Ο νιτσεϊκός Υπεράνθρωπος: μια αναρχική προσέγγιση (Μέρος 1ο )

«Κανένας άλλος γερμανός συγγραφέας αντίστοιχου βεληνεκούς δεν έχει υπάρξει τόσο ακραία επικριτικός απέναντι στον γερμανικό εθνικισμός όσο ο Nietzsche». Walter Kaufmann, «On the Genealogy of Morals/Ecce Homo»

Θεωρούμε πως είναι δυνατόν κάθε ζήτημα να μπορεί να παρουσιαστεί, να αναλυθεί, αλλά και να του ασκηθεί κριτική από αναρχική σκοπιά, στο βαθμό βέβαια που γίνεται αυτό εφικτό. Ακόμη καλύτερα, θα μπορούσαμε να πούμε πως κάτι τέτοιο οφείλει να είναι ζητούμενο των αναρχικών ομάδων, αλλά και των συνεργασιών που αναπτύσσονται ανάμεσα τους. Οποιοδήποτε ζήτημα λοιπόν, ιδωμένο από αναρχική σκοπιά, αποτελεί εν δυνάμει και μια ειλικρινή προσπάθεια για τον εμπλουτισμό και την διεύρυνση της αναρχικής θεώρησης. Απ’ την πλευρά μας, θεωρούμε κάθε τέτοια προσπάθεια κεφαλαιώδους σημασίας για το ξεκαθάρισμα και το προχώρημα των αναρχικών απόψεων. Γιατί όμως, θα ρωτούσε ίσως κάποιος, είναι τόσο σημαντικός ο εμπλουτισμός των αναρχικών απόψεων; Υπάρχουν έτοιμα κομμουνιστικά ιδεολογήματα, ιδιαίτερα δημοφιλή στους «αντιεξουσιαστικούς» κύκλους εδώ και χρόνια, που μιλάνε για τάξεις, ταξικούς αγώνες, άμεση δημοκρατία, πολιτικές πλατφόρμες, ληστείες, ακόμη και απαγωγές. Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο η προσπάθεια για το ξεκαθάρισμα των αναρχικών απόψεων απ’ τις πολιτικές αποκτά επιπλέον σημασία· κάθε προσθήκη στην αναρχική θεώρηση, ιδιαίτερα στις μέρες μας, γίνεται ουσιαστική συμβολή στην πληρότητα του αναρχικού λόγου.

Σε αυτή την λογική, θεωρήσαμε σημαντικό να ασχοληθούμε με ένα ιστορικό πρόσωπο αμφιλεγόμενο αλλά και παρεξηγημένο. Επηρέασε άθελά του αναρχικούς, ατομικιστές, φασίστες και εθνικοσοσιαλιστές. Ο Φρίντριχ Νίτσε υπήρξε μια ιδιαίτερη και πολυσύνθετη προσωπικότητα, με έργο ουσιαστικά ανίκανο –ευτυχώς δηλαδή– να ταξινομηθεί σε κάποιο απ’ τα σύγχρονα του, αλλά και προγενέστερα φιλοσοφικά ρεύματα. Οι απόψεις ακαδημαϊκών, που τον κατατάσσουν στον Γερμανικό Ιδεαλισμό, θεωρούμε πως είναι πέρα για πέρα αστήριχτες. Υπήρξε μαθητής του Σοπενχάουερ, αλλά, όπως και ο Βιτγκενστάιν, χάραξε τον δικό του προσωπικό δρόμο, τόσο στην αναζήτηση του πνεύματος, όσο και στην ολοκλήρωση της προσωπικότητάς του. Πολλά απ’ τα κείμενά του παρουσιάζονται απλά μες την συνθετότητά τους, ενώ άλλα είναι απείρως δυσνόητα μες την απλότητα τους. Για τον λόγο ίσως αυτό, μέρος του έργου του παρουσιάζεται πολλές φορές ως βάση για να στηριχθούν εκ διαμέτρου αντίθετες μεταξύ τους ιδεολογίες.

Εμείς διαφωνούμε πλήρως με τέτοιου είδους λογικές, ασχέτως ποιανού οι απόψεις εμφανίζονται ως θέσφατα. Με άλλα λόγια, δεν έχει καμία απολύτως σημασία αν θεωρεί κάποιος τον Νίτσε, τον Μαρξ ή τον Μαλατέστα ως «μεσσίες» μιας πολιτικής ιδεολογίας και τα γραπτά τους ως πολιτικά «ευαγγέλια». Οι αναρχικοί, αντίθετοι σε κάθε πολιτικοποίηση τόσο της δράσης, όσο και του ανθρώπινου λόγου, σε καμιά απολύτως περίπτωση δεν συμπεριλαμβάνουν στη θεώρησή τους «αγίους» και ιδεολογήματα. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τον σύντροφο Μπακούνιν. Ένα κομμάτι του λόγου και της δράσης του, για εμάς τουλάχιστον, συνέβαλε τα μέγιστα στο προχώρημα των αναρχικών απόψεων και στο ξεκαθάρισμά τους απ’ τις μαρξιστικές. Όμως, ένα επίσης μεγάλο κομμάτι του έργου και της δράσης του θα το χαρακτηρίζαμε τουλάχιστον προβληματικό και με στοιχεία ξένα σε αυτό που ονομάζουμε αγώνα για την ολική απελευθέρωση ανθρώπου και φύσης. Ποιό είναι, οπότε, το συμπέρασμα με βάση τα παραπάνω· ότι ο Μπακούνιν δεν υπήρξε αναρχικός;[1] Σε καμία περίπτωση. Οι αναρχικοί, λοιπόν, δεν παίρνουν «λύσεις» έτοιμες σαν νόμους, αλλά ούτε στέλνουν στις καλένδες ανθρώπους που αγωνίστηκαν ανυστερόβουλα δεκαετίες ή και αιώνες πριν την δική μας εποχή για την ελευθερία, με το πρόσχημα ότι η αναρχική θεώρηση έχει προχωρήσει και πολλά που προβάλλονταν τότε ως απελευθερωτικά, σήμερα, δικαίως δεν είναι. Έτσι, όποια αναρχική ομάδα ή αναρχικός επικαλείται, για παράδειγμα, μια φράση του Μπακούνιν ή του Μαλατέστα που είναι σύμφυτη με την ουσία της Αναρχίας, ώστε να στηρίξει μια αναρχική άποψη, αυτό δεν σημαίνει ότι προβάλλει κανενός είδους αυθεντία των εν λόγω προσώπων. Ελπίζουμε να ξεκαθαρίσαμε απ’ την πλευρά μας το ζήτημα, αν και δυστυχώς η αντιμετώπισή του μοιάζει να είναι συμπτωματική.

Ο Νίτσε βέβαια δεν είχε κάποια άμεση σχέση με τους κοινωνικούς αγώνες, τουλάχιστον απ’ όσα είμαστε σε θέση εμείς να γνωρίζουμε. Θεωρούμε, όμως, πως η συμβολή του στην παγκόσμια σκέψη ήταν σημαίνουσα και ουσιαστικά το έργο του, όπως συνηθίζουν να λένε και οι «σοφοί» ακαδημαϊκοί, λειτουργεί ως δεξαμενή σκέψης (think tank). Αυτό σημαίνει πως ο Νίτσε δεν προώθησε, σε αντίθεση ας πούμε με τον Χέγκελ ή τον Αριστοτέλη, καμία ιδεολογία, αλλά απ’ το πνευματικό του έργο αντίθετα μπορεί να εμπλουτιστεί κάθε ιδέα και σκέψη. Έτσι, το γεγονός ότι, για παράδειγμα, οι ατομικιστές θεωρούν τον Νίτσε λίκνο του «γόνιμου»(!) εγωισμού, απομονώνοντας μερικές φράσεις από ένα του βιβλίο και μερικές ακόμη από κάποιο άλλο, δεν χαρακτηρίζει τον Νίτσε ατομικιστή· αλίμονο. Φυσικά, σε καμία περίπτωση δεν κάνουμε υποδείξεις σε κανέναν για το τι επιθυμεί να λέει και με ποιον τρόπο. Κάτι τέτοιο είναι έξω απ’ την ηθική, τόσο των αναρχικών, όσο και των αγωνιζόμενων ανθρώπων. Στόχος μας με το παρόν, αλλά και με κάθε μας κείμενο, είναι να προσθέσουμε ένα ακόμη λιθαράκι στην αναρχική θεώρηση. Η ανάλυση που ακολουθεί δεν διεκδικεί τον χαρακτήρα του αλάθητου, όπως και κανένα αναρχικό κείμενο άλλωστε. Όπως, επίσης, δεν αποτελεί και κανενός είδους συνηγορία υπέρ του Νίτσε. Δεν νομίζουμε πως την χρειάζεται εξάλλου. Είναι μια προσπάθεια να διευκρινιστούν ασάφειες σε σχέση με τον χαρακτήρα και τις προθέσεις του νιτσεϊκού υπεράνθρωπου, τις απόψεις του για την ελευθερία, τον πολιτισμό αλλά και την ίδια την φύση. Είναι χρήσιμο να ειπωθεί πως αναφορές στον Υπεράνθρωπο υπάρχουν διάσπαρτες και σε άλλα βιβλία του φιλοσόφου.

Για τον Υπεράνθρωπο λοιπόν και τον ίδιο το Νίτσε έχει ξοδευτεί πολύ μελάνι και είναι βέβαιο πως θα συνεχίσει να σπαταλιέται. Δεν είναι άδικο για ένα τόσο πολυσύνθετο και με πολλαπλές ερμηνείες έργο. Το άδικο είναι να εξαντλήσει κανείς το ζήτημα του Υπερανθρώπου σε μια φτωχή παράγραφο, που, εκ των πραγμάτων, θα περιέχει πολλές επικίνδυνες απλουστεύσεις και αφορισμούς. Άλλωστε, με ευκολία ή χωρίς, ο Νίτσε αντιμετωπίστηκε τόσο ως μηδενιστής ή αναρχικός, όσο και ως ναζί ή φασίστας, ακόλουθος τής εξουσίας ή ο,τιδήποτε άλλο. Μάλιστα, το ότι από κάποιους, ακατανόητα συγκαταλέγεται στους ναζί ή στους αντισημίτες οφείλεται στην αδερφή του Ελίσαμπεθ Φούρστερ-Νίτσε. Ήταν η τελευταία που τον φρόντιζε, όταν στα 44 του έπαθε νευρική κατάρρευση (που ίσως οφειλόταν σε ψυχική διαταραχή, λόγω της σύφιλης, από την οποία έπασχε ήδη ως φοιτητής ή κατ’ άλλους προέκυψε από όγκο στον εγκέφαλο) και μετά το θάνατό του επιμελήθηκε και «ξαναδούλεψε» πολλά έργα του, μετατρέποντάς τα σε εθνικιστικά και αντισημιτικά, ώστε να ικανοποιήσει τον σύζυγό της Μπέρναρτ Φούρστερ. Ο ίδιος ο Νίτσε όμως ήταν ξεκάθαρα εναντίον του αντισημιτισμού και του εθνικισμού. Οι αναφορές ενάντια στην Ιουδαϊκή θρησκεία, εν είδει ρώσικης μπάμπουσκας απ’ την οποία ξεπήδησε ο Παυλικιανισμός,[2] δεν έχουν σε καμία περίπτωση ρατσιστική χροιά, αλλά αποτελούν μια κριτική απέναντι στις οργανωμένες θρησκείες που εξουσιάζουν τους ανθρώπους. Φαίνεται ότι για όποιον διαβάζει βιαστικά και απρόσεκτα, πολλά μένουν πίσω από τις γραμμές και δεν έρχονται στην επιφάνεια, ίσως και ποτέ.

Ποιός ήταν όμως ο Νίτσε που έγραψε τον Ζαρατούστρα, τον Υπεράνθρωπό του; Γεννήθηκε στις 15 Οκτώβρη 1844 στο Ραίκεν της Πρωσίας. Γιος πάστορα, που πήρε κλασική και θρησκευτική παιδεία, διακρίθηκε γρήγορα στις σπουδές του και έγινε πολύ νέος (24 ετών) καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, από το οποίο παραιτήθηκε, λόγω του κλονισμού της υγείας του από ημικρανίες και βλάβη του αμφιβληστροειδούς και στα δύο του μάτια, στα 35 του. Πριν συμπληρώσει τα δεκαπέντε του χρόνια είχε ήδη γράψει πολλά λογοτεχνικά και θεατρικά έργα και ασχολούνταν ακόμη και με μουσικές συνθέσεις. Ήδη στα 18-21 του, όπως δείχνουν τα πράγματα, είχε απορρίψει οριστικά τον χριστιανισμό, παρ’ όλο που προοριζόταν από την οικογένειά του και ο ίδιος για πάστορας. Η υγεία του, που ήταν πάντοτε εύθραυστη, επιβαρύνθηκε ακόμη περισσότερο από τη συμμετοχή του στον γαλλοπρωσικό πόλεμο. Το έργο του, παρ’ όλο που αντιμετωπίστηκε θετικά από κάποιους, δέχτηκε δριμεία κριτική από ένα μέρος της ακαδημαϊκής κάστας, με αποτέλεσμα να μετριαστεί η αποδοχή του.

Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του το έγραψε και το εξέδωσε, αφού είχε ήδη παραιτηθεί από το πανεπιστήμιο. Από τότε και μετά ταξίδευε σε διάφορες χώρες, αναζητώντας ένα πιο ευνοϊκό κλίμα για την κλονισμένη υγεία του. Έργα του, όπως τα Τάδε έφη Ζαρατούστρα, Πέρα από το καλό και το κακό, Το Λυκόφως των ειδώλων, ο Αντίχριστος και Ιδέ ο άνθρωπος, γράφτηκαν σε αυτό το διάστημα. Η ψυχική του κατάρρευση επήλθε στις 3 Ιανουαρίου του 1889. Σύμφωνα με μια ιστορία, αφορμή στάθηκε η εικόνα ενός αμαξά που μαστίγωνε το άλογό του. Τότε ο Νίτσε με δάκρυα στα μάτια έσπευσε να προστατέψει το άλογο, αγκαλιάζοντάς το.[3] Από κει και έπειτα μπαινόβγαινε σε κλινικές και δεν ήταν σε θέση να φροντίσει τον εαυτό του, γι’ αυτό την επιμέλειά του ανέλαβαν αρχικά η μητέρα του και έπειτα η αδερφή του, που θέλησε να γίνει η ίδια βιογράφος του και μετέβαλε με δόλο το έργο του, όπως προαναφέρθηκε. Πέθανε το 1900 από πνευμονία. Ήταν ένας άνθρωπος που ένιωθε συχνά προδομένος απ’ τον κοινωνικό περίγυρό του και έζησε σε μεγάλο βαθμό παραγνωρισμένος και φτωχός. Το έργο του, που με μεγάλες δυσκολίες εξέδιδε, επωμιζόμενος το κόστος, αναγνωρίστηκε, αφού είχε ήδη τρελλαθεί. Έγραφε, λοιπόν, σαν ένας αναχωρητής, ζώντας ως ασκητική φιγούρα, που είχε σιχαθεί τις επιβεβλημένες κοινωνικές συμβάσεις και το απόλυτο πνεύμα του είχε αρχίσει να βαδίζει στα γνώριμα μονοπάτια της τρέλλας.

Ποιος θεωρείται όμως τρελλός; Ο άνθρωπος που δεν μπορεί, για ένα πλήθος αιτιών, να ζήσει μέσα στους ανθρώπους. Αν οι τρελλοί ενός λεγόμενου φρενοκομείου δεν θεωρούνταν απ’ την επιστήμη τρελλοί, θα μπορούσαν πιθανόν να συμβιώσουν. Η τρέλα διαλύεται σαν την ομίχλη με τον ήλιο της κοινότητας. Ο τρελλός είναι πάνω από όλα μόνος του, μέσα στον δικό του κόσμο. Με αυτό δεν εννοούμε ότι ο Νίτσε, όταν έγραψε τον Ζαρατούστρα, ήταν ήδη τρελλός. Σε αυτό δεν θα ήταν σε θέση να απαντήσει ούτε ο ίδιος, όπως και κανένας μας. Ήταν όμως μόνος. Σε αυτή τη μοναξιά κινήθηκε σταδιακά και ο Ζαρατούστρα. Στην αρχή πλησιάζει τους ανθρώπους και τους μιλάει. Θέλει να τους φανερώσει όσα έχει μέσα του, να μοιραστεί μαζί τους τις ανακαλύψεις του. Επιλέγει τους απλούς ανθρώπους, για να τον καταλάβουν καλύτερα. Αυτοί όμως ζητούν έναν αρχηγό, έναν μεσσία, τον χρήζουν τρελλό και μετατρέπουν τις προφητείες του σε φαντάσματα του νου του. Με τον τρόπο τους τον διώχνουν, τον εξουδετερώνουν, τον εκμηδενίζουν. Δεν του δίνουν άλλη επιλογή· αν θέλει να συνεχίσει να είναι αυτός που επέλεξε, δεν του μένει παρά να αποσυρθεί.

Ήδη από την αρχή του βιβλίου εμφανίζεται ο χριστιανός ερημίτης, μέσα από τη μορφή του οποίου βρίσκει τρόπο να στηλιτεύσει τον «άγιο» που δεν αγαπά τους ανθρώπους, γιατί τους θεωρεί ατελείς και απομονώνεται, για να βρει τον θεό του. Ο Ζαρατούστρα, απεναντίας, φέρνει ένα δώρο στους ανθρώπους. Όχι, όμως, επειδή θεωρεί τον εαυτό του καλύτερο και εκλεκτότερο· δε θέλει να ελεήσει τους ανθρώπους, «δεν είναι αρκετά φτωχός», για να το κάνει, όπως λέει ο ίδιος. Ο «άγιος» χλευάζει τις προθέσεις του Ζαρατούστρα και τον συμβουλεύει να μείνει μακριά απ’ αυτούς. Αυτός όμως τον χαιρετά, λέγοντας στην καρδιά του: «Αν είναι δυνατόν! Αυτός ο γέρος άγιος δεν άκουσε ακόμη μέσα στο δάσος του ότι ο θεός είναι νεκρός!».

Όταν μιλάει στο συγκεντρωμένο πλήθος στην κεντρική πλατεία, στην προσπάθειά του να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους, θέλει να τους παρουσιάσει τον υπεράνθρωπο. Σε αυτό το σημείο ο Ζαρατούστρα απηχεί δαρβινικές θεωρίες, καθώς παρουσιάζει μια ανθρώπινη εξέλιξη που ξεκίνησε απ’ το σκουλήκι και τον πίθηκο, για να καταλήξει στον άνθρωπο, που κι αυτός με τη σειρά του θα ξεπεραστεί από τον υπεράνθρωπο, που είναι «το νόημα της γης». Φυσικά και δεν ελπίζει στην έλευση ενός νέου, εξελιγμένου βιολογικά είδους ανθρώπου. Όλα όσα μας κάνει ξεκάθαρα παρακάτω, εξαλείφουν κάθε υπόνοια για ευγονικές θεωρίες και ρατσιστικά παραληρήματα. Το γεγονός ότι πολλοί θεωρητικοί του εθνικοσοσιαλισμού παρερμήνευσαν σε αδιανόητο βαθμό τον νιτσεϊκό υπεράνθρωπο είναι μια άλλη, θλιβερή ιστορία. Ο Ζαρατούστρα αρνείται την χριστιανική μεταφυσική. Ο υπεράνθρωπος δεν είναι ο άνθρωπος με τις υπερφυσικές δυνάμεις· απεναντίας προέρχεται από τη φύση. Αρνείται ακόμη την χριστιανική εχθρότητα για το σώμα και το θεωρεί ισάξιο με το πνεύμα. Θεωρεί ότι «πρέπει να είσαι θάλασσα, για να μπορείς να δέχεσαι ένα βρώμικο ποτάμι δίχως να λερώνεσαι». Πιστεύει ότι ο άνθρωπος έχει μέσα του τον υπεράνθρωπο, γι’ αυτό θα πρέπει να «πεθάνει», για να αποτελέσει το πέρασμα για τον υπεράνθρωπο. Δεν υπονοεί προφανώς την εξόντωση του σώματος, αλλά βλέπει τον άνθρωπο ως έναν σπόρο, που πεθαίνοντας γεννάει το άνθος του υπερανθρώπου. Ο θνήσκων άνθρωπος του πολιτισμού, οφείλει να σημάνει το σάλπισμα για την έλευση του υπερανθρώπου, την επιστροφή του δηλαδή σε μια ελεύθερη ζωή, με στόχο τον συνεχή αγώνα για την πλήρωση της προσωπικότητας και την επανοικειοποίηση της φυσικής ζωής. Ο Ζαρατούστρα δεν μισεί· απεναντίας, αγαπά τον άνθρωπο που πληροί (γεμίζει) τον εαυτό του.

Για τον τελευταίο επί γης άνθρωπο λέει: «πρέπει να έχει κανείς ακόμη χάος μέσα του, για να μπορέσει να γεννήσει ένα αστέρι που χορεύει. Σας λέω: υπάρχει ακόμη χάος μέσα σας. Αλίμονο! Έρχεται η ώρα που ο άνθρωπος δεν θα μπορεί να γεννήσει πια κανένα άστρο. Αλίμονο! Έρχεται η ώρα του πιο περιφρονητέου ανθρώπου, που δεν μπορεί πια να περιφρονήσει τον εαυτό του. Δείτε! Σας δείχνω τον τελευταίο άνθρωπο». Μ’ έναν εντυπωσιακό τρόπο προφητεύει τον νεωτερικό άνθρωπο των σύγχρονων κοινωνιών, που κυνηγάει απλώς την εύκολη ευτυχισμένη ζωή και αρνείται παντελώς τη δυστυχία και τον πόνο, καταφεύγοντας σε τεχνητές απολαύσεις, οι οποίες γίνονται δηλητήριο. Στη κοινωνία της νεωτερικότητας τα πάντα είναι ισοπεδωμένα. Οι τελευταίοι άνθρωποι κοροϊδεύουν, είναι πανούργοι και μαλώνουν μεταξύ τους. Όσο για τις αναφορές στο χάος, προφανώς και εννοεί τον κύκλο της συμπαντικής ζωής, όπου απ’ τα σκότη του χάους ξεπηδούν γαλαξίες και το ίδιο, φαινομενικά, απρόσμενα καταλήγουν στο χάος της ανυπαρξίας. Ακόμη και αν δεν είχαν μορφοποιηθεί επαρκώς οι αντίστοιχες αστρονομικές θεωρίες στη εποχή του, το πνεύμα του Νίτσε διέθετε την απαραίτητη διαισθητική οπτική, ώστε να συλλάβει μια τέτοια ιδέα. Εξ άλλου, αντίστοιχη γνώση μπορούσε κάποιος να λάβει, μελετώντας αρχαίους μύθους και ως γνωστών ο Νίτσε αρεσκόταν και σε τέτοιου είδους μελέτες.

Το πλήθος δεν καταλαβαίνει τον Ζαρατούστρα. Τον κοροϊδεύει και δείχνει προτίμηση στον τελευταίο άνθρωπο, απορρίπτοντας τον υπεράνθρωπο. Το κοινό προτιμάει να προσηλωθεί στον σχοινοβάτη, που τον ρίχνει ένας γελωτοποιός στο κενό. Το πλήθος απομακρύνεται και παρατάει τον σχοινοβάτη στο έδαφος ετοιμοθάνατο, μπροστά στον Ζαρατούστρα, αλλά ο τελευταίος μένει στη θέση του και μιλάει μαζί του. Ενώ ο σχοινοβάτης λέει πως θα πάει στην κόλαση, ο Ζαρατούστρα τον διαβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει κόλαση και ότι εξ αιτίας του επικίνδυνου επαγγέλματός του, δεν αξίζει την περιφρόνηση. Θέλει μάλιστα να τον θάψει. Ο γελωτοποιός τον διώχνει, γιατί ο κόσμος τον μισεί. Στον δρόμο τον κοροϊδεύουν που κουβαλά το πτώμα του σχοινοβάτη. Μόνον ένας ερημίτης γέρος τού προσφέρει ψωμί και κρασί. Ο Ζαρατούστρα συνεχίζει την πορεία του, κουβαλώντας το πτώμα, προσανατολιζόμενος από τ’ άστρα.

Μετά από έναν βαθύ ύπνο, ξυπνάει ξεκούραστος και ανακαλύπτει μέσα του μια νέα αλήθεια: «να μη μιλά στον λαό ο Ζαρατούστρα, αλλά σε συντρόφους! Να μη γίνει ο Ζαρατούστρα βοσκός και σκύλος ενός κοπαδιού! Να απομακρύνω δελεάζοντας πολλούς από το κοπάδι –γι’ αυτό το πράγμα έχω έρθει. Ας θυμώσουν μαζί μου λαός και κοπάδι: αυτό που θέλει ο Ζαρατούστρα είναι να τον αποκαλέσουν άρπαγα οι βοσκοί. Βοσκούς τους λέω εγώ, αλλά αυτοί αυτοαποκαλούνται καλοί και δίκαιοι. Βοσκούς τους λέω εγώ: αλλά εκείνοι αυτοαποκαλούνται πιστοί της ορθής πίστης. Κοιτάξτε τους καλούς και τους δίκαιους! Ποιον μισούν περισσότερο; Εκείνον που θρυμματίζει τις πλάκες των αξιών τους, τον καταστροφέα, τον εγκληματία: αυτός εδώ όμως είναι ο δημιουργός». Ο λαός, στο σημείο αυτό, είναι οι εξουσιαστικές δομές της κοινωνίας μέσα στις οποίες ο Νίτσε ασφυκτιά. Δεν δηλώνει έπαρση, το αντίθετο μάλιστα. Είναι το κάλεσμα του λύκου στο σκοτάδι, που από θλίψη και μοναξιά, ουρλιάζει αναζητώντας συντρόφους. Δεν θεωρεί εαυτόν ανώτερο, απλώς αναζητά συνανθρώπους να τον καταλαβαίνουν. Τότε, εμφανίζονται για πρώτη φορά τα ζώα του: ένας αετός που έχει τυλιγμένο στο λαιμό του ένα φίδι, όχι σαν θήραμα, αλλά ως φίλο. Τα δύο αυτά ζώα, «το πιο περήφανο ζώο και το πιο έξυπνο ζώο κάτω απ’ τον ήλιο», τον καθοδηγούν, δεν τον ακολουθούν υποταγμένα. Ο αετός συμβολίζει το ουράνιο, το ανθρώπινο πνεύμα που υπάρχει για να πετά ανεμπόδιστα ελεύθερο. Το φίδι συμβολίζει το χθόνιο, το ανθρώπινο σώμα που πατάει στέρεα στην γη. Η συντροφικότητα τους, γεγονός μη φυσικό, δηλώνει την ολότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά και τη δύναμη των συντροφικών σχέσεων να υπερπηδήσουν ακόμη και φαινομενικά ανυπέρβλητα εμπόδια.

Ακολουθούν οι ομιλίες του Ζαρατούστρα για διάφορα ζητήματα. Γι’ αυτόν, το πνεύμα του ανθρώπου έχει τρεις μεταμορφώσεις: στην αρχή είναι μια καμήλα που σηκώνει το βάρος της γνώσης στην έρημο, σαν περιττό βάρος. Έπειτα, γίνεται λιοντάρι, που θέλει να κατακτήσει την ελευθερία του και να γίνει αφέντης στη δική του έρημο, για να καταλήξει τέλος να γίνει παιδί, δηλαδή να ξαναρχίσει με αθωότητα ένα νέο παιχνίδι δημιουργίας, απελευθερωμένο. Μέσα στα επόμενα κεφάλαια, επισκεπτόμενος διάφορους τύπους ανθρώπων (τον σοφό, τους κήρυκες του κόσμου, τους περιφρονητές του σώματος κλπ.) του δίνεται η δυνατότητα να περιδιαβάσει την ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος και τους σημαντικούς σταθμούς της σκέψης. Ο Ζαρατούστρα αφήνει πίσω του τις αυταπάτες που δημιούργησαν οι παλαιότερες κοσμοθεωρίες, είτε αυτές έχουν να κάνουν με θρησκείες είτε με φιλοσοφικές σχολές. Έτσι, κριτικάρει και απαρνείται τόσο τον χριστιανισμό, όσο και θεωρίες που ακολούθησαν μόνο το δρόμο των απολαύσεων. Στο κεφάλαιο που ο Ζαρατούστρα συναντά τον ωχρό εγκληματία, συναντά τον ατομικιστή, που «στο εξής έβλεπε τον εαυτό του σαν τον εκτελεστή μιας μόνο πράξης», που «το κάμωμά του έγινε αυτός, υπνώτισε το φτωχό λογικό του –αυτό το πράγμα εγώ το ονομάζω παραφροσύνη, μετά πράξη», λέει ο Ζαρατούστρα. Στρέφεται ξεκάθαρα εναντίον του ατομικιστή, που «η ψυχή του ήθελε αίμα κι όχι ληστεία: διψούσε για την ευτυχία του μαχαιριού!». Στρέφεται βέβαια και κατά των ακαδημαϊκών, αντιδρώντας στο βάρος του πνεύματός του με γέλιο.

Όταν συναντά τον νέο, που κάθεται στην κορυφή ενός βουνού κάτω από ένα δέντρο, συζητά μαζί του για την ελευθερία. Ο Ζαρατούστρα υποστηρίζει ότι, όταν ανυψώνεται κανείς, για να φτάσει στην ελευθερία, υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει αλαζόνας ή ν’ απαρνηθεί τις ελπίδες του, που διαψεύστηκαν. Η πορεία αυτή είναι δύσκολη και μοναχική, γι’ αυτό θέλει αποφασιστικότητα και επιμονή. Στο κεφάλαιο «Για το νέο είδωλο» λέει ότι το κράτος αντικατέστησε τους παλιούς θεούς, σα νέο είδωλο: «όλοι θέλουν να ανέβουν στο θρόνο: αυτό είναι η τρέλα τους –λες και η ευτυχία κάθεται στο θρόνο! Συχνά κάθεται η λάσπη στο θρόνο– και επίσης συχνά ο θρόνος πάνω στη λάσπη». Προς το τέλος του κεφαλαίου ο Ζαρατούστρα λέει: «εκεί που σταματά το κράτος, εκεί αρχίζει ο άνθρωπος, εκείνος που δεν είναι περιττός: εκεί αρχίζει το τραγούδι του απαραίτητου, η μοναδική και αναντικατάστατη μελωδία».

Στο κεφάλαιο «Οι μύγες της αγοράς» αναφέρεται στη μάζα, το άμορφο πλήθος, που, κρυμμένο πίσω απ’ την ανωνυμία του, καταδικάζει όποιους πάνε να ξεχωρίσουν. Τιμωρούν τους ξεχωριστούς για τις αρετές τους, τους φθονούν: «εκεί που σταματά η μοναξιά, εκεί αρχίζει η αγορά· κι εκεί που αρχίζει η αγορά, αρχίζει και ο θόρυβος των μεγάλων θεατρίνων και το βούισμα των δηλητηριωδών μυγών». Ας επαναλάβουμε, πως δεν υπήρξε ο Νίτσε μισάνθρωπος· σίγουρα όχι περισσότερο απ’ ότι ο γείτονας, ο μπακάλης ή κάποιος συμμαθητής του. Κανείς δεν τον καταλαβαίνει, νιώθει μόνος και οι ανθρώπινες σχέσεις τού είναι τουλάχιστον προβληματικές. Στο τέλος του κεφαλαίου ο Ζαρατούστρα καλεί τον εαυτό του να αποτραβηχτεί στη μοναξιά του, γιατί «δεν είναι ο κλήρος του να γίνει μυγοσκοτώστρα». Στο επόμενο κεφάλαιο θεωρεί ότι η αγνότητα βρίσκεται στη φυσική κατάσταση κι όχι στις πόλεις. Διαχωρίζει το ένστικτο που δίνει η φύση απ’ την απλή ερωτική έξαψη και την ηδονοθηρία, που ικανοποιεί η πόλη. «Τουλάχιστον να ήμασταν τέλειοι σαν τα ζώα! Η αθωότητα όμως ανήκει στα ζώα», σκέφτεται ο Ζαρατούστρα. Θεωρεί ακόμη τη φιλία, όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος, μοναδική, γι’ αυτό και οι άνθρωποι που την υπηρετούν θα πρέπει να είναι ελεύθεροι. Γράφει πως ουσιαστικά αληθινή φιλία δεν υπάρχει, αλλά μόνο συντροφικότητα.

Σε κεφάλαια όπως στο «Για τη γριά και τη γυναικούλα», αλλά και αλλού, σε διάφορα σημεία μέσα στο έργο του, ο Νίτσε δεν χάνει ευκαιρία να μιλήσει άσχημα για τις γυναίκες, στις οποίες δείχνει βαθιά περιφρόνηση. Αυτό είναι γεγονός. Τις θεωρεί κατώτερες και πιστεύει πως τους χρειάζεται μαστίγιο! Ψυχοερευνητικά μία τέτοια συμπεριφορά ερμηνεύεται από το γεγονός πως μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον «γυναικοκρατούμενο», με πλήρη απουσία αντρικής παρουσίας (είχε πολλές αδερφές, ενώ έχασε τον πατέρα του σε πολύ νεαρή ηλικία). Οι γυναίκες τού περιβάλλοντος του ήταν ιδιαίτερα αυταρχικές. Είναι χαρακτηριστική η φράση του Ράσσελ για τον Νίτσε: «ο Νίτσε πίστευε πως αν έχεις να κάνεις με γυναίκες καλό είναι να κρατάς και μαστίγιο. Δεν είναι βέβαια απ’ την μεριά του παράλογο να χει μια τέτοια πεποίθηση, γιατί οι εννιά στις δέκα γυναίκες που θα συναντούσε, θα του έπαιρναν αβίαστα το μαστίγιο απ’ το χέρι». Κάπως κυνικό, θα λέγαμε, το χιούμορ, αλλά σίγουρα δεν έχει άδικο ο αγγλοσάξονας φιλόσοφος. Βέβαια, στο τρίτο μέρος, στην παράγραφο 23 του κεφαλαίου «Για τις παλιές και καινούριες πλάκες» διαβάζουμε: «έτσι θέλω τον άνδρα και τη γυναίκα: ικανό για πόλεμο τον ένα, ικανή για γέννες την άλλη, και τους δυο όμως ικανούς για χορό με κεφάλι και πόδια». Σε καμία περίπτωση δεν συνηγορούμε με απόψεις, αν μη τι άλλο, ασυμβίβαστες με την ουσία της ελευθερίας. Όμως είναι σημαντικό να ερμηνεύουμε, στο βαθμό πάντα που η έρευνα το επιτρέπει, συμπεριφορές με βάση τα κίνητρα, το κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον και όσα γεγονότα πολλές φορές περνούν απαρατήρητα από μια πρόχειρη ανάγνωση. Η αιτιολόγηση δεν είναι επ’ ουδενί φόρμα δικαιολογίας για τίποτε και κανέναν.

Απέναντι στα ζώα από την άλλη φέρεται με πολύ σεβασμό και τα θεωρεί σύμβολα των ιδεών του. Ακόμη και στο φίδι δίνει ξεχωριστή θέση. Πέρα από το φίδι που μαζί με τον αετό καθοδηγούν τον Ζαρατούστρα, όταν ένα άλλο φίδι τον τσιμπά, σκορπώντας του το δηλητήριό του, εκείνος βρίσκει ευκαιρία να πει ότι το κακό του αντιπάλου μπορεί να αποδειχτεί ωφέλιμο. Από την άλλη παρομοιάζει γάτες και λύκους τους εκφυλισμένους και τα λεγόμενα λούμπεν στοιχεία της εποχής του, που παίρνουν χωρίς να δίνουν και προτιμούν να κλέψουν από το να πάρουν. Η πόλη που συναντά όλους τους ανθρώπους λέγεται «Η Παρδαλή Αγελάδα». Στο τέλος του πρώτου μέρους την εγκαταλείπει, ακολουθούμενος από τους μαθητές του.

σύντροφοι  για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 134 Ιανουάριος 2014

[1] Είναι γνωστή η όψιμη σπέκουλα των αριστερών, με τις πλάτες πάντα του κινήματος, για τον Μπακούνιν. Ούτε λίγο ούτε πολύ, με αφορμή την συνύπαρξη τους στην Α΄ Διεθνή των Εργατών –που έληξε με αποπομπή των αναρχικών, έπειτα από ολόκληρη πλεκτάνη του Μαρξ και των συν αυτώ– παρουσιάζουν τον μαρξισμό και τον αναρχισμό «αδερφές πολιτικές ιδεολογίες». Αν πιστεύουν κάτι τέτοιο, με γεια τους με χαρά τους. Η Αναρχία πάντως δεν έχει καμία απολύτως σχέση ούτε με τον αναρχισμό, ούτε με τον μαρξισμό. Όσο για τον Μπακούνιν, παρά τις όποιες ουσιαστικές διαφωνίες μας, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως ουδέποτε έκανε πολιτική. Υπήρξε ένας αγνός αγωνιστής και πλήρωσε βαρύ τίμημα για την ευπιστία του. Αλλά όλα αυτά θα τα αναπτύξουμε καλύτερα σε κάποιο μελλοντικό μας κείμενο.

[2] Ο Νίτσε στο έργο του Ο Αντίχριστος, θεωρεί τον χριστιανισμό ένα κατασκεύασμα του απόστολου Παύλου. Γράφει χαρακτηριστικά πως υπήρξε μόνο ένας χριστιανός στην ιστορία· αυτός που πέθανε πάνω στο σταυρό.

[3] Η ιστορία αυτή είναι μια απ’ τις πολλές αφηγήσεις στις οποίες γίνεται ξεκάθαρη η αγάπη του Νίτσε για τα ζώα, όχι ως κατοικίδια με αντιαλλεργικό περιλαίμιο, αλλά ως ισότιμοι σύντροφοι στο μοναχικό του ταξίδι προς την αυτογνωσία.

 

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.