Η καρδιά του «Νέου Κόσμου»

Για ό,τι έφυγε και δεν θα ξανάρθει. Για όσα κρυφτήκαν στη σκιά του χρόνου, περήφανα, δίχως αναφιλητά, με μνήμη, συνείδηση και παρρησία. Για όλα εκείνα που δεν μπόρεσαν να αρπάξουν οι κονκισταδόρες της Ιστορίας στο διάβα τους.

Ο ήλιος, λένε, θέλει την καρδιά μου,
Μα κρύβομαι στα δάση·
Τα δέντρα φυλάνε την ανάσα μου στη σκιά τους.
Τα βήματά μου άηχα αναζητούν το θήραμα,
Μα το θήραμα είναι μέσα μου·
Ένα ελάφι που τρέχει
Σε τόπους που τελειώνουν.
Οι ξύλινοι δράκοι, λένε, σήκωσαν το πρώτο κύμα
Και πάγωσε η καρδιά του ελαφιού.

Οι δράκοι, λένε, θέλουν τα βήματα μου,
Τρέφονται με το χρυσάφι, το ασήμι και τον χαλκό.
Κι ύστερα ότι εδώ,
Κάτω απ’ τα βουβά βήματά μου
Ότι είναι το φαΐ τους.

Κι ύστερα λένε ότι
η γη κι ο ουρανός και το φεγγάρι και ο ήλιος
είναι πολύ χρήσιμα.
Μπορείς να τα βάλεις
να δουλεύουν να δουλεύουν για σένα.
Μα εμείς δεν ξέρουμε τι είναι χρήσιμα, δουλειά και πολύ.

Εμείς ξέρουμε τα λόγια
της γης και του ουρανού και της σελήνης και του ήλιου.
Τα κύματα σκεπάζουν τον χρόνο.
Το χώμα πεινάει και διψάει, όπως εμείς.
Τρώει όπως εμείς,
Εδώ ποτέ δε μένανε δράκοι,
Εδώ κάθε φύλλο κρατάει στην καρδιά του την ψυχή του κόσμου
Εδώ, όταν θα έρθει η ιστορία,
Εμείς θα έχουμε φύγει.
Μα ούτε ο ήλιος ούτε οι ξύλινοι δράκοι θα έχουν φάει την καρδιά μας.

Αν. Κ.

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 173, Ιούλιος-Αύγουστος 2017
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.