Ο νιτσεϊκός Υπεράνθρωπος: μια αναρχική προσέγγιση (Μέρος 2ο )

Έτσι, στο δεύτερο μέρος, επιλέγει να βαδίσει ψηλά, στο βουνό. Από εκεί μπορεί να κρατήσει τις αποστάσεις του. Δεν επιλέγει να χτίσει ένα σπίτι ή να φτιάξει έστω μια καλύβα. Απαρνείται τον πολιτισμό. Κατοικία του πλέον γίνεται μία σπηλιά. Οι μόνοι που μπορούν να τον καταλάβουν δεν είναι πια οι άνθρωποι· είναι τα ζώα, που το καθένα φέρει το βάρος του συμβολισμού του. Αναμετριέται με τη δύναμή του. Όχι τη δύναμη του παντοδύναμου ανθρώπου, αλλά εκείνου που η μοναξιά του και η απομόνωση στην οποία τον καταδικάζει το εξουσιαστικό κατασκεύασμα της κοινωνίας, τον αναγκάζει να ξεπεράσει τις δυνάμεις του, για να συμπληρώσει το κενό που άφησε μέσα του η έλλειψη της κοινότητας. Είναι αναγκασμένος να ζήσει με τον εαυτό του· γι’ αυτό οφείλει να ξεπεράσει αυτό που ήταν και να γίνει ο καινούργιος άνθρωπος. Να καθαρθεί από τα ίχνη του πολιτισμού και να επιστρέψει στην αγριότητα. Όχι ως ο εκλεκτός, ο πεφωτισμένος, που μέλλεται πια να κυριαρχήσει στο σύμπαν. Το αντίθετο· να κλειστεί γερά στον εαυτό του, για να σώσει τον σπόρο της αλήθειας, που οι σύγχρονοί του δεν ήταν σε θέση να καταλάβουν. Γι’ αυτό θα πει ότι «αν δεν γίνουμε εμείς οι υπεράνθρωποι, ας γίνουμε έστω οι γονείς και οι παππούδες του Υπερανθρώπου». Ο Υπεράνθρωπος αυτός δεν είναι βλαστάρι ευγονικής, δεν επιβάλλει καμία άποψη, δε θέλει να σπείρει καμία εκλεκτή γενιά. Θέλει να καταφέρει να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του ενάντια στη λαίλαπα του υπερτεχνολογικού πολιτισμού, που τελικά ήρθε, όχι πολύ μετά την εποχή του Νίτσε.

Όσο ο Ζαρατούστρα μένει στην σπηλιά του, περιμένοντας, σαν σπορέας που έσπειρε, να δει τη σοδειά του, οι εχθροί του φρόντισαν να παραμορφώσουν τη διδασκαλία που είχε δώσει στους ανθρώπους. Έτσι, μετά από χρόνια διαβίωσης ως ερημίτης, αποφασίζει να επιστρέψει σ’ αυτούς. Στα νησιά των μακάρων βρίσκει τους μαθητές του και μιλάει μαζί τους. Συζητούν για διάφορα θέματα, όπως η δύναμη της θέλησης. Τους διαβεβαιώνει ότι ο θεός είναι νεκρός. Επιλέγει πια να προσφέρει τα δώρα του σε όσους έρθουν μόνοι τους να τα πάρουν: «είμαι δωρητής: ευχαρίστως προσφέρω σε φίλους ως φίλος. Ας έρχονται όμως κι ας μαζεύουν μόνοι τους τούς καρπούς από το δέντρο μου οι ξένοι και οι φτωχοί: αυτό ντροπιάζει λιγότερο». Σε καμία περίπτωση δεν πιστεύει στην ελεημοσύνη, όπως οι νεκροί θεοί, γιατί η ελεημοσύνη υποδουλώνει. Κατακεραυνώνει τους ιερείς που ανέστρεψαν τους νόμους της φύσης και επέβαλαν αυταρχικούς θεούς. Στρέφεται και εναντίον των ενάρετων, που βλέπουν στον κόσμο παντού το καλό και το κακό, άρα αμοιβή και τιμωρία. Με την ιδέα αυτή, που αναπτύσσει και στο έργο του Πέρα απ’ το καλό και το κακό, θέλει να στραφεί εναντίον ενός κόσμου, που έχει νομοθετήσει για το καλό και το κακό, μετατρέποντας τα σε αήθη ιδεολογήματα των κρατικών θεσμών. Αυτά είναι νοητικές κατασκευές· η φύση δεν παρέχει αμοιβές και τιμωρίες, όπως κάνει η κάθε θρησκεία.

Ωστόσο, συμβουλεύει τους μαθητές του να είναι ενάρετοι. Όχι όμως για να εξασφαλίσουν αμοιβή, όχι για να επιτύχουν την ευτυχία, αλλά επειδή αποβλέπει στη δημιουργία του μακρινού και υπέρτατου (του υπερανθρώπου), σε μια δημιουργία μελλοντική, που δε θα μπορέσουν οι ίδιοι να δουν. Με το κεφάλαιό του για τις ταραντούλες βλέπουμε ότι πιστεύει σε ένα είδος ιεράρχησης της ίδιας της φύσης, όχι όμως με βάση την καταγωγή και τον πλούτο, αλλά με βάση τη δύναμη. Οι ταραντούλες συμβολίζουν τους πιο αδύναμους. Η ιεράρχηση αυτή θυμίζει την αντίστοιχη της Πολιτείας του Πλάτωνα, μόνο που εδώ η δύναμη σχετίζεται περισσότερο με το ξεπέρασμα του εαυτού. Αντίστοιχες απόψεις παρουσιάζει και στον Αντίχριστο. Έπειτα, αναφέρεται στους φημισμένους σοφούς, που επιδιώκουν να γίνουν πνευματικοί ηγέτες και να καθοδηγήσουν την αγέλη. Λέει όμως ότι «αυτός τον οποίο μισεί ο λαός είναι ό,τι ο λύκος για τους σκύλους: είναι το ελεύθερο πνεύμα, ο εχθρός των δεσμών, εκείνος που δεν λατρεύει τίποτε, εκείνος που μένει στα δάση». Μέσα από τα τραγούδια που ακολουθούν, ο Ζαρατούστρα διακηρύσσει πως η ζωή δεν είναι ενάρετη: βρίσκεται πέρα απ’ το καλό και το κακό. Είναι άπιαστη και ευμετάβλητη.

Έπειτα, αφήνει τη νήσο των μακάρων για ένα άλλο μακρινό νησί. Αντίθετα από τον ομηρικό Αχιλλέα, που είναι άτρωτος εκτός από τη φτέρνα του, ο Ζαρατούστρα είναι παντού τρωτός. Το μόνο του άτρωτο σημείο είναι η θέλησή του, που θα τον βοηθήσει ν’ απελευθερωθεί. Η ζωή είναι η υπέρβαση, η θέληση για δύναμη. Δεν ακολουθεί την πεπατημένη παλαιότερων φιλοσόφων (Πλάτων, Καντ κλπ.), που έκαναν διαχωρισμό ανάμεσα στην ευμετάβλητη και την αιώνια ζωή. Για τον Νίτσε η ζωή είναι μία και ρευστή. Τέλος, ο Ζαρατούστρα, μιλώντας για την χώρα της πνευματικής καλλιέργειας, συμπεραίνει ότι οι μορφωμένοι άνθρωποι της νεωτερικής εποχής είναι «για γέλια» κι ότι αυτός είναι ξένος ανάμεσά τους, χωρίς πατρίδα και πόλη. Στο μόνο που μπορεί να ελπίζει είναι η «γη των παιδιών» του, η γη που θα δημιουργηθεί από τους μαθητές του. Όταν μιλάει για τους λόγιους, ο Ζαρατούστρα φτιάχνει την αυτοβιογραφία του (που αποτελεί και αυτοβιογραφία του Νίτσε), όπου δηλώνει πως οι λόγιοι προσπάθησαν να τον φιμώσουν, αλλά δεν τα κατάφεραν, «επειδή αυτός περπατούσε πάντα πάνω από τα κεφάλια τους». Θεωρεί τους λόγιους αποσπασματικούς, δόλιους και όχι δημιουργούς, όπως το παιδί.

Ο Ζαρατούστρα με ένα πνευματικό παιχνίδι δείχνει στους μαθητές του ότι ούτε στον ίδιο πρέπει να πιστεύουν. Αυτοαναιρείται, γιατί θέλει οι μαθητές του να πιστέψουν στον εαυτό τους, όχι να τον ακολουθήσουν σαν ηγέτη. Όταν αναφέρεται στα μεγάλα γεγονότα, λέει ότι η ελευθερία δεν βρίσκεται στα μεγάλα, θορυβώδη συμβάντα, αλλά στις πιο σιωπηλές μας ώρες: «όχι γύρω από τους εφευρέτες καινούριων θορύβων, αλλά γύρω από τους εφευρέτες καινούριων αξιών περιστρέφεται ο κόσμος· σιωπηλά περιστρέφεται». Το μεγαλύτερο γεγονός δεν είναι ο θάνατος του θεού, αλλά ότι η ουσία του χρόνου είναι η αιώνια επιστροφή. Η αιώνια επιστροφή είναι μία από τις βασικότερες φιλοσοφικές έννοιες του Νίτσε, η οποία βασίζεται στην έννοια της στιγμής, που στρέφεται συγχρόνως πίσω στο παρελθόν και μπροστά στο μέλλον. Δε θα μείνουμε σε αυτή την ιδέα, γιατί δεν αφορά άμεσα αυτό το κείμενο.

Θα σταθούμε όμως στη συνάντηση του Ζαρατούστρα με τον μάντη του μηδενισμού, που είχε συναντήσει ο ίδιος, ο οποίος διαχέει τον πεσιμισμό και βυθίζει σε θλίψη τον Ζαρατούστρα, που πέφτει σε βαθύ όνειρο. Όταν ξυπνάει, ένας μαθητής ερμηνεύει το όνειρό του και όλοι μαζί προσπαθούν να τον επαναφέρουν. Όταν συνέρχεται, τους καλεί όλους σε ένα φαγοπότι. Ο Ζαρατούστρα προσπαθεί να ζήσει ανάμεσα στους ανθρώπους, δίχως να σκέφτεται συνεχώς τα αρνητικά τους στοιχεία, επειδή κάτι τέτοιο θα τον έριχνε πιθανόν στον μηδενισμό και θα τον έκανε να παραιτηθεί από την ελπίδα του υπερανθρώπου. Θα πρέπει όμως σύντομα, παρ’ όλο που δεν το θέλει αυτή τη φορά, να αποτραβηχτεί πάλι στη μοναξιά και τη σιωπή του. Σε ένα όνειρό του μιλά με τη Σιωπηλότατη Ώρα, που διαφωνεί μαζί του. Ο Ζαρατούστρα νομίζει ότι οι άνθρωποι δεν τον κατάλαβαν, αλλά εκείνη του απαντά πως δεν πρέπει να κρίνει τους ανθρώπους από τα λόγια, αλλά από τη σιωπή πριν την καταιγίδα. Του δείχνει ότι οι καρποί του είναι ώριμοι, αλλά ο ίδιος όχι αρκετά ώριμος. Γι’ αυτό, το δεύτερο μέρος τελειώνει, παίρνοντας το δρόμο της απομόνωσης.

Στο τρίτο μέρος ο Ζαρατούστρα παίρνει το καράβι για να φύγει από τα νησιά των Μακάρων και να επιστρέψει στη σπηλιά του. Στην πορεία του όμως κάνει παρεκβάσεις, περνώντας πάλι από τους ανθρώπους, για να διαπιστώσει την κατάστασή τους από τότε που έφυγε. Σε αυτό το μέρος αναπτύσσεται η ιδέα της αιώνιας επιστροφής. Ο ταξιδιώτης Ζαρατούστρα σκέφτεται: «και ό,τι και να μου έρθει ως μοίρα και ως βίωμα –ένα ταξίδι θα υπάρχει μέσα του και μια ορειβασία: σε τελευταία ανάλυση δεν βιώνει κανείς παρά τον εαυτό του». Η θάλασσα που ατενίζει απ’ την κορυφή ενός βουνού όπου στέκεται ο Ζαρατούστρα, η οποία κοιμάται κι αδιαφορεί γι’ αυτόν, μάλλον συμβολίζει την περιέχουσα τα πάντα κι αβυθομέτρητη φύση, που απλώς αναταράζεται από την «ιστορία» που γράφουν μέσα της τα αυτοβασανιζόμενα ανθρώπινα όντα.

Στον δρόμο του συναντά μια παράξενη μορφή, που είναι μισή νάνος (συμβολίζει τον κυνισμό και τον μηδενισμό) και μισή τυφλοπόντικας (κινείται τυφλός κάτω από τη γη, αγνοείται επ’ αυτής). Το θάρρος του νικά το νάνο, κατ’ επέκταση κάθε άλλο ζώο και τον πόνο, τον ίδιο το θάνατο με την αιώνια επιστροφή της ζωής. Στο καράβι της επιστροφής απ’ τα νησιά των μακάρων συνομιλεί με τους ναύτες και ξανασκέφτεται όσα έγιναν. Όσο προχωράει, τόσο εμβαθύνει στο ζήτημα της απελευθέρωσης από τα δεσμά του βάρους της γνώσης. Οι άνθρωποι, προσπαθώντας να ερμηνεύσουν τον κόσμο και τα πράγματα, τα ενέταξαν σε έναν θεϊκό και υπέρ-γήινο σκοπό. Έτσι, τα πράγματα φορτίστηκαν με ενοχή, για την οποία πάντα πρέπει να πληρώνουν. Ο ουρανός στον οποίο θέλει να φτάσει ο Ζαρατούστρα είναι απέραντος και ανοιχτός σε κάθε ερμηνεία.

Για τον Νίτσε ο άνθρωπος δεν είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων, όπως είχαν διακηρύξει οι σοφιστές και πολύ αργότερα οι διαφωτιστές, δεν είναι αυτός που με τις τεχνολογικές του καινοτομίες θα κυριαρχήσει στον κόσμο. Καθήκον του ανθρώπου είναι «η απανθρωποποίηση της φύσης και μετά η φυσικοποίηση του ανθρώπου, αφού πρώτα αφομοιώσει τη νέα έννοια της φύσης» (από σημειώσεις του Νίτσε). Ο υπεράνθρωπος βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο. Ο Ζαρατούστρα μοιάζει να είναι για το θεό ό,τι το αρνητικό του φιλμ για την αναλογική φωτογραφία· εκπληρώνει έναν μη θεό, γι’ αυτό και υπεράνθρωπο. Ο μη θεός άνθρωπος ξεπερνάει με τη δική του θέληση τον εαυτό του κι αυτό τον απελευθερώνει.

Με κατεύθυνση πάντα τη σπηλιά του ο Ζαρατούστρα λοξοδρομεί. Φτάνει απρόσμενα στη «μεγάλη πόλη», στην κορωνίδα και σύμβολο της νεωτερικής εποχής. Στην πύλη τον σταματά ένας τρελλός, που οι άλλοι κοροϊδεύουν ως «πίθηκο του Ζαρατούστρα» (άρα έχουν ακούσει γι’ αυτόν). Ο τρελλός καταδικάζει και κατακρίνει τη νεωτερική δημοκρατία και πόλη, όπου κυριαρχεί το εμπόριο και το κυνήγι του χρήματος, η δουλοπρέπεια και η κολακεία, η φιλοδοξία και η φιληδονία, ένα αρχέτυπο της αιώνιας Βαβυλώνας. Ολόκληρη η πόλη έχει τη μυρωδιά «σφαγείων και των μαγειρείων του πνεύματος». Το πνεύμα έχει γίνει λογοπαίγνιο και οι λέξεις αποπλύματα. Αυτά καθορίζουν το επίπεδο της επικοινωνίας, που διαμορφώνει και διαμορφώνεται από την απάτη που λέγεται κοινή γνώμη.

Ο Ζαρατούστρα αγανακτεί με τον τρελλό και του φράζει το στόμα, για να τον κάνει να σωπάσει. Τον κατηγορεί ότι δεν έχει το δικαίωμα να τα λέει αυτά, αφού είναι μόνιμος κάτοικος της μεγάλης πόλης, ενός βούρκου μέσα στον οποίο είναι και ο ίδιος βάτραχος. Η κρίση του Ζαρατούστρα για την πόλη και τους ανθρώπους της είναι πιο σκληρή από του τρελλού. Εκεί που ο δεύτερος προτείνει το περιφρονητικό φτύσιμο, ο πρώτος εύχεται το κάψιμό της από μια «πύρινη στήλη». Ο εμπρησμός εδώ είναι συμβολικός, στρέφεται ενάντια στην κορωνίδα του πολιτισμού, στην πλέον εξέχουσα μορφή καταπίεσης. Κάνει μια τελευταία στάση στην πόλη «Παρδαλή Αγελάδα», όπου είχε πρωτοσυναντήσει τους μαθητές του. Ξαναβρίσκει κάποιους από αυτούς, αλλά έχουν επιστρέψει στο σκοτάδι· ξανάγιναν δειλοί και θρήσκοι. Ο Ζαρατούστρα δε στεναχωριέται, αλλά παρακαλά τον άνεμο να διώξει μακριά του τα «μαραμένα φύλλα».

Ο Ζαρατούστρα μιλάει στη σπηλιά με τη μοναξιά του. Ανάμεσα στους ανθρώπους ήταν εγκαταλελειμμένος άγριος, ξένος, που, για να επιβιώσει, αναγκαζόταν να εφαρμόσει τις αρχές της φρόνησης και της περιποιητικότητας. Με άλλα λόγια, να συμμετέχει στις κοινωνικές συμβάσεις. Τώρα, όμως, θα μπορέσει να μιλήσει ελεύθερα, ανοιχτά, ειλικρινά, δίχως προφυλάξεις και ντροπή· θα μπορέσει να μιλήσει ευθέως για όλους και όλα. Στη φάση αυτή το πνεύμα του μεταμορφώνεται πια σε λιοντάρι. Επαναξιολογεί όλες τις αξίες του και βαδίζει προς την ελευθερία. Απευθύνεται σε ένα φανταστικό ακροατήριο μαθητών. Βλέπει τον κόσμο ως κάτι ένσαρκο και πλούσιο, προστατευτικό και στοργικό, όμορφο και αξιοσέβαστο. Δεν είναι ένα μετρήσιμο μέγεθος, ούτε αίνιγμα που αναζητάει λύση, αλλά απροσδιόριστος και αβυθομέτρητος. Στο πνεύμα του βάρους αντιπροτείνει το πνεύμα της ελαφρότητας, αυτής που επιτρέπει το πέταγμα ψηλά.

Το πνεύμα του βάρους λοιπόν χώρισε τον κόσμο σε «καλό» και «κακό», εμποδίζοντας τον άνθρωπο να ασχοληθεί με τα δικά του προβλήματα. Εδώ ο Ζαρατούστρα προτείνει να αξιολογεί ο καθένας τα πράγματα σύμφωνα με τη δική του βούληση και να μη μένει στην χριστιανική ηθική του βάρους, αν και αυτή η μεταβολή είναι δύσκολη. Δεν μπορεί να μάθει κανείς να πετάει, αν δε μάθει πρώτα να στέκεται, να βαδίζει, να τρέχει, να πηδά, να σκαρφαλώνει και να χορεύει. Ο ίδιος έφτασε στη δική του αλήθεια μέσα από «πολλούς δρόμους και με πολλούς τρόπους». Επαναξιολογώντας τις παλιές αξίες, δεν παραλείπει να στραφεί και εναντίον του μηδενισμού: ο μηδενισμός («τα πάντα είναι μάταια», η αντίληψη δηλαδή που εκμηδενίζει την ύπαρξη) έχει και τη φιλοσοφική του έκφραση· απολαμβάνει τον σεβασμό των άλλων, που είναι πλήρως αντίθετοι με τον Ζαρατούστρα. Οι μαθητές του Ζαρατούστρα πρέπει να σπάσουν τις πλάκες των «μονίμως δυσαρεστημένων», που βλαστημούν τη ζωή, ενώ συγχρόνως γεύονται τις απολαύσεις της. Στρέφεται και εναντίον της παραίτησης απ’ αυτό τον κόσμο για χάρη ενός άλλου και εναντίον της δουλείας του πνεύματος και των αρπακτικών του κέρδους.

Καταφάσκει τη ζωή, όταν λέει: «Και χαμένη ας είναι για μας η μέρα, που δεν χορέψαμε μια φορά! Και ψεύτικη για μας κάθε αλήθεια που δεν έχει μέσα της τουλάχιστον ένα γέλιο!». Ένα πρωί, ο Ζαρατούστρα σηκώθηκε και βγήκε απ’ τη σπηλιά του, φωνάζοντας σαν τρελλός και τρομάζοντας τα ζώα του. Όταν συνέρχεται, βρίσκεται σε έναν πλούσιο φυσικό παράδεισο. Ο Νίτσε φέρνει το Είναι και τις ιδέες πάλι στον υπαρκτό κόσμο. Τα ξεκολλάει από τον ουρανό και τα φέρνει στον άνθρωπο, που ξεπερνάει τον εαυτό του, για να γίνει υπεράνθρωπος. Γι’ αυτόν, η αιώνια επιστροφή είναι η φυσική ροή των πάντων: «όλα φεύγουν, όλα ξανάρχονται· αιωνίως γυρίζει ο τροχός του Είναι. Όλα πεθαίνουν, όλα ξανανθίζουν, αιωνίως τρέχει η χρονιά του Είναι». Δεν έχει μεταφυσική και θεϊκή χροιά. Με τα τραγούδια που ακολουθούν, ο Ζαρατούστρα φτιάχνει ύμνους που καταφάσκουν στην ελευθερία. Παρουσιάζεται ως καταστροφέας του παλιού και του κατεστημένου, ως δημιουργός που κινεί το τυχαίο και φέρνει την αρμονία, ανακατεύοντας όλα τα πράγματα και ζωογονώντας το πνεύμα του με τη φωτιά. Ουσιαστικά εδώ κλείνει και το βιβλίο του Νίτσε, με το γαμήλιο τραγούδι του Ζαρατούστρα με τη ζωή (αιωνιότητα). Ωστόσο, κάποια στιγμή πρόσθεσε και ένα τέταρτο μέρος, το οποίο έδωσε σε κάποιους φίλους του σε περιορισμένα αντίτυπα. Μετέπειτα, μετάνιωσε γι’ αυτό και έψαξε να πάρει πίσω όσα αντίτυπα του τέταρτου μέρους είχε μοιράσει.

Στο τέταρτο αυτό μέρος o Ζαρατούστρα, γέρος με άσπρα μαλλιά πια, αποφασίζει πως δε θα επιστρέψει αυτός στους ανθρώπους, αλλά ότι θα έρθουν οι άνθρωποι σ’ αυτόν, όσο κι αν χρειαστεί να περιμένει. Ο χρόνος δεν έχει πια σημασία. Τον πλησιάζουν διάφοροι τύποι ανθρώπου, που τους καλεί έναν-έναν να μπουν στη σπηλιά του και να τον περιμένουν εκεί: τον ζοφερό μηδενιστή, που προσπαθεί να τον πείσει ν’ αποτραβηχτεί, τους δύο βασιλιάδες που θεωρεί αδύναμα πλάσματα, τον θετικό επιστήμονα, που υπερτιμά τις δυνατότητές του και εξετάζει τη βδέλλα που έχει κολλήσει πάνω του, τον μάγο, που εκπροσωπεί το ψέμα και την κολακεία, τον τελευταίο παπά, που έχασε τον αφέντη του, αφού ο θεός είναι νεκρός. Μάλιστα, τον τελευταίο δεν τον καλεί στη σπηλιά του, αλλά ο ίδιος ζητάει από τον Ζαρατούστρα να καταφύγει εκεί. Ύστερα, βρίσκει τον ειδεχθέστερο των ανθρώπων, που η μορφή του προκαλεί στους άλλους απέχθεια. Βρίσκεται στην «κοιλάδα των φιδιών». Σε αυτόν θα σταθούμε, για να πούμε ότι η εικόνα του ειδεχθέστερου είναι αυτή που κατά τον Ζαρατούστρα ανταποκρίνεται περισσότερο στην εικόνα που έχει για τον ανώτερο άνθρωπο που αναζητά και θα φέρει τον υπεράνθρωπο. Απόδειξη ότι δεν έχει να κάνει με ευγονική η υπέρβαση του εαυτού του Νίτσε. Έπειτα, συναντά τον πλούσιο που απαρνήθηκε τα πλούτη του κι έγινε οικειοθελώς ζητιάνος και τον στέλνει κι αυτόν στη σπηλιά του. Τέλος, βρίσκει τον ίσκιο του, που ανηφορίζει κι αυτός στη σπηλιά.

Μετά έρχεται το μεγάλο μεσημέρι· ο Ζαρατούστρα κοιμάται σε έναν διονυσιακό παράδεισο. Ξυπνάει και πάει να βρει όσους είχε στείλει στη σπηλιά του, καθώς και τα ζώα του, τον αετό με το φίδι. Τότε συνειδητοποιεί ότι αυτοί είναι οι «ανώτεροι άνθρωποι», που αναζητούσε και τους καλεί «με αγάπη και κακία» να χαρούν τη φιλοξενία του και ν’ αναπαυθούν στο «βασίλειό» του. Ο Ζαρατούστρα συζητά μαζί τους και τους λέει πως δεν είναι αρκετά δυνατοί ώστε να γίνουν μαθητές του. Επειδή θέλει να κατέβει στους ανθρώπους, θέλει κοντά του γελαστά λιοντάρια κι όχι ανώτερους ανθρώπους. Τους παραθέτει δείπνο, που παραπέμπει μάλλον στο μυστικό δείπνο. Όταν τους μιλάει για τις ιδέες του όπως στους παλιούς του μαθητές, ξέρει ότι δε μιλάει στους δημιουργούς. Κάνει ένα εγκώμιο στο ελεύθερο «θυελλώδες» πνεύμα, που γελάει και εχθρεύεται τους «στρεψόδικους, τα μαραμένα φύλλα, τα ζιζάνια και το σκυλολόι». Επειδή η ατμόσφαιρα έχει βαρύνει, ο Ζαρατούστρα βγαίνει απ’ τη σπηλιά να πάρει καθαρό αέρα και οι καλεσμένοι του συζητούν και μαλώνουν μεταξύ τους και κυρίως με το μάγο που θέλει να επιβάλει τον πεσιμισμό του, αλλά στο τέλος νικιέται. Οι καλεσμένοι έπειτα αναρρώνουν από το βάρος του πνεύματος, όπως έκανε και ο ίδιος πριν. Ακολουθεί η γιορτή του γαϊδάρου, που είναι μια αντιχριστιανική παρωδία. Οι καλεσμένοι του επινοούν νέους θεούς, λατρεύοντας έναν γάιδαρο. Ο Ζαρατούστρα λέει ότι τέτοιους θεούς επινοούν όσοι αναρρώνουν. Βγαίνουν όλοι απ’ τη σπηλιά, ανακουφισμένοι.

Τι είναι ο Ζαρατούστρα; Αυτός που ενώνει χαρά και πόνο, νύχτα και μέρα, μικρή σταγόνα του παρόντος και μυρωδιά αιωνιότητας, σοφία και τρέλλα. Η χαρά θέλει αιωνιότητα, δηλαδή ζωή και θάνατο, μέλι και ξύδι, μεσάνυχτα και μεσημέρι, αγάπη και μίσος, ευτυχία και πόνο. Θέλει και τους ανώτερους ανθρώπους, μ’ όλο τον πόνο και την αποτυχία τους, αφού θέλει την αιώνια επιστροφή όλων των πραγμάτων. Μπορεί να μη βρήκε τους κατάλληλους μαθητές, αλλά τον προσεγγίζουν τα πουλιά (περιστέρια) και το λιοντάρι, σημάδι που αναγγέλλει τον ερχομό των αληθινών μαθητών-δημιουργών. Το πότε δεν τίθεται πάλι και δεν έχει σημασία, επειδή για τέτοια πράγματα δεν υπάρχει χρόνος πάνω στη γη.

Ο Ζαρατούστρα επηρέασε έντονα τον Χίτλερ, ο οποίος στρεβλώνοντας πλήρως κάθε στοιχείο του υπερανθρώπου, εμπνεύστηκε, όπως και από άλλα ερεθίσματα, την οικοδόμηση της εθνικοσοσιαλιστικής θεωρίας του πάνω στην ανωτερότητα της Αρείας φυλής. Ωστόσο, ο Ζαρατούστρα υπερβαίνει τον εαυτό του προς το ανθρωπινότερο και όχι προς το πιο απάνθρωπο. Και ο ίδιος ο Νίτσε προέβλεψε ότι τα έργα του θα παρερμηνευτούν. Το νιτσεϊκό έργο ήταν «μια κραυγή μέσα στη βαθιά νύχτα των ανθρώπων». Η περιφρόνησή του δεν πήγαζε από μίσος για την ανθρωπότητα, αλλά από έναν πληγωμένο ρομαντισμό. Ωστόσο, πάντοτε εξέφραζε μεγάλες προσδοκίες για τις δυνατότητες του ανθρώπου να ξεπεράσει τον εαυτό του.

Όσο για τους οπαδούς του ατομικισμού και του μηδενισμού, που πιστεύουν στον αγώνα μέχρι τέλους για την επικράτηση του ατόμου και των εκλεκτών της ιστορίας, καλό είναι να αντιληφθούν πως ο Ζαρατούστρα ήταν κάθε άλλο παρά ένας ιεροφάντης του εγωισμού και της ατομικότητας. Ουδεμία σχέση παρουσιάζει με όσα του έχουν ανεπιτυχώς φορτώσει στην πλάτη οι κάθε θέσης και άποψης ατομικιστές. Αδιαμφισβήτητα βέβαια, ο καθένας διατηρεί κάθε δικαίωμα να παρουσιάζει τις απόψεις του, όπως ο ίδιος επιθυμεί. Η στρέβλωση, όμως, ακόμη και αν συμβαίνει συχνότατα δίχως κακές προθέσεις, εκθέτει κατά κανόνα αυτόν που την εκφράζει.

Η εποχή μας βρίσκεται στον «αστερισμό» του ύψιστου ατομικισμού, όπου το κράτος επιδιώκει να διαμορφώσει την ψυχολογική και ηθική στάση του καθένα μας μέσα από το αντίστοιχο εκπαιδευτικό σύστημα και τις διάχυτες επιβεβλημένες κοινωνικές αξίες. Δε μοιάζει καθόλου ρηξικέλευθο και ανατρεπτικό να ευαγγελίζεται κανείς ατομικιστικές ομάδες εκλεκτών, που θα δρουν ως συμμορίες, με αποκλειστικό σκοπό να ικανοποιήσουν ουσιαστικά το συμφέρον τους, στο όνομα μιας κάποιας, αδιευκρίνιστης ως επί το πλείστον, επανάστασης. Η απάντηση σε έναν κόσμο μίσους, εξουσιαστικής βίας και ατομικής ανέλιξης είναι, κατά τη γνώμη μας, ο ανυστερόβουλος αντικρατικός αγώνας με απώτερο στόχο τις ελεύθερες κοινότητες ανθρώπων, μακριά από τα νύχια της πολιτικής και της εκμετάλλευσης. Η απάντηση αυτή όμως βρίσκεται στον καθένα ξεχωριστά, δεν έρχεται ως λύση από μια ομάδα πεφωτισμένων, που ψάχνουν κοπάδια να καθοδηγήσουν. Για όποιον ψάχνει για «λύσεις», κάπου θα τις βρει, είναι βέβαιο. Το ζήτημα είναι να σκεφτούμε ποιος θέτει το αίνιγμα και γιατί. Ως τώρα το αίνιγμα το θέτουν οι εξουσιαστές, για να μας απασχολούν με ερωτήματα του τύπου «φασισμός ή αριστερά;», «εκλογές τώρα ή αύριο;», «ποιος είναι ο καλός ηγέτης που χρειαζόμαστε;». Σε τέτοιου είδους αινίγματα «λύσεις» βρίσκονται αβασάνιστα. Υπάρχουν όμως και ερωτήματα που καμιά πολιτική σκοπιμότητα δεν μπορεί να απαντήσει. Το βασικότερο είναι: «πώς μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι;» Και σ’ αυτό μπορεί να απαντήσει κάθε πνεύμα που στέκεται στα πόδια του, όχι γονατισμένο από το βάρος των εξουσιαστικών σκέψεων, αλλά όρθιο· έτοιμο να πετάξει.

σύντροφοι  για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Σχετικά βιβλία:
Φρ. Νίτσε, Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, Πέρα από το καλό και το κακό, Ο Αντίχριστος
Θ. Πελεγρίνης, Λεξικό της Φιλοσοφίας
Ζ. Σαρίκας, Το όραμα του υπερανθρώπου-Μια ερμηνεία του έργου του Νίτσε «Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα»
Μπ. Ράσσελ, Ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 134 Ιανουάριος 2014
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.