O θάνατος είναι δώρο

Η ιστορία ενός επίδοξου παλαιστίνιου αυτόχειρα

Ο συγγραφέας (Raint Sampax) κατορθώνει να έρθει σ’ επαφή με έναν παλαιστίνιο αγωνιστή της Τζιχάντ Αλ Ισλάμι, τον Σαΐντ, ο οποίος ανήκει στην ομάδα των ατόμων, που με δική τους επιλογή, είναι έτοιμοι και «περιμένουν να ζωστούν μια βόμβα», στην ομάδα των ΚΑΜΙΚΑΖΙ.

«[…] από κείνη τη μέρα και μετά είμαι στη διάθεσή τους και περιμένω. Περιμένω να παραλάβω μια βόμβα, να τη ζωστώ, για να πάω στο Ισραήλ στο σημείο που θα εκδηλωθεί η δική μου επίθεση, και να πατήσω το κουμπί… Δεν υπάρχει γυρισμός. Κανένας δε θέλει να επιστρέψει»…

Με τον 29χρονο Σαΐντ, συναντιέται –για πέντε συνεχόμενες νύχτες– μυστικά [ο Σαΐντ καταζητείται απ’ τους ισραηλινούς] στον προσφυγικό καταυλισμό Μουχαγιάμ της Τζενίν. Ο Σαΐντ, του διηγείται την ιστορία της ζωής του. Μια ιστορία απίστευτη, αλλά καθημερινή και συνηθισμένη για όλους αυτούς που ζουν στα στρατόπεδα της Παλαιστίνης σαν πρόσφυγες στα ίδια τους τα χώματα.

«Καθημερινά βιώνουμε πώς βασανίζονται και εξοντώνονται οι άνθρωποί μας. Και αυτό γινόταν ήδη πριν και από τον Σαρόν. Οι παλαιστίνιοι, εδώ και πολλές γενιές, από τότε που ήρθαν στη γη μας οι εβραίοι, πληρώνουν ξανά και ξανά με τη ζωή τους. Γιατί; Επειδή είμαστε άραβες. Επειδή είμαστε παλαιστίνιοι άραβες. Δεν διαφαίνεται κάποιο τέλος. Για κοίταξε γύρω σου. Τι έχουμε; Όταν ήμασταν ακόμη παιδιά, οι μανάδες εύχονταν για μας μια καλύτερη ζωή. Εδώ και πολύ καιρό, εδώ και πάρα πολύ καιρό, ελπίζουμε και υπομένουμε όλες τις στερήσεις και τους πόνους. […] Όμως τώρα μας έχουν στερήσει ακόμα και αυτά τα όνειρα. Όταν συνειδητοποιεί κανείς ότι δεν έχει να χάσει τίποτα πια και ότι στέκεται μόνος του αντιμέτωπος με όλους τους άλλους, τότε υπάρχουν φορές που θεωρεί ότι δεν του έχει απομείνει τίποτε άλλο παρά μόνο το ίδιο του το σώμα […] Τα ερωτήματά σου φίλε μου, είναι ερωτήματα που θέτει κανείς όταν δεν έχει ζήσει ποτέ εδώ. […] Μπορώ να σου μιλήσω μόνο για μένα. Μπορώ να σου μιλήσω για δρόμους και για σπίτια που σήμερα δεν υπάρχουν πια, απλώς και μόνο επειδή κατοικούσαμε σ’ αυτά… για ανθρώπους που έχω γνωρίσει, ανθρώπους που δεν υπάρχουν πια […]»

Ο Σαΐντ  γενιέται στις 5 Σεπτεμβρίου του 1972 στο χωρίο Μπίετ Ιγζά κοντά στην πόλη Ραμάλα της Δυτικής Όχθης. Οι γονείς του αγρότες εγκατεστημένοι εδώ και πολλές γενιές καλλιεργούν ελαιόδεντρα.

Το χειμώνα του 1979 οικοδομείται ο εβραϊκός οικισμός Χαντάσα, πολύ κοντά στη γη τους. Το 1981, οι έποικοι, με τη βοήθεια των ισραηλινών αρχών και του στρατού κατοχής διώχνουν με τη βία τους παλαιστίνιους αγρότες που βρίσκονται στη γύρω περιοχή, με τη διαδικασία της κατάσχεσης, γκρεμίζουν τα σπίτια τους.

[…]  ένα χέρι την άρπαξε από τα μαλλιά. Ούρλιαζε καθώς την έσερναν έξω. Ένας στρατιώτης είπε κάτι στα εβραϊκά, όμως δεν καταλάβαινα. Έδειξε το ρολόι του, με άρπαξε από το μπράτσο και με τράβηξε έξω από το σπίτι, εκεί όπου ήδη στεκόταν η μητέρα μου που έκλαιγε, ο καταρρακωμένος πατέρας μου και η όλο απορία γιαγιά μου, που την υποβάσταζε η Κουλούντ. Ο χρόνος που μας είχαν δώσει για να μαζέψουμε τα πράγματά μας δεν ήταν καν τριάντα λεπτά… Ήταν δέκα λεπτά. […] Με αργό ρυθμό πλησίασε η μπουλντόζα. Το πρώτο θύμα της ήταν το υπόστεγο. Το ξύλο έτριξε και διαλύθηκε. Μετά σειρά είχε το σπίτι. Αργά αργά γκρεμίστηκε προς τα μέσα ο τοίχος της νότιας πλευράς. Ύστερα κατέρρευσε η στέγη. [..] Ήμουν εννέα χρονών. Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα ένα φοβερό θυμό. […]

Μετακομίζουν στη Τζενίν, σε συγγενείς. Ο πατέρας εργάζεται, τα παιδιά πηγαίνουν σχολείο. Μια μέρα οι ισραηλινοί στρατιώτες συλλαμβάνουν το πατέρα και τον θείο του και τους κακοποιούν σχεδόν μέχρι θανάτου.

[…] Τα ρούχα τους ήταν σκισμένα. Και παντού, στα πόδια, στα μπράτσα, στον κορμό και στο πρόσωπο είχαν αιματώματα και ανοιχτές πληγές, που προέρχονται από χτυπήματα με αιχμηρά και μεγάλα αντικείμενα. Αίμα, παντού αίμα. Οργή με κυρίεψε. […]

Στις 8 Δεκεμβρίου του 1987 ξεσπά στον προσφυγικό καταυλισμό της Τζαμπάλια η Ιντιφάντα Αλ Κόμπρα (Μεγάλη Εξέγερση) που διήρκεσε μέχρι το 1993. Οι Παλαιστίνιοι ξεχύνονται στους δρόμους, διαδηλώνοντας, σε όλες τις κατεχόμενες περιοχές και δέχονται τις σφαίρες του εβραϊκού στρατού κατοχής. Μια απ’ αυτές τις σφαίρες δολοφονεί και τη μητέρα του Σαΐντ.

«Δε με ανησυχεί ο αυξανόμενος αριθμός των τραυματιών» δηλώνει ο Γιτζάκ Ράμπιν, υπ. άμυνας «εφόσον ο τραυματισμός τους οφείλεται στην ενεργή δράση τους όσον αφορά την υποκίνηση, οργάνωση και συμμετοχή σε βίαιες ενέργειες […] ο στρατός αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τους επαναστάτες έτσι ώστε να έχουμε το πάνω χέρι […]»

Ο 15χρονος Σαΐντ μαζί με συνομηλίκους του πετά πέτρες και  μολότοφ στους στρατιώτες και τα τανκς. Ο στρατός απαντά στις επιθέσεις των ανήλικων παλαιστινίων με σφαίρες πλαστικές, κανονικές, σφαίρες θραυσμάτων που διαλύονται μέσα στο σώμα σε αμέτρητα κομματάκια αλλά και με άγριο κυνηγητό στο σοκάκια των καταυλισμών και συλλήψεις που συνεπάγονται πολύχρονη φυλάκιση.

Ο Σαΐντ συλλαμβάνεται μέσα στο σπίτι του. Για σαράντα μέρες τον ανακρίνουν και τον βασανίζουν φριχτά.

Την περίοδο μεταξύ Δεκεμβρίου 1987 και Δεκεμβρίου 1989 συλλαμβάνονται και οδηγούνται στη φυλακή συνολικά 50.000 παλαιστίνιοι.

Τελικά  «δικάζεται» και μένει στη φυλακή για 4 χρόνια.

Ένας ισραηλινός στρατιώτης διηγείται: «Μια μέρα έφερα εξήντα συλληφθέντες από την πτέρυγα ανακρίσεων στο χώρο του στρατοπέδου όπου διεξάγονταν οι δίκες. Ηταν μια απλή αίθουσα. Τους στέλναμε μέσα σε ομάδες των τριών ατόμων και σε τρία λεπτά έβγαιναν πάλι έξω. Μια ώρα αργότερα είχαμε δικάσει και τους εξήντα.»

Αποφυλακίζεται. Το Σεπτέμβριο του 2000 αρχίζει η Ιντιφάντα του Αλ Ακσά και οι  επιθέσεις αυτοκτονίας αυξάνονται. Ο θάνατος μοιάζει να είναι η μοναδική ελπίδα για μια καλύτερη ζωή.

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 31, 1 Νοεμβρίου 2004
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.