Φύση και Παράνοια (Μέρος Γ΄)

Και έτσι ερχόμαστε στην εποχή μας. Τα ίδια ερωτήματα τίθενται: Σε ποιο βαθμό λειτουργεί η τεχνολογική/αστική κοινωνία εξαιτίας του γεγονότος ότι τα μέλη της έχουν οντογενετικά τελματώσει; Ποια είναι τα μέσα και οι επιπτώσεις αυτού του ψυχολογικού ακρωτηριασμού; Έχουμε κληρονομήσει το παρελθόν και τις μηχανορραφίες του. Οι λευκοί, λευκοί Αμερικανοί, Δυτικοί άνθρωποι διαχωρίζονται εδώ και πολλές γενιές από τη λήψη αποφάσεων συμβουλίων σε ολομέλεια, από τη νομαδική ζωή σε μικρές ομάδες με λίγα υπάρχοντα, από ιδιαίτερα αναπτυγμένες τελετές μύησης, από τη φυσική ιστορία ως προορισμό κάθε ατόμου, από ένα συνολικό περιβάλλον μη ανθρώπινα κατασκευασμένης (ή «άγριας») ετερότητας με πνευματική σημασία, και από το «φυσικό» δεσμό της μητέρας και του βρέφους. Όλα αυτά είναι παράξενα για μας, γιατί δεν είμαστε πλέον ικανοί να τα βιώσουμε –αν και η ικανότητα αυτή βρίσκεται δυνητικά μέσα σε κάθε έναν από εμάς.

Το ζήτημα της δικής μας αναπηρίας για οντογένεση δεν μπορεί να απαντηθεί ως η αθροιστική δυναμική του παρελθόντος που έρχεται να επιβαρύνει το παρόν. Η κουλτούρα της αστικής τεχνολογίας γεννά τις δικές της παραμορφώσεις στην οντογένεση. Μερικές από αυτές είναι οι κληρονομιές, ενώ άλλες είναι οι καινοτόμες αλλαγές στην επιλεκτική διαιώνιση του παιδικού και νεανικού άγχους. Πολλές πτυχές της αστικής κυψέλης διαμορφώνονται από τις βιομηχανίες του τομέα των μεταφορών, τη χρήση της ενέργειας και την πιο σύγχρονη σύνθεση υλικών και προϊόντων. Από την άλλη πλευρά, η πόλη έχει διαμορφωθεί, σχεδιαστεί συνειδητά και ασυνείδητα, με ανάπηρη ταυτότητα, που στερείται διάφορων κοινωνικών και οικολογικών διαστάσεων, αλλά και που ταυτόχρονα είναι αναπηρίες με την έννοια της δυνητικής ικανότητας, των δυνατοτήτων ατομικής συνειδητοποίησης στα αρχαϊκά και υπέροχα περιβάλλοντα του μακρινού παρελθόντος.

Το αν η τύφλωση είναι παθολογική σε εκείνους που ζουν σε μια σπηλιά, εξαρτάται από το αν το αντιληφθεί κανείς από την άποψη της ατομικής προσαρμοστικότητας ή των εγγενών δυνατοτήτων του κάθε μέλους του είδους μας. Η άποψή μου συνάδει με το τελευταίο, αλλά η προσαρμοστικότητα είναι το πιο περιλάλητο χαρακτηριστικό –προσαρμοστικότητα, δηλαδή, με την έννοια της ευελιξίας, μια ετοιμότητα για να αλλάξει κάποιος θέση εργασίας, διεύθυνση ή πεποιθήσεις– εκθειάζεται από το τεχνοκρατικό ιδεώδες της προόδου με την άνεση, την βολή, την ασφάλεια, την προστασία, καθώς και με το κίνητρο της καινοτομίας. Αυτό το είδος της προσαρμοστικότητας δεν είναι μια καλή συμπεριφορά που υπερβαίνει τόπο και χρόνο, αλλά μια συμπεριφορά που ακόμα δεν έχει προσαρμοστεί, ή που ποτέ δεν βρίσκει τον τόπο ή τον χρόνο της για να εκφραστεί.

Η πολιτισμική ανθρωπολογία έχει συχνά χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο αυτής της σύγχρονης έννοιας της ηρωικής ευελιξίας. Πάρα πολλές εθνογραφικές μελέτες μάς εντυπωσιάζουν με τις διάφορες μορφές της ανθρώπινης ύπαρξης, όμως λίγες τονίζουν τον αδυσώπητο προορισμό σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες: αυτό που αναζητούν όλοι οι πολιτισμοί είναι να αποσαφηνιστεί και να επιβεβαιωθεί το πώς τους ανήκουν τα μέλη τους, ακόμη και διακινδυνεύοντας την διαιώνιση των παιδικών φόβων, και να στερήσει από τα μέλη τους το αντικείμενο της αναζήτησής τους για προσαρμοστικότητα, και κάνοντας μόνο κοινό έδαφος τους την ανυπαρξία των ριζών τους.

Στο πλαίσιο αυτό, δεν αποτελεί έκπληξη ότι η «κοινωνία της προσαρμοστικότητας» εξυμνεί την παιδική ηλικία, θαυμάζει τη νεολαία και περιφρονεί την μεγαλύτερη ηλικία, εξισώνει την παιδική ηλικία με την αθωότητα, την σοφία και την πνευματική δύναμη. Τα μέλη της προσκολλώνται στην παιδική ηλικία, γιατί οι δικές τους δεν εξυπηρέτησαν το σκοπό τους. Για εκείνους για τους οποίους η ενήλικη ζωή αναμειγνύεται με την παιδική ηλικία διαρκείας, η ανεκπλήρωτη υπόσχεση δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί. Η επιθυμία να παραμένουμε παιδιάστικοι, να προωθούμε τη νοσταλγία για την παιδική ηλικία, σημαίνει να θρηνούμε για τη δική μας απώλεια ωριμότητας, όχι γιατί η ωριμότητα είναι συνώνυμο της παιδικής ηλικίας, αλλά επειδή τότε υπήρχε ακόμη η δυνατότητα να βαδίσουμε, επιγενετικά, προς την ωριμότητα.

Είναι όμορφο να βλέπει κανείς αθώες απορίες, απαντήσεις άνευ επικριτικής διάθεσης και την άμεσα αντιληπτή χαρά της ύπαρξης. Ελπίζω κάποια ψήγματα από αυτά να παραμένουν στην καρδιά του κάθε ενηλίκου. Παρουσιάζονται κάποιες φορές ως κατάλληλα μοντέλα ενήλικης συμπεριφοράς απέναντι στη φύση. Αλλά η ειλικρινής έκσταση του παιδιού έχει τους ειδικούς σκοπούς της: ένα είδος κατηγοριοποίησης, προσυνειδησειακής ανακάλυψης της ιεραρχίας και εσωτερικού ανθρωπομορφισμού που έχουν να κάνουν με την ανάπτυξη της προσωπικότητας –τουλάχιστον για το παιδί με υγιή δεσμό με τη μητέρα του. Το παιδί με κακό δεσμό με την μητέρα, ακόμη και αν είναι προβληματισμένο, βιώνει αυτή την περίοδο θαυμασμού της φύσης, γιατί είναι μια νέα «μητρική» πραγματικότητα και ίσως είναι και θεραπευτική. Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει μεταφορική φύση για το παιδί. Όλα είναι κυριολεκτικά. Ακόμη και στο παιχνίδι, υπάρχει μόνο μία πραγματικότητα. Τα παιδιά που παίζουν χαρωπά στο γρασίδι ή παρατηρούν με δέος μια κουκουβάγια στο δάσος, θα μεγαλώσουν αγνοώντας το καλό στη φύση αν δεν πάνε πέρα από αυτή τη στιγμιαία σαγήνη. Όταν, ως ενήλικες, θα σταθμίσουν την κυριολεκτική αξία της κουκουβάγιας (ήδη θα την έχουν αντιληφθεί, γιατί τους δίδαξε το όνομα και τα εκστατικά κουκουβαγίσια μάτια) έναντι άλλων κυριολεκτικών αξιών, όπως η αντικατάσταση του δάσους από ένα νοσοκομείο, ένα αποχετευτικό σύστημα, ή ένα γεωτρητικό μηχάνημα άντλησης πετρελαίου, η γνώμη τους είναι πιθανό να είναι υπέρ της προόδου. Με κακή αρχική συμβίωση με την μητέρα, με ακατάλληλη ή ανιαρή θέση και ύπαρξη στη φύση ή χωρίς την κρίσιμη τελετουργική μύηση στην εφηβεία που χρησιμοποιεί τον συμβιωτικό πραγματικό κόσμο ως ένα προδιαγραμμένο σύμπαν, οι ενήλικες δεν μπορούν να επιλέξουν το δάσος και την κουκουβάγια. Ο εαυτός βρίσκεται ακόμη στο κέντρο της νεανικής πραγματικότητας. Μπορεί να είναι αλήθεια, ότι ο στόχος της παιδιάστικής ευχαρίστησης του παιχνιδιού στην ύπαιθρο είναι αυτοσκοπός από μόνος του. Είναι, επίσης, απαραίτητη για τη συνέχιση της δουλειάς πάνω στην ύπαρξη μας πέραν του εαυτού.

Αλλά έχω υπεραπλουστεύσει τις επιλογές για να καταλήξω σε ένα συμπέρασμα: δεν υπάρχει η δυνατότητα επιλογής μεταξύ της κουκουβάγιας και της άντλησης πετρελαίου. Στην κοινωνία μας, αυτοί που θα επιλέξουν την κουκουβάγια δεν είναι πιο ώριμοι. Ορμώμενοι από την ιδέα του Έρικ Έρικσον, της εμπιστοσύνης έναντι της έλλειψης εμπιστοσύνης ως πρώιμο επιγενετικό άγχος, και την παρατήρηση των Ουίλιαμ και Κλερ Ράσσελ, ότι το παιδί αντιλαμβάνεται την κακή ανατροφή ως εχθρότητα –μια αντίληψη που είτε την αρνείται και την καταστέλλει (όπως μεταξύ ιδεαλιστών) είτε την μεταβιβάζει στην πηγή του, έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι προέρχεται από το φυσικό κόσμο και όχι από τους γονείς (όπως μεταξύ κυνικών)– εκεί προκύπτει μια αντίθεση που είναι η ίδια η προέκταση της βρεφικής δυαδικότητας. Ο φόβος και το μίσος του οργανικού αφ’ ενός, η επιθυμία να ενωθεί με αυτό, από την άλλη. Η παρόρμηση να ελέγχει και να υποτάξει από τη μία πλευρά, η λατρεία για το μη ανθρώπινο, από την άλλη. Η υπερβολική διαφοροποίηση από τη μια πλευρά, οι φόβοι του αποχωρισμού από την άλλη –όλα είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Στα πλαίσια της διαμόρφωσης ενός πολιτισμού εμπνευσμένου από συμβολισμούς, τεχνολογικά εξελιγμένου, με μικρές ομάδες, με επιγενετικά ολοκληρωμένους ενήλικες, δεν θα προέκυπτε ποτέ η ανάγκη να επιλέξουν μεταξύ των δύο.

Οι συνέπειες της ιστορικής πορείας απομάκρυνσης του ανθρώπου από τη φύση, με αποτέλεσμα να αφομοιωθούν κοινωνικά τα άγχη, μπορεί να τα δει κάποιος σε βασικά στοιχεία της προσωπικότητας των λευκών αμερικανών. Ο Αμερικανός δεν είναι ο σπάταλος αντι-ευρωπαίος. Είναι, σε σχέση με ορισμένα χαρακτηριστικά, η πλήρης ενσωμάτωση του Δυτικού, κλασικού, χριστιανού ανθρώπου, που διευκολύνθηκε εξ αιτίας του κολοσσιαίου πλούτου της παρθένας ηπείρου να προκαλέσει την καταστροφή η οποία ξεκίνησε πέντε με δέκα χιλιάδες χρόνια πριν, με την έλευση των γεωργικών πρακτικών. Με απρόσεκτη ρίψη αποβλήτων, με βουνά απορριμμάτων, εξοντώνοντας τους εχθρούς, κατέχοντας τα πάντα, τώρα και καινούργια, περιφρονώντας την μεγάλη ηλικία, αρνούμενοι την ανθρώπινη και την φυσική ιστορία, κατασκευάζοντας ψευτοπαραδόσεις, έχοντας κατακλυσθεί από επανειλημμένες προσωπικές κρίσεις σχετικά με την γήρανση προεφηβικά: όλα είναι γνώριμες εικόνες της αμερικανικής κοινωνίας. Αυτές είναι οι ενδείξεις των προσωπικών εφιαλτών της ασυναρτησίας και της αταξίας σε κατεστραμμένα περιβάλλονται όπου οι τεχνολογίες για την επίτευξη της επιβολής προκαλούν επιδεινούμενα προβλήματα –οι προσωπικοί εφιάλτες επεκτείνονται και σε κοινωνικό επίπεδο.

Όλοι οι Δυτικοί είναι κληρονόμοι, όχι μόνο της αυτο-δικαιολόγησης των πρόσφατων τεχνοφιλικών παρορμήσεων σαν το μύθο του Προμηθέα, αλλά και της κληρονομιάς του όλου. Ίσως τώρα να είμαστε οι κάτοχοι της πιο αδύναμης σε δομή ταυτότητας του κόσμου, προϊόν μιας παρατεταμένης κακής επέμβασης στην οντογένεση –από τα παλαιολιθικά πρότυπα, σε παιδαριώδεις ενήλικες. Λόγω αυτής της τροχοπέδης στην ανάπτυξη, η σύγχρονη κοινωνία συνεχίζει να λειτουργεί, γιατί χρειάζεται την εξάρτηση. Αλλά το προσωπικό κόστος είναι μαζική θεραπεία, τάσεις φυγής, τοξικές ουσίες, ναρκωτικά, ξεσπάσματα καταστροφής και οργής, τεράστια θλίψη, υποταγή σε ιεραρχίες που παρουσιάζουν αυτή την αδαή ανικανότητα σε όλα τα επίπεδα, και, ίσως το χειρότερο από όλα, μια ετοιμότητα για να επιτεθεί στον φυσικό κόσμο, τον οποίον εμείς αντιλαμβανόμαστε αμυδρά ως αυτόν που μας απογοήτευσε. Από αυτή την διάβρωση στην ανατροφή των νέων ανθρώπων προέρχεται η αποτυχία των περασμάτων του κύκλου της ζωής και η εξάντληση της οικολογικής μας προαίρεσης.

Στην πόλη-κόσμο του σήμερα, οι άνθρωποι κυνηγούν τις άπειρες επιθυμίες σαν να ήταν το περιβάλλον ένας αμνιακός σάκος και η τεχνολογία ένας πλακούντας. Σε αντίθεση με τους πολιτισμούς των υπάκουων υποτακτικών, τους πολιτισμούς του εθελοντισμού, της περήφανης απελευθέρωσης ή αυτούς που έχουν εμμονή με την ένοχη καταδίκη και τη ρύπανση, αυτός ο κατασκευασμένος κόσμος είναι το σπίτι των ονείρων της παντοδυναμίας και της άμεσης ικανοποίησης. Δεν υπάρχει καμία μητέρα ανεξάντλητων πόρων ή πατέρας που απαιτεί αυστηρή πειθαρχία, υπάρχει μόνο ο εαυτός σε ένα ρευστό σύστημα.

Το υψηλό ποσοστό των νευρώσεων στη δυτική κοινωνία μοιάζει να ερμηνεύεται συχνά ως σημάδι ενός εξαιρετικά αγχώδους «τρόπου ζωής». Αν προσθέσετε σε αυτό –ή το δείτε να εκφράζεται ως– το παράλογο του εθνικισμού, του πολέμου και της καταστροφής των οικοσυστημάτων, μοιάζει να οφείλεται λιγότερο στον τρόπο ζωής και περισσότερο στην επιδημία του ψυχοπαθή ακρωτηριασμού της οντογένεσης. Χαρακτηριστικό των σχιζοειδών χαρακτηριστικών αυτής της ανώριμης υποκειμενικότητας είναι η δυσκολία διαχωρισμού ανάμεσα στην φαντασία, το όνειρο και την πραγματικότητα. Η αδυναμία να γνωρίζει κάποιος κατά πόσον οι εμπειρίες του προέρχονται από τα όνειρα που βλέπουμε τη νύχτα, την ονειροπόληση ή την απτή πραγματικότητα είναι μία από τις πιο συνήθεις αναπηρίες σε σοβαρά ψυχικά άρρωστους ασθενείς. Η χρήση ναρκωτικών και ο Νιού Έιτζ ψυχεδελικός αθλητισμός σε αναζήτηση μιας διαφορετικής πραγματικότητας, ακόμη και η σημασιολογία της χρήσης του όρου «φαντασία» ως συνώνυμο με τη δημιουργική φαντασία και του όρου «όνειρο» ως συνώνυμο με την έμπνευση, υποδηλώνει μια υποκείμενη σύγχυση. Είναι σαν παρωδίες του υγιούς εφηβικού κάρμα που εκφράζει τη θρησκευτική αναγκαιότητα της υπέρβασης. Οι φόβοι που συνδέονται με αυτή την σύγχυση στους ενήλικες είναι πραγματικά τρομακτικοί. Η αγωνιώδης λαχτάρα για την απώλεια είναι αναπόφευκτη για όσους δεν δέχονται ψυχιατρική φροντίδα ή δεν αποδρούν το Σαββατοκύριακο σε αναζήτηση ψυχικής ανάτασης, αλλά που ζουν καθημερινά την μισθωτή εργασία, σε πολυάριθμες ομάδες και μέσα σε μολυσμένο περιβάλλον. Θολοί στόχοι παίρνουν μορφή ως κεκαλυμμένες παιδικότητες και εκφράζονται διαμέσου της ψυχαγωγίας με θεάματα, του εθισμού για ειδήσεις από όλο τον κόσμο και την επιστροφή στη θρησκεία.

Πολλά από αυτά έχουν αναφερθεί αλλού, αλλά όχι συνήθως από την άποψη της σχέσης του ανθρώπου με το μη ανθρώπινο. Ακόμα και κοινωνικά ακραίοι όπως είμαστε, μεγάλο μέρος της ασυνείδητης ζωής του ατόμου έχει τις ρίζες του στην αλληλεπίδραση με την ετερότητα που πηγαίνει πέρα από το δικό μας είδος, αλληλεπιδρώντας με αυτήν από πολύ νωρίς στην ανάπτυξη του ατόμου, όχι ως εναλλακτική λύση στην ανθρώπινη κοινωνικοποίηση, αλλά ως συμπλήρωμα σε αυτήν. Το έμβρυο κολυμπά σε νερό, ρυθμισμένο σύμφωνα με τη χημεία της μητέρας και των βιολογικών ρυθμών, που ρυθμίζονται σύμφωνα με τις ημέρες και κύκλους των εποχών. Η διασύνδεση μεταξύ του αναπνευστικού συστήματος του νεογέννητου και του αέρα δείχνει μια σχέση μεταξύ της συνείδησης (ή της σοφίας) και της αναπνοής. Η βαρύτητα δίνει το σχήμα στους μύες όλου του σώματος και γίνεται ένας σημαντικός αντίπαλος σε κάθε κίνηση. Η διαμόρφωση της προσωπικότητας αναπτύσσεται από τον υποκειμενικό διαχωρισμό του εαυτού από τον μη-εαυτό, του ζην από το μη ζην, του ανθρώπινου από το μη ανθρώπινο. Αναπτύσσει περεταίρω την ομιλία για να χρησιμοποιήσει την ταξονομία των φυτών και των ζώων ως μέσο εννοιολογικής σκέψης και ως ένα μοντέλο της συγγενικότητας. Παιχνίδια και ιστορίες που αφορούν ζώα χρησιμεύουν ως προβολές για την ανακάλυψη του πλουραλισμού του εαυτού. Το περιβάλλον του παιχνιδιού, το νεανικό σπιτικό περιβάλλον, είναι η μορφολογική και δημιουργική εστίαση στο πρόσωπο ή την μήτρα της φύσης. Οι δοκιμασίες μύησης στη μοναξιά της ερημιάς και τα οικολογικά μηνύματα που μεταφέρονται με τον μύθο είναι μέσα για την ωρίμανση του ατόμου στο σύνολό του.

Μόνο με την επίτευξη αυτής της εκπληκτικής εσωτερικής ημερολογιακής διαδικασίας μπορεί ο ενήλικος να αγαπήσει τον κόσμο ως το έδαφος της ύπαρξής του. Για το παιδί, βυθισμένο στην διαδοχική σειρά των μητών μητέρας και φύσης, υπάρχουν αναπόφευκτα κανονικά άγχη, διαστρεβλωμένες αντιλήψεις, κενά στην εμπειρία που γεμίζουν με φαντασία, συναισθηματικές καταιγίδες που γεμίζουν με σύγχρονα ζητήματα, τρομακτικά όνειρα και ψευδαισθήσεις, αβάσιμες ανησυχίες, και σημάδια από ατυχήματα, περιστασιακά σφάλματα στην ανατροφή, παραμέληση από μεριάς των ενηλίκων και σκληρότητα. Ο κίνδυνος στην επιγένεση είναι ότι οι υπεύθυνοι για την ανατροφή δεν προχωρούν στον ρόλο τους να βρίσκονται σε συνάρτηση με τα αναδυόμενα στάδια του παιδιού. Εάν αυτά τα ελλείμματα είναι αρκετά σοβαρά, οι κανονικοί φόβοι και οι φαντασιώσεις μπορεί να γίνουν μόνιμα στοιχεία της προσωπικότητας. Το άτομο συνεχίζει να ενεργεί, από κάποιο κρίσιμο σημείο, εν μέσω των τεράστιων προβλημάτων της ανωριμότητας: αποχωρισμός, ετερότητα και περιορισμός. Παλεύοντας με παιδικό και πρωτόλειο τρόπο, ακόμα και ένας ενήλικος δεν μπορεί να τα δει ολιστικά. Μερικά από αυτά τα ελλείμματα και τις αναπηρίες βοηθούν τη συμμόρφωση του ατόμου με κάποιους πολιτισμούς, και ο πολιτισμός ενεργεί ώστε να τα ανταμείψει, να τα γεννήσει μέσω της παρέμβασης στην διαδικασία ανατροφής και έτσι να θέσει μια τροχοπέδη στην ανάπτυξη. Με τον τρόπο αυτό, οι νεανικές φαντασιώσεις και η πρωτογενής σκέψη διατυπώθηκαν όχι μόνο στα μονοσύλλαβα του σκαπανέα γης, αλλά και σε φιλοσοφικά αξιώματα και αρχιερατικά δόγματα. Τα παράλογα συναισθήματα μπορεί να κλιμακωθούν σε αδιαμφισβήτητες λογικές όταν βρεθούν να ανταγωνιστούν έναν φαινομενικά εχθρικό και απογοητευτικό φυσικό κόσμο. Η Δύση βρίθει μαρτυριών από λάθη στην ανατροφή κατά την παιδική ηλικία προς εξυπηρέτηση των δικών της σκοπών, όπου η ιστορία, μεταμφιεσμένη σε μύθο, επιτρέπει στους άνδρες-ηγέτες της δράσης να αλλάζουν τον κόσμο ώστε να ταιριάζει με τις οπισθοδρομικές διαθέσεις τους για παντοδυναμία και με την οπισθοδρομική τους αίσθηση ανασφάλειας.

Η σύγχρονη Δύση διαιωνίζει επιλεκτικά αυτά τα ψυχοπαθητικά στοιχεία. Στην αιχμαλωσία και την υποδούλωση των φυτών και των ζώων και τον εξανθρωπισμό του ίδιου του τοπίου είναι η υποβάθμιση του Άλλου, έναντι της οποίας οι άνθρωποι πρέπει να ορίσουν τον εαυτό τους, μια υποβάθμιση που αποκαλύπτει σχιζοειδή σύγχυση στην αυτο-ταυτότητα. Από την εποχή της ιουδαιο-χριστιανικής εμφάνισης υφίσταται μια διαρκής εχθρότητα προς τον φυσικό κόσμο, χαρακτηριστικά φοβική και παρανοϊκή. Η εμμονή στην ακαθαρσία του σώματος κατά τον 16ο αιώνα και στη συγκριτική καθαριότητα της μηχανής είναι έντονα ψυχαναγκαστική. Όλα αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν και να αλληλεπιδρούν σε ένα μωσαϊκό από χρόνια παράνοια μέσα στο βιομηχανικό παρόν, αντισταθμιζόμενα από τα όνειρα για απόλυτο έλεγχο και κατοχή άπειρων υλικών αγαθών.

Υπάρχουν δύο τρόποι για να δει κανείς αυτή τη συνολική ακολουθία. Ο ένας είναι σαν έναν κατά συρροή ακρωτηριασμό της διαδικασίας ωρίμανσης, κατά τον οποίο ο εξημερωμένος κόσμος αλλοιώνει την μύηση των εφήβων και διαμορφώνει την προσωπικότητα στο να προσκολλάται στη συλλογική πίστη, την ανδρεία των άθλων και τον λεκτικό ιδεαλισμό της εφηβικής νεολαίας. Στην εποχή των Πουριτανών και των μηχανών, είχαν εμμονή με το άγχος της παιδικής ηλικίας για το σώμα και τα προϊόντα του. Η αστική / βιομηχανική εποχή στόχευσε στην διάχυση της παιδικής ταυτότητας, τους φόβους του αποχωρισμού, και τις φαντασιώσεις για μαγική δύναμη. Αυτός ο ακρωτηριασμός των επιγενέσεων είναι προοδευτικός ακρωτηριασμός, πρώτα κατά την παιδική ηλικία και, τέλος, κατά την εφηβεία.

 Εναλλακτικά, η αρχική εξημέρωση μπορεί να θεωρηθεί ως μια καταστροφή για την ανθρώπινη οντογένεση, ενάντια στην οποία η μετέπειτα ιστορία χαρακτηρίζεται από πολιτιστικές προσπάθειες για να ανακτήσει μια ώριμη προοπτική χωρίς να χάνει τον συγκεντρωτισμό της εξουσίας που κατέστη δυνατός από την εξαπόλυση της γονιμότητας και τον αστικό συνωστισμό. Με αυτή την έννοια, η ιστορία χαρακτηρίζεται ως η αυτοαναιρούμενη βούληση για να ανακτηθέι η χάρη και η ισορροπία του ώριμου ατόμου, που ο νεολιθικός αρχικά έχει προσπαθήσει να διορθώσει κάνοντας λάθη, χωρίς να χαθεί το όφελος. Για παράδειγμα, η ψυχολογία της αυτοπραγμάτωσης, η δυναμική της ομάδας, καθώς και η προσωπική θεραπεία, με στόχο την επούλωση των ατόμων που στερήθηκαν τις κατάλληλες τελετουργικές εμπειρίες ως έφηβοι, αν και χρήσιμες για το άτομο, είναι ουσιαστικά ανταγωνιστικές στο σύγχρονο κράτος, το οποίο χρειάζεται φοβισμένους υπηκόους και ιδεαλιστές που φωνάζουν συνθήματα. Έτσι, ο πολιτισμός ανταγωνίζεται αυτές τις θεραπείες ταυτότητας και τον κοσμοπολίτικο φιλοσοφημένο φιλοσοφικό ρεαλισμό που θα μπορούσε να προκύψει από αυτές, με τις προηγούμενες πληγές-τραύματα στο έμβρυο και το νεογνό κατά τη γέννησή του μέσα στο νοσοκομείο, με τα άγχη της αλλόφρονος μητέρας, την ασφυξία, τα αναισθητικά, την λήψη προληπτικών φαρμάκων, το αναπάντεχο σοκ στις αισθήσεις από τα λαμπερά φώτα, το θορυβώδες περιβάλλον και τον τραχύ χειρισμό, τα λάθη στη γέννα λόγω της φυσικής κατάστασης της μητέρας, τη λαθεμένη στάση του σώματος της και το διαχωρισμό του βρέφους από την μητέρα –όλα διαβρώνουν τις ψυχογενείς ρίζες μιας ικανοποιητικής ζωής σε ένα κόσμο με νόημα.[1]

 Τι μπορεί να πει κανείς για την προοπτική του μέλλοντος σε έναν κόσμο όπου η αύξηση της καταστροφής στον πλανήτη είναι ένα σύμπτωμα της ανθρώπινης ψυχοπαθολογίας; Τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα από εκείνη την κατάσταση όπου επικρατούν οι ορθολογικές επιλογές σε ένα οικονομικό σύστημα ή η εξισορρόπηση των κατεστημένων ανταγωνιστικών συμφερόντων;

 Κατά κάποιο τρόπο, η κατάσταση είναι πολύ πιο ελπιδοφόρα. Μια οικολογικά αρμονική αίσθηση του εαυτού και του κόσμου δεν είναι το αποτέλεσμα της ορθολογικής επιλογής. Είναι εγγενής ιδιότητα του καθενός μας. Είναι λανθάνουσα στον οργανισμό, στην αλληλεπίδραση του γονιδιώματος με την πρώιμη εμπειρία. Οι φάσεις αυτών των πρώτων εμπειριών ή η επιγένεση, είναι η κληρονομιά ενός εξελικτικού παρελθόντος, κατά το οποίο τα ανθρώπινα και μη ανθρώπινα έχουν πετύχει μια υγιή σχέση. Οι πιο πρόσφατες κοινωνίες έχουν διαστρεβλώσει την ακολουθία, έχουν προκαλέσει και διαιωνίσει ανώριμες και ακατάλληλες αντιδράσεις. Οι κοινωνίες είναι οι ίδιες το προϊόν αυτών των ακρωτηριασμών, το ίδιο και οι χρήσεις τους και οι καταχρήσεις της Γης από τις κοινωνίες.

Ίσως δεν χρειαζόμαστε νέες θρησκευτικές, οικονομικές, τεχνολογικές, ιδεολογικές, αισθητικές, ή φιλοσοφικές επαναστάσεις. Ίσως να μην χρειαστεί να ξεκινήσουμε από την κορυφή και να ξεριζώσουμε τα πολιτικά συστήματα, να αλλάξουμε τον τρόπο ζωής στα κεφάλια τους, να μιμηθούμε τους κυνηγούς και τους τροφοσυλλέκτες ή τους φυσιοδίφες, ή να προσπαθήσουμε να ζήσουμε τη ζωή της αυστηρής στέρησης ή οργάνωσης σε φυλή. Οι πολιτισμένοι τρόποι που είναι ασυμβίβαστοι με την ανθρώπινη ωριμότητα θα μαραθούν σε έναν κόσμο όπου τα παιδιά θα ωριμάζουν κανονικά μέσω της οντογένεσης τους.

Έχω προσπαθήσει να προσδιορίσω κρίσιμους παράγοντες σε μια τέτοια φυσιολογική ανάπτυξη, δείχνοντας τί μπορεί να έχει χαθεί από το παρελθόν. Ορισμένοι από αυτούς, όπως η ζωή σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων σε ένα ευρύχωρο περιβάλλοντα χώρο, θα είναι δύσκολο να συνέλθει –όχι όμως αδύνατον λόγω της κρίσιμης περιόδου στο ατομικό πέρασμα, στην ατομική ωρίμανση. Οι ενήλικες, απογαλακτίζονται με λάθος τρόπο, αποκόβονται από τις δυνατότητές τους, δεν είναι οι καλύτεροι των συμβούλων. Το πρόβλημα μπορεί να είναι πιο δύσκολο να γίνει κατανοητό από το να λυθεί. Κάτω από το λούστρο του πολιτισμού, στην τετριμμένη φράση του ανθρωπισμού, δεν βρίσκεται ο βάρβαρος και το ζώο, αλλά ο άνθρωπος μέσα μας που ξέρει τι είναι σωστό και αναγκαίο για να γίνει πλήρως ανθρώπινος: τη γέννηση σε ήπιο περιβάλλον, ένα πλούσιο σε μη ανθρωποκεντρικά χαρακτηριστικά περιβάλλον, η απασχόληση των νέων με απλά εργαλεία, ο σεβασμός στη φυσική ιστορία, το παιχνίδι με τα ζώα, οι γεμάτες νόημα τέχνες της λήψης τροφής ως πνευματικό δώρο και όχι ως προϊόν, η καλλιέργεια της μεταφορικής σημασίας των φυσικών φαινομένων όλων των ειδών, το να ανήκεις σε μια φατρία και η ζωή σε μικρές ομάδες, οι κληρονομιές με βαθιές ρίζες και η ελεύθερη τέλεση του τελετουργικού μύησης και των επόμενων σταδίων της ενήλικης καθοδήγησης. Υπάρχει ένα μυστικό πρόσωπο άθικτο μέσα στον καθένα από μας, που έχει επίγνωση της αξίας των εν λόγω συνθηκών, με αισθητήριο για την κατάλληλη στιγμή τους στη ζωή μας. Όλοι τους έχουν αφομοιωθεί σε διεστραμμένες μορφές στη σύγχρονη κοινωνία: η βαθιά αγάπη μας για τα ζώα σε διαστροφή για κατοχή κατοικίδιων ζώων, ζωολογικούς κήπους, διακοσμήσεις και ψυχαγωγία. Η αναζήτηση μας για την ποιητική ολότητα υπονομεύεται από το πρότυπο της μηχανής αντί για το σώμα. Τη στιγμή του εφηβικού ιδεαλισμού στρέφουν τους νέους στον εθνικισμό ή σε απόκοσμες θρησκείες, αντί σε μία οικοσοφική κοσμολογία.

Δεν έχουμε χάσει, και δεν μπορούμε να χάσουμε, τη γνήσια παρόρμηση. Αναμένει μόνο την αυθεντική της έκφραση. Το έργο που έχουμε να φέρουμε εις πέρας δεν αφορά κατ’ αρχάς στο να ξεκινήσουμε από το θέμα της συμφιλίωσης μας με τη γη σε όλες τις μεταφυσικές αποχρώσεις της, αλλά με κάτι πολύ πιο άμεσο και απλό που θα δώσει τη δική του μεταφυσική θεραπεία.

Paul Shepard

Μετάφραση Κ.

[1]Τζόζεφ Τσίλτον Πιρς, Το μαγικό Παιδί (New York: Dutton, 1977), σελ. 45-50, 56-60.

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 125, Μάρτιος 1013
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.