Εγκληματοποίηση και ποινικοποίηση

Δεν είναι λίγες οι φορές που γίνεται λόγος σχετικά με την εγκληματικοποίηση ή την ποινικοποίηση των αναρχικών απόψεων και πρακτικών. Χρειάζεται να προσπαθήσουμε να εξετάσουμε, όσο γίνεται πιο περιεκτικά, τα όσα σχετίζονται με αυτό το ζήτημα. Κι αυτό γιατί πολλές φορές εκείνο που συνήθως προβάλλεται δεν είναι πραγματικό, ενώ υπάρχουν ορισμένες σημαντικές πτυχές, οι οποίες -εννοείται- πως είναι λειτουργικό να εξεταστούν.

Κατ’ αρχήν υπάρχει ένα θεμελιακό ζήτημα που δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ούτε στιγμή κι αυτό αφορά την ουσία των αναρχικών απόψεων, θεωρήσεων και πρακτικών οι οποίες αποσκοπούν και κατευθύνονται μόνιμα στην καταστροφή του κράτους και κάθε μορφής εξουσίας.

Το επόμενο σημείο που θα πρέπει, επίσης, να λάβουμε υπ’ όψη μας είναι πως απέναντι στο διαρκή και μακραίωνα αγώνα των ανθρώπων για την απελευθέρωσή τους, έχει αποδειχτεί πως η συγκροτημένη σε κράτος εξουσία (και τα άτομα που την απαρτίζουν και την εκφράζουν), μέσα από την πολύπλευρη βία της, επιβάλλει, διατηρεί και υπερασπίζεται την ύπαρξή της, αλλά και τις συνθήκες υποταγής των ανθρώπων και των κοινωνιών.

Ο μετασχηματισμός της ωμής και απροκάλυπτης βίας ενίσχυσε τις δυνατότητες των κυρίαρχων. Παρ’ όλα αυτά η καθ’ αυτό εφαρμογή της δεν έπαψε να είναι το καταφύγιο των κάθε λογής εξουσιαστών, όταν διαπίστωναν πως όλες οι ασπίδες εξαπάτησης και επιβολής δεν μπορούν να αποκρούσουν τα βέλη της κοινωνικής οργής (όπως στις μεγάλες κοινωνικές εξεγέρσεις και επαναστάσεις).

Εκείνο, λοιπόν, που διαπιστώνουμε, είναι πως η βία της κυριαρχίας, διατρέχοντας τους αιώνες και τις χιλιετίες ύπαρξης του κρατισμού, διαφοροποιείται, διαμορφώνεται και μεταμορφώνεται στην «ήπια» (αλλά περισσότερο αποτελεσματική και καταστροφική για τους ανθρώπους) εκδοχή, σ’ αυτήν που υλοποιείται μέσα από θεσμούς, μηχανισμούς και νόμους.

Εφ’ όσον μέσα απ’ αυτή την κατάσταση έχει αποδειχτεί άπειρες φορές πως το κράτος με διάφορους βίαιους τρόπους, προσπαθεί να διατηρήσει την ύπαρξη και κυριαρχία του, το ζήτημα που υπάρχει για τους αναρχικούς, που αγωνίζονται με σκοπό την καταστροφή του, είναι το κατά πόσο θα μπορέσουν να αναδείξουν και να εμπλουτίσουν με την δράση και τις απόψεις τους την συνολικότερη αντικρατική προοπτική.

Μετά απ’ όλα αυτά, τί θα μπορούσε να σημαίνει η όποια επιμονή και εμμονή σε σχέση με την «προσπάθεια εγκληματικοποίησης και ποινικοποίησης» των αναρχικών και των κοινωνικών αγώνων;

Να αποτρέψουμε την ποινικοποίηση και την εγκληματικοποίηση;

Ας κάνουμε την υπόθεση πως θα πρέπει να παλέψουμε για κάτι τέτοιο.

Από το σημείο αυτό θα βρεθούμε υποχρεωμένοι να απαντήσουμε σε συγκεκριμένα ερωτήματα και να βρεθούμε σε διλλήματα.

Ένα ουσιαστικό ερώτημα που τίθεται είναι: «με ποιο τρόπο το κράτος θα πάψει να εγκληματικοποιεί – ποινικοποιεί τις δραστηριότητες των αναρχικών;»

Κι ας πούμε πως εκδηλώνεται μια τέτοια πρόθεση από τη μεριά των κρατιστών. Τι θα συμβεί τότε; Δεν θα χρειαστεί να υπάρξουν κάποιοι διαμεσολαβητές, ούτως ώστε να καθιερωθεί το «ακαταδίωκτο» των αναρχικών απόψεων και πρακτικών; Δεν θα χρειαστεί να συνταχθεί ένα «κοινωνικό συμβόλαιο»; Κι ανεξάρτητα αν αυτό συνταχθεί σιωπηλά ή με τυμπανοκρουσίες, το βέβαιο είναι πως θα υπάρξουν συμφωνίες και παραχωρήσεις από τη μεριά των αγωνιζόμενων.

Η αποτροπή του χαρακτηρισμού των πράξεων, ενάντια στο κράτος και τους θεσμούς – μηχανισμούς του, ως εγκληματικών και αξιόποινων, θα σήμαινε την ψήφιση νόμου ή την μη επιβολή ποινών στις περιπτώσεις που διαδηλωτές ή ομάδες αγωνιζόμενων επιτίθενται με πέτρες στο τάδε ή το δείνα υπουργείο, το καταλαμβάνουν και το καταστρέφουν. Κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες κι αν προέκυπτε η «απόεγκληματικοποίηση» και η «αποποινικοποίηση» των αναρχικών απόψεων και πρακτικών, αυτό θα σήμαινε μια νομική ή θεσμική ένταξη, μια ενσωμάτωση στους μηχανισμούς της κρατικής βίας. [Άλλωστε αυτό που επιζητά το κράτος είναι μια διαρκής και έμπρακτη διαβεβαίωση συνεργασίας, προκειμένου να εντάξει κάποιους στο σύστημα. Το ΚΚΕ, για παράδειγμα, είναι ένα μηχανισμός που εντάχθηκε ολοκληρωτικά στους θεσμούς και μηχανισμούς της κρατικής καταστολής, αφού προηγουμένως έδωσε για μεγάλο χρονικό διάστημα εγγυήσεις.]

Η μόνη περίπτωση αδυναμίας ή παράλειψης δίωξης και επιβολής ποινών, από τη μεριά του κράτους, θα μπορούσε να υπάρξει μόνο σε συνθήκες εξεγερτικών γεγονότων ή προεπαναστατικών διεργασιών.

Σε κάθε άλλη περίπτωση, το αίτημα της μη ποινικοποίησης ή εγκληματικοποίησης των αναρχικών απόψεων και πρακτικών αποτελεί μια δημοκρατική διεκδίκηση στην μια περίπτωση και στην άλλη μια αυταπάτη και διάθεση ουτοπικής ενόρασης, αφού ούτε λίγο ούτε πολύ είναι σαν να ζητάμε απ’ το κράτος να αρχίσει βαθμιαία να αρνείται τον εαυτό του και να παραιτηθεί από μια μεθοδολογία και εμπειρία μεθόδων καταστολής, που έχει συσσωρεύσει στο διάστημα των τελευταίων δέκα τουλάχιστον χιλιετιών παρουσίας του.

Αν πάλι υπάρχει στα «σοβαρά» πρόθεση να αποποινικοποιηθούν οι αναρχικές απόψεις και πρακτικές, τότε υπάρχει ένας δρόμος, τον οποίο μπορούν να ακολουθήσουν όσοι αποσκοπούν σε ένα καταξιωμένο ρόλο μέσα στο σύστημα βαφτίζοντας την επανάπαυση αγώνα, την θεωρητικολογία και την απραξία αναρχία και τις κινητοποιήσεις διαμαρτυρίας και ηττοπάθειας κοινωνική δράση. Βέβαιοι όντες ότι δεν πρόκειται να εκδηλώσουν την οποιαδήποτε ουσιαστική πρόθεση και διάθεση σύγκρουσης και καταστροφής του κράτους μπορούν να βαφτίζουν το κρέας ψάρι, να υμνολογούν την δημοκρατία και να απολαμβάνουν τα προνόμια της ένταξής τους. Τότε σίγουρα δεν πρόκειται να κινδυνεύουν να ποινικοποιηθούν, αλλά δεν θα αποτελούν πλέον κανένα κίνδυνο για το σύστημα κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης.

Σε σχέση με την περίοδο που διανύουμε, θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως βρισκόμαστε μπροστά σε μια προσπάθεια άμβλυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων, εξομάλυνσης των τριβών και των συγκρουσιακών διαθέσεων και περιορισμού των συγκρούσεων και αυτή η διαδικασία δεν προωθείται με ένα και μόνο τρόπο. Μπορεί η καταστολή να είναι το πιο ισχυρό εργαλείο του κράτους αλλά δεν είναι το μοναδικό και υπάρχουν, δυστυχώς, πολλές λογικές και μεθοδεύσεις που γίνονται αντικείμενα επεξεργασίας και διάχυσης στον κοινωνικό χώρο με στόχο τους αγωνιζόμενους. Δημοσιογράφοι και κάθε είδους παπαγαλάκια αφήνουν κατά καιρούς να διαρρεύσει, μαζί με τους αριστεριστές, η φημολογία για επικείμενα παρατεταμένα πογκρόμ ή «για ποινικοποίηση των αναρχικών απόψεων και πρακτικών». Όλα αυτά βέβαια δεν είναι πάντα αποτέλεσμα μιας άμεσης προσπάθειας του κράτους να σπείρει την σύγχυση, τον πανικό και τον φόβο. Γίνονται, σε αρκετές περιπτώσεις, το συστατικό μιας πολιτικής, μιας τεχνικής, όπου μέσα από την επισήμανση ενός γεγονότος, την υπερμεγέθυνση και προβολή του ως κυρίαρχου και καθοριστικού παράγοντα γίνεται προσπάθεια να επικεντρωθεί η προσοχή σ’ αυτό. Έτσι θεωρείται πλέον (σύμφωνα με τις διαστάσεις που του έχουν δοθεί) πως είναι απαραίτητο να αντιμετωπιστεί ως ένα έκτακτο γεγονός, στο οποίο χρειάζεται να δοθεί η μεγαλύτερη δυνατή προτεραιότητα και βαρύτητα.

Στην περίπτωση που εδραιωθεί μια αίσθηση πανικού τότε είναι επόμενο, μπροστά στον «κίνδυνο» αυτό, να παρθούν έκτακτα μέτρα. Να γίνουν υποχωρήσεις τόσο σε απόψεις όσο και σε πρακτικές, να χτιστούν «συμμαχίες» με κομμάτια της εξουσίας (κόμματα, φορείς), αλλά και να υπάρξει σύμπραξη με εξουσιαστικές απόψεις στη βάση ενός «μέσου» όρου. Αυτό είναι άλλωστε και ένα σημαντικό σημείο για την ένταξη των αναρχικών και των απελευθερωτικών κοινωνικών πρακτικών, σε ένα αδιόρατο αρχικά και στη συνέχεια ολοένα και πιο ορατό δίκτυο διαμεσολαβήσεων και διαμεσολαβητών. Άλλωστε ανάλογη προσπάθεια ένταξης των αναρχικών, μέσα στον κλοιό που επιφυλάσσει η κυριαρχία, εκδηλώνεται κατά καιρούς μέσα από επίδοξες και φιλόδοξες προσπάθειες «χτισίματος» του λεγόμενου αναρχικού κινήματος.

Σε ότι αφορά την κρατική καταστολή, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει την ύπαρξή της, όπως και την χρήση των νόμων και των ποινών είτε σαν φόβητρο, είτε σαν πραγματικό γεγονός. Αυτές αποτελούν και το κύριο μέσο των κρατιστών, στο βαθμό που διατηρούν τον έλεγχο των αντιπαραθέσεων εναντίον τους και, ενόσω δεν βρίσκονται μπροστά σε μια ανεξέλεγκτη κατάσταση ή μια τάση γενίκευσης των κοινωνικών δραστηριοποιήσεων, δεν καταφεύγουν στην ωμή βία ή σε παρατεταμένη εφαρμογή της.

Καταστολή υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως υπερτονίζοντας, γενικοποιώντας και θεωρώντας την σκλήρυνση της στάσης των κρατικών οργάνων -που συμβαίνει κατά περιόδους- σαν κάτι μόνιμο και συνεχώς αυξανόμενο, θα πρέπει να γίνονται με αυθαίρετο τρόπο εκτιμήσεις, που μέσα από την υπερβολή, να προκαλούν πανικό και να οδηγούν σε αυθαίρετες εκτιμήσεις, που δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις πραγματικές συνθήκες και την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο κοινωνικός ανταγωνισμός.

Η αντιμετώπιση της κρατικής καταστολής, τόσο γενικότερα, όσο και στα σημεία και τις περιόδους που αποκτά μια ιδιαίτερη ένταση συνεπεία μιας επιλογής του κράτους να σκληρύνει τη στάση του, είναι η ένταση των κοινωνικών δραστηριοποιήσεων στην βάση της πολυμορφίας των κοινωνικών αγώνων. Καθοριστικός παράγοντας είναι η ύπαρξη και διαρκής δράσης αναρχικών ομάδων, που θα μπορούν, μέσα από την εμπειρία και την ανάλυση των πραγματικών συνθηκών να αναπτύσσουν ανάλογες δραστηριοποιήσεις. Δραστηριοποιήσεις που είναι υποχρεωμένες να αντιτίθενται σε κάθε είδους ρεφορμισμό, να αποφεύγουν τις παγίδες των κάθε λογής κινδυνολόγων αλλά κι εκείνες τις βίαιες πρακτικές που αποκόβονται από την άμεση και συγκρουσιακή κοινωνική δράση και οι οποίες όχι μόνο δεν μπορούν να υποκαταστήσουν ή να αντικαταστήσουν αυτήν την δράση, αλλά αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις, κατασκευάζουν την αίσθηση ή την εικόνα ότι πρόκειται για διαφημιστικές ενέργειες.

Με πολύ απλά λόγια, απέναντι στην κρατική καταστολή, η ουσιαστική απάντηση είναι η αύξηση των «εγκληματικών» και «ποινικά» κολάσιμων πρακτικών, που συνιστούν το σύνολο των βίαιων κοινωνικών πρακτικών και των συγκρουσιακών δραστηριοτήτων, που εντείνουν τον ανταγωνισμό και την αντιπαράθεση προς το κράτος και τους εκάστοτε σχεδιασμούς του, αποδυναμώνοντας τις κάθε είδους σειρήνες της υποταγής.

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 48, Μάρτιος 2006
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.