Lepenski Vir: όταν αλλάζει ένας ολόκληρος τρόπος ζωής

Μετά από χρόνια εκατό
Τον Τόπο αυτό κανείς δεν ξέρει
Η Τραγωδία που παίχτηκε εκεί
Τώρα Σιγή Αχάραχτη

Χορτάρια αγριέψανε τριγύρω
Ξένοι διαβήκανε περαστικοί
Την έρημη συλλάβισαν Ορθογραφία
Που κράταγαν οι Αλλοτινοί Νεκροί

Τον δρόμο τον αναθυμούνται
Άνεμοι σε Χωράφια Θερινά –
Το Ένστικτο μαζεύει το Κλειδί
Που πέταξε η μνήμη μακριά –

Emily Dickinson, Ποίημα 1149
(από το 44 Ποιήματα και 3 Γράμματα)

lepenskiΣτις Σιδηρές Πύλες, στη Σερβία, ανακαλύφθηκε ο νεολιθικός οικισμός του Lepenski Vir. Το αρχαιολογικά ιδιαίτερο σε αυτή την περιοχή είναι ότι διατηρούνται στοιχεία για τη συνύπαρξη γεωργών-κτηνοτρόφων με κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες. Εντυπωσιακό είναι ότι ο οικισμός των γεωργών συνεχώς αυξανόταν σταδιακά σε μέγεθος και κατέστρεφε τις γύρω δασικές εκτάσεις, προκειμένου να μετατραπούν σε χωράφια και να εκθρέψουν τον διαρκώς αυξανόμενο πληθυσμό. Η μετάβαση από έναν νομαδικό σε έναν σταθερό τρόπο ζωής είναι πιο εμφανής, καθώς μαζί με στοιχεία μονιμότητας παρατηρείται ένας κυνηγετικός και τροφοσυλλεκτικός τρόπος ζωής.

Ωστόσο, η εντατικοποίηση της υλοτόμησης στέρησε από τους συνυπάρχοντες κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες τον ζωτικό τους χώρο. Δεν ακολούθησε όλη η ανθρωπότητα την πρακτική των νήσων του Σολομώντα[1].Υπήρξαν ο αδύναμος κρίκος στην αλυσίδα της εξέλιξης κι αργά ή γρήγορα έπρεπε να υποκύψουν, να χάσουν ό,τι διαθέτουν και να προσαρμοστούν στο νέο. Όποιος δεν ακολουθήσει το άρμα της εξέλιξης θεωρείται οπισθοδρομικός.

Είναι εύκολο και βολικό, όταν θέλει κάποιος να επιβάλλει έναν τρόπο ζωής, να τον παρουσιάζει ως νέο και εξελιγμένο, σε αντίθεση με έναν άλλο που φαίνεται, φευ, «παλαιάς κοπής». Όλη η ευρωπαϊκή σκέψη που προσανατολίστηκε στη νεωτερικότητα, διέκρινε το (ορθο)λογικό από το λεγόμενο μεταφυσικό, αλλά και το παλιό απ’ το νέο. Το τελευταίο μάλιστα παρουσιάζεται ως απαραίτητο, ενώ από τότε και στο εξής το παλιό μοιάζει αποκομμένο από το σήμερα, η έννοια της συνέχειας σχεδόν περιφρονείται και το παρελθόν, ακόμη και το πρόσφατο, είναι συνώνυμο του ξεπερασμένου. Το παρελθόν μικραίνει και το μέλλον μεγαλώνει. Το παρόν είναι στραμμένο σχεδόν εξ ολοκλήρου στο αύριο. Είναι, όμως, έτσι;

Πάει καιρός που το πέρασμα στη γεωργία δεν χαιρετίζεται από όλους τους ερευνητές ως ευεργετικής επίδρασης επίτευγμα. Πάει καιρός που οι τροφοσυλλεκτικές-κυνηγετικές κοινότητες δεν αντιμετωπίζονται ως οπισθοδρομικές και ελλιπείς σε σχέση με τις πλούσιες γεωργικές. Πάει καιρός που γίνεται συζήτηση για το τι σημαίνει αυτάρκεια κι αν διασφαλίζεται στις σύγχρονες κοινωνίες.

Γι’ αυτό κι είναι καιρός να σκεφτούμε αυτό που δε μας αφήνουν. Να σκεφτούμε ανάποδα: όσα δεν χρειαζόμαστε πραγματικά, όσα δεν έχουμε ανάγκη κι όσα μπορούν να μας θρέψουν στ’ αλήθεια.

Πολλοί οικονομικοί όροι συσσωρεύονται τα τελευταία χρόνια στο μυαλό και στη ζωή μας. Σε ελάχιστους, όμως, περνάει απ’ το νου πως η οικονομία είναι απλώς μια μορφή πολιτικής κι ότι η ζωή δίχως τα θέσφατα τής οικονομίας είναι κάτι πέρα για πέρα εφικτό. Είναι σαν να πιστεύουμε ότι τα αστέρια κι οι πλανήτες υπάρχουν χάρη στην αστρονομία ή ότι τα ζώα υπάρχουν χάρη στη ζωολογία.

Η επιβολή ενός τρόπου ζωής αρχικά θα πρέπει να παρουσιαστεί ως κάτι νέο κι απαραίτητο, ως κάτι ωφέλιμο κι εξελικτικό, που προωθεί την αφθονία. Έπειτα, όταν όλοι έχουν συνηθίσει αυτό τον τρόπο ζωής κι έχουν αντιληφθεί ότι τους φόρεσε δεσμά, ότι τους έβαλε να δουλεύουν για κάτι που στην πραγματικότητα δεν χρειάζονταν, έρχεται τότε το σκληρό πρόσωπο της καταστολής. Αυτό, όμως, δεν αρκεί. Γιατί αν όλοι αντιληφθούν ότι φταίει ένας ολόκληρος τρόπος ζωής, θα θελήσουν και, ενδεχομένως, θα καταφέρουν να τον αλλάξουν. Αν, όμως, κάτι διασπάσει την προσοχή τους σε κομματάκια, αν νομίζουν ότι το πρόβλημα είναι στο ότι η οικονομία λειτουργεί λάθος κι όχι στο ότι υπάρχει οικονομία, τότε τα πράγματα γίνονται διαχειρίσιμα.

Τότε μπορεί κάποιος να ζητάει επ’ αόριστον μερικές διευκολύνσεις και να γίνονται ή να χαλούν απ’ την άλλη συμφωνίες. Μπορούν όλοι να είναι ευχαριστημένοι με ένα ΝΑΙ ή ΟΧΙ ή να κερδίζουν και να χάνουν, αλλά να μη σηκώνονται από τη ρουλέτα κι η μέρα να περνάει έξω χωρίς κανείς να το αντιλαμβάνεται.

Τελευταία, ουκ ολίγοι είναι αυτοί που επικαλούνται αναρχικές πρακτι­κές, αλλά τις χρησιμοποιούν, ως επί το πλείστον, για μη αναρχικούς σκοπούς. Αυτό τις κάνει κάθε άλλο παρά απελευθερωτικές. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, η κυριαρχία αφομοιώνει, δηλαδή ρουφάει κάθε διαφορετική φωνή –ή τουλάχιστον προσπαθεί- και τη φτύνει ως ένα ακόμη εξουσιαστικό εργαλείο. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, η εξουσία θέλει να παρουσιάζει ως τρελούς ή ασήμαντους όποιους τολμούν να την ξεγυμνώσουν.

Το ζήτημα είναι όχι μόνο ποιος μιλάει, αλλά και ποιος ακούει. Το ζήτημα πλέον τίθεται όχι μόνο στο τί δείχνουμε, αλλά και ποιοι το βλέπουν και τί βλέπουν. Μοιάζει σαν να μη μιλάμε όλοι την ίδια γλώσσα. Και, πράγματι, δεν μιλάμε. Υπάρχουν χίλιοι δυο καλοθελητές, πίσω από μικρόφωνο, μπροστά σε κάμερες, πάνω σε ακαδημαϊκές έδρες, που θα μεταφράσουν σε κάτι εύπεπτο κι ακίνδυνο κάθε επικίνδυνη για την εξουσία σκέψη.

Ο απόλυτος έλεγχος, όμως, είναι αδύνατος. Η τυχαιότητα είναι φυσικό συστατικό του κόσμου. Μέσα από τα τσιμέντα πάντα φυτρώνουν αγριολούλουδα, τα ουράνια τόξα ξεπροβάλουν ακόμη και μέσα σε πετρελαιοκηλίδες. Οι άνθρωποι εξακολουθούν να νιώθουν δυνατά συναισθήματα και να μην ησυχάζουν.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 152, Σεπτέμβριος 2015

[1]. Σύμφωνα με την παράδοση των νησιών του Σολομώντα, όταν θέλουν να κόψουν ένα δέντρο, που είναι πολύ μεγάλο, μαζεύονται όλοι οι κάτοικοι της περιοχής γύρω του και το καταριούνται ή το κοροϊδεύουν. Το κάνουν κάθε μέρα, μέχρι που το δέντρο μαραζώνει και πέφτει μόνο του.

 

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.