Ελευθερία χωρίς προσδιορισμούς

«Είναι ο πιο εύκολος τρόπος να λύσετε το πρόβλημα, τόσο ξεκάθαρος ώστε δεν χρειάζεται να τον πολυβασανίζεις για να τον παραδεχθείς. Έτσι, δεν θα υπάρχει πια  λόγος να σκεφτόμαστε. Και πραγματικά, το βασικό είναι να μην υπάρχει λόγος να σκεφτόμαστε! Όλο το μυστήριο της ζωής θα μπορέσει τότε να χωρέσει σε δυο φύλλα τυπωμένο χαρτί.» Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι, Έγκλημα και τιμωρία

Πέφτοντας το μάτι μας στη λέξη «ελευθερία» στο λεξικό, συναντάμε τον ορισμό: «δυνατότητα αυτόβουλης και απεριόριστης δράσης σύμφωνα με τις επιθυμίες (κάποιου), η απουσία εξαναγκασμού ή καταπίεσης» και κατηγοριοποιείται σε προσωπική, του λόγου, ακαδημαϊκή ή του Τύπου. Μέσα από αυτά τα όρια και τους προσδιορισμούς είναι μία δυνατότητα, που μπορεί να προκύψει κατόπιν συμφωνίας «κάποιων», με βάση τις επιθυμίες τους. Και μάλιστα, όταν απουσιάζει ο καταναγκασμός. Μοιάζει, έτσι, πιο σίγουρος ο καταναγκασμός και περισσότερο μια πιθανότητα η ελευθερία, που πραγματώνεται, όταν εκπληρωθεί μια προσωπική επιθυμία. Μοιάζουμε ουσιαστικά ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους. Οι προσδιορισμοί και οι κατηγοριοποιήσεις από την άλλη τής δίνουν μία ακόμη διάσταση, πιο περιπτωσιακή. Είσαι ελεύθερος να λες τη γνώμη σου, να κάνεις μια επιστημονική έρευνα κ.λπ., στο βαθμό που δεν δημιουργείς ουσιαστική όχληση στο κράτος, άρα ακολουθείς τις νομότυπες διαδικασίες που το ίδιο όρισε για την ελευθερία. Μοιάζει με παραχώρηση που μόνο με το κράτος και τα παρακλάδια του έχει να κάνει, δηλαδή σαν ένα πολιτικό δικαίωμα, που κάποιοι αρμόδιοι ξέρουν και πρέπει να διαχειριστούν.

Φυσικά, σε καμία περίπτωση δεν μιλάμε στο σημείο αυτό για ελεύθερη συμφωνία ανθρώπων. Η συμφωνία, λοιπόν, αυτή και ακόμη περισσότερο οι επιθυμίες, θα είναι προϊόν κρατικής επιβολής –άμεσης ή έμμεσης– και επ’ ουδενί δεν θα εμπεριέχει στοιχεία ελευθερίας. Πηγαίνοντας ακόμη παραπέρα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν μιλάμε καν για συμφωνία. Σε μια πραγματικότητα ολοκληρωτικά επιβεβλημένη απ’ την κυριαρχία, η αυθεντικότητα της επιθυμίας μοιάζει με κακοφορμισμένο ανέκδοτο. Και όταν η επιθυμία δεν είναι κύτταρο μιας ελεύθερης ύπαρξης, δεν μπορεί να δημιουργήσει πραγματικές συμφωνίες παρά μόνο παραφωνίες. Επομένως η φράση «ελεύθερη συμφωνία» είναι πλεονασμός. Κάθε συμφωνία οφείλει να είναι προϊόν ελεύθερης συνεργασίας αλλιώς αυτοαναιρεί την σημασία της. Απλώς η χρήση της συγκεκριμένης φράσης βοηθάει να γίνονται διακριτές οι εξουσιαστικές συμφωνίες και σχέσεις από αυτές των αγωνιζόμενων ανθρώπων.   

Με τη λογική του κράτους, είμαστε ελεύθεροι όταν καλύπτουμε καταναλωτικές ανάγκες. Και όσο περισσότερες έχουμε και μπορούμε να ικανοποιήσουμε, τόσο πιο ελεύθεροι γινόμαστε. Και πάλι, είμαστε ελεύθεροι να επιθυμούμε και να καλύπτουμε συνεχώς νέες ανάγκες. Και τότε γιατί δε νιώθουμε ελεύθεροι; Γιατί η ελευθερία δεν είναι δυνατότητα, που κάποιος θα μας δώσει, είναι επιλογή, που θα κάνουμε ο καθένας προσωπικά και όλοι μαζί. Για να κάνει όμως ο καθένας τις προσωπικές του επιλογές, χρειάζεται να αποτινάξει από πάνω του κάθε τι που καταστέλλει το πνεύμα του και εγκλωβίζει το σώμα του σε ζωές φυλακές. Κι όσο δεδομένη τη θεωρούμε, τόσο αυτή εξανεμίζεται, γιατί είναι διαρκώς μεταβαλλόμενη, δεν υπακούει σε κανόνες, συντίθεται από την ανθρώπινη φαντασία και ευαισθησία. Μας κάνει όχι απλώς ανθρώπινους, αλλά και μας θυμίζει τη φύση μας, την ελεύθερη κοινοτική συμβίωση, που περιλαμβάνει κάθε πλάσμα, που σήμερα ζει υποταγμένο στην ικανοποίηση των εγωιστικών επιθυμιών της μηχανής και του τεχνικού πολιτισμού. Σήμερα, στο διαδίκτυο είμαστε «ελεύθεροι» να γράφουμε ό,τι θέλουμε, έχουμε τα μέσα για να το διαδώσουμε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Και τελικά είμαστε ελεύθεροι να λέμε ό,τι θέλουμε, αλλά έχουμε να πούμε όλο και λιγότερα, μιλώντας με κονιορτοποιημένες λέξεις, σαν κώδικες.

Δεν είναι η ελευθερία, όμως, το δίκιο του επικρατέστερου και σε καμιά περίπτωση η αναρχία δε θα μπορούσε να υπάρξει μέσα σε ένα τέτοιο πνευματικό θερμοκήπιο. Είναι ο αέρας που ο καθένας μπορεί να αναπνέει χωρίς να πνίγεται από την αναπνοή του άλλου. Από τη στιγμή που υποτάσσεται το μυαλό, τότε η ελευθερία είναι μια λέξη στο λεξικό, μια αφηρημένη φιλοσοφική θεωρία. Μοιάζει με το πιο απατηλό και ουτοπικό όνειρο, γιατί δε βρίσκει τόπο να σταθεί. Είναι όμως ένας σπόρος ευαίσθητος, που ευδοκιμεί σε καλλιεργημένα και με ζωντανά συστατικά πνεύματα. Και όταν αρχίσει να φυτρώνει και να μεγαλώνει, συντρίβει κάθε εμπόδιο του πολιτισμού που συναντά, όπως τα δέντρα που σηκώνουν τις ρίζες τους να αποτινάξουν τα πλακάκια των πεζοδρομίων που τους φορτώθηκαν. Δε γνωρίζει, όμως, απελευθερωτές που θέλουν να μας σώσουν από τον κακό εαυτό μας και να επιβάλουν τις δικές τους επιθυμίες, καταπιεστές αυτοί στη θέση του παλιού καταπιεστή που έσφαξαν. Κανένας ταξικός ή τοξικός πόλεμος δε θα τη φέρει, γιατί η ελευθερία δεν επιβάλλεται. Οι αναρχικοί δεν μπορούν να κλείνουν το πνεύμα τους σε τείχη και να το καλλιεργούν με τους μεταλλαγμένους σπόρους της αριστεράς.

Αυτό που θα μείνει στο τέλος θα είναι να είμαστε ελεύθεροι να μην κάνουμε τίποτε, ελεύθεροι να μη σκεφτόμαστε τίποτε. Όταν αφήνουμε την κάθε λογής εξουσία να μας αποβλακώνει, να μας πείθει ότι ο κόσμος και οι άνθρωποι είναι ένα χρηστικό εργαλείο, τότε δεν θα είμαστε σε θέση ούτε να ονειρευτούμε την ελευθερία. Είμαστε ελεύθεροι να διαβάζουμε ό,τι θέλουμε, αρκεί να είμαστε χρήσιμοι και ωφέλιμοι, αναπαράγοντας τυποποιημένες γνώσεις, σαν έτοιμες προκατασκευασμένες αλήθειες, που μας «ξεκουράζουν» από την ελεύθερη σκέψη. Φυσικά και μας παρέχεται πλέον η δυνατότητα, μέσω του διαδικτύου, να διαβάσουμε τα πάντα. Μπορούμε να παρακολουθήσουμε από on line δωρεάν διαλέξεις στα «καλύτερα» πανεπιστήμια, μέχρι να σουλατσάρουμε σαν γνήσιοι βιβλιοπόντικες στις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες του κόσμου. Ξέρετε γιατί το κράτος μάς παρέχει μια τόσο ελκυστική δυνατότητα; Μα ακριβώς γιατί δεν είναι πλέον ελκυστική! Τουλάχιστον για τους περισσότερους. Ας είμαστε ειλικρινείς, αν αύριο για κάποιον λόγο διευρυμένης απιθανότητας όλοι οι χρήστες του διαδικτύου παρατήσουν τις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης και κάθε ψηφιακό απόρριμμα και αρχίσουν την αναζήτηση της γνώσης στο διαδίκτυο, οι κρατιστές δεν θα σφυρίξουν κλέφτικα. Μας παρέχονται λοιπόν απ’ το κράτος «ελευθερίες», ακριβώς γιατί αυτό γνωρίζει a priori ότι δεν θα τις επιλέξουμε. Όλο αυτό μας θυμίζει κάποιες φυλακές στο νότο των Η.Π.Α, όπου δεν υπάρχουν τοίχοι και άρα ο κρατούμενος έχει την δυνατότητα υποθετικά να τρέξει προς την ελευθερία. Και οι δεκάδες φύλακες που θα σου φυτέψουν μια σφαίρα στο κεφάλι, αν διανοηθείς να αποδράσεις, είναι ντεκόρ; Μα όχι βέβαια! Όπως πολύ σωστά έγραψε και ο σύντροφος Μαλατέστα: «η ελευθερία να κάνεις αυτό που θέλεις είναι πράγμα που δεν έχει νόημα, όταν δεν μπορείς να θέλεις κάτι» («Στο δρόμο για την Αναρχία», σελ 36). Η λήθη διαδίδεται σαν πνευματική πανώλη, που σβήνει κάθε ιδιαιτερότητα, φαντασία, ανάγκη να αποτινάξουμε από πάνω μας όσα μας εγκλωβίζουν.

«Κάθε φορά, που περιορίζεται η εξουσία, κάθε φορά που κατακτιέται μεγαλύτερη ελευθερία και δεν ζητιανεύεται, έχει γίνει ένα βήμα στο δρόμο για την αναρχία.» Ερρίκο Μαλατέστα, Στον δρόμο για την Αναρχία

Φιλόσοφοι, όπως ο Καντ, θεώρησαν ότι δεν μπορεί να υπάρχει ελευθερία χωρίς δίκαιο, χωρίς νόμους, δηλαδή, που θα βάζουν τα όρια και θα ορίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αναγκαστικά, λοιπόν, η ελευθερία μας είναι περιορισμένη από την ελευθερία των άλλων. Και ο καταναγκασμός είναι αναγκαίος (sic). Οπότε, αναγκαστικά και πάλι –τι να κάνουμε; δε γίνεται αλλιώς!– χρειαζόμαστε το καλό κράτος-διαιτητή. Και στο τέλος της χολιγουντιανής παραγωγής, λίγο πριν πέσουν οι τίτλοι, εμφανίζεται η καλή δημοκρατία με τη στολή του σούπερ-ήρωα που τους νικάει όλους. Για αυτό κανείς πρέπει να μαθαίνει από μικρός «να αποδέχεται έναν καταναγκασμό που επιβαρύνει την ελευθερία του, ώστε να τον καθοδηγήσουμε στο να κάνει καλή χρήση της ελευθερίας του». Ο Καντ, δηλαδή, μας συμβουλεύει να τη δούμε σαν μια καλή επένδυση. Το να θέλεις να επιβάλεις την ελευθερία είναι τόσο οξύμωρο όσο το να παίζεις ποδό-σφαιρο με τα χέρια. Για τον Καντ ο καταναγκασμός είναι προϋπόθεση της ελευθερίας… Οι δημοκράτες απ’ την άλλη, στο ίδιο πάντα κουραστικό μοτίβο, παπαγαλίζουν ξανά και ξανά τις γλυκερές τους φιοριτούρες: «η ελευθερία μου φτάνει μέχρι εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου». Τι ρεσιτάλ βερμπαλισμού και ανοησίας και αυτό! Θα μπορούσε να αντικαταστήσει επάξια το «μπαμπά μην τρέχεις» στο αυτοκίνητο κάθε δημοκράτη (και αμεσο-δημοκράτη βεβαίως βεβαίως) οδηγού. Για τους αναρχικούς το ζήτημα είναι ξεκάθαρο. Όσο μεγαλώνει η ελευθερία των άλλων μεγαλώνει και η δικιά μας. Γιατί η ελευθερία που «φτάνει μέχρι εκεί» και ούτε σπιθαμή παραπέρα, είναι τόσο αληθινή όσο και το κρέας στα μπιφτέκια των μεγάλων ταχυφαγείων.

Πολλές και συχνές στην ιστορία της φιλοσοφίας οι αναφορές στα κοινωνικά συμβόλαια και στις συμφωνίες ανάμεσα στο κράτος και το λαό, που τελειώνουν με ένα happy end, όπου αυτοί οι δύο παντρεύονται. Μόνο που συμβολαιογράφος είναι το ίδιο το κράτος που κάνει φασαρία συνεχώς πάνω από τα αυτιά μας, για να μην ακούμε τις αλυσίδες που μας φοράει, ένεκα του γάμου που συνάψαμε. Για όλα εγγυάται το καλό κράτος, που ξέρει πολύ καλύτερα από εμάς τι είναι το καλό και μας το κατοχυρώνει με τη βούλα του «ανθρώπινου δικαιώματος». Το σχολείο εγγυάται ότι θα μας «θυμίσει» πώς θα είμαστε ελεύθεροι, δηλαδή πώς θα θυμηθούμε το σωστό, τον κρατικό τρόπο να είμαστε ελεύθεροι, να μη σκεφτόμαστε τίποτε. Θα μας μάθει τους σωστούς νόμους. Και θα μας ξε-μάθει να ζούμε χωρίς νόμους.

Ένας γνωστός φιλόσοφος και incognito δουλέμπορος, ο Locke, μιλάει για τα δικαιώματα των παιδιών και λέει ότι θα πρέπει να έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους γονείς τους – δηλαδή την ίδια αυταπάτη για την ελευθερία σε μορφή χαπιού «ανθρώπινο δικαίωμα». Ο Rousseau, που κι αυτός μίλησε για τα γνωστά συμβόλαια, σαν προφήτης των εταιρειών καρτοκινητής, μιλάει για μία μάλλον αστική φύση και βάζει κανόνες και περιορισμούς στο παιδί, με σκοπό τη σωστή αγωγή, ώστε να φτάσει στην «οικειοθελή και ανεξάρτητη υπακοή». Όσο για τον Χομπς και τον «Λεβιάθαν» του, τα συμπεράσματά του ήταν ακόμη πιο φίλο-πολιτισμικά και σίγουρα ακόμη πιο φιλο-κρατικά. Πίστευε ότι η φύση του ανθρώπου είναι άγρια και επικίνδυνη, ότι στη φυσική μας κατάσταση είμαστε θηρία και καταστροφικοί. Για αυτό χρειαζόμαστε το καλό… κράτος, που κάνει τα γνωστά συμβόλαια με το λαό και έτσι τον προστατεύει από την άγρια και κακή φύση του.

Ο Χέγκελ, από την άλλη, στα κείμενά του για την θρησκεία («Η μυθολογία του Λόγου»), όταν αναφέρεται και στη φυσική κατάσταση του ανθρώπου, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, παρ’ όλο που τα μέλη των παλιότερων κοινοτήτων ζούσαν σε αρμονία μεταξύ τους και ήταν ελεύθεροι, το πεπρωμένο της σύγχρονης κοινωνίας είναι να ζήσει με βάση τον πολιτισμό. Άρα, καλά θα κάνουμε να προσαρμοστούμε στα δεσμά μας και απλώς να προσπαθούμε να ξεγελιόμαστε όσο μπορούμε, αφού ο πολιτισμός μας, που σήμερα είναι ακόμη πιο σάπιος από την εποχή του Χέγκελ, είναι το πεπρωμένο μας. Μπορούμε μόνο να τον αερίζουμε που και που, σαν μουχλιασμένο δωμάτιο στο οποίο η κυριαρχία μας έκλεισε, έτσι για να συνεχίζουμε να αντέχουμε στη σήψη του. Ο Μαρξ πάλι, ως γνωστόν βλέπει την απελευθέρωση του ανθρώπου ως μια ντετερμινιστική κατάληξη που αργά ή γρήγορα θα έρθει, αφού το κράτος θα μαραθεί και θα πέσει μόνο του, σαν σάπιο μήλο (για να μην πούμε τίποτε χειρότερο), αφού οι προλετάριοι θα αφήσουν τις τηλεοράσεις τους, θα σπάσουν τις αλυσίδες τους και η επαναστατική πρωτοπορία θα τους δείξει τον δρόμο. Έκαστος στο είδος τους και ο Μαρξ στις αυταπάτες του. Μήπως, όμως, τις αυταπάτες τις έχουν κυρίως όσοι βλέπουν το πολιτικό τους ευαγγέλιο στα γραπτά του; Στο κάτω-κάτω, το κορόιδο δεν είναι αυτός που παριστάνει τον προφήτη, αλλά όσοι φωνάζουν «ωσαννά» ξωπίσω του. Καλή ανάγνωση, οπότε και φυσικά περαστικά τους. Είμαστε, λοιπόν, καταδικασμένοι απ’ την ιστορία να ζήσουμε ελεύθεροι, κάτι σαν το αξέχαστο «είμαστε καταδικασμένοι να πάρουμε το πρωτάθλημα» που είπε και ο γνωστός άσσος των γηπέδων της δεκαετίας του ’80…

Για αυτό, η ελευθερία ξεκινάει από την πνευματική και ψυχική μας ζωντάνια. Δεν μπορεί να είναι ελεύθερη μια κοινωνία με πνευματικά ζόμπι, που δεν ξέρουν ούτε ποιοι είναι, ούτε τι θέλουν, ούτε έχουν τη δύναμη και τα εφόδια να επιλέγουν και να αποφασίζουν μόνοι τους για τον εαυτό τους. Όταν αυτός που τολμάει πλέον να σκέφτεται, έχει το θάρρος να πει τη γνώμη του, ακόμη κι αν είναι αντίθετη από την πλειοψηφία, καταδικάζεται στο περιθώριο, τότε θα πρέπει να ανησυχούμε αν μας επιβραβεύει η κάθε λογής εξουσία για τα λεγόμενά μας. Όταν οι αλήθειες και οι πραγματικότητες ή οι επιλεγμένες ιστορικές ανώδυνες αλήθειες θεωρούνται αρκετές, για να επιβεβαιωθεί το «σωστό», δεν μπορούμε να μιλάμε για ελεύθερο πνεύμα. Αν σκεφτούμε καθαρά, ανεπηρέαστοι από τις σειρήνες που μας περιβάλλουν, τότε θα καταλάβουμε ότι σε έναν τόπο και χρόνο που η αλήθεια γράφεται κάθε μέρα από την αρχή με την πένα της λήθης, δεν μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι.

Είναι ξεκάθαρο, ότι όσο υπάρχει κράτος, πολιτισμός, πολιτική και όλα τα συναφή ανοσιουργήματα της ανθρώπινης εξουσιομανίας, ο αέρας που θα αναπνέουμε θα είναι πνιγηρός. Νησίδες και βραχονησίδες «ελευθερίας», όσο το κράτος εξακολουθεί να βιάζει τις ζωές μας, θα υπάρχουν μόνο σε μυαλά κουτοπόνηρων ή μωρών. Το να κουβεντιάζουμε για «απελευθερωμένους» χώρους στην καρδιά του κρατικού κτήνους είναι κάτι τόσο παράλογο που θα έκανε την εικόνα ενός ρωμαίου εκατόνταρχου σε πολεμικό αεροσκάφος να φαντάζει απόλυτα λογική. Ο Πιοτρ Κροπότκιν έλεγε, πως η ελευθερία είναι μια έννοια που αν της αφαιρέσεις έστω και ένα μικρό κομματάκι, παύει να υπάρχει, και δεν έχει άδικο. Όχι, λοιπόν, νησίδες αλλά και ολόκληρα νησιωτικά συμπλέγματα του «αντιεξουσιαστικού» αρχιπελάγους να μας παρουσιάσουν ως «απελευθερωμένους» χώρους, δεν τσιμπάμε. Το δόλωμα είτε φρέσκο είναι, είτε μπαγιάτικο παραμένει δόλωμα. Αλλά όσοι δεν είναι «ψάρια» δεν έχουν τίποτε, επομένως, να φοβηθούν απ’ τα κινηματικά παραγάδια. Η πολιτική αλιεία μάλλον είναι στα φόρτε της τον τελευταίο καιρό.

Μιλώντας, όμως, για την ελευθερία, δε θα μείνουμε απλά σε αυτά με τα οποία διαφωνούμε. Θεωρούμε την αληθινή ελευθερία ως μία ολοκληρωμένη κατάσταση, που κάθε στιγμή μπορεί να πραγματώνεται μέσα από την αλληλεπίδραση όχι μόνο των ανθρώπων μεταξύ τους, αλλά και των ανθρώπων με τον φυσικό κόσμο που τους περιβάλλει. Ποτέ δεν έχουμε νιώσει πραγματικά ελεύθεροι ως τώρα και μάλλον μιλάμε για την ελευθερία όπως οι πεινασμένοι σκέφτονται το φαγητό, αλλά είναι σημαντικό να βρεθούμε στο πρώτο βήμα της συνειδητοποίησης ότι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας, αρκεί να ξεκινήσουμε, όμως, κάποτε να τον βαδίζουμε. Έχουν φτάσει κάποιοι στο σημείο να θεωρούν πιο φυσικό συναίσθημα το μίσος, πιο ρεαλιστική λύση την «λύσσα και συνείδηση», πιο θαρραλέα πράξη τα λιντσαρίσματα ως αντίποινα. Για μας οι απάνθρωποι και οι αποβλακωμένοι δεν μπορούν να είναι ελεύθεροι, γιατί φυλακίστηκαν, πρώτα απ’ όλα, από την αφοσίωσή τους στην καταστροφή. Η ελευθερία έρχεται με τη δημιουργία, τον πειραματισμό, την εξερεύνηση, μέσα από την αγάπη και το σεβασμό για τη ζωή.

Είναι εκεί όπου δεν υπάρχει φιλοδοξία για εξουσία και κυριαρχία, όπου οι άνθρωποι μπορούν και ξέρουν να ζουν μαζί, αυτάρκεις με όσα έχουν γύρω τους πραγματικά, όσα μπορεί να τους δώσει η ίδια η φύση, που είναι διαρκώς σε κίνηση και δημιουργία. Η εναρμόνιση με τον φυσικό κόσμο που περιβάλλει τις ελεύθερες φυλές κοινοτήτων δεν είναι μία βίαιη κατάσταση, είναι μία κατάσταση ολοκλήρωσης και αυτοπραγμάτωσης, μία εξισορρόπηση με τον ίδιο μας τον εαυτό, που κάνει οποιαδήποτε θεωρία να μοιάζει περιττή, γιατί μας συνδέει αληθινά με ό,τι μας περιβάλλει, μας συμφιλιώνει με τον κόσμο γύρω μας και μέσα μας και συγχρόνως μας απελευθερώνει. H ελευθερία, λοιπόν, δεν μπορεί να είναι έξω απ’ την αληθινή και ειλικρινή αγάπη για την ουσία της ζωής. Είναι συνώνυμη της δυνατότητας που κάθε πλάσμα διαθέτει ώστε να αναπτύσσει ανεμπόδιστα την πληρότητα της ύπαρξης του, δίχως τον βούρδουλα του πολιτισμού και του κράτους στις πλάτες του.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 126, Απρίλιος 2013
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.