Η προσχεδιασμένη/προγραμματισμένη αχρήστευση

«Ο κόσμος είναι αρκετά μεγάλος για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του κάθε ανθρώπου, αλλά είναι πολύ μικρός για να ικανοποιήσεις την ανθρώπινη απληστία!». Γκάντι, Μαχάτμα (1869 -1948)

Στο κείμενο που ακολουθεί παρουσιάζουμε αναλυτικά το ντοκυμανταίρ της Κόσιμα Νταννόριτζερ1 (Cosima Dannoritzer) «The LightBulb Conspiracy» το οποίο αποκαλύπτει κάποια «χτυπητά» παραδείγματα της προσχεδιασμένης/προγραμματισμένης αχρήστευσης (planned / programmed obsolescence). H προσχεδιασμένη/προγραμματισμένη αχρήστευση των καταναλωτικών αγαθών είναι ένας μυστικός μηχανισμός στην καρδιά της καταναλωτικής κοινωνίας.

Καταναλώνω άρα υπάρχω. Η αυτοεκτίμηση και η ταυτότητά μας εξαρτώνται από το πόσα και τι αγοράζουμε, είτε σαν αντικείμενα, είτε σαν τροφή. Στην καταναλωτική κοινωνία αγοράζουμε αντικείμενα επί πιστώσει, με δανεικά, τα οποία ουσιαστικά δε χρειαζόμαστε. Υπάρχει ανάπτυξη για την ανάπτυξη, όχι για την κάλυψη βασικών αναγκών. Βασίζεται στην επιθυμία του καταναλωτή να κατέχει κάτι νεότερο λίγο ή πολύ νωρίτερα από ό,τι είναι απαραίτητο. Θα έλεγε κανείς πως θα έπρεπε να είμαστε ευτυχισμένοι, καθώς καταναλώνουμε 26 φορές περισσότερο από την εποχή του Μαρξ. Είναι προφανές πως κάτι τέτοιο δεν ισχύει, καθώς τα όμορφα πράγματα στη ζωή δεν είναι …πράγματα!

Το γεγονός αυτό, εκτός από επιπτώσεις στον ίδιο τον άνθρωπο, όπως η παχυσαρκία, έχει τρομακτικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, καθώς τόνοι σκουπιδιών αποστέλλονται στις χώρες του τρίτου κόσμου ή αναπτυσσόμενες χώρες καθώς ο πλανήτης έχει περιορισμένους πόρους (πεπερασμένος πλανήτης). Για παράδειγμα, στην Γκάνα, το 80% αυτών των αποβλήτων δεν επισκευάζονται και ό,τι μπορεί να χρησιμοποιηθεί από αυτά, το λεγόμενο σκραπ (απόβλητα μετάλλου) ανακυκλώνεται. Μάλιστα επειδή η νομοθεσία απαγορεύει την αποστολή αποβλήτων από τη μια χώρα σε άλλη τα βαφτίζουν «δεύτερο χέρι».

«Πρέπει να είσαι ή τρελλός ή οικονομολόγος για να μην το καταλαβαίνεις αυτό… βρισκόμαστε μέσα σε ένα πανέμορφο μεν σπορ αμάξι, αλλά τρέχουμε με 1000, χωρίς οδηγό, τρέχουμε δηλαδή σίγουρα προς τον θάνατο με τον έναν ή τον άλλον τρόπο», λέει ο γάλλος διανοούμενος καθηγητής Σερζ Λατούς (Serge Latouche). Ο ίδιος προτείνει την από-ανάπτυξη (de-growth) και επιστροφή στα 60’s σε ό,τι αφορά τον ρυθμό καταναλωτισμού (μείωση της κατανάλωσης), ώστε και το πραγματικό κόστος –ο ίδιος το υπολογίζει σε 20 με 30 φορές μεγαλύτερο από ό,τι υπολογίζεται λόγω κατανάλωσης ενέργειας κατά την παραγωγή και την μεταφορά– να μειωθεί και να αυξηθεί ο ελεύθερος χρόνος.

Η πρακτική αυτή έκανε την εμφάνισή της ήδη από την δεκαετία του 1920, όπου οι κατασκευαστές άρχισαν να μειώνουν την διάρκεια ζωής ενός προϊόντος για να αυξήσουν τις πωλήσεις. Εμφανίστηκε ταυτόχρονα με την μαζική παραγωγή και το «σόπινγκ» για πλάκα. Το 1928, το έγκριτο περιοδικό του κλάδου της διαφήμισης Printer’s Ink έγραφε: «Ένα προϊόν που δε φθείρεται αποτελεί τραγωδία για την επιχείρηση». Τραγωδία για το περιβάλλον θα πω εγώ. Περιβαλλοντικά τότε δεν έβλεπαν τις επιπτώσεις και τώρα που η βιομηχανία τις αντιλαμβάνεται μεν, δεν αναλαμβάνει το ρίσκο να αλλάξει ριζικά λογική (π.χ. μιμούμενη την φύση όπως προτείνει ο καθηγητής Χημείας, Μίκαελ Μπράουνγκαρτ, γνωστός από την συμμετοχή του σε ενέργειες με την Greenpeace, που προτείνει τα βιοδιασπώμενα υλικά που μπορούν ακόμη και να …τρώγονται. Το κραχ του 1929 ανέκοψε αυτό το ρεύμα της υπερκατανάλωσης διότι στις Η.Π.Α., το 1933, στο αποκορύφωμα της κρίσης, το 1/4 του πληθυσμού ήταν άνεργοι και πάσχιζε για τα βασικά (εργασία και διατροφή).

Ο υπέρμετρος καταναλωτισμός επανεμφανίστηκε το 1950. Μαζί και η ιδέα της λεγόμενης προσχεδιασμένης/προγραμματισμένης αχρήστευσης (planned obsolescence). Μάλιστα, είχε προταθεί από τον χρηματιστή Bernhard London για να τονωθεί η οικονομία μετά το κραχ (κέρδος για τις επιχειρήσεις και εργασία για τους ανέργους), η προσχεδιασμένη/προγραμματισμένη αχρήστευση να γίνει υποχρεωτική, να αναγράφεται η ημερομηνία λήξης του προϊόντος και ο καταναλωτής να είναι υποχρεωμένος να το παραδίδει με τη λήξη σε μια κρατική υπηρεσία προς καταστροφή! Όλα αυτά τα πρότεινε στην έκθεση του με τίτλο Ending the Depression Through Planned Obsolescence. Το σχέδιο επιβολής δεν υιοθετήθηκε μεν, αλλά υιοθετήθηκε το σχέδιο της οικειοθελούς προσέλευσης στα καταστήματα μέσω της σαγήνης. Έτσι επήλθε διαφθορά των ηθών. Η συνήθεια της υπερκατανάλωσης ξεκίνησε από την Αμερική, με την φρενίτιδα για την απόκτηση νεοεμφανιζόμενων μη απαραίτητων προϊόντων ή του ίδιου προϊόντος με νέα εμφάνιση, καθώς στην Ευρώπη υπήρχε η επιλογή να κατασκευάζονται ποιοτικά προϊόντα που διαρκούν, ακόμη και για μια ζωή και δεν υπήρχε η συνήθεια της αγοράς μεταχειρισμένου προϊόντος.

Μια ταινία του 1951, «Το άφθαρτο νήμα» αφηγείται την ιστορία κάποιου που κατασκεύασε ένα κοστούμι από άφθαρτο νήμα και κατέληξε ενώ είχε φτιάξει ένα καταπληκτικό προϊόν να βρει τον μπελά του τόσο από τους εργοστασιάρχες όσο και από τους εργάτες…

Το μάρκετινγκ εξελίχθηκε σε επιστήμη, που μεταξύ άλλων διδάσκει ότι ο «κύκλος ζωής» (product life cycle) ενός προϊόντος θα πρέπει να καθορίζεται όχι από τα φυσικά χαρακτηριστικά του αλλά από τις ανάγκες της εταιρείας να «ανακυκλώνει» τις πωλήσεις της.

Και έτσι φτάσαμε στο σήμερα, όπου κάθε 3 λεπτά δημιουργείται ένα νέο προϊόν(!!!) και η υπερκατανάλωση οδήγησε στην κρίση της υπερπαραγωγής.

Διαφορετική οπτική είχαν τα κομμουνιστικά καθεστώτα, όπου τα προϊόντα έπρεπε να έχουν μεγάλη διάρκεια ζωής.

Στην Ανατολική Ευρώπη, ο διαφορετικός τρόπος οργάνωσης της οικονομίας δεν δημιουργούσε την ανάγκη για πρακτικές προγραμματισμένης αχρήστευσης. Το πρόβλημα στις οικονομίες του ανατολικού μπλοκ ήταν η έλλειψη πρώτων υλών και η αναποτελεσματική οργάνωση της παραγωγής. Κατά συνέπεια το θέμα ήταν η ανεπαρκής παραγωγή και όχι η υπερπαραγωγή.

Στην ανατολική Γερμανία, για παράδειγμα, ψυγεία και πλυντήρια ρούχων είχαν εγγύηση 25 ετών. Μάλιστα υπάρχει το παράδειγμα του λαμπτήρα Narva (κατασκευής 1981) που ήταν για μια ζωή. Η εταιρεία Narva τον παρουσίασε στη διεθνή Έκθεση του Ανόβερο. Σκοπός ήταν να βρεθούν συνεργάτες στη Δύση, ώστε η εταιρεία να πραγματοποιήσει εξαγωγές. Οι εκπρόσωποι της Narva δεν περίμεναν την αντίδραση των δυτικών: «Θα μείνετε χωρίς δουλειά». Οι Ανατολικογερμανοί απάντησαν ότι «με αυτό τον τρόπο κάνουμε οικονομία σε πρώτες ύλες και άρα διατηρούμε τις δουλειές μας». Τελικά, όμως, αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Ανατολική Γερμανία άπραγοι, δηλαδή χωρίς να βρουν αγοραστές. Με την πτώση του τείχους του Βερολίνου, έκλεισε το εργοστάσιο, σταμάτησε η παραγωγή και τώρα τον βρίσκουμε μόνο στα μουσεία.

Στην ταινία, βασισμένη στο έργο «Ο θάνατος του εμποράκου» του Άρθουρ Μίλλερ («Death of a salesman») μπορούμε να δούμε την γκρίνια του καταναλωτή που αντιλαμβάνεται πως τα αγαθά …ψεύτισαν.

Από αναρχικής σκοπιάς, βέβαια, η βιομηχανία δεν θα είναι απαραίτητη σε μια ελεύθερη κοινοτική πραγματικότητα, καθώς οι βασικές ανάγκες δε χρειάζονται βιομηχανία για να τις καλύψει. Οπότε δεν μιλάμε ούτε για από-ανάπτυξη, ούτε για αειφορία.

Επειδή δεν χρειάζεσαι κούπα για να πιείς το γάργαρο νερό από το ρυάκι,

Επειδή δεν χρειάζεσαι αεροδυναμική κουτάλα για να ανακατέψεις τη σούπα στην πήλινη γάστρα,

Επειδή δεν χρειάζεσαι ψυγείο για να αποθηκεύεις τα λαχανικά που φυτρώνουν ολόγυρά σου,

Επειδή δεν χρειάζεσαι ηλεκτρικό φούρνο για να ψήσεις, αρκούν μόνο λίγα κούτσουρα,

Επειδή δεν χρειάζεσαι αυτοκίνητο που να γράφεις χιλιόμετρα στο κοντέρ για να ξεφεύγεις από το νέφος,

Επειδή δεν χρειάζεσαι πλαστικά κατασκευάσματα όταν μπορείς να σκεπάζεσαι με όσα τα φυτά ή τα άλλα ζώα μπορούν να σου προσφέρουν γι’ αυτό το σκοπό,

Επειδή δεν χρειάζεσαι τσιμέντο για να χτίζεις ένα σπίτι από πέτρα,

Επειδή δεν χρειάζεσαι χημικά σαπούνια για να ξεπλύνεις την βρώμα της πόλης,

Επειδή δεν χρειάζεσαι επεξεργασμένα τρόφιμα για να τραφείς.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΠΡΩΤΟ

Ο ΧΑΛΑΣΜΕΝΟΣ ΕΚΤΥΠΩΤΗΣ.

Όλοι έχουμε σιχτιρίσει κάποια στιγμή με τον (σχετικά καινούργιο και χωρίς να έχει υποστεί κακή χρήση) εκτυπωτή που χάλασε (την πιο ακατάλληλη στιγμή) είτε στο σπίτι, είτε στην δουλειά…

Το ντοκυμανταίρ ξεκινά λοιπόν με έναν υπάλληλο εταιρείας, τον Μάρκο, όπου ο εκτυπωτής που χρησιμοποιεί χαλάει ξαφνικά και του βγάζει ένδειξη για σέρβις. Πράγματι και οι τρεις τεχνικοί στους οποίους απευθύνεται του λένε τα ίδια πράγματα: «Η διάγνωση της βλάβης θα κοστίσει», «Το ανταλλακτικό είναι δύσκολο να βρεθεί», «Δε σας συμφέρει να τον επισκευάσετε», «Σας συμβουλεύω να αγοράσετε καινούργιο», «Οι καινούργιοι είναι πιο φθηνοί από όλη την διαδικασία επισκευής».

Ποιό όμως ήταν το πρόβλημα του συγκεκριμένου εκτυπωτή. Στον πάτο του εκτυπωτή τύπου inkjet βρίσκεται ένα σφουγγάρι. Όταν αυτό το σφουγγάρι γεμίσει μελάνι (στις Χ φορές χρήσης) ο εκτυπωτής παρουσιάζει ένδειξη βλάβης, με τη λογική να μη γεμίσει μελάνι το γραφείο. Η ένδειξη εμφανίζεται κατ’ εντολήν ενός τσιπ τύπου EEPROM που καταγράφει τον αριθμό των εκτυπώσεων. Ψάχνοντας στο ίντερνετ ο Μάρκος βρήκε έναν ρώσο τεχνικό που του είπε την λύση. Μηδενίζεις τον μετρητή (reset) και ο εκτυπωτής δουλεύει μια χαρά.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΟΙ ΛΑΜΠΤΗΡΕΣ ΜΕ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΛΗΞΗΣ

Όλοι έχουμε παρατηρήσει κάποιες ξεχασμένες λάμπες σε κάποιο παλιό σπίτι ή σε κάποιο λαμπατέρ της γιαγιάς που δεν έχει χρειαστεί να τις αλλάξουμε ποτέ. Αντιθέτως, οι καινούργιες λάμπες καίγονται εύκολα.

Το ντοκυμανταίρ παρουσιάζει τα γενέθλια ενός… γλόμπου, που καίει επί 100 χρόνια (1901-2001) σε έναν πυροσβεστικό σταθμό στο Λίβερμορ της Καλιφόρνια, ο οποίος κατασκευάστηκε το 1895 στο Σέλμπυ του Οχάιο.

Η πρώτη εφαρμογή της προσχεδιασμένης/προγραμματισμένης αχρήστευσης έγινε όταν η βιομηχανία λαμπτήρων έθεσε ως όριο για τον κάθε γλόμπο τις 1.000 ώρες ζωής. Το νήμα πυρακτώσεως εφευρέθηκε από τον Άντολφ Σαγιέ (Adolph Chaillet) ώστε να διαρκεί κατά μέσο όρο ζωής 10.000 ώρες λειτουργίας. Από την εποχή του Τόμας Έντισον, το 1881, είχαν καταφέρει οι λαμπτήρες να διαρκούν 1500 ώρες. Ως το 1924 έφταναν τις 2.500 ώρες ζωής. Υπήρξαν διάφορες πατέντες για λαμπτήρες που διαρκούν πολύ, αλλά καμία δεν βγήκε στην αγορά. Μάλιστα έχει υπάρξει πατέντα για λαμπτήρα που θα διαρκεί 100.000 ώρες!!!

Η βιομηχανία είχε όμως άλλα σχέδια. Παραμονή Χριστουγέννων του 1924 στην Γενεύη (δεν είχαν κάτι καλύτερο να κάνουν!) συναντήθηκαν οι κατασκευαστές λαμπτήρων και σύστησαν το πρώτο καρτέλ για να ελέγξουν την παραγωγή λαμπτήρων, να ανταλλάξουν πατέντες και να μοιράσουν την παγκόσμια αγορά. Απώτερος στόχος τους, βέβαια, ήταν και είναι ο έλεγχος των καταναλωτών.

Το καρτέλ, στο οποίο συμμετείχαν όλοι οι βασικοί κατασκευαστές λαμπτήρων σε Ευρώπη, Αμερική και τις αποικίες, πήρε το όνομα «Φοίβος». Έριξε λοιπόν τις ώρες σε μόλις 1.000, επιβάλλοντας πρόστιμα σε όσες εταιρείες δε συμμορφώνονταν. Ως το 1940, αυτό είχε επιβληθεί καθολικά. Επισήμως ο «Φοίβος» δεν υπήρξε ποτέ. Άλλαζε συνεχώς ονόματα (όπως Διεθνές Καρτέλ Ηλεκτρισμού), αλλά εξακολουθεί να υφίσταται. Τα ντοκουμέντα αυτά τα ερεύνησε ο ιστορικός Helmut Hο¨ge, στο ντοκυμανταίρ δείχνει τα έγγραφα με τις ποινές ανά εταιρεία που δε συμμορφωνόταν, κ.τ.λ..

Μεγάλο ζήτημα είναι επίσης το κατά πόσον οι λαμπτήρες οικονομίας που προωθούνται σήμερα ως πιο οικολογικοί είναι καλύτεροι από τους παλιούς (πυρακτώσεως), αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα.2

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΡΙΤΟ.

ΤΟ ΚΑΛΣΟΝ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΠΟΝΤΟΥΣ ΕΝΩ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΚΡΑΤΑΕΙ…ΓΙΑ ΜΙΑ ΖΩΗ.

Όλοι έχουμε παρατηρήσει τα ρούχα και τα υφάσματα των παλαιότερων επιπλώσεων πόσο καλύτερα ήταν ποιοτικά και από πιο φυσικά υλικά. Ακόμη και τα δικά μας ρούχα που είναι τουλάχιστον 15 ετών αντέχουν στη χρήση, ενώ τα καινούργια αντέχουν 2-3 χρόνια ή και ακόμη λιγότερο. Η λογική παλιότερα ήταν να πάρεις κάτι να σου μείνει και όχι να τρέχεις στο εμπορικό κάθε 3 και μια να πάρεις κάποιο πάμφθηνο ανθυγιεινό κινέζικο ρούχο ή ύφασμα που έχει κατασκευαστεί από παιδικά χεράκια. Ακόμη και οι εύπορες οικογένειες παλιά είχαν κάποια καθημερινά ρούχα και ένα-δύο καλά.

Το 1940 η εταιρεία DuPont εφηύρε/ανακάλυψε/ το νάυλον. Κατασκεύασε κάλτσες και καλσόν που δεν φθείρονταν. Ήταν τόσο γερό προϊόν που έκαναν δοκιμές όπως να δένουν το καλσόν στον κοτσαδόρο ενός τζιπ και στον προφυλακτήρα ενός αυτοκινήτου και εν συνεχεία το τζιπ να σέρνει το αυτοκίνητο χωρίς να σκίζεται το καλσόν…

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΕΤΑΡΤΟ.

ΤΟ iPOD ΠΟΥ ΖΕΙ ΤΟ ΠΟΛΥ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ.

Οι αδερφοί Νέιστατ (Neistat Brothers) γύρισαν μια ταινία-καταγγελία για την …θνησιμότητα της μπαταρίας του ipod (βλέπε και στο http://www.ipodsdirtysecret.com), όπου παρουσιάζουν το γεγονός ότι η εταιρεία Apple δεν παρείχε ανταλλακτική μπαταρία για τα ipod (αξίας 400-500 δολλαρίων!) που πουλούσε. Διαφήμισαν την ταινία τους κάνοντας στένσιλ σε κάθε διαφήμιση για ipod που έβρισκαν. Μέσα σε 6 βδομάδες είχαν 5 με 6 εκατομμύρια επισκέψεις στον ιστότοπό του, καθώς πολλοί ήταν οι δυσαρεστημένοι καταναλωτές –στις Η.Π.Α. είχαν πουληθεί πάνω από 3 εκατομμύρια ipod. Μια δικηγόρος, η Elizabeth Pritzker, αποφάσισε να κάνει μήνυση, έτσι η υπόθεση έφθασε στα δικαστήρια ως «Westley vs. Apple» από το όνομα του εκπροσώπου των δυσαρεστημένων καταναλωτών. Η εταιρεία αναγκάστηκε να παραδεχτεί πως συνειδητά σχεδίασε την μπαταρία λιθίου ώστε να αντέχει για λίγο. Τελικά αναγκάστηκε να παρέχει αποζημίωση, σέρβις και εγγύηση 2 ετών.

Αυτά είναι μόνο κάποια παραδείγματα. Τα συμπεράσματα δικά σας.

Κ.

_______________________

  1. Η Κόσιμα Νταννόριτζερ (Cosima Dannoritzer), είναι γερμανίδα σεναριογράφος και παραγωγός ταινιών. Γεννήθηκε το 1965 στο Ντόρτμουντ.
  2. Βλέπε πηγή: http://www.slideshare.net/mousoul/4-7-9277839. Άρθρο του Χρήστου Μουσουλιώτη, «Η πραγματικότητα πίσω από τις 4 αλήθειες & τα 7 ψέματα για τις λάμπες εξοικονόμησης».
Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 133, Δεκέμβριος 2013
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.