Η κόκκινη βία, 1947-1950

ΕΝΟΧΕΣ ΣΙΩΠΕΣ, ΑΡΙΣΤΕΡΟΙ ΜΥΘΟΙ
Εκδ. Επίκεντρο
Πρώτη έκδοση, Θεσσαλονίκη 2015, σελίδες 332

Στο πρώτο κεφάλαιο με τον τίτλο Η περιοδολόγηση του Εμφυλίου πολέμου, ο συγγραφέας διευκρινίζει ορισμένες μεθοδολογικές και ερμηνευτικές πτυχές της προσέγγισής του, αναφερόμενος σε ορισμένα θεωρητικά ζητήματα που αφορούν την  έννοια της περιοδολόγησης, εξηγώντας ότι εκ μέρους του η περιοδολόγηση έγινε: «με βάση τα ομοειδή χαρακτηριστικά», που κρίνει «ότι διαθέτει η κάθε περίοδος, την πολλαπλότητα των συλλογικών υποκειμένων», καθώς «και την συνάρθρωση των διεθνών και περιφερειακών (βαλκανικών) εξελίξεων στην εσωτερική κατάσταση».

Στο σύντομο δεύτερο κεφάλαιο με τον τίτλο Εξοπλισμός και τροφοδοσία ΔΣΕ – Η συγκρότηση του Εθνικού Στρατού ο Σάκης Μουμτζής εξηγεί γιατί, κατά την γνώμη του, «η βοήθεια που παρείχαν οι σοσιαλιστικές δημοκρατίες, και κυρίως η Γιουγκοσλαβία στον ΔΣΕ γίνεται προσπάθεια να αμφισβητηθεί ως προς την έκτασή της και την ποιότητά της, και έτσι να υποβαθμιστεί ο ρόλος που αυτή διαδραμάτισε στην έναρξη του Εμφυλίου Πολέμου και, απεναντίας να αναδειχθούν ως γενεσιουργές αιτίες του, οι κοινωνικές αντιθέσεις που παρήχθησαν στην ελληνική κοινωνία κατά τη διάρκεια της κατοχής».

Το τρίτο κεφάλαιο έχει το γενικό τίτλο 1947. Μια χρονική «στιγμή» που σύμφωνα με τον συγγραφέα «η επιλογή του εμφυλίου πολέμου είναι γεγονός, είναι βεβαιότητα, που παράγει όμως σημαντικές αβεβαιότητες. Ποιός θα είναι ο νικητής, τί κοινωνικό καθεστώς θα έχουμε, σε ποιόν κόσμο θα ανήκουμε; […] Οι δυο στρατοί οργανώνονται και προετοιμάζονται γι’ αυτήν την αναμέτρηση των δύο κόσμων».

Ο συγγραφέας χωρίζει το κεφάλαιο αυτό στις εξής υποενότητες:

α) Οι βρετανοί Εργατικοί και το ελληνικό πρόβλημα,

β) Σχέδιο «Τέρμινους», το οποίο προέβλεπε την εκκαθάριση της Στερεάς Ελλάδας, της νότιας Θεσσαλίας και της Ηπείρου από τα δίκτυα πληροφοριών του ΔΣΕ και την εξόντωση των τμημάτων του,

γ) Γρεβενά-Μέτσοβο-Κόνιτσα: τα επιχειρησιακά όρια του ΔΣΕ, όπου αναφέρεται στις αποτυχημένες απόπειρες του ΔΣΕ να καταληφθούν οι συγκεκριμένες πόλεις και ως εκ τούτου να αποσπασθούν εθνικά εδάφη, σύμφωνα και με το γιουγκοσλαβικής εμπνεύσεως σχέδιο «Λίμνες», που είχε υιοθετηθεί από την Γ΄ Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ και

δ) Οι συλλήψεις της 9-10 Ιουλίου 1947, όπου αναφέρεται στην κίνηση των διωκτικών αρχών να προβούν στην Αθήνα και στον Πειραιά στην σύλληψη περίπου 4.000 στελεχών του ΕΑΜ και του ΚΚΕ.

Εδώ ο συγγραφέας, προχωρώντας, θέτει ορισμένα εύλογα και καίρια ερωτήματα δεδομένου ότι κατά την διάρκεια των Δεκεμβριανών ο ΕΛΑΣ είχε καταστρέψει το κτίριο, όπου στεγαζόταν η Ειδική Ασφάλεια και βέβαια τα αρχεία και τους φακέλους, που διατηρούσε, ενώ επιπροσθέτως το διάστημα ήδη από το 1946 η ΟΠΛΑ εκτελούσε στελέχη της Ειδικής Ασφάλειας, που γνώριζαν πρόσωπα και πράγματα. Θυμίζει ακόμη ότι τα μέλη του ΚΚΕ, που μπήκαν στην πολιτική δράση κατά την περίοδο της Κατοχής τα περισσότερα ήταν άγνωστα στις αρχές και βέβαια χρησιμοποιούσαν ψευδώνυμα.

«Συγχρόνως το ΚΚΕ –όντας τυπικά νόμιμο το καλοκαίρι του 1947– είχε τις διασυνδέσεις του, εξασθενημένες πλέον, μέσα στον κρατικό μηχανισμό. Έτσι, το κλιμάκιο της Αθήνας μπόρεσε να ενημερώσει για τις επικείμενες συλλήψεις το ΠΓ στο Βελιγράδι πέντε ημέρες πριν την πραγματοποίησή τους. Ο συνδυασμός όλων των παραπάνω δημιουργεί τα εξής: Γιατί ενώ ήταν ενημερωμένη η ΚΟΑ για το κύμα των μαζικών συλλήψεων, δεν προστάτεψε τα στελέχη της; Πώς οι διωκτικές αρχές γνώριζαν όχι μόνο που βρίσκονταν το συγκεκριμένο βράδυ 4.000 κομματικά –και όχι μόνον– στελέχη, αλλά και ήταν σε θέση να ταυτοποιήσουν τα ψευδώνυμα με τα φυσικά πρόσωπα που τα έφεραν; Αυτή ήταν άλλωστε η λειτουργία του ψευδωνύμου: να είναι το κομματικό στέλεχος αόρατο στις αρχές ασφαλείας, αλλά και οι συνεργάτες του να μην γνωρίζουν γι’ αυτόν παρά ένα ψευδώνυμο. Βέβαια, ένας αριθμός από τους συλληφθέντες ήταν προβεβλημένα στελέχη της Αριστεράς στη δημόσια ζωή και στους μαζικούς χώρους, όμως αυτό επιτείνει τα ερωτηματικά, αν λάβουμε υπόψη ότι ο αποστολέας του ραδιοσήματος προς το ΠΓ στο Βελιγράδι για τις επερχόμενες συλλήψεις ήταν ο Παρτσαλίδης, που ήταν και αυτός μεταξύ των συλληφθέντων. Όσοι γνωρίζουν την λειτουργία ενός κόμματος λενινιστικού τύπου, ουσιαστικά σε συνθήκες παρανομίας, αδυνατούν να κατανοήσουν την παντελή έλλειψη επαγρύπνησης, που επέδειξε το καθοδηγητικό κέντρο του εσωτερικού. Αυτή η κατάσταση είχε άμεσες εσωκομματικές παρενέργειες. Το ΠΓ άσκησε κριτική στο κλιμάκιο της Αθήνας (Παρτσαλίδης, Χρύσα Χατζηβασιλείου, Σ. Αναστασιάδης, Ν. Πλουμπίδης) και στον γραμματέα της ΚΟΑ Αχιλλέα Μπλάνα, γιατί δεν προώθησαν στελέχη στο βουνό με αποτέλεσμα αυτά να εγκλωβιστούν στην Αθήνα και να συλληφθούν.  […] Ας σημειωθεί ότι οι Κώστας Καραγιώργης και Σ. Αναστασιάδης διέφυγαν την σύλληψη τελευταία στιγμή».

Στο τέταρτο κεφάλαιο με τον τίτλο Η Στρατολογία του ΔΣΕ, ο συγγραφέας επισημαίνει το γεγονός ότι όταν γίνεται αναφορά στον ΔΣΕ και στον τρόπο που πύκνωνε τις γραμμές του, ο όρος που χρησιμοποιείται τις περισσότερες φορές είναι «βίαιη στρατολόγηση».

«Η έννοια της ‘‘στράτευσης-στρατολογίας’’ περικλείει αφ’ εαυτής τη σχέση εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου, τη σχέση αρχής προς αρχόμενο. Έτσι, η στρατολογούσα αρχή –φορέας κρατικής εξουσίας– καλεί τον στρατολογούμενο να υπηρετήσει τη θητεία του· να εκπληρώσει μια υποχρέωση που έχει. Η ανυπακοή φέρει κύρωση, η οποία σε καιρό πολέμου είναι η ποινή του θανάτου. Συνεπώς, η στρατολόγηση, ως εξουσιαστική πράξη, ενέχει τον χαρακτήρα του καταναγκασμού, της υποχρεωτικότητας. Εάν η στρατολογούσα αρχή είναι η κυβέρνηση των Αθηνών ή η προσωρινή κυβέρνηση, αυτό αφορά όχι τη μορφή και τον τύπο της στρατολόγησης, αλλά τη μορφή και τον τύπο της κυβέρνησης που τον εξαγγέλλει. Αφορά δηλαδή τον νομιμοποιητικό χαρακτήρα της αρχής».

Ο Μουμτζής υπενθυμίζει ακόμη ότι η προσωρινή κυβέρνηση εκδίδει νόμισμα, την εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ψηφίζει νόμους, αποδίδει «δικαιοσύνη», απονέμει βαθμούς στον ΔΣΕ κάθε φορά στα εδάφη που κατέχει κ.λπ.

«Μάλιστα απομνημονευματογράφοι της Αριστεράς θεωρούν το ‘‘παιδομάζωμα’’ ως την άσκηση αυτονόητης λειτουργίας πρόνοιας της προσωρινής κυβέρνησης στον χώρο που ελέγχει. Σ’ αυτόν τον διαρκώς μεταβαλλόμενο χώρο ασκεί και το δικαίωμα της στρατολογίας. Το ότι αυτό ασκείται δια της καταλήψεως πόλεων, κωμοπόλεων και χωριών, είναι θέμα τεχνικής φύσεως. Διαφέρει, δηλαδή, από τον τρόπο στρατολογίας του ‘‘επίσημου κράτους’’, κατά τον τύπο. Δεν επιδίδεται κλήση στράτευσης με δηλή την ημερομηνία κατάταξης και θεσπισμένες τις κυρώσεις της ανυποταξίας, όπως πράττει το ‘‘επίσημο κράτος’’, αλλά με την είσοδο του ΔΣΕ στον καταληφθέντα χώρο: είτε δια της αρπαγής είτε βάσει καταλόγων κοινοτικών, δημοτικών ή σχολικών, συντελείται η πράξη της στρατολόγησης».

Στην συνέχεια ο συγγραφέας αναφέρεται στην ύπαρξη και τον ρόλο των πολιτικών επιτρόπων στον ΔΣΕ, οι οποίοι βέβαια ήταν όλοι ανώτατα και ανώτερα κομματικά στελέχη επιφορτισμένα με την «διαπαιδαγώγηση» ιδιαίτερα των βιαίως στρατολογημένων. Ο ρόλος τους ήταν χαρακτηριστικός στις «δημοκρατικές συνελεύσεις», όπου αναδεικνύονταν σε «στοργικούς πατέρες», που προέτρεπαν σε «αυτοκριτική» και μπορούσαν να τιμωρούν ή να συγχωρούν κατά περίπτωση.

«Προφανώς αυτές οι συνελεύσεις ήταν ο χώρος όπου η καθοδήγηση νομιμοποιούσε ειλημμένες αποφάσεις της, ήταν το καθαρτήριο ή το κολαστήριο για προσωπικά παραπτώματα, ήταν ο χώρος όπου η ιδιωτικότητα συντρίβονταν με την δημόσια έκθεσή της».

Το πέμπτο κεφάλαιο τιτλοφορείται Ο αμερικάνικος παράγοντας. Το κεφάλαιο αυτό αποτελείται από τις υποενότητες α) Η έκθεση του Paul Porter και οι πολιτικές προεκτάσεις της, β) Η αμερικάνικη παρουσία στην Ελλάδα: μια αναθεωρητική ματιά, γ) Η Ευρώπη και ο αμερικάνικος τρόπος ζωής, δ) Το σχέδιο Μάρσαλ: μερικές σκέψεις και ε) Το σχέδιο Μάρσαλ και η Ελλάδα.

Το σύντομο έκτο κεφάλαιο έχει τον τίτλο Διεθνείς εξελίξεις, ξεκινά με την υποενότητα Κομινφόρμ (Γραφείο Πληροφορίων), για να ακολουθήσει η υποενότητα Γαλλία-Ιταλία-Βέλγιο.

Το έβδομο κεφάλαιο τιτλοφορείται Το «ατελέσφορο» 1948, όπου ο συγγραφέας τονίζει ορισμένες σημαντικές πτυχές της χρονιάς αυτής, που σημαδεύτηκε από αιματηρές συγκρούσεις, από την εξάρθρωση όλων των κομματικών οργανώσεων του ΚΚΕ, που βρίσκονταν σε καθεστώς de jure παρανομίας, ενώ στην διεθνή σκηνή με το πραξικόπημα της Πράγας, ολοκληρώνεται ο σχεδιασμός του Στάλιν για τις χώρες που «απελευθέρωσε» ο σοβιετικός στρατός.

Το κεφάλαιο αυτό χωρίζεται σε πέντε υποενότητες:

α) Οι δυο στρατοί, όπου επισημαίνεται η αριθμητική ανάπτυξη και των δυο στρατών, αλλά και επιχειρησιακά προβλήματα. Όσον αφορά τον ΔΣΕ τονίζεται η αδυναμία του, παρά τις αθρόες εξαναγκαστικές, στρατολογήσεις να αναπληρώνει τις απώλειές του. «Οι βιαίως στρατολογηθέντες λιποτακτούσαν με κάθε ευκαιρία, υποσκάπτοντας περαιτέρω το ηθικό των μαχητών του ΔΣΕ, και οι πολιτικοί επίτροποί του προσπαθούσαν να ανακαλύψουν πράξεις «δολιοφθοράς» μέσα στις γραμμές του. Οι κομματικές οργανώσεις του ΚΚΕ στις πόλεις είχαν είτε εξαρθρωθεί είτε παραλύσει, πάντως αδυνατούσαν να προωθήσουν στο βουνό τους ελάχιστους κομμουνιστές που ήθελαν να πολεμήσουν. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του τάγματος Κρόνου, στις αρχές του Ιανουαρίου του 1948, που είχε ως αποστολή να παραλάβει αθηναίους κομμουνιστές για να τους προωθήσει στα πολεμικά μέτωπα. Η επιχείρηση αυτή έγινε σε συνεννόηση με τις κομματικές οργανώσεις της Αθήνας. Το τάγμα παρέμεινε αρκετές μέρες σε Πάρνηθα και Πεντέλη, αλλά κανένας Αθηναίος δεν εμφανίστηκε. Μάλιστα κατά την αποχώρησή του ενεπλάκη σε συμπλοκή με τον ΕΣ και υπέστη απώλειες. Αλλά απροθυμία για να πολεμήσουν έδειχναν και υψηλόβαθμα στελέχη του κόμματος, όπως μαρτυρεί η έκθεση του Στέργιου Αναστασιάδη (κλιμάκιο ΠΓ Αθήνας) που συντάχθηκε στις 13 Οκτωβρίου 1947».

β) Ο βομβαρδισμός της Θεσσαλονίκης,

γ) Η περίπτωση Διαμαντή, όπου περιγράφεται πως ένας μπαρουτοκαπνισμένος και ικανότατος καπετάνιος του ΕΛΑΣ και μετέπειτα του ΔΣΕ οδηγήθηκε τόσο ο ίδιος όσο και οι αναπομείναντες αντάρτες του στην εξόντωση, ύστερα από μια δίχως ίχνους λογικής εντολή του αρχηγείου του ΔΣΕ να επανεισέλθουν στην Ρούμελη,

δ) Η εξάρθρωση των κομματικών οργανώσεων του ΚΚΕ, όπου μεταξύ άλλων διδακτικών περιγράφονται ορισμένες τακτικές των διωκτικών αρχών, όπως η παρακάτω:

«Η αλλαγή τακτικής συνίστατο στην αντικατάσταση των βασανιστηρίων από καλό φαγητό και το δέλεαρ των χρημάτων κι ενός διαβατηρίου. Επίσης, όσα υψηλόβαθμα στελέχη συνεργάζονταν τα ‘‘κάλυπταν’’. Χαρακτηριστική η περίπτωση του επικεφαλής της Μαζικής Λαϊκής Αυτοάμυνας Γ.Π., ο οποίος ενώ από την πρώτη στιγμή είχε συνεργασθεί με τον Διευθυντή της Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης Ξανθόπουλο, στο στρατοδικείο τήρησε άκαμπτη στάση. Καταδικάστηκε τετράκις σε θάνατο, αλλά με παρέμβαση του Ξανθόπουλου στον στρατιωτικό διοικητή της πόλης, η εκτέλεση ματαιώθηκε. Στην συνέχεια μεταφέρθηκε στις φυλακές Κέρκυρας. Την εξάρθρωση της ΜΛΑ την απέδωσαν στη συνεργασία με την Ασφάλεια του Γ.Κ. που ‘‘αυτοκτόνησε’’».

ε) Η συνάντηση της 10ης Φεβρουαρίου στη Μόσχα,

ζ) Η ρήξη με τον Τίτο και

η) Το πραξικόπημα της Πράγας.

Το όγδοο κεφάλαιο έχει τον τίτλο Ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Πελοπόννησο. Εδώ ο συγγραφέας εξ αρχής επισημαίνει, ότι κάθε προσπάθεια κατανόησης όσων έγιναν στην Πελοπόννησο κατά την διάρκεια του γενικευμένου εμφυλίου πολέμου την περίοδο 1947-49, δεν μπορεί παρά να λάβει υπόψη της τα όσα προηγήθηκαν εκ μέρους του ΚΚΕ στην περιοχή το 1943-44.

«Τα όσα συνέβησαν στον Πύργο, στην Καλαμάτα, στον Μελιγαλά, στους Γαργαλιάνους, στην Πύλο και στον Μυστρά στο διάστημα από 8 Σεπτεμβρίου 1944 έως τις 11 Οκτωβρίου 1944 έχουν εκτεθεί επαρκώς από την υπάρχουσα ιστοριογραφία. Αυτές οι 33 ημέρες χαρακτηρίστηκαν από την τηλεφωνική διαταγή του Βελουχιώτη προς τον ταγματάρχη του ΕΛΑΣ Μαντούκο: «Δεν θέλω να αναφέρετε την λέξη ‘‘αιχμάλωτος’’». Ο Μαντούκος, απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων, ζήτησε γραπτώς την διαταγή αυτή, που την παρέλαβε τηλεγραφικά αμέσως. Και αν η τύχη των ανδρών των ΤΑ ήταν αναμενόμενη και εν πολλοίς προκαθορισμένη, τραγική ήταν η τύχη των χιλιάδων χωρικών που τους ακολουθούσαν, γιατί τα χωριά τους είχαν ζητήσει την προστασία των Ταγμάτων και είχαν εξοπλισθεί απ’ αυτά. Και το σκηνικό του Σεπτεμβρίου του 1944 κατέστη δραματικότερο, καθώς τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ ακολουθούσαν χιλιάδες χωρικοί, οπλισμένοι με αξίνες και στυλιάρια, που επιζητούσαν εκδίκηση για όσα είχαν υποστεί από την δράση των ΤΑ. Περίπου 5.500 είναι οι νεκροί αυτών των 33 ημερών από το Αντι-ΕΑΜικό στρατόπεδο. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν χωρικοί που δολοφονήθηκαν επειδή ακολούθησαν Τάγματα. Κατά τις μάχες σοβαρές απώλειες είχε και ο ΕΛΑΣ».

Μετά τα Δεκεμβριανά η «φορά της ιστορίας» άλλαξε και τα θύματα γίνονταν πλέον θύτες: «Η ανακάλυψη μαζικών τάφων σε όλη την Πελοπόννησο με θύματα του ΕΛΑΣ, η σταδιακή παρουσία του επίσημου κράτους με τις μονάδες της εθνοφυλακής και, πάνω απ’ όλα, ο αφοπλισμός των ΕΛΑΣιτών, όλα αυτά άλλαξαν το κλίμα και στις πόλεις και στο ύπαιθρο. Τα σεσημασμένα στελέχη του ΚΚΕ που λόγω της δράσης τους κινδύνευε η ζωή τους, κατέφυγαν στο Μπουλκές της Γιουγκοσλαβίας, ενώ άλλα προτίμησαν να εγκατασταθούν στην Αθήνα. Όσοι παρέμειναν στην Πελοπόννησο γνώρισαν στο πετσί τους αυτό που αποκλήθηκε Λευκή Τρομοκρατία. Το ίδιο και οι συγγενείς τους που είχαν φύγει από τις περιοχές του. Η οικογενειακή ευθύνη, που την είχε καθιερώσει το ΚΚΕ στις στιγμές της παντοδυναμίας του εναντίον των αντιπάλων του, τώρα στρεφόταν σε βάρος του».

Το ένατο κεφάλαιο έχει τον τίτλο Μακρόνησος και εδώ ο συγγραφέας πραγματεύεται τον τρόπο, όπου ο ανασυσταθείς τακτικός στρατός μετά τα Δεκεμβριανά, προσπαθούσε να αντιμετωπίσει το «πρόβλημα» της νομιμοφροσύνης των μονίμων αξιωματικών του προς τις κυβερνήσεις, που σχηματίστηκαν από τον Ιανουάριο του 1945 και μετά.

Ειδικά στον χώρο των φαντάρων η κατάσταση ήταν ακόμη πιο σύνθετη, αφ’ ενός γιατί ο αριθμός των νεοσυλλέκτων ήταν πολύ μεγάλος (22.000 ανά κλάση) και αφ’ ετέρου γιατί οι αναφορές των αρχών ασφαλείας, δεν μπορούσαν με σαφήνεια να προσδιορίσουν το φρόνημα τόσων χιλιάδων νέων. Ως εκ τούτου σημειώθηκαν πλήθος σοβαρών και βίαιων αποσκιρτήσεων, προς το στρατόπεδο των ανταρτών, τόσο αξιωματικών όσο και οπλιτών.

Η Μακρόνησος κτίστηκε πάνω στο εξής δόγμα του επικεφαλής της Β΄ ΧΙ Διεύθυνσης του ΓΕΣ Μπαϊρακτάρη: «Γιατί να θεωρώμεν τον καθοδηγητήν κομμουνιστήν ικανόν εις το να κάνει τους εθνικόφρονας κομμουνιστάς, και να παραδεχώμεθα τους εαυτούς μας ανίκανους δια το αντίθετο;»

Στόχος, λοιπόν, ήταν η «αναμόρφωση» και «επανένταξη» στην κοινωνία όσων αξιωματικών και οπλιτών βρίσκονταν στην δικαιοδοσία του εμπνευστή τού παραπάνω δόγματος.

«Άλλωστε, της αναμορφωτικής λειτουργίας της Μακρονήσου είχε προηγηθεί η επαναφορά των δηλώσεων αποκήρυξης του κομμουνισμού, μέσω των οποίων οι αρχές επεδίωκαν κυρίως να αποκόψουν τους δεσμούς αυτού που υπέγραψε, με πρόσωπα, χώρους και ιδέες δίνοντάς του μια καινούργια ταυτότητα».

Είναι, επίσης, χαρακτηριστικό της λειτουργίας του στρατοπέδου σύμφωνα με τον Μουμτζή ότι το πρώτο διάστημα η βία, σωματική και ψυχολογική, ασκείτο κυρίως επί των «ρευστής συνειδήσεως» φαντάρων, οι οποίοι εθεωρούντο πιο ευάλωτοι από τους «αμετανόητους», με τους τελευταίους, αρχικά τουλάχιστον, να απολαμβάνουν ορισμένα «προνόμια».

Όσο περνούσε ο καιρός, βέβαια, οι αμετανόητοι λιγόστευαν και αναμορφωτές τους γίνονταν εκείνοι που προηγουμένως βρίσκονταν στην δική τους θέση. Από τους ανανήψαντες συγκροτήθηκε μάλιστα και το 596 Τάγμα Πεζικού, που έλαβε μέρος σε μάχες ενάντια στον ΔΣΕ στην Πελοπόννησο και στον Γράμμο το 1948.

Στην συνέχεια ο συγγραφέας, εκτός των άλλων, αναφέρεται στην στάση, την οποία πραγματοποίησε η πλειονότητα των 4.500 φαντάρων του Ά  Τάγματος και καταπνίγηκε στο αίμα, με αποτέλεσμα 15 νεκρούς στις 29 Φλεβάρη και την 1 Μαρτίου του 1948.

Το δέκατο κεφάλαιο έχει τον τίτλο Έκτακτα στρατοδικεία και εκτελέσεις. Εδώ ο συγγραφέας δίνει ορισμένα συνοπτικά στοιχεία για την συγκρότηση και τις αποφάσεις των 25 εκτάκτων στρατοδικείων που λειτουργούσαν σ’ όλη την χώρα προχωρώντας σε δίκες, εκτελέσεις αλλά και δεκάδες χιλιάδες αθωώσεις, κυρίως όσων είχαν στρατολογηθεί βιαίως και εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ο αριθμός των νεκρών αμάχων περιορίστηκε.

«Οι απώλειες του ΔΣΕ ανήλθαν σε 25.000 περίπου νεκρούς επί συνόλου περίπου 100.000 –κατ’ άλλους 75.000– ανδρών και γυναικών που πολέμησαν στις τάξεις του τα χρόνια του Εμφυλίου. Σε περίπου 3.000 ανήλθαν οι εκτελεσθέντες κομμουνιστές μετά από αποφάσεις στρατοδικείων ή κακουργοδικείων. Ο ΕΣ είχε 15.000 περίπου νεκρούς σε σύνολο 300.000 ανδρών. Το ποσοστό των νεκρών του ΕΣ είναι πλασματικό, καθώς στο συνολικό αριθμό των στρατευμένων ένα σημαντικό μέρος υπηρέτησε σε φύλαξη χώρων ή σε διοικητικές υπηρεσίες, μακριά από τα πολεμικά μέτωπα. Συνεπώς, και ο ΕΣ πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος αν κάνουμε τον υπολογισμό επί της παρατακτής του δύναμης. Οι άμαχοι όλο αυτό το διάστημα είχαν 4.000 νεκρούς. Έτσι ο ελληνικός εμφύλιος σε σχέση με άλλους εμφυλίους πολέμους, όπου οι άμαχοι είχαν υψηλή συνεισφορά στον αριθμό θυμάτων αποτελούσε εξαίρεση».

Το ενδέκατο κεφάλαιο έχει τον τίτλο Το 1949 περικλείει δύο υποενότητες α) Δολοπλοκίες στον ΕΣ, όπου περιγράφονται οι διαμάχες στο εσωτερικό του, κυρίως, ανάμεσα στον Τσακαλώτο και τον Παπάγο, με τον τελευταίο να απαιτεί και τελικά να πετυχαίνει την απόκτηση υπερεξουσιών αναλαμβάνοντας την θέση τού επικεφαλής του ΕΣ με τις ευλογίες του αμερικανικού παράγοντα, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούμε τις εξελίξεις σε διάφορα σημεία των μαχών (κατάληψη Καρπενησίου από τον ΔΣΕ και επανακατάληψή του από τον ΕΣ, εκκαθάριση της Πελοποννήσου εκ μέρους των δυνάμεων του Εθνικού Στρατού, την ανακατάληψη του Γράμμου από τον ΔΣΕ κ.λπ.) και β) Το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, όπου περιγράφονται οι καταστροφικές επιπτώσεις της αποτυχημένης απόπειρας κατάληψης της Νάουσας από τον ΔΣΕ, αλλά και της Φλώρινας, όπου ο αποδεκατισμός των μονάδων που συμμετείχαν επήλθε μετά την «παράλογη» απόφαση του ΚΚΕ να κινηθεί επιθετικά αναζητώντας δήθεν μια θεαματική επιτυχία παρ’ ότι δεν υπήρχε κανενός είδους σοβαρό ενδεχόμενο επιτυχίας:

«Το 1949 ουδεμία σχέση είχε με το 1947. Ο ΕΣ είχε δύναμη 200.000 περίπου ανδρών και με τις Μοίρες Ορεινών Καταδρομών έκανε χρήση και αυτός της τακτικής του ανταρτοπολέμου. Επιπλέον, όλες του οι προσπάθειες είχαν την στήριξη της αεροπορίας που είχε τριπλή συμβολή στον Εμφύλιο πόλεμο: προσβολή στόχων, αναγνώριση κινήσεων του ΔΣΕ και καταρράκωση του ηθικού των αμυνόμενων. Ο δε ΔΣΕ είχε χάσει μέσα σε δύο χρόνια τα πιο εμπειροπόλεμα στελέχη του, η αναπλήρωση των οποίων, δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί με τις νέες στρατολογήσεις. Τα νέα αγόρια και κορίτσια που βρέθηκαν στις τάξεις του χωρίς την θέλησή τους, και που πολλές φορές ρίχνονταν στην μάχη με ελάχιστη εκπαίδευση, είτε σκοτώνονταν αμέσως είτε με την πρώτη ευκαιρία λιποτακτούσαν».

Η τελική πράξη του εμφυλίου διαδραματίζεται με την εκτέλεση του σχεδίου ‘‘Πυρσός’’ να ξεκινά στις 2 Αύγουστου του 1949 πρώτα στον Γράμμο και αμέσως μετά στο Βίτσι και να ολοκληρώνεται στις 30 του ιδίου μήνα όταν οι τελευταίες σημαντικές δυνάμεις του ΔΣΕ, κυκλωμένες και δεχόμενες συντριπτικά πλήγματα από αεροπορία και στρατό περνούν οριστικά σε αλβανικό έδαφος.

Έτσι «όπως, ακριβώς ξεκίνησε ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, δηλαδή με την έξωθεν υποστήριξη, έτσι κι έληξε: με την έξωθεν παρέμβαση. Ο Στάλιν δεν χρειαζόταν άλλο αυτόν τον πόλεμο».

Στο δωδέκατο και τελευταίο κεφάλαιο με τον τίτλο Μετά την 30η Αυγούστου 1949, ο συγγραφέας αναφέρεται σε γεγονότα, που ακολούθησαν την αποχώρηση από το Γράμμο και το πέρασμα και των τελευταίων ανταρτών του ΔΣΕ σε αλβανικό έδαφος ξεκινώντας από την επιμονή του Ζαχαριάδη και την εισήγησή του προς τον Στάλιν για συνέχιση του πολέμου, αυτή την φορά στην παρτιζάνικη μορφή του και τις ανησυχίες των αλβανών κομμουνιστών για τις συνέπειες, που θα είχε αυτή η προοπτική, καθώς ο Π. Κανελλόπουλος απειλούσε την Αλβανία με πόλεμο, εξ αιτίας της συντήρησης του πολεμικού κλίματος από αποκομμένους αντάρτες.

Τον Ιανουάριο του 1950 η ένταση ανάμεσα στους έλληνες και αλβανούς κομμουνιστές επιχειρήθηκε να εκτονωθεί σε μια συνάντηση, που πραγματοποιήθηκε στην Μόσχα και στην οποία συμμετείχαν από την πλευρά των Σοβιετικών οι Στάλιν, Μολότωφ και Μαλένκωφ, από την αλβανική πλευρά οι Χότζα και Σέχου και βέβαια οι Ζαχαριάδης και Παρτσαλίδης. Στην συνάντηση αυτή ο «πατερούλης» Στάλιν, δεν άφησε περιθώριο στους έλληνες κομμουνιστές για επανέναρξη του εμφυλίου, ενώ επίσης δήλωσε ότι δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να επιλέξει το ΚΚΕ ως βάση του το αλβανικό έδαφος. Της συνάντησης αυτής είχε προηγηθεί η 6η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ, στο Μπουρέλι της Αλβανίας, στις 9 Οκτωβρίου του 1949 παρουσία του Πετρώφ, υπεύθυνου βαλκανικών υποθέσεων του Τμήματος Διεθνών Υποθέσεων της ΚΕ του ΚΚΣΕ, όπου ο Ζαχαριάδης υποστήριξε ότι «οι κύριες δυνάμεις του ΔΣΕ, παρά την μοναρχοφασιστική επιτυχία στο Βίτσι-Γράμμο, παραμένουν άθιχτες και με το όπλο παρά πόδα» ενώ συνεχίζοντας είπε ότι «σε αντίθεση με την υποχώρηση του Δεκέμβρη του 1944, που ήταν άταχτη, γιατί δεν φωτίστηκε πολιτικά, τώρα το Κόμμα διαφώτισε βασικά σωστά τα μέλη του και τις μάζες. Η υποχώρηση έγινε ομαλά».

Προηγουμένως ο Ζαχαριάδης είχε εξασφαλίσει την έγκριση της εισήγησής του επισκεπτόμενος τον Στάλιν κοντά στην λίμνη Ρίτσα στην Μαύρη Θάλασσα. Έτσι ακολουθώντας για μιαν ακόμη φορά τις εντολές που έλαβε, «έριξε» όλες τις ευθύνες για την ήττα στον Τίτο, όπως αποδείχθηκε από την κεντρική αναφορά της ομιλίας του στην 6η Ολομέλεια: «Και πρέπει εδώ να το πούμε ανοιχτά ότι, αν από το 1946 ήταν γνωστός ο άτιμος ρόλος του προβοκάτορα Τίτο, τότε το ΚΚΕ δεν θα κατέληγε στην απόφαση να ξαναπάρει τα όπλα, θα ακολουθούσε άλλον δρόμο, πιο επίπονο, βασανιστικό, μακρύ, γιατί είναι ολοφάνερο πως δεν θα μπορούσε να προχωρήσει σε μια νέα ένοπλη αντιπαράθεση χωρίς να έχει εξασφαλισμένα τα νώτα τη στιγμή που ο μοναρχοφασισμός διέθετε την αμέριστη και ολόπλευρη αμερικανοαγγλική βοήθεια».

Στην συνέχεια ο συγγραφέας περιγράφει συνοπτικά την συνέχιση της δράσης μικροομάδων, διάσπαρτων κυρίως στην Μακεδονία, οι οποίες εξοντώθηκαν ή παραδόθηκαν μέσα στο 1950 προκαλώντας, όμως, προηγουμένως απώλειες στον ΕΣ που έχασε 53 αξιωματικούς και 605 οπλίτες.

Ακολούθως, τον συγγραφέα απασχολεί η τύχη όσων ανταρτών απέμειναν από την 7η Μεραρχία, την οποία αρχικά αποτελούσε δύναμη 700 ανταρτών, η οποία όμως ξεκληρίστηκε σε μια από τις πλέον πολύνεκρες μάχες για τον ΔΣΕ, που διεξήχθη στους Μεταξάδες του Έβρου στις 18-20 Μαΐου 1949 και την οποία μάχη είχε αποφασίσει η διοίκηση της μονάδας, αποτελούμενη από τους Γκανάτσιο και Μαλτέζο, για λόγους (βίαιης) στρατολόγησης και επιμελητείας.

«Μπροστά σ’ αυτήν την καταστροφή η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Μεραρχίας, για να αποσείσει τις ευθύνες της, προσπάθησε να ανακαλύψει προδοσία και να εντοπίσει τους προδότες. Δεκάδες στελέχη και απλοί μαχητές βασανίσθηκαν τόσο σε ελληνικό έδαφος όσο και σε βουλγαρικές φυλακές όπου μεταφέρθηκαν οι ‘‘ύποπτοι’’. Το τραγικό σε αυτήν την υπόθεση είναι πως διαδραματίστηκε τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 1949, δηλαδή τρεις και τέσσερις μήνες μετά την λήξη του Εμφυλίου πολέμου. Στα άγρια βασανιστήρια που υπέστησαν γυναίκες και άνδρες της 7ης Μεραρχίας πρωτοστάτησαν υψηλόβαθμα στελέχη του ΚΚΕ, τα οποία μετά την 6η Ολομέλεια του 1956, διεγράφησαν από το κόμμα. Στο όνομα της επαγρύπνησης ξεκαθαρίστηκαν και παλιοί λογαριασμοί. Στα τέλη Δεκεμβρίου 1949, οι ελάχιστοι αντάρτες της 7ης Μεραρχίας πέρασαν τα σύνορα. Ένα από τα θύματα αυτής της σκευωρίας, ο Β. Μεσσήνης καταθέτει: ‘‘Τα βασανιστήρια που εφάρμοσαν οι Μαλτέζος-Χείμαρρος (Γκανάτσιος) και τα όργανά τους, στο Μακρονήσι δεν εφαρμόζονταν και ήταν ελαφρότερα από τούτα εδώ’’».

Ο Σάκης Μουμτζής αναφέρεται και στην ιστορία των αιχμάλωτων στρατιωτών του ΕΣ που συνελήφθησαν από το ΔΣΕ και οι οποίοι επειδή δεν υπήρχαν χώροι κράτησης προωθούνταν στην Αλβανία και την Βουλγαρία, ακόμα και στην Τσεχοσλοβακία, όπου αρχικά η καθοδήγηση του ΚΚΕ δεν είχε ενημερώσει τις αρχές για την ύπαρξή τους, ενώ στην συνέχεια φρόντιζε να ενημερώνει την κρατική ασφάλεια για τις δραστηριότητές τους.

Σε αντίθεση με την Τσεχοσλοβακία, όπου οι συνθήκες διαβίωσής τους ήταν ανεκτές, στην Αλβανία τα πράγματα ήταν τραγικά, όπως λόγου χάρη στο στρατόπεδο της Βαλίας από όπου μεταφέρθηκαν στο Σουχτ οι 500 περίπου έγκλειστοι:

«Στρατοπεδάρχης ήταν ο βορειοηπειρώτης Λεωνίδας Πετράνης. Η διατροφή βελτιώθηκε τόσο σε ποικιλία όσο και σε ποσότητα, αλλά τις μισές μερίδες των αιχμαλώτων τις έτρωγαν οι δεσμοφύλακες. Η εργασία αφορούσε ξερίζωμα δένδρων, διάνοιξη καναλιών και δρόμων. Επειδή η διατροφή δεν μπορούσε να συντηρήσει τους αιχμαλώτους, οι Αλβανοί τους επέτρεψαν να τρώνε χελώνες που τις έψηναν. Όταν δεν υπήρχε φωτιά τις έτρωγαν ωμές. Οι αιχμάλωτοι αξιωματικοί έπρεπε να τονώνουν το φρόνημα των στρατιωτών και να κρατούν ζωντανό το όνειρο της επιστροφής. Αυτό επέδρασε θετικά στο ηθικό τους, σε ‘‘σημείο να μην λογαριάζουμε τις μαγκουριές και τις αγριοφωνάρες τους’’ (Κώστας Βαλκάνος, Από τα χέρια των ‘‘απελευθερωτών’’ στα νύχια της αλβανικής αστυνομίας), κάτι που δεν άρεσε στους επικεφαλής του στρατοπέδου. Έτσι την νύχτα της 6ης Ιανουαρίου 1950, όσοι πρωτοστάτησαν σε αυτήν την τόνωση ηθικού των αιχμαλώτων χτυπήθηκαν άσχημα με ρόπαλα και σύρμα. Στον βασανισμό πρωτοστάτησαν έλληνες κομμουνιστές, και τα βασανιστήρια κράτησαν τρεις μέρες. Τότε οι επικεφαλής του στρατοπέδου, που ήταν Έλληνες του ΔΣΕ, ζήτησαν από τους βασανισθέντες να υπογράψουν δήλωση φιλίας προς τον κομμουνισμό. Την άρνησή τους ακολούθησε και νέος ξυλοδαρμός, ενώ έγιναν και εικονικές εκτελέσεις. Τα βασανιστήρια κορυφώθηκαν όταν έθαψαν ζωντανούς τους αξιωματικούς για τρεις μέρες, αφήνοντας έξω μόνο το κεφάλι τους. Αυτή η κατάσταση κράτησε σχεδόν έξι μήνες».

Στο στρατόπεδο της Βαλίας οι Αλβανοί δολοφόνησαν έναν στρατιώτη, με καταγωγή από τα Γρεβενά, ενώ στο στρατόπεδο του Μιφόλε δολοφονήθηκε ένας αιχμάλωτος, με καταγωγή από την Κρήτη, ενώ δύο ακόμη αιχμάλωτοι στρατιώτες αυτοκτόνησαν μη μπορώντας να αντέξουν τις απάνθρωπες συνθήκες αιχμαλωσίας (καταναγκαστικά έργα) και τα βασανιστήρια.

Στις 20 Αυγούστου του 1956 το αλβανικό κράτος δίνει την συγκατάθεσή του για την απελευθέρωσή τους.

«Στις 24 Αυγούστου 1956 έφθασαν στον Πειραιά. Τους υποδέχθηκε η υπουργός κοινωνικής Πρόνοιας Λίνα Τσαλδάρη και άλλοι επίσημοι. Ο Κωνσταντίνος Βαλκάνος μίλησε εκ μέρους των αιχμαλώτων και ο στρατιώτης Γιάννης Φράγκος, που είχε κομμένα και τα δύο πόδια, διάβασε ποίημα του συγκρατούμενου τους Θανάση Νάσιουτζικ, μετέπειτα λογοτέχνη. Έτσι τελείωσε η εφτάχρονη περιπέτεια αυτών των ανθρώπων, μια παράπλευρη συνέπεια του Εμφυλίου πολέμου, που παραμένει στο σκοτάδι».

Συσπείρωση Αναρχικών

Από την ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 169, Μάρτιος 2017
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.