Δουλειά; Όχι ευχαριστώ! Αυτό σημαίνει: η ζωή είναι αλλού

Αλλά γιατί να μην κάνουμε τίποτα; Επειδή κάνουμε τόσα πολλά!

Σήμερα, ο κόσμος δεν έχει έλλειψη πραγμάτων. Αντ’ αυτού υπάρχει τέτοια αφθονία υλικών αγαθών που υπάρχει κίνδυνος να πνιγεί σ’ αυτά και γι’ αυτό μάλλον οι ιστορικοί του μέλλοντος θα βαφτίσουν την εποχή μας «τον καιρό των σκουπιδιών».

Το κάλεσμα για ανακάλυψη –και πάλι– του καθαρού αέρα είναι παραπάνω από επείγον.

Η αδράνεια είναι μια ριζοσπαστική θεραπεία για πολλές αρρώστιες που είναι συνηθισμένες στο μοντέρνο κόσμο: η τεράστια σπατάλη πόρων για την παραγωγή προϊόντων που είναι κυρίως άχρηστα, και ο αχαλίνωτος καταναλωτισμός σαν υποκατάστατο της ευτυχίας, η αποξένωση και η εκμετάλλευση στη μισθωτή εργασία, η μόλυνση του περιβάλλοντος και ο παράλογος ακτιβισμός που δραπετεύει απ’ τον εαυτό του που μας κάνει διαρκώς να μην έχουμε χρόνο…

Η αδράνεια είναι ένα ισχυρό αντίδοτο σε όλα αυτά: είναι οικολογική, οικονομική και ικανοποιητική, ελεύθερος χρόνος για κοινωνικοποίηση και άνοιγμα χώρων για δημιουργικότητα.

Φανερά χαρακτηριστικά του ελεύθερου αέρα είναι η εναντίωση στη δουλειά, η φυσική δραστηριότητα. Αυτό το κείμενο θα εστιάσει αρκετά στη δουλειά: την εξέλιξη της αντίληψης στην πορεία του χρόνου, την ουσία της και τις μορφές εναντίωσης σ’ αυτήν, σαν την ολοκληρωτική άρνηση, ένα φαινόμενο που έχει εμφανιστεί μαζικά στις δεκαετίες του ’70 και του ’80 του περασμένου αιώνα. Αυτό θα γίνει με παραπομπές, συνθήματα, σχέδια, ποιήματα, κτλ… Είναι, σε μεγάλο μέρος, λέξεις ειρωνικές, σαρκαστικές, εκφράσεις θυμού, παρωδίες, υπερβολές. Πράγματα που, διασκεδάζοντας και/ή προκαλώντας, βοηθούν καλύτερα από μια μελέτη για να καταλάβουμε πόσο παράδοξος και κοινωνικά αντιπαραγωγικός είναι ο τρόπος ζωής που έχουμε οι πιο πολλοί.

Αλλά γι’ αυτούς που θεωρούν ότι «η δουλειά εξευγενίζει» δε μπορώ να βοηθήσω παρά να αναφέρω καταστάσεις, γεγονότα και περιγραφές που προωθούν την επιβλαβή, ηλίθια και κουραστική δουλειά και υπάρχουν τις τελευταίες δυο δεκαετίες του εικοστού αιώνα και συνεχίζουν να υπάρχουν. Σήμερα, σε καιρό κρίσης του συστήματος παραγωγής εμπορευμάτων (με δυσκολία να βρουν άλλες εξόδους – outlets για το τεράστιο ποσό προϊόντων που παράγονται με μικρή εργατική δύναμη) – και σίγουρα όχι μια παγκόσμια κρίση κοινωνικού πλούτου (που είναι μεγάλος… αλλά λίγοι τον ξαφρίζουν) – αυτό το κείμενο είναι πιο χρήσιμο από ποτέ: αν, 40 χρόνια πριν, ήταν σαν «βρεμμένος στη βροχή», τώρα δείχνει το δίκαιο και βιώσιμο τρόπο – επειδή τα τεχνικά μέσα, το πνευματικό δυναμικό και οι κοινωνικές και περιβαλλοντικές ανάγκες είναι πρωτόγνωρες στην ιστορία – δηλαδή να δουλεύουν όλοι, αλλά στο ελάχιστο, για να ικανοποιήσουν τις βασικές ανάγκες όλης της ανθρωπότητας. Αν η ανάγνωση αυτών των σελίδων μπορέσει να δώσει κίνητρο σε κάποιους αναγνώστες να αφομοιώσουν όσο το δυνατόν πιο πολλά στο μονοπάτι της αδράνειας, η ευχαρίστηση που θα παραχθεί θα συμπληρωθεί από την ικανοποίηση του να έχουν κάνει κάτι χρήσιμο.

Δουλειές ή δραστηριότητες;

Τώρα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε το πεδίο από τη μεγάλη εννοιολογική σύγχυση που καλύπτει στις μέρες μας τη λέξη «δουλειά». Θα έπρεπε να είναι ξεκάθαρο ότι η εργασία δεν είναι συνώνυμη με τη σκληρή δουλειά, ακόμα κι αν τα μέσα είναι ίδια. Ένα ποσό δυσκολίας υπάρχει σε κάθε δραστηριότητα – ακόμα και στις πιο έμφυτες στην ίδια την ύπαρξη – αυτός είναι ένας αναπόφευκτος φυσικός νόμος. Αλλά το θέμα δεν είναι αυτό. Ο άνθρωπος πάντα είχε μια διφορούμενη σχέση με τη φυσική προσπάθεια. (…)

Από τη μια έχει τη φυσική τάση να μειώνει τις δυσκολίες που παρουσιάζει μια δραστηριότητα, κι αυτό μπορεί να είναι ένας λόγος για την προέλευση και ανάπτυξη της τεχνολογίας. Μια απ’ τις πρώτες φυσικές αρχές που ακολουθούνται ασυνείδητα με σκοπό τη μείωση της κόπωσης, είναι πιθανώς ο μοχλός, μια φανταστική τεχνική υποστήριξη που δουλεύει σήμερα όπως και πριν χιλιάδες χρόνια. Από την άλλη, ο άνθρωπος δεν έχει ποτέ περιφρονήσει τη σκληρή εργασία, όταν σκόπευε ευθέως να εκπληρώσει μια επιθυμία ή να φέρει ένα άμεσο όφελος για τον εαυτό του: να φτάσει το φρούτο σ’ ένα κλαδί πιο πέρα, να χτίσει ένα υπόστεγο για να μη βρέχεται ή ένα κανό για να ψαρέψει ή απλά να διασχίσει ένα ποτάμι, να κάνει ένα τόξο για να κυνηγά πιο αποτελεσματικά (εδώ υπερκαλύπτονται οι δυο τάσεις), να κόψει ένα κλαδί για να κάνει ένα φλάουτο, να ράψει ένα δέρμα για να προστατέψει τα γεννητικά του όργανα, να ψάξει για βότανα και χώμα για να καλλωπίσει το σώμα κ.ο.κ.

Αν και η σεξουαλική δραστηριότητα που χρειάζεται για τον οργασμό απαιτεί μεγάλη σπατάλη ενέργειας, εν τούτοις αντιμετωπίζεται με χαρά. Ο άνθρωπος της τεχνικά προηγμένης κοινωνίας, που έχει ολοένα λιγότερη ανάγκη να ασκεί φυσική προσπάθεια για τα προς το ζην, που αποστρέφεται τη βαριά δουλειά και σνομπάρει τη χειρωνακτική εργασία που απαιτείται (δεχόμενος την ιδεολογική προσπάθεια ενάντια σε μια ποικιλία δραστηριοτήτων που είναι σύμφυτες στη μοντέρνα δουλειά), ψάχνει εθελοντικά την άσκηση, σαν μια ευχάριστη παρεκτροπή, μια επωφελή ανταμοιβή: αναρρίχηση βουνών, ποδηλασία, χαλάρωση στην πισίνα μετά από ένα μπάνιο, πιο πεζά να το πούμε, να ιδρώνει σαν καταρράκτης στο γυμναστήριο για να είναι «σε φόρμα».

Η εργασία είχε την αίσθηση της υποχρέωσης, του καθήκοντος, της επιβολής, του περιορισμού, της αναπόδραστης αναγκαιότητας, αυτό είναι που ονομάζεται δουλειά. Θα προσπαθήσω να το δείξω αυτό με ένα προσωπικό παράδειγμα. Κάνω πολλά πράγματα που είναι χρήσιμα και μου δίνουν ικανοποίηση: προσέχω τον κήπο μου και τα λαχανικά μου, τα φρούτα, τα μήλα και τα δαμάσκηνα για υγιεινή διατροφή, κόβω δέντρα για ξυλεία θέρμανσης, για στέγη, βάζω πέτρες στους τοίχους… Ποτέ, πάντως, δεν έκανα αυτά τα πράγματα για λεφτά από άλλους, γιατί την ίδια στιγμή αυτές οι δραστηριότητες θα άλλαζαν τη φύση, θα υποβιβαζόταν το νόημα της εργασίας και η όποια γοητεία της προς εμένα.

Όταν η ζωή ακολουθεί την αρχή του παιχνιδιού και της διασκέδασης, της χαράς, η δημιουργική δραστηριότητα που ακολουθεί είναι θετική και επωφελής για το άτομο και την κοινότητα.

Αυτή η βαθιά φυσική ώθηση (το παιχνίδι είναι επίσης μια συνεχής μάθηση στη ζωή των ζώων) που συμβαίνει χαρακτηριστικά σ’ ένα παιδί, που μπορεί να περνά ώρες, μέχρι εξαντλήσεως, σπρώχνοντας ένα έλκηθρο σ’ ένα λόφο από τον οποίο μπορεί να κατρακυλήσει ουρλιάζοντας από χαρά, χοροπηδώντας μέσα στο νερό και μαζί του ο κάθε μυς του σώματος, χτίζοντας και ξαναχτίζοντας με άμμο κάστρα με την υπομονή του Σίσυφου. Και ο πανούργος γονιός θα μπορεί να εκμεταλλευτεί αυτή τη δημιουργική δραστηριότητα που γίνεται χάριν της ευχαρίστησης, αντικαθιστώντας έναν εργοδότη που θέτει τον όρο να γίνονται όλα με πειθαρχία.

Η δουλειά και η ελεύθερη δραστηριότητα μπορούν να περιγραφούν με άλλες έννοιες ή εικόνες. Η άσκηση μιας δραστηριότητας για να μαζέψουμε λεφτά για ν’ αγοράσουμε τα μέσα για να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες μας –ο συμβατικός τρόπος με τον οποίο η ατομική πρωτοβουλία λειτουργεί στην καπιταλιστική κοινωνία– αυτή είναι η δουλειά, ελαφριά και ευχάριστη όπως μπορεί να φαίνεται· η απασχόληση για να κλέψουμε τη φυσική ανάγκη να ζήσουμε αξιοπρεπώς, αυτό δεν είναι δουλειά, έστω κι αν απαιτεί προσπάθεια.

Ή, το να μαζεύεις φράουλες, να πιάσεις ένα ελάφι, η παραγωγή της δικιάς σου πατάτας, η αφιέρωση στη ζωγραφική ή το ράψιμο, δεν είναι δουλειά. Το να πάρεις ή να παράγεις κάτι, να πουλήσεις τις χειρωνακτικές δυνατότητές σου, τις πνευματικές σου ικανότητες για να πάρεις λεφτά με τα οποία θα αγοράσεις φρούτα, κρέας, ρούχα, λαχανικά, CD, ή εικόνες, αυτό είναι δουλειά.

Ή ξανά: πουλιέται για ένα μισθό. Ο εξαναγκασμός τού να δουλεύεις δε μπορεί να παράγει ευχαρίστηση ή απλά ένα υποκατάστατο για την επισφάλειά της, ανεξάρτητα από την «ποιότητα» που παράγεται.

Δυστυχώς, στην κοινωνική οργάνωση που σκοπεύει στην παραγωγή προϊόντων, κέρδους και εξουσίας, τα δύο διακριτά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης δραστηριότητας συγχέονται, ή καλύτερα, η δουλειά καθίσταται καθοριστικά απαραίτητη για την κάλυψη αναγκών. Όλο και πιο λανθασμένα, η λέξη δουλειά, δηλαδή, είναι τώρα συνώνυμη με τη «δραστηριότητα»(την εργασία).

Και αν σ’ αρέσει η δουλειά;

«Δεν μπορείς να κάνεις έρωτα απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, γι’ αυτό εφευρέθηκε η δουλειά».

Το motto κάτω από τον τίτλο αναφέρεται στη δουλειά σαν υποκατάστατο στη σεξουαλικά καταπιεσμένη λίμπιντο, στην έλλειψη συναισθημάτων, τις δυσκολίες στις σχέσεις κ.ο.κ. που μπορεί «αποτελεσματικά» να υποκατασταθεί από τη δουλειά και έμμεσα μέσω της κατανάλωσης, που καθιστά δυνατή. Η εξιδανίκευση και η αποζημίωση μπορούν να διαστρεβλώσουν μέχρι το σημείο που η αρχή της χαράς, ως θεμελιώδης σκοπός της ζωής, να μπερδευτεί με τη δουλειά.

Αυτό ισχύει δυστυχώς για πολλούς ανθρώπους. Για πολλές δεκαετίες, η ιατρική έχει εφεύρει τον όρο «workaholic» (εργασιομανής) για να περιγράψει μια πραγματική φυσική και πνευματική αρρώστια, που γίνεται πανδημία, που επηρεάζει πολλά άτομα και των δύο φύλων που δουλεύουν ως υπάλληλοι και μπορεί να εξαρτώνται και από ναρκωτικά και φάρμακα, κάπνισμα ή αλκοόλ.

Μια ομάδα που επηρεάζεται ιδιαίτερα απ’ αυτή την ασθένεια είναι τα ανώτατα στελέχη, διευθυντές, μάνατζερ, διευθύνοντες σύμβουλοι πολυεθνικών κ.ά.

(…)

Πέρα απ’ τη φιλολογία, υπάρχει η Βασιλική Κοινωνία –μαζί με τις άρχουσες ελίτ, της οποίας η αρρώστια για δουλειά μπορεί να βρει ισχυρή δικαιολόγηση (αφθονία και εξουσία) – μια ομάδα ανθρώπων πολυάριθμων που υποφέρουν από ένα σύνδρομο ιδεολογικό εξίσου νεκρό, εννοώ αυτούς που βλέπουν τη δουλειά σαν το μόνο μονοπάτι που αξίζει ν’ ακολουθήσει κανείς για να διασφαλίσει την επιβίωσή του, θεωρώντας την ως το μέσο για την επίτευξη του ψευδαισθητικού ονείρου του ανταγωνισμού των προαναφερόμενων ελίτ.

Θα μπορούσαμε, μερικά, να δικαιολογήσουμε αυτούς που βλέπουν μια θετική αξία στη δουλειά, λόγω του ότι, δυστυχώς, ο κόσμος της δουλειάς είναι για κάποια άτομα ο μόνος τρόπος να έχουν κοινωνικές επαφές: να δουν άλλους ανθρώπους, να κάνουν φιλίες, να συμμετέχουν σε διάφορα γεγονότα, να γνωρίσουν άλλες πραγματικότητες, κι έτσι να ξεπεράσουν την περιορισμένη σφαίρα της οικογενειακής ζωής.

Κανείς δεν πρέπει να ξεχνάει ότι μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις μπορείς να διαλέξεις ένα επάγγελμα που συμφωνεί με τις τάσεις ή τις επιθυμίες σου. Η ελευθερία επιλογής είναι περιορισμένη πάντα από την προσφορά των άλλων. […] τα νέα παιδιά κυρίως επηρεάζονται από γονείς, δασκάλους και καριέρες βασισμένες σε οικονομικές ανάγκες της οικονομίας ή του κράτους. Πέρα από αυτή την επιρροή, η επιλογή, επίσης, απαιτείται: η εταιρία τώρα ζητάει από τον καθένα να υποταχθεί στη μισθωτή εργασία.

Η απελευθέρωση από τη δουλειά απαιτεί, ακόμη, την επιλογή ως προς τους στόχους των άλλων, να έχεις την ικανότητα να δράσεις με βάση τα ένστικτά σου.

Οι τουρίστες και ο ψαράς

Κλείνω το συμπέρασμά μου με μια παραβολή που περικλείει πολλά πρόσωπα του τρόπου ζωής και της θετικής σκέψης, της υπεύθυνης και βιώσιμης σκέψης μακριά από τη λογική της αγοράς και του καταναλωτισμού, την αρμονία με τους φυσικούς ρυθμούς και τη νηφαλιότητα, την αυτο-δραστηριότητα, την κυριαρχία στα μέσα επιβίωσης και, τελευταίο, αλλά εξίσου σημαντικό, την απόρριψη της μισθωτής εργασίας.

Ένα πρωινό, ο Γερμανός βιομήχανος και ο φίλος του Έλληνας ψαράς σε ένα μικρό παραθεριστικό νησί κάθονται στην άκρη του σπιτιού, βλέποντας τη θάλασσα και τα πλοία που σαλπάρουν σιγά και σιωπηλά.

– Καλημέρα Κυριάκο. Δουλεύεις σήμερα;

– Ναι, ήδη τελείωσα.

– Τι, είναι μόλις εννιά και μισή!

– Τελείωσα, είπα. Σήμερα η θάλασσα ήταν γενναιόδωρη. Μου πήρε λίγο να γεμίσω το δίχτυ.

– Αλλά τα Ψάρια;

– Αρκετά για την οικογένειά μου και κάποιους μεγαλύτερους που δεν έρχονται πια στη θάλασσα.

– Θα έβγαζες περισσότερα.

– Για να τα κάνω τι;

– Για να τα πουλήσεις και να βγάλεις λεφτά.

– Και γιατί;

– Για να αγοράσεις μια μεγαλύτερη βάρκα, με την οποία μπορείς να βγάλεις ακόμα περισσότερα ψάρια.

– Α… Και γιατί;

– Για να επιμελείσαι την περιοχή σου και να πουλάς σε πολλά εστιατόρια και μαγαζιά στην πόλη. Να βγάλεις πιο πολλά λεφτά και να διακοσμήσεις τη βάρκα ακόμα καλύτερα. Και να βγάζεις πιο πολλά.

– Α… Και τότε;

– Σε μια δεκαετία θα μπορείς να πάρεις κάποιους ναύτες να δουλεύουν για σένα.

– Και τί θα έκανα;

– Τότε θα ήσουν άνετος και θα καθόσουν στην άκρη του σπιτιού σου να θαυμάζεις τη θάλασσα.

– Αα! …Μα αυτό κάνω και τώρα!

Αναρχικός Πυρήνας ΞΑΝΑ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

[Αποσπάσματα από το βιβλίο του Alberto Tognola «Lavoro? No grazie!», μια διαφορετική προσέγγιση ανάμεσα στη δουλειά και τη «δραστηριότητα», Η μετάφραση-απόδοση έγινε από την αγγλική μεταφορά του κειμένου από το περιοδικό Rivista Anarchica/Απρίλιος 2011].

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 106, Ιούνιος 2011
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.