Πένης εις τον Αχέροντα

«Δεν είναι δυνατόν να μην έχεις έστω κι έναν οβολό. Άσε τα αστεία. Σου φαίνομαι για τύπος που χωρατεύει; Ξέρεις πόσοι και πόσοι εξυπνάκηδες, σαν και του λόγου σου, βρεθήκαν σε τούτη εδώ την βάρκα; Πόσοι λαλίστατοι φιλόσοφοι, βασιλιάδες, επαναστάτες, νοικοκυρές κι εργάτες; Μάθε, λοιπόν, πως κανείς τους, όσο κι αν μερικοί το παζάρεψαν, δεν με έπεισε να τον περάσω στην απέναντι όχθη δίχως έναν οβολό. Μάλιστα, δεν ήταν και λίγοι αυτοί που θέλησαν να με γεμίσουν χρυσό, ασήμι και μαλάματα για τον κόπο μου, για την άχαρη τούτη δουλειά του γέρο-Χάρου, που ελάχιστοι σπλαχνίζονται με ειλικρίνεια. Κοντολογίς, σε ενημερώνω πως τέτοια κόλπα σ’ εμένα δεν πιάνουν και το να βάλεις τώρα το χέρι στην τσέπη, για να μου δώσεις τα πρέποντα, θα είναι κάτι ιδιαιτέρως έξυπνο, αν δεν θέλεις να παραστήσεις την χαμένη ψυχή εις την αιωνιότητα, όπως άλλωστε διήγες βίο χαμένου κορμιού στο βραχύ της ζωής σου. Μη μου παριστάνεις λοιπόν τον Μένιππο[1]∙ τέτοιες ατάκες μια φορά στα δυόμιση χιλιάδες χρόνια. Άπαξ και την πατάς, όμως, μαθαίνεις για πάντα. Τουλάχιστον εγώ έχω αποδείξει το άοκνο και συνεπές της μαθητείας μου. Κατέβαινε λοιπόν τον οβολό, να τελειώνουμε!»

«Άκου με λιγάκι γέροντα. Δεν είμαι μπαταξής. Αν είχα αυτά που μου γυρεύεις, στο λόγο μου, θα στα είχα ενεχυριάσει ήδη, να μην ακούω και τις στριγκές φωνές σου. Ταλαίπωρος άνθρωπος κι εγώ. Ναι, προφανώς και γνωρίζω πως όλοι χρωστούν, από την μέρα που έρχονται στο ωχρό φως του εν σκλαβιά βίου τους, προκαταβολικά το ευτελές, μα για κάποιους, όπως κι εγώ, δυσεύρετο κέρμα στον λιπόσαρκο κι άσπλαχνο βαρκάρη. Τι να έκανα όμως; Να δανειστώ από τράπεζα; Από τοκογλύφους; Δεν είχα πια τίποτε να βάλω αμανάτι. Με τους φίλους, όπως ίσως θα γνωρίζει κι η μαυροφορούσα αφεντιά σου, είτε σε χωρίζει η ζωή είτε ο εξάδελφος σου ο θάνατος. Καμία τύχη λοιπόν να βρω τον οβολό σου. Να! Δες και τις τσέπες μου όλες. Είναι τόσο τρύπιες που το να τις αποκαλέσεις ακόμη και τσέπες είναι σα να ισχυρίζεσαι πως αν χρωματίσεις κίτρινη την κάργια θα ’χεις καναρίνι. Όπως καταλαβαίνεις, είμαι πένης μέσα στους πένητες, αν κι ουδέποτε υπήρξα επαίτης χρημάτων ή συναισθημάτων. Προσπάθησα, καλέ μου άρχοντα των δυο όχθεων, να είμαι ειλικρινής και δίκαιος με τους ανθρώπους, αν και παραδέχομαι την ατέλεια μου στης φιλίας και του έρωτα τα ζητήματα. Αν έκανα παν το δυνατόν; Δεν ξέρω. Νιώθω πάντως την καρδιά μου ελαφριά, όπως τ’ αυγερινού το φως στης μακρυδάχτυλης αυγής το πανώριο σώμα. Μπορεί να βοήθησαν σε τούτο και οι μόνιμα τρύπιες μου τσέπες. Τι λες κι εσύ για αυτό;»

«Δεν είσαι στα καλά σου μου φαίνεται! Τι την πέρασες άνθρωπέ μου την βάρκα μου; Εξομολογητήριο; Μάθε το λοιπόν πως εδώ δεν είναι παίξε γέλασε. Είσαι πεθαμένος, το καταλαβαίνεις; Αν έπιανα κουβέντα με τον κάθε τρελό που ανεβαίνει στο αβύθιστο σκαρί μου, όλα τα βαρέα κι ανθυγιεινά ένσημα του πάνω κόσμου δεν θα αποζημίωναν ούτε δυο κουπιές πράμα από τον κόπο μου. Σώθηκαν τα λόγια μου, άνθρωπε. Ή μου δίνεις τον οβολό μου ή δεν περνάς απέναντι. Διαλέγεις και παίρνεις».

«Στο ξαναλέω μιας και, ίσως, η υγρασία του ποταμού, φεγγάρι το φεγγάρι, σου έκλεψε το δώρο της ακοής από τ’ αυτιά. Δεν έχω οβολό, δεν έχω δραχμή, ούτε ευρώ ούτε κανένα από τ’ αστραφτερά ή μπακιρένια κέρματα του πολιτισμού. Έχω όμως κάτι όμορφες χιονίστρες. Τις θέλεις; Χρόνια και χρόνια δουλεύοντας στο κρύο για οβολούς, σαν αυτόν που πεισματικά μου γυρεύεις τις απέκτησα, αλλά, μα την αλήθεια, ποτέ δεν με στενοχώρησε η όψη τους· κάθε που ερχόταν ο Δεκέμβρης κι αυτές εμφανίζονταν σαν βαθυκόκκινα ρουμπίνια στα δάχτυλά μου, σάρκα από την σάρκα μου, εγώ τις φρόντιζα με χίλια δυο βοτάνια να γιάνουν. Μπορώ να πληρώσω με αυτές το έσχατο μου ταξίδι;»

«Με δουλεύεις; Τι διάβολο να τις κάνω τις χιονίστρες σου; Άσε τις κολοβές ρητορείες και δώσε τον οβολό!»

«Καταλαβαίνω. Ωστόσο η εν σκλαβιά ζωή μου με φίλεψε και με άλλα καλούδια που, ενδεχομένως, να τα έβρισκες ελκυστικά. Δεν χωρά καμία αμφιβολία πως γνωρίζεις επ’ ακριβώς τα αίτια του θανάτου μου. Χρόνια πνευμονοκονίαση. Μέρες και νύχτες στις συνθετικές κατασκευές. Η σκόνη ξέρεις. Καθημερινά έστρωνε το παχύ της στρώμα στα πνευμόνια μου, όπως το πρώτο χιόνι καλύπτει αχόρταγα το χώμα με τις αστροκέντητες νιφάδες του. Διότι ο κρατισμός απαιτεί προϊόντα, τα προϊόντα μέσα να διακινούνται, όπως τα φορτηγά και τα φορτηγά προφυλακτήρες. Εγώ λοιπόν τους έφτιαχνα με τα χέρια μου. Ναι, αυτά με τις χιονίστρες. Και δεν μάζεψα κανέναν οβολό. Μόνο πνευμονοκονίαση, χιονίστρες κι επιπεφυκίτιδες, να ’χω να πορεύομαι ξέντυτος στων στιγμών μου τις εσχατιές. Ασταρωμένα σπλάχνα και γυαλί-βαμβάκι ματιές. Σα να μη μου έφθαναν όλα αυτά, θέλανε κι όλοι τους να με σώσουν. Συνδικαλίσου, μου έλεγαν. Υποχρέωσε τα αφεντικά να σου δώσουν το «σωστό» αντίτιμο για τον καθημερινό σου θάνατο στα κάτεργα εργασίας. Οφείλεις να διεκδικήσεις με αγώνα το δικαίωμα σου σε μια «δίκαιη» ανταμοιβή για την σωματική και πνευματική σου αλλοτρίωση. Α, ναι! Να μη λησμονήσω και το ευφυέστερο όλων! Με προέτρεπαν ακόμη και να αυτοδιαχειριστώ κέρδη κι αρρώστιες. Μα λησμόνησαν πως ένα πτώμα παραμένει πτώμα, όσο επιδέξιος κι αν φανεί ο ταριχευτής. Μου τριβέλιζαν, που λες, τ’ αυτιά νυχθημερόν για τον «ορθό» πολιτικό δρόμο, αυτόν που, σαν το αδερφικό χέρι για τον βυθιζόμενο, θα με έσωζε από όλα τα δεινά. Και με βομβάρδιζαν καθημερινά με ακατάσχετες φλυαρίες για κομμουνισμό, αναρχισμό κι άμεσες δημοκρατίες. Εγώ πάλι, τι να σου πω, δεν έδινα ούτε οβολό, που λες κι εσύ, για την πολιτική. Ούτε την αρρώστια μου που λένε, που, ωστόσο, όπως ιδίοις όμμασι θα διαπίστωσες, με χαρά μου θα πάτσιζα μ’ αυτήν τα χρωστούμενα στην αφεντιά σου».

«Μα την αλήθεια, αν δεν επρόκειτο για παντελώς ανώφελο πράξη, μιας και είσαι ήδη νεκρός, θα σου άνοιγα την κεφαλή στα δυο με το κουπί μου! Μια αιωνιότητα εδώ, στης Στυγός τα ύδατα, τέτοιος κακός μπελάς πρώτη φορά μου τυχαίνει! Αλλά, και στο λέγω με κάθε βεβαιότητα πως, αν δεν συνετιστείς, έστω κι αιφνιδίως, θα βαρεθεί η χείρα σου να κατασκευάζει αμμουδερά παλάτια στην λάθος όχθη!»

«Έχεις κι εσύ τα δίκια σου, γέροντα. Αλλά θεωρώ πως δεν φέρω δα και σημαντικό μερίδιο ευθύνης για τα νεύρα-κρόσσια που μεταφέρεις αιώνια ομοίως με τις ψυχές άσπιλων ή κολασμένων. Σωστά; Για πες μου λοιπόν, σου πήρε τ’ αυτιά ο Χέγκελ με την Κριτική της κριτικής δύναμης, καθώς τον περνούσες και τούτον απέναντι; Μήπως ο Μαρξ σε έκανε να βαρεθείς αφόρητα με τις αναλύσεις του για το προλεταριάτο και το κράτος που… αυτό-μαραίνεται; Ή μήπως πάλι ο Κροπότκιν με το σοβαρό του γένειον σε «έψηνε» να κολεκτιβοποιήσεις το επάγγελμα σου, για να έρθει, επί τέλους, ο κομμουνισμός κι η αναρχία και στον κάτω κόσμο; Τι λες; Το βρήκα; Όπως και να χει, εγώ δεν προσπαθώ ούτε αναλύσεις να σου κάνω ούτε, πολύ περισσότερο, να σου ταράξω το νου με φιλοσοφίες, ιδεολογίες και πολιτικές θεσφατολογίες. Προσπαθώ απλώς να σου δώσω να καταλάβεις πως, ναι, υπάρχουν εκεί επάνω άνθρωποι σαν εμένα που, για αυτούς που φτιάχνουν τις κοινωνίες, είναι τόσο ανάξιοι, ώστε ούτε έναν ρημάδι οβολό δεν μπορούν να παντελονιάσουν για ώρα ανάγκης. Ούτε καν το κέρμα για την τελευταία βόλτα στο δικό σου υδάτινο λούνα-παρκ των ζώντων-τεθνεώτων. Τι τα θες; Από εξυπνάδες ένα σωρό. Θα μπορούσα να σου αραδιάζω με τις ώρες. Να σε διασκεδάσω λιγάκι, που λένε. Όμως θα έχεις ακούσει τόσα και τόσα, βαρκάρης άνθρωπος, που το τελευταίο που θα ήθελες για παρέα στο υγρό σου δρομολόγιο, θα ήταν μερικές ακόμη ατάκες-διαστρέμματα από το βασίλειο των απανταχού ζωντανών. Σε σπλαχνίζομαι, ωστόσο, φίλτατε. Αν και είναι φύσιν αδύνατον να ενσυναισθανθώ όσα υπομένεις αλύγιστος από καταβολής κόσμου, παρ’ όλα αυτά αντιλαμβάνομαι το μάταιο της εργασίας σου, μιας κι εγώ βάδισα στο πεπερασμένο του βίου μου, ως άλλος αγόγγυστος όνος, τις στράτες της ματαιότητας μ’ αμίμητη συνέπεια. Για ξεκούραση πάλι ούτε λόγος· μοναδική ανάπαυσις το αντάμωμα με την ανυπαρξία».

«Στα τριμμένα μου μελανά ρούχα σε ξορκίζω να το βουλώσεις επιτέλους! Δεν είναι η βάρκα μου φροϋδικός καναπές για εκ βάθρων εξομολογήσεις! Πάλι τα ίδια θα λέμε; Τότε εκείνος ο αγύρτης κυνικός και τώρα εσύ, τρεις χειρότερος από δαύτον, να μου διαμελίζεις το πέπλο της λατρεμένης μου σιωπής, όπως οι ύαινες την γέρικη αντιλόπη. Ω, πατέρα Δία! Τι αμαρτίες πληρώνω ο ερίφης; Πότε επιτέλους θα καλέσεις κι εμέ τον μαύρο βαρκάρη στων Ηλυσίων τα μυριόφωτα Πεδία, να ανταλλάξω επιτέλους του κουπιού την γλίνα με τις ασημόστρωτες κλίνες και τα γιομάτα εδέσματα τραπέζια; Ή, έστω, αν έχεις κι εσύ τον θεό σου, επίτρεψε μου να πάω στον αδερφό σου τον Άδη, μόνιμος κάτοικος στα σκοτεινά του βασίλεια. Κάλλιο να κάνω, λοιπόν, πεντικιούρ στους όνυχες του Κέρβερου, παρά τούτο το μαρτύριο!»

«Γέροντα, άκουσε με σε παρακαλώ για τελευταία φορά. Κι οβολό δεν έχω και φλυάρησα πολύ. Πρόσεξε, όμως, να δεις τι θα κάνουμε: με επιστρέφεις άθικτο από εκεί όπου με παρέλαβες, συνεχίζεις της δουλειάς σου το μαρτύριο, ξεστομίζοντας κατάρες ή ευχές κατά περίσταση κι εγώ λέω ν’ αράξω επιτέλους στην λάθος όχθη. Δεν είδα, που λες, και κανένα χαΐρι όντας μια ολάκερη ζωή γαντζωμένος στην σωστή. Τέρμα όμως. Θα αράξω πλέον για τα καλά στην λάθος όχθη, πάει και τελείωσε, θα ψαρεύω νόστιμα άψυχα ψάρια και με της καλαμιάς το σώμα θα φτιάξω μια πρόχειρη καλύβα. Απλή ζωή. Ούτε πολυεστερική σκόνη, ούτε λογαριασμοί, ούτε κινητά κι οθόνες. Ναι, αυτό είναι. Έλα, κάνε μου την χάρη και δεν θα ακούσεις ξανά κουβέντα από μένα. Σου δίνω τον λόγο μου. Πως σου φαίνεται αυτό; Θα μου κάνεις το χατίρι;»

«Ό,τι θέλεις! Κέρδισες! Αρκεί να σε ξεφορτωθώ από την βάρκα μου! Τώρα να, θα κάνω την πρύμνη πλώρη και στο λεπτό θα είμαστε στην αφετηρία. Βρες μιαν άκρη όπου δεν θα σε βλέπω ούτε θα σε ακούω και στυλώσου εκείθε να κάνεις ό,τι νομίζεις. Α, ναι! Κι αν σε ρωτήσει ποτέ κανείς πεθαμένος τι στον κόρακα κάνεις στην λάθος όχθη της Στυγός, μην του πεις ποτέ για την συμφωνία μας. Πες του μόνο πως ουκ αν μάθεις παρά του μη γνωρίζοντος

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

[1]. Ο Μένιππος είναι ο γνωστός κυνικός φιλόσοφος και ήρωας του Λουκιανού, που στους Νεκρικούς Διαλόγους συναντιέται με τον Χάρο και με κωμικό τρόπο δείχνει ότι εκμηδενίζει τους κανόνες του: είναι ο μόνος που πέρασε τον Αχέροντα χωρίς να του πληρώσει οβολό [«οὐκ άν λάβοις παρά τοῦ μη έχοντος» (δεν μπορείς να πάρεις από αυτόν που δεν έχει)]. Μάλιστα, αυτός αντί να κλαίει, όπως οι άλλοι επιβάτες, τραγουδάει, καθώς τραβάει κουπί στον Αχέροντα, απολαμβάνοντας ελεύθερος τη στιγμή.

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 146, Φεβρουάριος 2015
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.