαδή, ότι είμαστε κλεισμένοι σε μια άνυδρη έρημο, όπου δεν μπορούμε τίποτε να κάνουμε για να ζήσουμε κι αυτή η ίδια η έρημος σε λίγο θα πάψει να έχει ακόμη και οξυγόνο. Και ’μείς το μόνο που «σπάμε το κεφάλι μας» να βρούμε είναι πώς θα καταφέρουμε να ζήσουμε μέσα σε αυτή την έρημο, παρ’ όλα αυτά. Θέτουμε, δηλαδή, το λάθος ερώτημα. Τό­τε αξίζει να σκεφτούμε ή να θυμηθούμε αν υπήρχε και κάτι άλλο πριν την έρημο. Ναι, υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει και μετά από αυτήν. Από το να σπάμε και να ξανασπάμε το κεφάλι μας πάνω στον ίδιο βράχο, αν είναι καλό να ζούμε σε παγκοσμιοποίηση ή εθνικό κράτος, ας θέσουμε ένα άλλο ερώτημα. Μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τίποτε από τα δύο; Και πώς;

Δεν είναι ο τοπικισμός από τον οποίο αντλεί τη δύναμή της η Ρωσία. Η νίκη του Σταλινισμού επί του Τροτσκισμού σήμανε μια αλλαγή στην εξωτερική της πολιτική από έναν άκαμπτο οικουμενισμό, που βασιζόταν στην ελπίδα ενός επαναστατημένου κόσμου σε έναν τοπικισμό, που συνορεύει με την απομόνωση. Ο Τρότσκι, στην πραγματικότητα, ακολούθησε την παραδοσιακή γραμμή της επαναστατικής πολιτικής, ενώ ο Στάλιν υπήρξε ένας τολμηρός νεωτεριστής. Αρνούμενοι αυτά τα γεγονότα, οι Κομμουνιστές προκάλεσαν απελπισμένη σύγχυση και έκαναν για μας ανώφελα δύσκολο το να συνειδητοποιήσουμε την αναπάντεχη καινοτομία της πολιτικής του Στάλιν.

Κατ’ αρχάς, εμφανίζεται μια τελείως νέα στάση απέναντι στην χρήση της κοινωνικής αλλαγής. Η νικηφόρος ρωσική αυτοκρατορία θεωρεί την ανεξαρτησία της δεδομένη και το κυρίαρχο συμφέρον της είναι η διαρκής ειρήνη (δεδομένου αυτού, η Ε.Σ.Σ.Δ. μπορεί ίσως και με μισή ντουζίνα Πενταετών Σχεδίων, να φτάσει στο επίπεδο της Αμερικής σε βιομηχανική επάρκεια κι επίπεδο ζωής και, πράγματι, να το ξεπεράσει). Καθώς έχει αποκλείσει τις οικουμενικές λύσεις στο μοντέλο του Συνασπισμού των Εθνών ή της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας, η ειρήνη εξαρτάται μόνο από την εξωτερική πολιτική των γειτόνων της. Οι Ρώσοι είναι αποφασισμένοι να έχουν μόνο φιλικά κράτη στα δυτικά τους σύνορα, αλλά είναι απρόθυμοι να επεκτείνουν τα σύνορά τους τόσο, ώστε να συμπεριλάβουν και τους γεί­τονές τους. Οι νέες θεσμικές αλλαγές είναι σχεδιασμένες, ώστε να υποστηρίξουν τη Ρω­σία σε αυτή την προσπάθεια, καθώς επι­τρέπουν μικρότερους γείτονες, για να εναρ­μονίσουν την πολιτική τους με τους άμεσους δικούς τους γείτονες στο εσωτερικό της Ρωσίας, χωρίς απαραίτητα να διεξάγουν διαπραγματεύσεις με τον ίδιο τον κολοσσό. Η Ε.Σ.Σ.Δ. τούς προσφέρει σλαβική αλληλεγγύη απέναντι στη γερμανική επίθεση και θεωρεί ότι κανένα άλλο πέρα από το ταξικό συμφέρον δεν θα μπορούσε να επηρεάσει τις κυβερνήσεις τους να σταθούν στο πλευρό της Γερμανίας εναντίον της. Γι’ αυτό, θέλει να καταστρέψει την πολιτική επιρροή της φεουδαλικής τάξης και των εκπροσώπων της «βαριάς» βιομηχανίας στις χώρες τους και τις προθέσεις τους να χρησιμοποιήσουν κοινωνικοοικονομικά μέσα γι’ αυτό το σκοπό, αλλά μόνο για αυτό το σκοπό. Με άλλα λόγια εύχεται να θέσει τον οικονομικό ριζοσπαστισμό στην υπηρεσία περιορισμένων πολιτικών σκοπών. Τέτοιες βασικές μεταρρυθμίσεις, όπως αυτές που υποστηρίζει στην Πολωνία, για παράδειγμα, δεν θα σήμαιναν κοινωνικές επαναστάσεις με τη συνηθισμένη έννοια –όπου ο σοσιαλισμός είναι ένας στόχος από μόνος του– αλλά μόνο δημοφιλείς ανακατατάξεις, που στόχευαν στην καταστροφή της πολιτικής δύναμης των φεουδαρχικών τάξεων, αποφεύγοντας όμως κάθε γενικό μετασχηματισμό του συστήματος ιδιοκτησίας. Τέτοιες βασικές μεταρρυθμίσεις είναι μακράν οι ασφαλέστερες από τις παραδοσιακές, απεριόριστες σοσιαλιστικές, που, τουλάχιστον στην Ανατολική Ευρώπη είτε θα προκαλούσαν μια φασιστική αντεπανάσταση ή διαφορετικά θα διατηρούνταν μόνο με τη βοήθεια των ρωσικών ξιφολογχών, που η Ρωσία δεν έχει καμιά πρόθεση να παρέχει.

Τίποτε δεν είναι λιγότερο ελκυστικό για έναν τυπικό επαναστάτη από μια τέτοια προοπτική. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι δεν θα μπορούσε να την εγκρίνει χωρίς μια ψυχολογική επιφύλαξη και θα μπορούσε να δυσκολευτεί ακόμη και να το κατανοήσει. Παραδοσιακά, θεωρεί αυτή την πολιτική πράξη ως μέσο για να πετύχει κοινωνικοοικονομικούς σκοπούς και για να αντιστρέψει αυτή τη σειρά με την χρήση κοινωνικοοικονομικών μέσων, όπως ο εθνικισμός ή η αγροτική μεταρρύθμιση· για πολιτικούς σκοπούς φαίνεται σχεδόν αφύσικος για αυτόν. Οπότε, οι ίδιοι οι Ρώσοι αρνούνται απλώς να επικαλεστούν αυτές τις μεθόδους των σοσιαλιστών, καθώς έχουν σχέδιο να διαφυλάξουν μόνο την δική τους ασφάλεια. Για όλα αυτά, μπορεί να πετύχουν μια δημοκρατική κοινωνική μεταρρύθμιση πιο αποτελεσματικά από ό,τι έχει πετύχει οποιοσδήποτε παγκόσμιος επαναστάτης σοσιαλιστής.

Από την ιδεολογική στρατόσφαιρα ο σοσιαλισμός έτσι πέφτει με αλεξίπτωτο στη γη. Η γενιά μας έχει μάθει πόσο υπερβολικά οι άνθρωποι συγκεντρώνονται πίσω από πολιτικές σχεδιασμένες να προστατεύουν την κοινότητα από τον εξωτερικό κίνδυνο. Οι Ρώσοι υπόσχονται στους γείτονές τους μια ασφαλή εθνική ύπαρξη σε μια συνθήκη που τους απαλλάσσει από τις «ανίατες» αντιδραστικές τάξεις και είναι γι’ αυτό το σκοπό που προτείνουν απαλλοτριώσεις και τελικά δημεύσεις. Κανείς δε θα ξαφνιαστεί αν τέτοιες μέθοδοι, αντιδημοτικές οπουδήποτε αλλού, θα πρέπει να βρουν ισχυρή υποστήριξη σε κοινωνίες, στις οποίες βρίσκουν τα μέσα για την εθνική ασφάλεια. Θα πρέπει να θυμηθούμε ότι άπαξ και η Μεταρρύθμιση ξεκίνησε να περιλαμβάνει την δήμευση της εκκλησιαστικής περιουσίας, αμέσως η σκηνή μεταβάλλεται από μοναστικά κελιά σε αίθουσες συνεδριάσεων των Πριγκήπων. Ομοίως, οι άνθρωποι μπορούν να αποφασίσουν με προθυμία για σοσιαλιστικά μέτρα, που απελευθερώνουν τα πολιτικά αγαθά.

Επομένως, είναι αναμενόμενος ακριβώς ο τοπικός χαρακτήρας αυτού του σοσιαλισμού, που διαβεβαιώνει την επιτυχία του και την εμποδίζει από το να γίνει απλώς μια εισαγωγή περαιτέρω πολέμων κι επαναστάσεων. Αυτό αναγκαστικά θα είχε ως αποτέλεσμα την προσπάθεια να διασπαρεί ο σοσιαλισμός, για δικό του όφελος, σε γειτονικές χώρες. Ο σοσιαλισμός αυτού του νέου είδους δεν είναι ένα αντικείμενο για εξαγωγή. Είναι ένα θεμέλιο για την εθνική ύπαρξη.

Στην Ανατολική Ευρώπη ο τοπικισμός είναι επίσης η θεραπεία για τουλάχιστον τρεις ενδημικές πολιτικές ασθένειες – μισαλλόδοξος εθνικισμός, μικροαστική κυριαρχία και οικονομική μη συνεργασία. Και τα τρία είναι αναπόφευκτα υπό-προϊόντα μιας οικονομίας της αγοράς σε μια περιοχή φυλετικά μικτών οικισμών. Ο τοξικός εθνικισμός του 19ου αι. ήταν άγνωστος έξω από τους περιορισμούς τέτοιων οικονομιών και η γεωγραφική του επέκταση προς την Κεντρική Ευρώπη, την Ανατολική Ευρώπη και την Ασία συμπίπτει με τις επικράτειες που βρέθηκαν υπό τον έλεγχο ενός πιστωτικού συστήματος των αυτοχθόνων μεσαίων τάξεων. Σε πολυεθνικές περιοχές, όπως οι κοιλάδες του Βιστούλα και του Δούναβη, αυτό είχε ως αποτέλεσμα υστερικά σωβινιστικά κράτη, που, ανίκανα να φέρουν τάξη στο πολιτικό χάος, απλώς επηρεάζουν άλλους με την «αναρχία» τους. Επί πλέον, η έκπληξη του ωφελιμιστικού ελεύθερου εμπορίου, με την απλοϊκή του άποψη που συνδέεται με τα οικονομικά, τα άλυτα φυλετικά του ζητήματα, εμπόδισε την ομαλή λειτουργία των αγορών στα διαφιλονικούμενα σύνορα.

Οι Μπολσεβίκοι σύντομα πρέπει να ανακάλυψαν ότι αυτός ο τύπος εθνικισμού ήταν απλώς το αποτέλεσμα της οικονομίας του 19ου αι. σε πολυεθνικές περιοχές. Πράγματι, η εμπειρία τους, τόσο εντός όσο και εκτός των συνόρων τους, τους δίδαξε ότι, κάθε φορά που οι οικονομικές μέθοδοι απορρίπτονται για τις προγραμματισμένες συναλλαγές, οι δυσεπίλυτοι σωβινισμοί χάνουν την κακή τους επίδραση, η εθνική κυριαρχία γίνεται λιγότερο μανιακή και η οικονομική συνεργασία θεωρείται και πάλι ως αμοιβαία βοήθεια αντί για φόβο και απειλή για την ευημερία του κράτους. Στην ουσία, αμέσως μόλις το πιστωτικό σύστημα πάψει πλέον να βασίζεται στην «εμπιστοσύνη», αλλά στην διοίκηση, στην χρηματοδότηση, που διέπεται από πανικό, καθαιρείται και η λογική μπορεί να επικρατήσει. Θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι κάθε είδος τοπικισμού –είτε σοσιαλιστικού είτε όχι– κάθε σχεδιασμός –είτε δημοκρατικός είτε όχι– θα μπορούσε να έχει παρόμοια επίδραση στο φυλετικό παζλ, που κόβει σε καλούπια τον Δούναβη, τον Βιστούλα, τον Βαρδάρη και τον Στρυμώνα. Αλλά, όπως συμβαίνει, η ιστορία προσφέρει την ευκαιρία στους Ρώσους, που φυσικά πήραν ό,τι προσφερόταν σε αυτούς.

Ο τοπικισμός δεν είναι πανάκεια. Πολλά παλιά και ίσως πολλά νέα προβλήματα δε θα θεραπευτούν. Παρ’ όλα αυτά, είναι θεραπεία για πολλές ασθένειες της ανατολικής Ευρώπης – και αυτό εξηγεί την υπεροχή των ρωσικών πολιτικών στην περιοχή αυτή. Αν ο Ατλαντικός χάρτης μας δεσμεύει πραγματικά να αποκαταστήσουμε τις ελεύθερες αγορές που έχουν εξαφανιστεί, θα μπορούσε έτσι να ανοίγει και την πόρτα στην επαναφορά ενός τρελού εθνικισμού σε περιοχές από τις οποίες έχει εξαφανιστεί. Όχι μόνο δεν πρέπει να εισάγαγουμε την ανεργία και την πείνα στις απελευθερωμένες περιοχές, απλώς και μόνο «απελευθερώνοντας» τις τοπικές αγορές· αλλά θα πρέπει, επίσης, να επωμιστούμε την ευθύνη να ρίξουμε τους ανθρώπους πίσω στην ακυβερνησία, από την οποία μόλις βγήκαν με δική τους ώθηση. Οι αντάρτες του στρατάρχη Τίτο προσέφεραν αρκετά στο να λυθεί το πρόβλημα του μίσους στα Βαλκάνια, μόνο και μόνο επειδή ξεκίνησαν από την παραδοχή ενός συστήματος, που δεν κλυδωνίζεται πλέον από την αγορά και διαχειρίζεται την μεσαία τάξη. Αυτό είναι το κλειδί για το μακεδονικό θαύμα[1]. Αύριο η Ευρώπη στο σύνολό της μπορεί να επιθυμεί διακαώς τη Βαλκανική θεραπεία και ο τοπικισμός να γίνει υπέρτατος.

σύντροφοι για την

Αναρχική απελευθερωτική δράση

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 164, Οκτώβριος 2016

[1]. Προφανώς, με τον όρο «μακεδονικό θαύμα» αναφέρεται στον τρόπο που ο Τίτο επέλεξε να «επιλύσει» το ζήτημα των εθνικών διαφορών της Γιουγκοσλαβίας, υιοθετώντας ένα ομοσπονδιακό σύστημα διακυβέρνησης στα σοβιετικά πρότυπα, σύμφωνα με το οποίο ονόμασε για πρώτη φορά την ευρύτερη περιοχή της σημερινής Σλαβομακεδονίας «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας», αναγνωρίζοντάς την ως μία από τις ομοσπονδίες (Σ.τ.Μ., Πηγή: Σταυριανός, Λ.Σ., 2007, Βαλκάνια).

 

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.