Μνήμη και νοσταλγία: Χαρτογραφώντας το παρελθόν

«Ε­σύ που γιορ­τά­ζεις το πα­ρελ­θόν,
που ε­ξε­ρεύ­νη­σες το πε­ρί­γραμ­μα,
την ε­πι­φά­νεια των φύλ­λων, την εκ­δή­λω­ση της ζω­ής,
που α­ντι­με­τώ­πι­σες τον άν­θρω­πο ως δη­μιούρ­γη­μα
της πο­λι­τι­κής, του πλή­θους, των νο­μο­θε­τών και των ιε­ρέ­ων.
Ε­γώ, κά­τοι­κος της Alleghanies, βλέ­πο­ντάς τον ό­πως εί­ναι με τα δι­κά του δί­καια,
πα­τώ­ντας στον σφυγ­μό της ζω­ής που σπά­νια εκ­δη­λώ­θη­κε (η με­γα­λειώ­δης πε­ρη­φά­νια του αν­θρώ­που στον ε­αυ­τό του),
Υ­μνη­τής της Προ­σω­πι­κό­τη­τας,
σχε­διά­ζω ό­σα εί­ναι να γί­νουν,
προ­βάλ­λω την ι­στο­ρί­α του μέλ­λο­ντος». Walt Whitman, Σ’ έναν ιστορικό (1860)

Έχουμε πολλές φορές επισημάνει την αξία της μνήμης για την ανάδειξη της αλήθειας (μη λήθη) μέσα σε μια αναρχική προοπτική. Θα θέλαμε να περάσουμε, όμως, και σε μια άλλη διάσταση της μνήμης, τη νοσταλγία, γιατί θεωρούμε ότι είναι μια διαφορετική λειτουργία του ανθρώπινου μυαλού, αλλά και γιατί μπορεί να έχει και εναλλακτικές λειτουργίες για τους καλοθελητές τής εξουσίας. Η νοσταλγία εκκινεί πολλές φορές από ατομικές αναμνήσεις. Η ίδια η ουσία της λέξης, τα συστατικά της, ο νόστος (=επιστροφή) και το άλγος (=πόνος) φανερώνουν το πόσο επίπονη διαδικασία είναι η επιστροφή σε ένα προσωπικό σύμπαν που, σχεδόν πάντα, έχει με το πέρασμα του χρόνου, μεταβληθεί. Σα να ξαναβρίσκουμε μέσα σε ένα ξεχασμένο ντουλάπι παλιά μας παιχνίδια, που μας θυμίζουν όσα πέρασαν ανεπιστρεπτί. Γι’ αυτό, η επιστροφή έχει τόσο πόνο· ακριβώς για τη μοναδικότητα της εμπειρίας.

Προσωπική και συλλογική νοσταλγία

Η προσωπική νοσταλγία συχνά προσθέτει και στοιχεία που νιώσαμε και δεν είναι απαραίτητο να συνέβησαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όπως τα ανακαλούμε. Αν οι αναμνήσεις μας ήταν ζυμάρι, η νοσταλγία θα τις είχε ζυμώσει, αφαιρώντας ό,τι δεν ταιριάζει στην προσωπική μας αφήγηση και θα είχε πετάξει όσα δεν ταίριαζαν, για να φτιάξει το δικό της ψωμί. Το περιττό υλικό που πετιέται, όμως, συνέβη, ακόμη κι αν εμείς θέλουμε να το αρνούμαστε. Αν κάποιος επιλέγει να προτιμά τις προσωπικές του αυταπάτες, εφ’ όσον αυτό δεν το κάνει, για να εκμεταλλευτεί ανθρώπους και καταστάσεις, είναι ένα προσωπικό ζήτημα, που αφορά τον ίδιο και το στενό του κοινωνικό περιβάλλον. Πολλές φορές βοηθάει να βρει ο καθένας μέσα από τη νοσταλγία τις προσωπικές του ισορροπίες. Ίσως, να λειτουργεί εξισορροπητικά, ομοιοστατικά, όπως λένε και οι ψυχολόγοι, στις εξωτερικές απειλές.

Όταν όμως η νοσταλγία, ως διαδικασία, γίνεται ομαδική, τότε προκύπτουν συλλογικές αυταπάτες, που δεν είναι τόσο αθώες. Κι αυτό γιατί η συλλογική νοσταλγία, τις περισσότερες φορές, προσθέτει και αφαιρεί στοιχεία, που βοηθούν μια εξουσία να εξισορροπήσει στον θρόνο της. Σε νοσταλγικές διαθέσεις βασίστηκαν τα σύγχρονα εθνικά κράτη (συγκέντρωσαν στοιχεία από το παρελθόν, συρράπτοντας πλαστές ομοιότητες σε ομάδες ανθρώπων), αλλά και νοσταλγικές διαθέσεις οδήγησαν στους εθνικισμούς του 20ου αιώνα, που θέλησαν να ανακαλέσουν μία κατά φαντασία ανώτερη φυλή. Έτσι, η νοσταλγία μετατρέπεται σε συλλογική ψύχωση. Παίρνει τις διαστάσεις της επανόρθωσης. Μια ομάδα ανθρώπων επιδιώκει να ανακτήσει την χαμένη της τιμή μέσα από διάσπαρτες μνήμες, που θα μπορούσαν να τη βοηθήσουν να σταθεί πάλι στα πόδια της· συμβάλλει σε ένα είδος ανάστασης. Η κατεστραμμένη ολοκληρωτικά Γερμανία μετά την πρώτη παγκόσμια ανθρωποσφαγή νοστάλγησε ακόμη και το μυθικό της παρελθόν, προκειμένου να αντιστρέψει το παιγνίδι και από τα συντρίμμια ν’ αναδειχτεί ως μεγάλη αυτοκρατορία.

Τα ιστορικά παραδείγματα είναι πάμπολλα και φυσικά δεν απουσιάζουν και απ’ τα καθ’ ημάς. Νοσταλγοί μιας «μεγάλης ιδέας», νεφελώδους και απροσδιόριστης, οδήγησαν σε μία άλλη μεγάλη συμφορά, που έμεινε στην ιστορία με το όνομα «Μικρασιατική καταστροφή». Επεκτατικές διαθέσεις εξέθρεψαν μια συλλογική ψύχωση, που οδήγησε χιλιάδες ανθρώπους να χάσουν τη ζωή τους και όσους επέζησαν να καταστραφούν και να διωχθούν βίαια από το μέρος που μοιράζονταν ειρηνικά με αυτούς που σύντομα μετατράπηκαν σε εχθρούς. Η διπλωματία πάντα βρίσκει τις κατάλληλες λέξεις· έτσι οι δολοφονίες και οι βίαιοι διωγμοί και από τις δύο εξουσίες μετονομάστηκαν σε «ανταλλαγή πληθυσμών». Ακόμη και ο όρος «Μικρασιατική καταστροφή» πρόσφατα επιδιώχτηκε να εξωραϊστεί στα σχολικά εγχειρίδια με διάφορες πιο ανάλαφρες λέξεις και ψευδείς περιγραφές. Δε θα περιμέναμε τίποτε καλύτερο από τους κυρίαρχους. Το ζήτημα είναι να μην ξεχνάμε και να τολμάμε να αγγίζουμε θέματα, που τόσο η εκπαίδευση όσο και η επίσημη ιστοριογραφία επιθυμούν να λειάνουν, για να μοιάζουν ακίνδυνες και άψυχες λέξεις στο χαρτί.

Η λέξη «νοσταλγία», αν και αρχαιοπρεπής, απουσιάζει από τα κλασικά κείμενα. Την δημιούργησε ένας Ελβετός γιατρός, για να κατονομάσει την ιδιαίτερη θλίψη που κυρίευσε τους ξενιτεμένους στρατιώτες. Δεν είναι καθόλου περίεργο ότι συνδύασε δύο ελληνικούς όρους, που σημαίνουν «επιστροφή στην πατρίδα» και «πόνος», δεδομένου ότι η ιατρική ανέκαθεν αντλούσε από τη γλώσσα μας. Πρόκειται δηλαδή για μια ελληνική λέξη που φέρει την υπογραφή ενός Ελβετού. (Βασίλης Αλεξάκης, Η πρώτη λέξη)

Στην καλύτερη και πιο ανώδυνη εκδοχή της, η νοσταλγία μπορεί να πάρει τη μορφή μόδας. Τελευταία, μάλιστα, έχει γίνει και πιο κοντόφθαλμη: αφορά τις μόδες περασμένων δεκαετιών. Συνήθως, η μόδα του σήμερα «νοσταλγεί» τη μόδα της προηγούμενης εικοσαετίας ή τριακονταετίας. Έτσι, στη δεκαετία του ’90, για παράδειγμα, ήταν διάχυτη η νοσταλγία για τη δεκαετία του ’60. Σήμερα, αχνοφαίνεται η επάνοδος της μόδας του ’90. Συνήθως, η ηλικία που θεωρείται πιο παραγωγική για ένα επάγγελμα είναι μεταξύ 30 και 40, υπό την έννοια ότι συνδυάζει την εμπειρία με την γνώση και την μετεκπαίδευση. Επομένως, θεωρητικά τουλάχιστον, ένας τριαντάρης έχει και το αντίστοιχο εισόδημα να καταναλώσει, εφόσον βέβαια έχει δουλειά. Άρα, γιατί να μην απευθυνθεί σε αυτόν η αγορά; Ένας σημερινός τριαντάρης και κάτι παραπάνω θα πέρασε την εφηβεία του στη δεκαετία του ’90. Ειδικά μέσα σε αυτές τις δύσκολες εποχές, η δεκαετία του ’90 μοιάζει παράδεισος. Επομένως, η διέγερση της νοσταλγίας μέσα απ’ τη μόδα για εκείνη την εποχή θα απέφερε οικονομικό όφελος.

Σκοπός, συνήθως, είναι να προσεγγιστεί ένα άπιαστο όνειρο πιο «αθώων και αγνών» εποχών. Η διαφήμιση συχνά παίζει με τις προσωπικές μας νοσταλγίες, που αφορούν γενιές ανθρώπων, για να αυξήσει τα κέρδη της μιας ή της άλλης εταιρείας. Η μόδα χρησιμοποιεί τη νοσταλγία ως πνευματική διαδικασία, για να επιβάλλει καταστάσεις, οι οποίες εξυπηρετούν μια εξουσιαστική λογική όπως η ομοιομορφία.

Η μνήμη, όμως, συλλογική και ατομική, έχοντας κι αυτή πάντα στοιχεία υποκειμενικότητας, ιδιαίτερα όταν καταγράφεται, μπορεί να έχει τελείως διαφορετικά αποτελέσματα. Η νοσταλγία τρέφεται κυρίως από συναισθήματα, γι’ αυτό και είναι επίπονη. Ωστόσο, και η μνήμη έχει τον δικό της πόνο, με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, δηλαδή με τη σημασία του κόπου, του μόχθου. Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία. Και περνάει μέσα από τα μονοπάτια τής μνήμης. Όποιος αρνείται τη μνήμη μοιάζει να έχει μια ομίχλη μπροστά του και να μην μπορεί να δει τη συνέχεια της διαδρομής. Όταν αυτή απουσιάζει, μπορεί όποιος θέλει να μας πείσει δίχως προσπάθεια να τον ακολουθήσουμε. Και αυτός ο κάποιος, αφού θέλει ακολούθους και όχι συντρόφους, δεν μπορεί παρά να θέλει να μας εκμεταλλευτεί. Για αυτό στις σύγχρονες κοινωνίες προβάλλεται τόσο η νοσταλγία, θάβοντας τη μνήμη· γιατί οι εξουσιαστές αρέσκονται στις λασπερές αναμνήσεις, που βυθίζουν σε ατέρμονες θλίψεις κάθε άνθρωπο, που αλλιώς θα δρούσε. Με άλλα λόγια, ποιο κράτος δεν θα προτιμούσε τον νταλκά, που συνήθως συνοδεύεται από εξαρτήσεις, από μία συνειδητή αντίδραση ανθρώπων με καθαρή μνήμη, που δε θα δέχονταν κανένα ψέμα; Μόνο εκείνο το κράτος-φάντασμα του μαρξιστικού παραμυθιού, που θέλει να αυτοκαταστραφεί, μάλλον…

Η μνήμη ως επιστήμη

Θα πρέπει να τεθεί επίσης και μία άλλη παράμετρος της μνήμης, το ότι απ’ τη μια έχει χαρακτηριστικά, όπως αυτά που της έδωσε η μεταμορνέρνα φιλοσοφία (Derrida, Lyotard κλπ.). Αυτοί μίλησαν για το άφατο, αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί στην Ιστορία, τη μεγάλη φρίκη που δεν μπορεί να περιγραφεί. Με αυτή την έννοια κάποια ή όλα τα ιστορικά γεγονότα στην πληρότητά τους είναι αμεταβίβαστα από τη μια γενιά στην άλλη. Θα συμφωνούσαμε εύκολα ότι δεν υπάρχει ιστορία, με την έννοια ότι κάθε στιγμή που περνάει είναι μοναδική και η μνήμη δεν μπορεί να την αναπαράγει αυτούσια. Απ’ την άλλη, δημιουργεί ένα παραπέτασμα ανάμεσα σε μας και το παρελθόν, μας εμποδίζει να το δούμε, σα να είναι μέσα σε μια πυκνή ομίχλη κάθε περασμένη ιστορική στιγμή. Ωστόσο, αυτό το ζήτημα δεν εξαντλείται έτσι απλά. Είχαμε υποστηρίξει και σε παλαιότερο κείμενό μας ότι είναι προτιμότερο για μας να μιλάμε για ιστορίες και όχι για ιστορία. Αυτή η επιλογή μας επιτρέπει να επικοινωνούμε με το παρελθόν, αλλά χωρίς να απαιτούμε από αυτό να μας δώσει οριστικές απαντήσεις. Προφανώς, αν το σκεφτούμε διαφορετικά, το παρελθόν έχει τόσες διαστάσεις όσες και οι άνθρωποι. Η ιστορία δεν μπορεί να είναι παρά μια συζήτηση πάνω σε αυτές τις ιστορίες. Ο καθένας δημιουργεί τα δικά του συμπεράσματα και προχωράει τη δική του πορεία σκέψης.

Δεν μπορούμε, όμως, να παραλείψουμε ότι η μνήμη, τις περισσότερες φορές, δεν ανήκει σε όλους. Με την έννοια ότι η μνήμη έχει εξελιχθεί με το πέρασμα του χρόνου σε προνόμιο. Το λέμε αυτό από την άποψη της πρόσβασης στην μνήμη και μάλιστα στην κοινή μνήμη. Η ιστορία ή οι ιστορίες, εδώ και αιώνες, και παράλληλα με την εξάπλωση των κρατών σε κάθε τους μορφή, λειτούργησε ως ένας τρόπος επιβολής μιας κοινής λογικής ή κοινής αλήθειας. Ουσιαστικά, ως η επικράτηση μιας κυρίαρχης αλήθειας, η οποία θα έπρεπε να διασωθεί ως μνήμη στις επερχόμενες γενιές. Επομένως, αυτός που έχει το κύρος της αλήθειας είναι ο εγκεκριμένος ιστορικός, που θα την περισώσει, ο οποίος, αν δεν είναι απόστρατος αξιωματικός, θα είναι, προφανώς, ένας ακαδημαϊκός. Διαφορετικά, όσα λέει ή γράφει, θα είναι απλώς μια μαρτυρία.

Η μεθοδολογία που ανέπτυξε, μάλιστα, η ιστοριογραφία και οι σχολές της δείχνουν τις τάσεις της μίας ή της άλλης κυρίαρχης λογικής να επιβληθεί και δια των μεθόδων παρουσίασης των γεγονότων. Η μνήμη, λοιπόν, είναι μια θεσμοθετημένη επιστήμη, η οποία δεν αφήνει τίποτε στην τύχη. Είναι αναλυτικά καταγεγραμμένη με κάθε διαθέσιμο μέσο, είναι αναλυμένη σωστά, ώστε να δημιουργεί στην εκλαϊκευμένη της μορφή έτοιμες αναπαραστάσεις των γεγονότων. Το γεγονός, όμως, συνέβη άπαξ και δια παντός. Δεν μπορεί να ξανασυμβεί, προκειμένου να διαψεύσει ή να επιβεβαιώσει ένα ιστορικό επιχείρημα. Και έτσι επιστρέφουμε στον αρχικό μας προβληματισμό.

Η μνήμη είναι διαθέσιμη ως συλλογική νοσταλγία, ώστε να ενώνει τα μέλη των σύγχρονων κρατικών οντοτήτων, αλλά και να δημιουργεί αδιάρρηκτους δεσμούς στις κοινωνικές ομάδες, σε τέτοιο βαθμό, που οι κοινωνικοί διαχωρισμοί να μοιάζουν φυσικοί. Η μνήμη δεν ενώνει μόνο, αλλά και διακρίνει τον έναν από τον άλλο, δημιουργεί πολιτικά «τζάκια», διαιωνίζει μια εξουσία.

Η ιστορία του Ηροδότου θα λέγαμε ότι είναι μια αφήγηση ιστοριών. Είναι ο πρώτος ιστορικός που το έργο του σώζεται ακέραιο· δεν μαθαίνουμε γι’ αυτόν έμμεσα, από τρίτη πηγή. Είναι ο πρώτος που βλέπει έναν πόλεμο ως μια σύγκρουση πολιτισμών. Πυρήνας του έργου του είναι οι λεγόμενες παρεκβάσεις του, αυτό που θα λέγαμε θεματικές παρενθέσεις. Όλα τα άσχετα με τον πόλεμο μεταξύ ελλήνων και περσών. Φαινομενικά άσχετα, αφού, όπως μας πληροφορεί, αυτές οι παρεκβάσεις θέλουν να δώσουν μια ολοκληρωμένη εικόνα για την κοσμοθεωρία των αντιπάλων. Δε νοιώθει καμμία ανάγκη να διαχωρίσει τους μύθους απ’ τις πραγματικότητες. Ίσως ο πατέρας της ιστορίας να είναι και ο τελευταίος που περιγράφει με αυτό τον τρόπο τα γεγονότα, δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στη σκέψη, στο συλλογικό συνειδητό και ασυνείδητο. Ενδιαφέρεται περισσότερο για αυτό που σκέφτονται οι άνθρωποι όταν δεν πολεμούν, παρά για τις σκέψεις πάνω στην τέχνη του πολέμου. Περιγράφοντας έναν πόλεμο, μιλάει για την ειρήνη που οδήγησε σε αυτόν.

Μνήμη και γλώσσα

Αξίζει να θυμηθούμε το απόσπασμα από τον «Φαίδρο» του Πλάτωνα (Πλάτων, Φαίδρος 274c-275b), όπου παρουσιάζεται ο Σωκράτης να διηγείται μία ιστορία σχετικά με τη σημασία του προφορικού λόγου έναντι του γραπτού:

ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Άκουσα μια ιστορία για έναν από τους παλιούς αιγυπτιακούς θεούς, τον θεό Θευθ. Είναι αυτός που ανακάλυψε τον αριθμό και τους υπολογισμούς, τη γεωμετρία και την αστρονομία, ακόμη και τους πεσσούς και τους κύβους, και πάνω απ’ όλα τη γραφή. Βασιλιάς τότε όλης της Αιγύπτου ήταν ο Θαμούς – τον Θαμού οι Έλληνες τον ονομάζουν Άμμωνα. Σ’ αυτόν λοιπόν ήρθε ο Θευθ, του επέδειξε τις τέχνες του και του είπε ότι θα έπρεπε να διαδοθούν σε όλους τους άλλους Αιγυπτίους. Ο βασιλιάς τότε τον ρώτησε ποια είναι η ωφέλεια της καθεμιάς, και καθώς εκείνος του εξηγούσε, άλλες από τις εξηγήσεις τις επαινούσε και άλλες τις κατέκρινε ανάλογα με ό,τι του φαινόταν σωστό ή λάθος. Κάποια στιγμή όμως έφτασαν και στη γραφή. «Αυτή η μάθηση, βασιλιά μου», είπε ο Θευθ, «θα κάνει τους ανθρώπους σοφότερους και θα αυξήσει τη μνήμη τους. γιατί βρέθηκε το φάρμακο της μνήμης και της σοφίας». Και ο Θαμούς του απάντησε: «Πολύτεχνε Θευθ, άλλος έχει τη ικανότητα να γεννά τις τέχνες και άλλος να κρίνει αν οι τέχνες αυτές θα βλάψουν ή θα ωφελήσουν. Εσύ λοιπόν τώρα, σαν πατέρας που είσαι της γραφής, έδειξες εύνοια σ’ αυτήν και της προσέδωσες τις αντίθετες από τις πραγματικές της δυνατότητες. Γιατί η γραφή θα φέρει λήθη στις ψυχές όσων τη μάθουν, μιαw και αυτοί σίγουρα θα παραμελήσουν τη μνήμη τους. δείχνοντας εμπιστοσύνη στη γραφή, θα φέρνουν στη θύμησή τους κάτι όχι από μέσα τους, από τον ίδιο τον εαυτό τους, αλλά από κάποια ξένα εξωτερικά σημάδια. Αυτό που ανακάλυψες δεν είναι το φάρμακο της μνήμης αλλά της υπόμνησης. Στους μαθητές σου δεν φέρνεις την αληθινή σοφία αλλά μόνο την επίφαση της σοφίας. Τους κάνεις να ακούν πολλά χωρίς να τους διδάσκεις, και τελικά φθάνουν να νομίζουν ότι γνωρίζουν και πολλά, ενώ δεν γνωρίζουν τίποτε. γίνονται μάλιστα φορτικοί σε κάθε συντροφιά, αφού παριστάνουν τους σοφούς, χωρίς να είναι» (η μετάφραση από το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας).

Ο Σωκράτης φυσικό είναι να προτιμά τον προφορικό λόγο για την αμεσότητα και τη ζωντάνια του. Ο ίδιος δεν έγραψε ποτέ τίποτε. Ξέρουμε γι’ αυτόν απ’ τους πολυγραφότατους μαθητές του. Εκείνο που μας απασχολεί εδώ είναι η σημασία που έχει η γραφή για τη διάσωση της μνήμης. Μήπως τελικά η γραφή είναι το άλλοθι, που κατέστρεψε την μνήμη; Συνέβαλε και συμβάλλει σε μια επιβεβλημένη μνήμη; Η απάντηση προφανώς εδώ δεν μπορεί να δοθεί με ένα ναι ή ένα όχι. Ωστόσο, αυτό που μπορούμε να πούμε είναι ότι η προφορική παράδοση, που μεταδίδεται από στόμα σε στόμα, διατήρησε για αιώνες πολύτιμες γνώσεις για τον κόσμο. Η προφορικότητα, που σήμερα υποτιμάται αρκετά, ίσως εξαιτίας της ρωμαϊκής λογικής verba volent, scripta manent (τα λόγια πετούν, ενώ τα γραπτά μένουν), έχει αμεσότερη σχέση με την μνήμη. Ο λόγος είναι ίσως αρκετά προφανής. Αυτός που μιλά, ζωντανεύει με την ίδια του τη σκέψη όσα θα πρέπει να περισωθούν. Αν δεν έχει το «προστατευτικό δίχτυ» της γραφής, θα βάλει όλα του τα δυνατά, για να περισώσει με την ίδια του την ύπαρξη ό,τι θεωρεί σημαντικό. Μέσα από τον ίδιο θα περάσει η αφήγηση και θα ενσωματώσει κάτι απ’ το προσωπικό του πνεύμα. Η προφορική μνήμη είναι μεγαλύτερο βάρος, γιατί είναι πιο προσωπική.

Ο γραπτός λόγος στην πραγματικότητα είναι ένα απτό αντικείμενο, δεν μεταδίδεται με τη φυσική παρουσία αυτού που μιλάει. Μόνο χάρη στον αναγνώστη παίρνει ψυχή, αλλά τις περισσότερες φορές ο κάθε αναγνώστης κρατάει τα συμπεράσματα για τον εαυτό του. Η γραφή είναι μονόλογος, μεταφέρεται τις περισσότερες φορές από πνεύμα σε πνεύμα με την ανάγνωση, ενώ η προφορικότητα είναι αυτό που λέγεται, άρα χρειάζεται κατά κανόνα κι αυτόν που θ’ ακούσει. Γι’ αυτό, τις περισσότερες φορές καταλήγει σε διάλογο. Στην περίπτωσή μας όμως υπάρχει και ο τρίτος δρόμος της εικόνας. Η φωτογραφία και το βίντεο διασώζουν μια οπτική γωνία, με όλη τη σημασία του όρου. Είναι η εικόνα που επελέγη, για να προβληθεί· κατά αντίστοιχο τρόπο που επελέγη μία άποψη να περιγραφεί. Μία εικόνα δεν λέει όλη την αλήθεια. Τις περισσότερες φορές επιβάλλει μία συνήθη αντιμετώπιση για τα πράγματα. Γίνεται η κυρίαρχη εικόνα, που καλλιεργεί μία συνείδηση.

Η γραφή και η καταγραφή, λοιπόν, είναι ένα ζήτημα που δεν μπορεί να λήξει απλώς με την αποδοχή μιας μεθόδου. Η αναζήτηση μιας αλήθειας δεν αρκεί να καταγράφεται, για να διαδίδεται, αλλά χρειάζεται να περάσει από σώμα σε σώμα, ώστε να μείνει στη μνήμη. Είναι μια πνευματική και σωματική λειτουργία, χρειάζεται εμάς τους ίδιους, για να διατηρηθεί. Ένα γραπτό κείμενο είναι αναμφίβολα πολύτιμο. Εξίσου πολύτιμη, όμως, είναι και μια προφορική αφήγηση, η οποία μπορεί να φέρει μία μνήμη πιο εύθραυστη, αλλά και πιο ζωντανή.

Οι άνθρωποι πάντοτε, είτε συλλογικά είτε ατομικά, νοσταλγούμε μια εποχή αθωότητας και ελευθερίας. Άλλωστε, αυτές οι δυο λέξεις γίνονται κάποτε συνώνυμες. Όμως, το κράτος αρέσκεται ν’ αλλάζει τα λήμματα στο λεξικό του και έτσι δίπλα στη νοσταλγία κάποτε, ίσως, διαβάσουμε: «η κατάσταση στην οποία κάποιος θέλει να επιστρέψει στην τάξη και στην ασφάλεια». Το ίδιο μπορεί να κάνει και στη λέξη ελευθερία και έτσι να διαβάζουμε κάποτε ως ερμηνεία της: «όταν κάποιος μπορεί να επιλέξει με ένα κλικ αυτό που του αρέσει, να επιλέξει ανάμεσα στα προϊόντα που του παρέχει το κράτος σε αφθονία». Γι’ αυτό η νοσταλγία αποκτά τη δική της δύναμη, όταν ενώνεται με την μνήμη. Στα δικά μας λεξικά η ελευθερία φέρει τη μνήμη της ζωής απειράριθμων ανθρώπων που έζησαν πραγματικά γι’ αυτήν. Γι’ αυτό και η μνήμη είναι πολύτιμος βοηθός. Όταν οι έννοιες αλλοιώνονται προς όφελος οποιασδήποτε εξουσίας που θέλει να κυριαρχήσει στο πνεύμα μας, η μνήμη μπορεί να γίνει σύντροφος, που θα μας βοηθήσει να πολεμήσουμε το ψέμα. Η νοσταλγία πάλι, θα θυμίζει στην ψυχή μας ότι της αξίζει να ζει ελεύθερη, πέρα από μόδες και ψυχώσεις.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΊΑΣ, φ. 137, Απρίλιος 2014
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.