Παρισινή Κομμούνα 1871 (Μέρος Β΄)

Το πα­νη­γύ­ρι των κα­τα­πιε­σμέ­νων

Α­πό πολ­λές α­πό­ψεις, έ­να α­πό τα πιο ε­ντυ­πω­σια­κά ση­μεία της Κομ­μού­νας εί­ναι η εύ­θυ­μη, πα­νη­γυ­ρι­κή και ε­ορ­τα­στι­κή πλευ­ρά του Πα­ρι­σιού. Κα­τά τη διάρ­κεια της Κομ­μού­νας δη­μιουρ­γού­νται θε­α­τρι­κές ο­μά­δες, λέ­σχες, λο­γο­τε­χνι­κοί ό­μι­λοι κ.τ.λ., ε­νώ δη­μιουρ­γεί­ται «η Έ­νω­ση Καλ­λι­τε­χνών με πρό­ταγ­μα το ό­τι «η αν­θρώ­πι­νη σκέ­ψη εκ­φρα­σμέ­νη μέ­σα α­πό την καλ­λι­τε­χνι­κή πα­ρα­γω­γή συμ­βά­λει δυ­να­μι­κά στην κοι­νω­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση». «Το Πα­ρί­σι ε­κεί­νο τον και­ρό εί­ναι γιορ­τή. Συ­ναυ­λί­ες με ά­πει­ρο πλή­θος δί­νο­νται στον Κε­ρα­μι­κό, ρε­σι­τάλ στη Γαλ­λι­κή Κω­μω­δί­α, θε­ά­μα­τα στους δρό­μους…»

Η α­τμό­σφαι­ρα μέ­σα στην πό­λη δεν εί­ναι αυ­τή που θα θύ­μι­ζε μια πό­λη σε πό­λε­μο, αλ­λά α­κρι­βώς το α­ντί­θε­το. Ό­μως αυ­τό γρή­γο­ρα άλ­λα­ξε. Οι κη­δεί­ες ε­ξε­γερ­μέ­νων κομ­μου­νά­ρων ή των με­λών της ε­θνο­φρου­ράς με­τα­τρέ­πο­νται σε τε­ρά­στιες πο­μπές που δια­σχί­ζουν την πό­λη. Πραγ­μα­το­ποιού­νται δη­μό­σιες «τε­λε­τουρ­γί­ες» ό­πως το κά­ψι­μο της γκι­λο­τί­νας και το γκρέ­μι­σμα της στή­λης του Vendome, η ο­ποί­α συμ­βό­λι­ζε την αυ­το­κρα­το­ρί­α. Ο εν­θου­σια­σμός ε­πι­κρα­τεί απ’ ά­κρη σ’ ά­κρη στην πό­λη. Α­κό­μα και την η­μέ­ρα ό­που οι δυ­νά­μεις των Βερ­σαλ­λιών ει­σέ­βαλ­λαν στο Πα­ρί­σι, στις 21 Μα­ΐ­ου, πο­λύς κό­σμος βρι­σκό­ταν στους κή­πους Tuileries, α­κού­γο­ντας συ­ναυ­λί­ες μου­σι­κής που πραγ­μα­το­ποιού­νταν για φι­λαν­θρω­πι­κούς σκο­πούς.

Το Τέ­λος της Κομ­μού­νας

Οταν μα­θεύ­τη­κε ό­τι στο Πα­ρί­σι ξέ­σπα­σε ε­πα­νά­στα­ση ξε­ση­κώ­νο­νται οι ερ­γά­τες σε πολ­λές με­γά­λες γαλ­λι­κές πό­λεις, ό­πως στη Λυών, Μπορ­ντό, Γκρε­νο­μύλ, Σαι­ντ-Ε­τιέν, Μασ­σα­λί­α, Του­λού­ζη και άλ­λες. Ό­λες, ό­μως, αυ­τές οι ε­ξε­γέρ­σεις κα­τα­πνί­γη­καν γρή­γο­ρα. Το 1/3 της χώ­ρας πα­ρέ­μει­νε στην κα­το­χή του γερ­μα­νι­κού στρα­τού, γε­γο­νός που ε­μπό­δι­σε, ου­σια­στι­κά την ε­ξέ­λι­ξη και ε­πέ­κτα­ση της ε­πα­νά­στα­σης.

Η Κε­ντρι­κή Ε­πι­τρο­πή της Ε­θνο­φρου­ράς πα­ρα­δί­δει την δια­χεί­ρι­ση των κοι­νών στην Πα­ρι­σι­νή Κομ­μού­να, έ­να όρ­γα­νο που α­να­κη­ρύ­χτη­κε πα­νη­γυ­ρι­κά στις 28 Μάρ­τη 1871. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα μέ­λη της Κομ­μού­νας που ε­κλέ­χτη­κε στις 26 Μάρ­τη με βά­ση το κα­θο­λι­κό ε­κλο­γι­κό δι­καί­ω­μα (64 α­πό τους 80) ή­ταν προ­λε­τά­ριοι.

Στις 16 Α­πρί­λη γί­νο­νται συ­μπλη­ρω­μα­τι­κές ε­κλο­γές. Στην Πα­ρι­σι­νή Κομ­μού­να α­νή­κουν προ­λε­τά­ριοι και διε­θνι­στές. Κα­ταρ­γεί­ται ο τυ­πι­κός κοι­νο­βου­λευ­τι­σμός και κα­το­χυ­ρώ­νε­ται η ά­με­ση δη­μο­κρα­τί­α. Δια­λύ­ε­ται ο πα­λιός τα­κτι­κός στρα­τός και α­ντι­κα­θί­στα­ται α­πό τον γε­νι­κό ε­ξο­πλι­σμό του λα­ού (Διά­ταγ­μα της 29 του Μάρ­τη).

Η Πα­ρι­σι­νή Κομ­μού­να κα­ταρ­γεί την α­στυ­νο­μί­α και την υ­παλ­λη­λί­α, ε­πι­βάλ­λο­ντας την ε­κλο­γή των υ­παλ­λή­λων. Ε­ξο­μοιώ­νει τα έ­σο­δα των μι­σθω­τών με το μέ­σο με­ρο­κά­μα­το ε­νός ερ­γά­τη (Διά­ταγ­μα της 2 Α­πρί­λη). Χω­ρί­ζει την Εκ­κλη­σί­α α­πό το Κρά­τος (Διά­ταγ­μα της 3 του Α­πρί­λη). Κα­θιε­ρώ­νει την δω­ρε­άν εκ­παί­δευ­ση. Η Κομ­μού­να λει­τουρ­γεί με 10 ε­πι­τρο­πές ε­κτε­λε­στι­κών κα­θη­κό­ντων. Εκ­δί­δο­νται δια­τάγ­μα­τα για την κοι­νω­νι­κή α­σφά­λι­ση των ερ­γα­τών και υ­παλ­λή­λων. Α­πα­γο­ρεύ­ε­ται η νυ­κτε­ρι­νή ερ­γα­σί­α στους αρ­τερ­γά­τες (Δια­τάγ­μα­τα της 20 και 28 Α­πρί­λη και της 3 Μά­η). Κα­ταρ­γού­νται οι χρη­μα­τι­κές ποι­νές (Διά­ταγ­μα της 27 Α­πρί­λη).

Η ύ­παρ­ξη της Κομ­μού­νας ή­ταν έ­νας θα­νά­σι­μος κίν­δυ­νος για το βα­σι­σμέ­νο πά­νω στη σκλα­βιά και στην εκ­με­τάλ­λευ­ση των πολ­λών α­στι­κό κό­σμο. Γι’ αυ­τό ε­νώ­θη­καν ε­νά­ντια της οι δυ­νά­μεις της διε­θνής α­ντί­δρα­σης. Βερ­σαλ­λιέ­ροι και Γερ­μα­νοί ει­σβο­λείς πο­λιόρ­κη­σαν μα­ζί το Πα­ρί­σι.

Ε­νερ­γό ρό­λο για να νι­κη­θεί η κομ­μού­να έ­παι­ξαν οι δι­πλω­μα­τι­κοί α­ντι­πρό­σω­ποι της τσα­ρι­κής Ρω­σί­ας και των Η.Π.Α., που βρί­σκο­νταν στο Πα­ρί­σι, ο κα­θο­λι­κός κλή­ρος και άλ­λες α­ντι­δρα­στι­κές δυ­νά­μεις. Οι Βερ­σαλ­λί­ες, με τον Θιέρ­σο ε­πι­κε­φα­λής, συ­γκέ­ντρω­σαν το στρα­τό τους γύ­ρω α­πό το Πα­ρί­σι. Οι με­γά­λες στρα­τιω­τι­κές ε­πι­χει­ρή­σεις των Βερ­σαλ­λιών, κα­τά της Κομ­μού­νας άρ­χι­σαν στις 20 του Α­πρί­λη. Αλ­λά μό­λις στις 21 του Μά­η του 1871 πέ­τυ­χε ο ε­νι­σχυ­μέ­νος α­πό το Βί­σμαρ­κ στρα­τός των Βερ­σαλ­λιών να μπει προ­δο­τι­κά στο Πα­ρί­σι α­πό την πύ­λη Σαιν-Κλου. Με­τά την έκ­κλη­ση της Κ.Ε. της Ε­θνο­φρου­ράς και της Δη­μό­σιας Ε­πι­τρο­πής, σε κά­θε συ­νοι­κί­α και σε κά­θε δρό­μο ο λα­ός πο­λέ­μη­σε σκλη­ρά κα­τά των Βερ­σαλ­λιέ­ρων.

Η Κομμού­να εί­χε ο­χυ­ρω­θεί, έ­χο­ντας μια αρ­κε­τά ι­σχυ­ρή στρα­τιω­τι­κή δύ­να­μη, η ο­ποί­α ή­ταν ι­κα­νή να κρα­τή­σει τα στρα­τεύ­μα­τα του Θιέρ­σου για του­λά­χι­στον δύ­ο μή­νες μα­κριά α­πό την πό­λη. Αυ­τό βέ­βαια θα ή­ταν δυ­να­τό εφ’ ό­σον θα ί­σχυαν κι άλ­λες προ­ϋ­πο­θέ­σεις, ό­πως θα φα­νεί στη συ­νέ­χεια. Ή­δη α­πό τις 4 του Α­πρί­λη, ο κυ­βερ­νη­τι­κός στρα­τός έ­χει κα­τα­λά­βει το πέ­ρα­σμα Νεγιλύ στη δυ­τι­κή ό­χθη του Ση­κουά­να, στα προ­ά­στια του Πα­ρι­σιού, ε­νώ έ­χει αρ­χί­σει ε­ντα­τι­κός βομ­βαρ­δι­σμός της πό­λης. Οι στρα­τη­γοί που η­γού­νται της ε­πί­θε­σης, μέ­σω της κυ­βέρ­νη­σης ζη­τούν α­πό την Πρω­σί­α την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση ό­λων των Γάλ­λων στρα­τιω­τών-αιχ­μα­λώ­των α­πό τον τε­λευ­ταί­ο πό­λε­μο, με σκο­πό να χρη­σι­μο­ποι­η­θούν στην α­να­κα­τά­λη­ψη της πό­λης. Πράγ­μα­τι, στα­δια­κά οι Γάλ­λοι αιχ­μά­λω­τοι α­φή­νο­νται ε­λεύ­θε­ροι για να ε­ντα­χθούν στο στρα­τό που πο­λιορ­κεί το Πα­ρί­σι. Η γερ­μα­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση α­πό­λυ­σε συ­νο­λι­κά 100.000 Γάλ­λους αιχ­μά­λω­τους πο­λέ­μου, ε­νώ δια­τή­ρη­σε τον α­πο­κλει­σμό που ε­ξε­λί­χτη­κε σε α­νοι­χτή έ­νο­πλη ε­πέμ­βα­ση ε­νά­ντια στην Κομ­μού­να.


ΕΚ­ΚΛΗ­ΣΗ ΤΗΣ Ε­ΠΙ­ΤΡΟ­ΠΗΣ ΚΟΙ­ΝΗΣ ΣΩ­ΤΗ­ΡΙΑΣ

Πο­λί­τες,

Η πύ­λη του Σαιν-Κλου, πο­λιορ­κού­με­νη α­πό τέσ­σε­ρις πλευ­ρές και βαλ­λό­με­νη συγ­χρό­νως α­πό τα πυ­ρά του βου­νού Βα­λε­ριέν, του λό­φου της Μον­μάρ­της και του φρου­ρί­ου Ντ’ Ι­σύ (που η προ­δο­σί­α εί­χε πα­ρα­δώ­σει), η πύ­λη του Σαιν-Κλου πα­ρα­βιά­στη­κε α­πό τους Βερ­σαλ­λιέ­ζους, που ξε­χύ­θη­καν σ’ έ­να μέ­ρος του πα­ρι­σι­νού ε­δά­φους.

Αυ­τή η α­τυ­χί­α, μα­κρυά α­πό το να μας κα­τα­βά­λει, πρέ­πει α­ντί­θε­τα να διε­γεί­ρει την ε­νερ­γη­τι­κό­τη­τά μας. Ο λα­ός που έ­χει εκ­θρο­νί­σει βα­σι­λιά­δες, που κα­τά­στρε­ψε τις Βα­στίλ­λες, ο λα­ός του ’89 και του ’93, ο λα­ός της ε­πα­νά­στα­σης δεν μπο­ρεί να χά­σει σε μια μέ­ρα τον καρ­πό της χει­ρα­φέ­τη­σής του της 18ης του Μάρ­τη.

Πα­ρι­σι­νοί,

Α­πό τον α­γώ­να που διε­ξά­γου­με δεν θα πρέ­πει κα­νείς να λι­πο­τα­κτή­σει, για­τί αυ­τός εί­ναι ο α­γώ­νας του μέλ­λο­ντος ε­νά­ντια στο πα­ρελ­θόν, της ε­λευ­θε­ρί­ας ε­νά­ντια στο δε­σπο­τι­σμό, της Ι­σό­τη­τας ε­νά­ντια στα μο­νο­πώ­λια, της α­δελ­φό­τη­τας ε­νά­ντια στη δου­λεί­α, της αλ­λη­λεγ­γύ­ης του λα­ού ε­νά­ντια στον ε­γω­ϊ­σμό των κα­τα­πιε­στών.

Στα ό­πλα!

Λοι­πόν, στα ό­πλα! Το Πα­ρί­σι πρέ­πει να α­νε­γεί­ρει ο­δο­φράγ­μα­τα και πί­σω απ’ αυ­τά τα προ­σω­ρι­νά ο­χυ­ρά, να ε­ξα­κο­λου­θή­σει να ε­ξα­πο­λύ­ει ε­νά­ντια στους ε­χθρούς του την πο­λε­μι­κή του κραυ­γή, κραυ­γή υ­πε­ρη­φά­νειας και πρό­κλη­σης, αλ­λά ε­πί­σης και κραυ­γή νί­κης, για­τί το Πα­ρί­σι με τα ο­δο­φράγ­μα­τα του εί­ναι α­πόρ­θη­το. Οι δρό­μοι πρέ­πει ό­λοι να ξη­λω­θούν α­πό το πλα­κό­στρω­μα. Πρώ­τα για­τί τα ε­χθρι­κά βλή­μα­τα, πού θα πέ­φτουν στο έ­δα­φος, θα εί­ναι λι­γό­τε­ρο ε­πι­κίν­δυ­να, κι ύ­στε­ρα για­τί αυ­τές οι πλά­κες, νέ­α μέ­σα υ­πε­ρά­σπι­σης, θα πρέ­πει να συσ­σω­ρευ­τούν στα μπαλ­κό­νια και στους ε­πά­νω ο­ρό­φους των σπι­τιών.

Το ε­πα­να­στα­τι­κό Πα­ρί­σι, το Πα­ρί­σι των με­γά­λων η­με­ρών μας, ας κά­νει το κα­θή­κον του. Η Κομ­μού­να και η Ε­πι­τρο­πή Κοι­νής Σω­τη­ρί­ας θα κά­νουν το δι­κό τους.

Δη­μαρ­χί­α, 2 Πραι­ριάλ 79
24 του Μά­η 1871

Η Ε­πι­τρο­πή Κοι­νής Σω­τη­ρί­ας
Α­ντ. Αρ­νώ, Μπιλ­λιο­ρε­ΐ Ε. Ε­ντ,
Φ. Γκα­μπόν, Γκ. Ραν­βιέρ


Αυ­τή η προ­σθή­κη στρα­τιω­τών δί­νει σα­φές πλε­ο­νέ­κτη­μα στα κυ­βερ­νη­τι­κά στρα­τεύ­μα­τα, ε­νώ ο Θιέρ­σος, σί­γου­ρος για τη νί­κη δια­κό­πτει τις συ­νο­μι­λί­ες που εί­χαν αρ­χί­σει για την α­νταλ­λα­γή του Αρ­χιε­πι­σκό­που του Πα­ρι­σιού κα­θώς και άλ­λων πα­πά­δων-ομή­ρων με έ­ναν μό­νο άν­θρω­πο, τον Μπλαν­κί, ο ο­ποί­ος βρί­σκε­ται ή­δη φυ­λα­κι­σμέ­νος στο Κλερβώ πριν το ξέ­σπα­σμα της Κομ­μού­νας, ε­νώ έ­χει ψη­φι­στεί μέ­λος της. Οι με­γά­λες στρα­τιω­τι­κές ε­πι­χει­ρή­σεις των Βερ­σαλ­λιών, κα­τά της Κομ­μού­νας άρ­χι­σαν στις 20 του Α­πρί­λη.

Στις 3 Μα­ΐ­ου τα στρα­τεύ­μα­τα των Βερ­σαλ­λιών κα­τα­λαμ­βά­νουν το πρό­χει­ρο ο­χυ­ρό στο Μουλέν Σακέ, στο νό­τιο μέ­τω­πο, ε­νώ στις 9 Μα­ΐ­ου το ο­χυ­ρό Ισύ ι­σο­πε­δώ­νε­ται τε­λεί­ως έ­πει­τα α­πό έ­ναν α­νε­λέ­η­το βομ­βαρ­δι­σμό. Την ί­δια τύ­χη έ­χει και το ο­χυ­ρό Βανβ στις 14 του μη­νός. Στο δυ­τι­κό μέ­τω­πο προ­ω­θού­νται στα­δια­κά, κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας χω­ριά και κτί­ρια μέ­χρι το κε­ντρι­κό τεί­χος της πό­λης. Στις 21 Μαΐου, έ­πει­τα τό­σο α­πό προ­δο­σί­α των στρα­τιω­τών της Ε­θνι­κής φρου­ράς που φυ­λού­σαν ε­κεί­νο το κομ­μά­τι, ό­σο και α­πό α­προ­σε­ξί­α, κα­τα­φέρ­νουν να ει­σβάλ­λουν στο κυ­ρί­ως τμή­μα της πό­λης. Οι Πρώσ­σοι, οι ο­ποί­οι κρα­τούν το βό­ρειο και το α­να­το­λι­κό ο­χυ­ρό, ε­πι­τρέ­πουν στα κυ­βερ­νη­τι­κά στρα­τεύ­μα­τα να ε­πι­τε­θούν και α­πό ε­κεί­νη την πλευ­ρά, «σπά­ζο­ντας» τη συν­θή­κη ει­ρή­νης που εί­χε υ­πο­γρα­φτεί με­τά το τέ­λος του πο­λέ­μου. Ε­κεί­νο το τμή­μα ή­ταν ελ­λι­πώς ε­παν­δρω­μέ­νο και ο­χυ­ρω­μέ­νο, α­φού ό­λοι θε­ω­ρού­σαν ό­τι οι Πρώσ­σοι λό­γω της Συν­θή­κης δεν θα ε­πέ­τρε­παν τη διέ­λευ­ση των γαλ­λι­κών στρα­τευ­μά­των. Οι προ­ε­τοι­μα­σί­ες που εί­χαν γί­νει για το εν­δε­χό­με­νο ει­σβο­λής του στρα­τού στην πό­λη ή­ταν μι­κρές. Έ­τσι, δεν εί­χε α­να­πτυ­χθεί μί­α δεύ­τε­ρη γραμ­μή ά­μυ­νας. Αυ­τοί που εί­χαν α­να­λά­βει το χτί­σι­μο ο­δο­φραγ­μά­των έ­κα­ναν με­θο­δι­κή αλ­λά αρ­γή δου­λειά κι έ­τσι ε­κεί­νη τη στιγ­μή πο­λύ λί­γα ο­δο­φράγ­μα­τα υ­πήρ­χαν στο ε­σω­τε­ρι­κό της πό­λης.

Τε­λι­κά, ο στρα­τός έ­χει ει­σβά­λει απ’ ό­λες τις με­ριές. Τα προ­στα­τευ­τι­κά ο­χυ­ρά που βρί­σκο­νταν πε­ρι­με­τρι­κά του Πα­ρι­σιού με σκο­πό να το προ­στα­τεύ­σουν, κα­ταρ­ρέ­ουν. Θα α­κο­λου­θή­σει μί­α βδο­μά­δα φρί­κης με αι­μα­τη­ρές ο­δο­μα­χί­ες και κυ­ριο­λε­κτι­κή σφα­γή των κομ­μου­νά­ρων, η Μα­τω­μέ­νη Βδο­μά­δα.

Λί­γες προ­ε­τοι­μα­σί­ες εί­χαν γί­νει για το εν­δε­χό­με­νο ει­σβο­λής του στρα­τού στην πό­λη και έ­τσι δεν εί­χε α­να­πτυ­χθεί μί­α δεύ­τε­ρη γραμ­μή ά­μυ­νας. Αυ­τοί που εί­χαν α­να­λά­βει το χτί­σι­μο ο­δο­φραγ­μά­των έ­κα­ναν με­θο­δι­κή αλ­λά και αρ­γή δου­λειά, και έ­τσι ε­κεί­νη τη στιγ­μή πο­λύ λί­γα ο­δο­φράγ­μα­τα υ­πήρ­χαν στο ε­σω­τε­ρι­κό της πό­λης. Κα­τά τη διάρ­κεια της νύ­χτας προς τα ξη­με­ρώ­μα­τα της Δευ­τέ­ρας 22 Μα­ΐ­ου, τα στρα­τεύ­μα­τα ει­σβάλ­λουν στην πό­λη α­πό 5 δια­φο­ρε­τι­κά ση­μεί­α. Γρή­γο­ρα κα­τα­λαμ­βά­νουν δύ­ο πε­ριο­χές στο νο­τιο­δυ­τι­κό τμή­μα της και α­πό ε­κεί ε­ξα­πο­λύ­ουν μί­α δι­πλή ε­πί­θε­ση κα­τά μή­κος τό­σο της α­ρι­στε­ρής ό­σο και της δε­ξιάς πλευ­ράς του Ση­κουά­να, ταυ­τό­χρο­να. Οι με­γά­λες λε­ω­φό­ροι που βρί­σκο­νται σε ε­κεί­νο το ση­μεί­ο α­πο­δει­κνύ­ο­νται πο­λύ­τι­μες για τα κυ­βερ­νη­τι­κά στρα­τεύ­μα­τα, α­φού ε­πι­τρέ­πουν τη γρή­γο­ρη προ­έ­λα­ση με­γά­λων τμη­μά­των στρα­τιω­τών. Μέ­χρι το πρω­ι­νό της Δευ­τέ­ρας 22 Μα­ΐ­ου, το δυ­τι­κό κομ­μά­τι του Πα­ρι­σιού έ­χει πέ­σει στα χέ­ρια του κρά­τους, με­τά α­πό λυσ­σα­λέ­ες ο­δο­μα­χί­ες και πε­ρισ­σό­τε­ρους α­πό 1500 κομ­μου­νά­ρους αιχ­μά­λω­τους.

Η Κομ­μού­να πραγ­μα­το­ποιεί συ­νέ­λευ­ση στις 9.00, ό­που πε­ρί­που 20 μέ­λη του συμ­βου­λί­ου συ­να­ντιού­νται στο Οτέλ ντε Βιλ και κυ­κλο­φο­ρούν α­φί­σα ό­που κα­λεί τους κα­τοί­κους της πό­λης να ο­πλι­στούν και να κα­τευ­θυν­θούν στα ο­δο­φράγ­μα­τα, που συ­νε­χί­ζουν να υ­ψώ­νο­νται στους ε­λεύ­θε­ρους δρό­μους της πό­λης. Στην ο­δό Ριβολί, οι­κο­δό­μοι μέ­σα σε λί­γες ώ­ρες υ­ψώ­νουν έ­να α­κό­μη ο­δό­φραγ­μα. Έ­χει με­ρι­κά μέ­τρα ύ­ψος αλ­λά και βά­θος. «…Ά­πει­ρα παι­διά κου­βα­λούν χώ­μα και οι πόρ­νες α­πό τη Λα Αλ βο­η­θούν να γε­μί­σουν σα­κιά με άμ­μο και χώ­μα…»

Πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό 160 ο­δο­φράγ­μα­τα υ­ψώ­νο­νται την πρώ­τη η­μέ­ρα και πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό 600 συ­νο­λι­κά. Τα πε­ρισ­σό­τε­ρα εί­ναι μό­νο λί­γα μέ­τρα ψη­λά, κα­τα­σκευα­σμέ­να με πέ­τρες α­πό τους πλα­κό­στρω­τους δρό­μους του Πα­ρι­σιού, με με­ταλ­λι­κά υ­πο­στυ­λώ­μα­τα, έ­να κα­νό­νι ή έ­να πο­λυ­βό­λο και μί­α ση­μαί­α, κόκ­κι­νη ή μαύ­ρη, στην κο­ρυ­φή. Τα ο­δο­φράγ­μα­τα στον ο­δό Γκομπούρ εί­ναι κα­τα­σκευα­σμέ­να κυ­ρί­ως α­πό στρώ­μα­τα α­πό μια πα­ρα­κεί­με­νη α­πο­θή­κη, ε­νώ άλ­λα ή­ταν α­πλά ε­μπό­δια α­πό α­να­πο­δο­γυ­ρι­σμέ­να ο­χή­μα­τα, σα­κιά με άμ­μο, τού­βλα ή ο­τι­δή­πο­τε άλ­λο μπο­ρού­σε να χρη­σι­μεύ­σει για την ά­μυ­να της πό­λης. Στην πλα­τεί­α Μπλανς μί­α ο­μά­δα α­πό 120 γυ­ναί­κες υ­ψώ­νουν το θρυ­λι­κό ο­δό­φραγ­μα το ο­ποί­ο υ­πε­ρα­σπί­ζο­νται σθε­να­ρά μέ­χρι την Τρί­τη, πριν σφα­για­στούν α­πό τα κρα­τι­κά στρα­τεύ­μα­τα. Οι στρα­τιώ­τες της ε­θνο­φρου­ράς οι ο­ποί­οι εί­χαν υ­πο­χω­ρή­σει μπρο­στά στο Γαλ­λι­κό στρα­τό, ε­πι­στρέ­φουν και ε­παν­δρώ­νουν τα ο­δο­φράγ­μα­τα κο­ντά στις γει­το­νιές τους δη­λώ­νο­ντας πως προ­τι­μούν να πε­θά­νουν δί­πλα στα σπί­τια τους. Νω­ρίς το πρωί της Τρί­της, τα στρα­τεύ­μα­τα των Βερ­σαλ­λιών με­τα­κι­νού­νται μέ­σα α­πό την ου­δέ­τε­ρη ζώ­νη στα προ­ά­στια του Πα­ρι­σιού, ε­νώ ο Πρω­σι­κός στρα­τός τους πα­ρα­χω­ρεί έ­δα­φος για να κα­τα­στεί­λουν ε­λεύ­θε­ρα τους ε­ξε­γερ­μέ­νους πα­ρι­ζιά­νους. Τε­λι­κά ει­σβά­λουν στο κε­ντρι­κό κομ­μά­τι της πό­λης, κα­τα­λαμ­βά­νο­ντας δύ­ο α­κό­μη προ­ά­στια και αρ­χί­ζο­ντας τις σφα­γές. Οι δο­λο­φο­νί­ες, οι ο­ποί­ες ε­ντεί­νο­νται με το πέ­ρα­σμα των ω­ρών, μό­λις έ­χουν ξε­κι­νή­σει: 42 ά­ντρες, 3 γυ­ναί­κες και 4 παι­διά πυ­ρο­βο­λού­νται μπρο­στά α­πό έ­να τοί­χο, έ­να στρα­το­δι­κεί­ο στή­νε­ται πρό­χει­ρα σε έ­να κτί­ριο στην ο­δό Ροζιέ, ό­που για την υ­πό­λοι­πη βδο­μά­δα πολ­λοί κομ­μου­νά­ροι με­τα­φέ­ρο­νται, καταδι­κά­ζο­νται και δο­λο­φο­νού­νται.

Η μάχη στο Περ Λασαίζ, στις 27 Μαΐου

Το βρά­δυ της Τρί­της οι κομ­μου­νά­ροι αρ­χί­ζουν να καί­νε ο­ποιο­δή­πο­τε κτί­ριο α­πο­τε­λεί πρό­βλη­μα για τα ο­δο­φράγ­μα­τα, δί­νο­ντας κά­λυ­ψη σε ε­λεύ­θε­ρους σκο­πευ­τές, ε­νώ ο­λό­κλη­ρος ο δρό­μος Ριβολί έ­χει τυ­λι­χτεί στις φλό­γες. Το πα­λά­τι Τιλουίζ και το Υ­πουρ­γεί­ο Οι­κο­νο­μι­κών το ί­διο. Στά­χτη υ­ψώ­νε­ται α­πό ό­λα τα ση­μεί­α του Πα­ρι­σιού και με­τα­φέ­ρε­ται μί­λια μα­κριά, στις γύ­ρω πε­ριο­χές, δί­νο­ντας την ε­ντύ­πω­ση ό­τι ο­λό­κλη­ρο το Πα­ρί­σι καί­γε­ται. Το ο­δό­φραγ­μα της Ριβολί δεν πέ­φτει πα­ρά την Τε­τάρ­τη το πρω­ί. Τε­λευ­ταί­α πέ­φτει μια γυ­ναί­κα η ο­ποί­α σκαρ­φα­λώ­νει στην κο­ρυ­φή α­νε­μί­ζο­ντας μια κόκ­κι­νη ση­μαί­α, α­ψη­φώ­ντας τα κρα­τι­κά στρα­τεύ­μα­τα. Πε­ρί­που 30 υ­πε­ρα­σπι­στές του ο­δο­φράγ­μα­τος αιχ­μα­λω­τί­ζο­νται και δο­λο­φο­νού­νται, ε­νώ τα πτώ­μα­τά τους πε­τιού­νται στο χα­ντά­κι α­κρι­βώς μπρο­στά α­πό το ο­δό­φραγ­μα.

Στις 8.00 την Τε­τάρ­τη α­πο­φα­σί­ζε­ται να ε­γκα­τα­λει­φθεί το Οτελ ντε Βιλ το ο­ποί­ο και πυρ­πο­λεί­ται ώ­στε να κα­λυ­φθεί η υ­πο­χώ­ρη­ση. Ο­λό­κλη­ρο το Πα­ρί­σι φλέ­γε­ται, ε­νώ πολ­λοί μι­λούν για ο­μά­δες γυ­ναι­κών-πυρ­πο­λη­τών οι ο­ποί­ες τρι­γυρ­νούν και καί­νε κτί­ρια. Οι κομ­μου­νά­ροι έ­χουν κα­τα­λά­βει ό­τι πλη­σιά­ζει το τέ­λος τους και γι’ αυ­τό θέ­λουν να πά­ρουν το ε­λεύ­θε­ρο Πα­ρί­σι μα­ζί τους. Η κα­τά­στα­ση εί­ναι τρα­γι­κή. Μί­α ο­μά­δα α­πό κομ­μου­νά­ρους α­πο­φα­σί­ζει να α­να­τι­νά­ξει έ­να κε­ντρι­κό ο­πλο­στά­σιο και α­πο­θή­κη πυ­ρο­μα­χι­κών με αυ­τούς μέ­σα, ε­νώ ο ε­πι­κε­φα­λής τους λέ­ει: «…θα πά­με μέ­χρι το τέ­λος μα­ζί, παι­διά μου…».

Κα­θώς α­πλώ­νο­νται οι φή­μες για τη σφα­γή α­πό πλευ­ράς των κρα­τι­κών στρα­τευ­μά­των, ο κό­σμος πιέ­ζει για την ε­κτέ­λε­ση των ο­μή­ρων κρα­τι­κών υ­παλ­λή­λων, για εκ­δί­κη­ση. Ο Διοι­κη­τής της φυ­λα­κής αρ­νεί­ται να πα­ρα­δώ­σει τον Αρ­χιε­πί­σκο­πο, τον ο­ποί­ο ε­πι­θυ­μούν οι κομ­μου­νά­ροι να λι­ντσά­ρουν, αλ­λά τε­λι­κά ε­κτε­λεί­ται με­τά α­πό πα­ρέμ­βα­ση του Συμ­βου­λί­ου της Κομ­μού­νας.

Στο με­τα­ξύ, στο υ­πό­λοι­πο Πα­ρί­σι έ­χει αρ­χί­σει μια α­νε­πα­νά­λη­πτη σφα­γή, ε­νώ τα ο­δο­φράγ­μα­τα πέ­φτουν το έ­να με­τά το άλ­λο, μα­ζί με τους υ­πε­ρα­σπι­στές τους. Τρια­κό­σιοι δο­λο­φο­νού­νται ε­νώ α­να­ζη­τούν ά­συ­λο στην εκ­κλη­σί­α της Μαντλέν, ε­νώ στο πρό­χει­ρο νο­σο­κο­μεί­ο που έ­χει στη­θεί στο πρώ­ην ιε­ρο­δι­δα­σκα­λεί­ο Σαιν-Σουπλίς πραγ­μα­το­ποιεί­ται ε­πί­θε­ση α­πό τους στρα­τιώ­τες ό­που κυ­ριο­λε­κτι­κά σφα­γιά­ζουν τους κομ­μου­νά­ρους για­τρούς κα­θώς και τους πλη­γω­μέ­νους, α­φή­νο­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό 80 πτώ­μα­τα πί­σω τους. Το ί­διο συμ­βαί­νει και στο νο­σο­κο­μεί­ο Μποζόν. Η μά­χη για το Καρ­τιέ Λα­τέν διαρ­κεί 2 η­μέ­ρες, την Τρί­τη και την Τε­τάρ­τη. Κα­τά τη διάρ­κεια των δύ­ο ε­πό­με­νων η­με­ρών, την Πέ­μπτη και Πα­ρα­σκευ­ή, οι κομ­μου­νά­ροι α­να­γκά­ζο­νται να υ­πο­χω­ρή­σουν, χά­νο­ντας τον έ­λεγ­χο της πό­λης. Το Σάβ­βα­το οι μά­χες συ­νε­χί­ζο­νται μέ­σα στην κα­ταρ­ρα­κτώ­δη βρο­χή. Στο νε­κρο­τα­φεί­ο του Περ-Λασέζ μαί­νε­ται μί­α α­πό τις τε­λευ­ταί­ες μά­χες, ό­που 200 κομ­μου­νά­ροι υ­πε­ρα­σπί­ζο­νται την πε­ριο­χή, μα­χό­με­νοι σώ­μα με σώ­μα με τους στρα­τιώ­τες. Ό­σοι δεν σκο­τώ­νο­νται στη μά­χη, δο­λο­φο­νού­νται λί­γο με­τά, α­φού τους στή­νουν στον τοί­χο του νε­κρο­τα­φεί­ου και τους πυ­ρο­βο­λούν.

Το τε­λευ­ταί­ο ο­δό­φραγ­μα της πό­λης στη δια­σταύ­ρω­ση των δρό­μων Μπελβίλ και Μενιλμοντάν υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται έ­νας μό­νο άν­θρω­πος για πε­ρί­που έ­να τέ­ταρ­το της ώ­ρας. Δο­λο­φο­νεί­ται α­φού του έ­χουν τε­λειώ­σει τα πυ­ρο­μα­χι­κά. Τε­λι­κά την Κυ­ρια­κή 28 Μα­ΐ­ου η Κομ­μού­να έ­χει ο­ρι­στι­κά κα­ταρ­ρεύ­σει. Η μά­χη τε­λεί­ω­σε, αλ­λά ό­χι και οι δο­λο­φο­νί­ες. Η «νί­κη» των στρα­τευ­μά­των των Βερ­σαλ­λιών μετατράπηκε γρή­γο­ρα σ’ έ­να λου­τρό αί­μα­τος. Ό­σοι συμ­με­τεί­χαν με ο­ποιον­δή­πο­τε τρό­πο στην Κομ­μού­να ή βρί­σκο­νταν σε χώ­ρο λά­θος χρό­νο, δο­λο­φο­νού­νται. Συ­νο­λι­κά πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό 30.000 πα­ρι­ζιά­νοι έ­χουν σκο­τω­θεί, ε­νώ τα κρα­τι­κά στρα­τεύ­μα­τα έ­χουν 900 α­πώ­λειες και 6.500 τραυ­μα­τί­ες. Τα πρω­σι­κά στρα­τεύ­μα­τα που φυ­λούν το βό­ρειο και α­να­το­λι­κό τμή­μα της πό­λης, έ­χουν δια­τα­γές να μην α­φή­σουν κα­νέ­να φυ­γά να πε­ρά­σει. Τε­λι­κά, οι δια­τα­γές δεν υ­λο­ποιού­νται και με­γά­λα τμή­μα­τα στρα­τού κά­νουν χώ­ρο στους κυ­νη­γη­μέ­νους Πα­ρι­ζιά­νους, ώ­στε να γλι­τώ­σουν α­πό τις σφα­γές που πραγ­μα­το­ποιού­νται στο ε­σω­τε­ρι­κό της πό­λης. Πε­ρί­που 50.000 συλ­λαμ­βά­νο­νται, α­νά­με­σα σ’ αυ­τούς και η Λουίζ Μισέλ. Κα­τά τη διάρ­κεια της δί­κης της ζή­τη­σε να την σκο­τώ­σουν λέ­γο­ντας: «…α­φού ό­πως φαί­νε­ται, κά­θε καρ­διά που χτυ­πά­ει για την ε­λευ­θε­ρί­α έ­χει δι­καί­ω­μα μό­νο να γί­νει στό­χος, το ί­διο ζη­τώ με τη σει­ρά μου. η κόκ­κι­νη ση­μαί­α εί­ναι τώ­ρα καρ­φω­μέ­νη στο νε­κρο­τα­φεί­ο του Περ-Λασέζ, πά­νω α­πό τον τά­φο των νε­κρών μας. Ό­ταν θα την υ­ψώ­σου­με, θα ξέ­ρου­με πώς να α­μυν­θού­με».

Δε­κά­δες χι­λιά­δες α­γω­νι­στές της Κομ­μού­νας, και α­νά­με­σα σ’ αυ­τούς χι­λιά­δες γυ­ναί­κες πιά­στη­καν αιχ­μά­λω­τοι και σύρ­θη­καν στο Σα­το­ρύ, κο­ντά στις Βερ­σαλ­λί­ες. Πολ­λοί α­πό αυ­τούς δο­λο­φο­νή­θη­καν α­μέ­σως. Οι υ­πό­λοι­ποι κα­τα­δι­κά­στη­καν σε φυ­λά­κι­ση ή στάλ­θη­καν ε­ξο­ρί­α στη Γου­ϊ­νέ­α και τη Νέ­α Κα­λη­δο­νί­α. Αρ­κε­τοί ξέ­φυ­γαν α­πό το Πα­ρί­σι και αυ­το­ε­ξο­ρί­στη­καν στην Ελ­βε­τί­α, στο Βέλ­γιο, στην Αγ­γλί­α ή α­κό­μα πιο μα­κριά.

Η τρο­μο­κρα­τί­α που α­κο­λού­θη­σε, α­νέ­βα­σε τον α­ριθ­μό των νε­κρών κομ­μου­νά­ρων και των υ­πο­στη­ρι­κτών τους σε 100.000 συ­νο­λι­κά. Με­τά το στα­μά­τη­μα των ε­χθρο­πρα­ξιών, λει­τουρ­γού­σαν, ως το 1876, στην αρ­χή 4 και αρ­γό­τε­ρα 22 στρα­το­δι­κεί­α, που δί­κα­ζαν κομ­μου­νά­ρους.

«Ο Θιέρ­σος τη­λε­γρα­φεί στους Νο­μάρ­χες: Η τά­ξη, η δι­καιο­σύ­νη, ο πο­λι­τι­σμός ε­πι­τέ­λους νί­κη­σαν… Η γη εί­ναι στρω­μέ­νη με τα πτώ­μα­τά τους…»

Για την Πα­ρι­σι­νή Κομ­μού­να γρά­φτη­καν και θα γρά­φο­νται πολ­λά. Το έρ­γο της κο­λοσ­σιαί­ο. Οι ε­μπει­ρί­ες τε­ρά­στιες. Στον έ­νο­πλο α­γώ­να της Κομ­μού­νας έ­λα­βαν μέ­ρος ερ­γα­ζό­με­νοι πολ­λών ε­θνι­κο­τή­των. Οι κομ­μου­νά­ροι έ­δει­ξαν γεν­ναιό­τη­τα και η­ρω­ι­σμό, έ­τοι­μοι να χύ­σουν και τη τε­λευ­ταί­α στα­γό­να του αί­μα­τός τους για την υ­πό­θε­ση της ε­πα­νά­στα­σης. Ε­κεί­νο ό­μως που θα μεί­νει βα­θιά α­πο­τυ­πω­μέ­νο στη μνή­μη και τις καρ­διές των αν­θρώ­πων εί­ναι η τε­λευ­ταί­α βδο­μά­δα, η μα­τω­μέ­νη, ό­που σ’ ο­λό­κλη­ρη την πό­λη οι ε­πα­να­στα­τη­μέ­νοι ερ­γά­τες α­γω­νί­ζο­νταν δί­νο­ντας τα πά­ντα στην υ­πό­θε­ση της ε­λευ­θε­ρί­ας. Ό­λοι αυ­τοί οι κομ­μου­νά­ροι, οι άν­δρες, οι γυ­ναί­κες, οι νέ­οι, οι γέ­ροι, τα παι­διά, που α­τρό­μη­τα πέ­φτα­νε στα ο­δο­φράγ­μα­τα, ό­λοι αυ­τοί που του­φε­κί­στη­καν στα στρα­το­δι­κεί­α, πέ­θαι­ναν με μια α­κλό­νη­τη πε­ποί­θη­ση: ό­τι α­φή­νουν μια πο­λύ­τι­μη κλη­ρο­νο­μιά για τις ε­πό­με­νες ε­πα­να­στά­σεις…

«… αυ­τοί μας α­λυ­σό­δε­σαν,
για τα σί­δε­ρα υ­πάρ­χουν ό­μως λί­μες
και σαν οι α­λυ­σί­δες πέ­σουν
α­πό τα κορ­μιά μας,
μ’ αυ­τές τα κε­φά­λια των νι­κη­τών
θα σπά­σου­με…» Verlaine

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.12, Μάρτιος 2003
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.