Ισπανική Διαθήκη

%ce%b9%cf%83%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b8%ce%ae%ce%ba%ce%b71Συγγραφέας του βιβλίου Ισπανική Διαθήκη είναι ο Άρθουρ Καίσλερ, Oύγγρος, εβραϊκής καταγωγής. Γεννιέται το 1905 στη Βουδαπέστη από εβραίο πατέρα, ιδιοκτήτη ενός μικρού εργαστηρίου σαπωνοποιίας. Σπουδάζει στη Βιέννη και ταυτόχρονα συμμετέχει ενεργά στο σιωνιστικό κίνημα και παραμένει για ένα διάστημα σε κιμπούτζ στη Χάιφα. Το 1931, εντάσσεται στο γερμανικό κομμουνιστικό κόμμα. Το 1932, μεταβαίνει στην Σοβιετική Ένωση και, δημοσιογράφος πλέον, περιηγείται ως κομματικός ανταποκριτής την κεντρική Ασία ως τα σύνορα με το Αφγανιστάν για να καταγράψει τις συνθήκες ζωής και «να αναφέρει τα επιτεύγματα και την πρόοδο του Σοσιαλισμού».

Το 1936 ταξιδεύει στην Ισπανία όπου μαίνεται ο Εμφύλιος, ως δημοσιογράφος. Η πραγματική του αποστολή είναι –ως απεσταλμένος της Κομιντέρν –Τρίτη Διεθνής– να εκτιμήσει το ύψος της βοήθειας που αποστέλλει η φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι στον Φράνκο. (Είχαν ήδη φθάσει στο ισπανικό έδαφος ένα σμήνος ιταλικών αεροσκαφών και 17.000 άνδρες του τακτικού ιταλικού στρατού). Ωστόσο, αναγνωρίζεται από έναν γερμανό και αναγκάζεται να διαφύγει στη Γαλλία.

Το επόμενο έτος, 1937, επιστρέφει στην Ισπανία, ως εργαζόμενος για την εφημερίδα News Chronicle. Συλλαμβάνεται στις 9 Φεβρουαρίου του ιδίου έτους από το καθεστώς του Φράνκο στη Μάλαγα, καταδικάζεται σε θάνατο και κλείνεται στις φυλακές της Σεβίλλης.

Αναμένοντας καθημερινά την στιγμή της εκτελέσεώς του, ο Καίσλερ συντάσσει και υπογράφει την παρακάτω δήλωση: «Δεν γνωρίζω το στρατηγό Φράνκο και δεν με γνωρίζει ούτε αυτός. Αν μου έδινε χάρη, θα το έκανε, κατά τη γνώμη μου, μόνο για πολιτικούς λόγους. Έτσι, δεν μου είναι τόσο εύκολο να τον ευγνωμονώ, όπως ευγνωμονεί ένας άνθρωπος εκείνον που του έσωσε τη ζωή. Όμως πιστεύω σε μια σοσιαλιστική έννοια του ανθρώπινου μέλλοντος και δεν θα πάψω ποτέ να πιστεύω».

Η δήλωση αυτή καθιστά ίσως δυσκολότερη τη θέση του αφού «καταδικάζει τον εαυτό του σε φυσικό θάνατο για να αποφύγει τον άλλον, τον ηθικό θάνατο, που θα επέσυρε η υποκριτική κολακεία στο πρόσωπο του ηγέτη του φασιστικού κόμματος».

Τελικά γλιτώνει την εκτέλεση την τελευταία στιγμή. Στις 14 Μαΐου τον ανταλλάσσουν με μία αιχμάλωτη, σύζυγο ενός στελέχους της αεροπορίας του Φράνκο. Τον μεταφέρουν αεροπορικώς στην πόλη Λα Λινέα και από εκεί στη Βρετανία όπου τον υποδέχονται με ενθουσιασμό.

Ο Καίσλερ, μέσα στους επόμενους δύο μήνες, μεταφέρει στο χαρτί και εκδίδει τις εμπειρίες του από τις φυλακές της Σεβίλης και γενικότερα την απογοήτευσή του από το Κομμουνιστικό Κόμμα.

Ήδη, τον συγκλονίζουν οι δίκες της Μόσχας όπου ο Στάλιν, αφού υπερισχύει, προβαίνει από το 1936 έως το 1938 σε εκκαθαρίσεις εκατοντάδων χιλιάδων παλαιών μπολσεβίκων (και συγγενικών τους προσώπων) οι οποίοι κατηγορούνται συλλήβδην ως αντισοβιετικοί, καταδικάζονται και εκτελούνται, ενώ άλλοι, λιγότερο επικίνδυνοι για το σταλινικό καθεστώς, οδηγούνται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης για 8 ή 10 χρόνια.

Λίγο αργότερα, ακολουθεί, στις 23 Αυγούστου 1939, το «σύμφωνο μη επίθεσης» ανάμεσα στη σταλινική Ρωσία και την χιτλερική Γερμανία που καθηλώνει την ΕΣΣΔ σε εγκληματική ουδετερότητα, ενώ ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος μαίνεται στην Ευρώπη.

Ήδη, από το 1938, ο Καίσλερ αποποιείται την ιδιότητα του μέλους του κομμουνιστικού κόμματος.

Το 1941 εκδίδεται το «μυθιστόρημά» του, Το Μηδέν και το Άπειρο – Le zéro et l’infini, στο οποίο καταγγέλλονται και περιγράφονται οι πρόσφατες δολοφονίες του σταλινικού καθεστώτος (1936-1938). O Kαίσλερ μαθαίνει με λεπτομέρειες τα γεγονότα και τις συνθήκες που επικρατούν αυτήν την συγκεκριμένη χρονική περίοδο στη Ρωσία (ΕΣΣΔ) από την παιδική του φίλη Εύα Στράϊκερ-Βάϊσμπεργκ, η οποία μόλις είχε βγει από τις φυλακές της Λουμπιάνκα. Στην αφιέ­ρωσή του ο συγγραφέας αναφέρει: «Τα πρόσωπα αυτού του βιβλίου είναι φανταστικά. Οι ιστορικές συνθήκες που καθόρισαν τις πράξεις τους είναι αυθεντικές. Η ζωή του Ν.Σ. Ρουμπατσώφ είναι η συνισταμένη από τις ζωές πολλών ανθρώπων που υπήρξαν τα θύματα στις δήθεν δίκες της Μόσχας. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν προσωπικοί γνωστοί του συγγραφέα. Το βιβλίο αυτό αφιερώνεται στη μνήμη τους». [Παρίσι, Οκτώβριος 1938 – Απρίλιος 1940].

Το βιβλίο αυτό –μαζί με τη Φάρμα των Ζώων του Όργουελ– επηρεάζει τη στάση και τη σκέψη και διαλύει τις αυταπάτες των ανθρώπων της εποχής σε σχέση με την Ρωσική Επανάσταση και το κομμουνιστικό καθεστώς· εννοείται ότι ο Καίσλερ κατηγορείται ως αντικομουνιστής, ασκών αντισοβιετική προπαγάνδα. Ιδιαίτερα το Κ.Κ.Γαλλίας –που θεωρεί ότι, λόγω και του βιβλίου, ηττάται στο πρώτο δημοψήφισμα του 1946–, εξαπολύει καμπάνια εναντίον του χαρακτηρίζοντάς τον χιτλερο-τροτσκιστή, προδότη, όργανο των τράστ και άλλα γνωστά «χαριτωμένα» επίθετα που κατά καιρούς ακόμα και σήμερα συνηθίζει να χρησιμοποιεί.

Ο Άρθουρ Καίσλερ, ανήσυχος, εκκεντρικός, πληθωρικός αλλά και οξύθυμος χαρακτήρας, συνδέεται με τις περισσότερες «καινούργιες» φιλοσοφικές ιδέες της «επαναστατημένης» –ή μη– διανόησης του 20ου αιώνα. Τάσσεται υπέρ της ριζοσπαστικοποίησης του εκπαιδευτικού συστήματος, του δικαιώματος στην ευθανασία, γίνεται υποστηριχτής της φροϋδικής ψυχανάλυσης… Εκτός από σιωνιστής και κομμουνιστής, είναι υπαρξιστής και προς το τέλος της ζωής του ενδιαφέρεται για την παραψυχολογία.

Το 1941 στο βιβλίο του Scum of the earth – Βούρκος της Γης, προβαίνει σε μία διαχρονική μελέτη παρουσιάζοντας ξεκάθαρα και θαρραλέα την «αδυναμία της Γαλλίας όσο και των άλλων ευρωπαϊκών κοινωνιών να αφομοιώσουν τον ‘‘άλλο’’, τον μετανάστη, στους κόλπους τους».

Υπήρξε δημοσιογράφος και πολυγραφότατος συγγραφέας επιστημονικών, ταξιδιωτικών και αυτοβιογραφικών έργων, μυθιστορημάτων και δοκιμίων. Τον καλούν και δίνει διαλέξεις σε πανεπιστήμια, ακόμα και σε μεγάλη ηλικία, εντυπωσιάζοντας με τον αντισυμβατικό τρόπο σκέψης του, τους νεαρούς φοιτητές.

Φίλοι του, το «ανφάν γκατέ» της φιλοσοφικής διανόησης της εποχής: Τόμας Μαν, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Αλμπέρ Καμί, Ζαν-Πωλ Σαρτρ, Σιμόν Μποβουάρ, Ντίλαν Τόμας, Τζωρτζ Όργουελ και άλλοι…

Το 1983, σε ηλικία 77 ετών, άρρωστος από λευχαιμία και πάρκινσον, αυτοκτονεί μαζί με την τρίτη σύζυγό του Σύνθια.

Κάποια από τα βιβλία του, που μεταφράστηκαν στα ελληνικά, είναι: Ο Κομισσάριος και ο Γιόγκι, Ο Θεός που απέτυχε, Τα κωλ-γκερλς, Οι υπνοβάτες, Ο βούρκος της γης, Ένα βέλος στον ουρανό, Ένα φάντασμα στη μηχανή, Οι μυημένοι, Σταυροφορία χωρίς σταυρό, Η δέκατη Τρίτη φυλή, Ιανός, Διάλογος με το θάνατο, Η πράξη της δημιουργίας, Ο λωτός και το ρομπότ, Η αόρατη γραφή, Οι ρίζες της σύμπτωσης κ.ά….

Δύο λόγια για το βιβλίο

Πολλοί δημοσιογράφοι συγκεντρώνονται στην Ισπανία κατά την περίοδο του Εμφυλίου που κρατά από τις 17 Ιουλίου 1936 έως και την 1 Απριλίου 1939, άλλοι ως ανταποκριτές των εφημερίδων τους και άλλοι ως μαχητές στο πλευρό του Δημοκρατικού Μετώπου. Ανάμεσα στα εξαίρετα έργα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ: «Για ποιόν χτυπά η καμπάνα» και Τζορτζ Όργουελ: «Φόρος τιμής στην Καταλωνία», ξεχωριστή θέση κατέχει η «Ισπανική Διαθήκη».

Στις σελίδες του βιβλίου παρουσιάζονται σκέψεις, γεγονότα, καταστάσεις, που καταγράφει ο Καίσλερ σ’ ένα ημερολόγιο. Εκεί, καθημερινά, περιγράφει όσα βλέπει, ακούει και βιώνει από την πρώτη ημέρα της μεταβάσεώς του στην Ισπανία, τα τεκταινόμενα στο πεδίο της μάχης, τη σύλληψή του και την περίοδο του εγκλεισμού του από τους φρανκιστές σε φυλακή της Σεβίλης.

Μέσα από τα κελλιά, μαζί με άλλους κρατούμενους επαναστάτες κομουνιστές και αναρχικούς (οι περισσότεροι καταδικασμένοι σε θάνατο) καθημερινά αναμένουν την ημέρα της εκτελέσεώς τους και καθημερινά αποχαιρετούν συγκρατούμενούς τους που οδηγούνται στην εκτέλεση.

«Αυτό το βιβλίο», σημειώνει ο συγγραφέας, «ξεκίνησε σαν ρεπορτάζ και κατέληξε σαν παραλλαγές στο θέμα του θανάτου ή ακόμα καλύτερα στο θέμα του φόβου του θανάτου».

Ο Καίσλερ αποτυπώνει στο ημερολόγιό του την αντοχή, τον αγώνα, τον πόνο των «νικημένων» επαναστατών που βρίσκονται ένα βήμα από την εκτέλεση και παρ’ όλα αυτά δεν παύουν να ελπίζουν…

Σε ένα μήνυμα που λαμβάνει από τρεις άλλους συγκρατούμενούς του διαβάζει: «Αγαπητέ σύντροφε ξένε, εμείς οι τρεις είμαστε επίσης καταδικασμένοι σε θάνατο και θα τουφεκιστούμε σήμερα ή αύριο. Εσύ όμως πρέπει να επιβιώσεις και αν κάποτε απελευθερωθείς πρέπει να πληροφορήσεις όλο τον κόσμο για αυτούς που μας σκοτώνουν επειδή εμείς επιθυμούμε την Ελευθερία και όχι τον Χίτλερ».

%ce%b9%cf%83%cf%80%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b8%ce%ae%ce%ba%ce%b72Το βιβλίο το αφιερώνει «σε ένα μικρό φανταράκι της Δημοκρατίας» που τουφεκίστηκε στις 14 του Απρίλη του ’37, στην επέτειο της ανακήρυξης αυτής της Δημοκρατίας.

«Αναπαύσου εν ειρήνη Νικόλας. Ας ελπίσουμε ότι όλα τέλειωσαν γρήγορα και δεν σε πόνεσαν πολύ. Διάλεξαν μια επίσημη ημερομηνία για την εκτέλεσή σου. Ποια σημαία ύψωσαν τα προξενεία; Ήσουνα μικρός, αδύνατος και καχεκτικός, σκοτεινέ Ανδαλουσιάνε χωριάτη με τα γαλάζια μάτια τα λίγο γουρλωμένα, ένας από τους pobres και τους humildes. Τούτο το βιβλίο, σου αφιερώνεται. Τί σε νοιάζει; Δεν θα μπορούσες να το διαβάσεις ακόμα κι αν ζούσες. Και γι’ αυτό σε τουφέκισαν: Γιατί είχες τον αναιδή πόθο να μάθεις ανάγνωση. Εσύ κι εκατομμύρια άλλοι σαν κι εσένα που αρπάξατε τα παλιά σας όπλα για να υπερασπιστείτε μια καινούργια τάξη που θα σας μάθαινε αργότερα, ίσως, να διαβάζετε».

Αποσπάσματα από το βιβλίο:

Μας οδήγησαν σ’ ένα βρωμερό γραφείο, όπου ένας κοιμισμένος τύπος ετοίμασε μια έκθεση και μου πήρε τα δακτυλικά μου αποτυπώματα. Έπειτα φώναξε δύο φύλακες. Προχώρησαν μπροστά στο τραπέζι του υπαλλήλου· έμοιαζαν σα γορίλες. Χαιρέτησαν κι ο ένας ρώτησε με υπηρεσιακό ύφος:

– Ούνα φλαγκελαθιόν;

«Ούνα φλαγκελαθιόν» είναι η ισπανική έκφραση, η αντίστοιχη της γαλλικής «καπνοπέρασμα» ή της γερμανικής «πρώτη εντριβή». Ο ξυλοδαρμός στα αστυνομικά τμήματα είναι ένα έθιμο παράνομο, μα σιωπηλά υιοθετημένο απ’ όλη την Ευρώπη. Έχω ακούσει να μιλάνε για πολλούς Συνδέσμους, για πολλές ανθρωπιστικές οργανώσεις, μα ποτέ δεν άκουσα να λένε πως υπάρχει κι ένας «Σύνδεσμος ενάντια στον ξυλοδαρμό στα αστυνομικά τμήματα».

[…]

Ίσως επειδή αυτά τα είδη των συνδέσμων έχουν δημιουργηθεί, τα περισσότερα, από ανθρώπους καθωσπρέπει, κι οι καθωσπρέπει άνθρωποι, όταν πέφτουν στα χέρια της αστυνομίας δεν περνάνε πότε από φλαγκελαθιόν… Εξ ού κι ο σεβασμός κι η συμπάθεια της αριστοκρατίας όλων των χωρών της Ευρώπης για την Αστυνομία, ενώ όλοι οι φτωχοδιάβολοι, έστω κι αν έχουν την καθαρότερη συνείδηση, φοβούνται τις στολές της σαν τη χολέρα…

Ο δον Λουίζ έσκυψε με σεβασμό στο αυτί του αρχηγού και του ψιθύρισε μερικές λέξεις. Άκουσα μόνο «Ινγλές Περιοντίστα» που σημαίνει «άγγλος δημοσιογράφος». Αμέσως η φλαγκελαθιόν ματαιώθηκε.

[…]

Οι δύο γορίλες απογοητευμένοι με οδήγησαν σ’ ένα είδος κλουβιού με σιδερένια κάγκελα. Λίγο αργότερα αφού συμπληρώθηκαν όλες οι τυπικές διατυπώσεις, ο δον Λουίς κι ο δον Πέδρο πέρασαν μπροστά απ’ το κλουβί μου. Τους φώναξα και τους ευχαρίστησα για το πόσο καλά μου είχαν φερθεί στη διάρκεια του ταξιδιού. Τα είχαν χαμένα και μου έδωσαν το χέρι τους ο ένας μετά τον άλλο, πίσω απ’ τα κάγκελα. Οι γορίλες γούρλωσαν τα μάτια τους κι οι δυο μου φίλοι έφυγαν.

Δεν ήταν εξαιρέσεις, ήταν δύο άνθρωποι ανάμεσα στα είκοσι πέντε εκατομμύρια Ισπανούς, καλούς ανθρώπους τους περισσότερους. Αν είχαν λάβει εντολή, προτού γεννηθεί η φιλία μας στη διάρκεια του ταξιδιού, να με δείρουν μέχρι θανάτου ή να με τουφεκίσουν, θα το είχαν κάνει πειθήνια και χωρίς καμιά ευαισθησία. Αν ήταν σύντροφοί μου στη φυλακή, θα μοιράζονταν το τελευταίο τους τσιγάρο μαζί μου. Αν, αντίθετα, είχα ταξιδέψει με τους δύο γορίλες, θα μ’ είχαν αποχαιρετήσει κι αυτοί με την ίδια εγκαρδιότητα…

Πέμπτη, 1η του Απρίλη

Έλαβα μαζεμένα: την Αυρηλία του Νερβάλ, το Πουγιοντόλ του Μπουνίν και το Ολάλα του Στήβενσον. Έχω λοιπόν: καλή τροφή, κρασί, τσιγάρα, καθαρά ασπρόρουχα κι ωραία βιβλία· δεν έχω: υλικά προβλήματα, καυγάδες με τους εκδότες μου, τους συντάκτες μου και τους συναδέλφους μου. Κοιτάζοντας τα πράγματα λογικά, όλα θα πήγαιναν καλά, αν έλειπε ο φόβος. Πιστεύω ότι αν αυτή η αβεβαιότητα σταματούσε, κι αργότερα έπαιρνα την άδεια να βγαίνω με τους άλλους στην αυλή, θα μπορούσα πολύ εύκολα να συνηθίσω τη ζωή εδώ μέσα.

Όταν διαβάζω, τα ξεχνάω όλα για ώρες κι είμαι πραγματικά ευχαριστημένος κι ευτυχισμένος. Μετά, ξαναθυμάμαι το γράμμα κι όλο τον οίκτο που εκφράζει και νιώθω, για να το πούμε έτσι, αναγκασμένος από τις περιστάσεις να είμαι δυστυχής…

Αναλογίζομαι πώς θα φαντάζεται η γυναίκα μου την τύχη μου κι ο οίκτος μου αντανακλά στον δικό της, γίνεται η ηχώ που αντιλαλεί μιαν άλλη ηχώ.

Συλλαμβάνω τον εαυτό μου να έχει τύψεις κάθε φορά που νιώθει άνετα. Ένας φυλακισμένος πρέπει να υποφέρει.

Θα πρέπει να είναι μεγάλο βάρος για τους νεκρούς, όταν οι ζωντανοί τούς σκέπτονται.

Παρασκευή, 2 του Απρίλη

[…] Ο εξωτερικός κόσμος μού φαίνεται όλο και περισσότερο ψεύτικος. Καμιά φορά, πιστεύω πως ήμουν ευτυχισμένος άλλοτε. Δεν έχουμε μόνο ψευδαισθήσεις για το μέλλον, αλλά και για το παρελθόν.

Τετάρτη, 12 του Μάη

Πριν δέκα λεπτά μου ανάγγειλαν πως έπρεπε να ετοιμάσω τα πράγματά μου […]

[…] […]

Τ’ αμάξι σταμάτησε στην άκρη ενός αγρού. Κατεβήκαμε. Για τελευταία φορά, πέρασε απ’ το νου μου αυτή η σκέψη: τώρα θα βγάλουν τα περίστροφα τους και θα με σκοτώσουνε…

[…]

Ο καμπαλέρο με τα μαύρα τράβηξε ένα μοχλό, η γη μας εγκατάλειψε στα λοξά και μάκρυνε από κάτω μας.

Ήμαστε καθισμένοι σ’ ένα αεροπλανάκι απίθανα μικρό, ένα Μπέιμπυ Ντάγκλας ανοικτό, ντελικάτο σαν παιχνίδι. Ανεβαί­ναμε όλο και πιο ψηλά, ο ορίζοντας πλάταινε, η Σεβίλλη κουβαριαζόταν χαμηλά πίσω μας.

[…] Ο καμπαλέρο έδειξε με το δάχτυλο κάτω χαμηλά.

—Όλα αυτά, είναι η Εθνικιστική Ισπανία, Σενιόρ, ούρλιαξε. Εκεί, όλοι οι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι.

— Τί; ούρλιαξα.

— Ευτυχισμένοι, ούρλιαξε. Ευτυχισμένοι κι ελεύθεροι.

— Τί; ούρλιαξα.

— Ελεύθεροι!

Σωπάσαμε, μονάχα το μοτέρ βούιζε. Οι άσπρες τούφες ενώ­θηκαν από κάτω μας σχηματίζοντας μια λευκή επιφάνεια· η γη δεν φαινόταν άλλο. Ο καμπαλέρο ήταν καθισμένος με τα πόδια ανοι­χτά, και το μοχλό του πηδαλίου ανάμεσα στα γόνατα, κάνοντας χει­ρονομίες.

— Στην πατρίδα σας, οι φτωχοί παλεύουν ενάντια στους πλούσιους. Εμείς έχουμε ένα άλλο σύστημα. Δεν ρωτάμε τον καθένα αν είναι πλούσιος ή φτωχός, αλλά αν είναι καλός ή κακός. Οι καλοί φτωχοί κι οι καλοί πλούσιοι σχηματίζουν ένα κόμμα. Οι κακοί φτωχοί κι οι κακοί πλούσιοι, το άλλο. Ιδού, η αλήθεια για την Ισπανία, Σενιόρ.

— Πώς τους ξεχωρίζετε; ρώτησα.

— Τί; ούρλιαξε.

— Ρωτάω πώς τους ξεχωρίζετε.

Ανεβήκαμε κι άλλο, θα πρέπει να βρισκόμαστε τώρα πάνω απ’ τα βουνά. Το μοτέρ βούιζε· για λίγο δεν άκουγα το σύντροφό μου.

— Στο βάθος της καρδιάς τους, φώναξε ο καμπαλέρο με το μαύρο πουκάμισο, όλοι οι Σπανιόλοι είναι με το μέρος μας. Όταν οι κόκκινοι τουφέκιζαν τους δικούς μας, η τελευταία κραυγή τους ήταν «viva España». Είδα να τουφεκίζουν μερικούς κόκκινους, κι εκείνοι φώναζαν την τελευταία στιγμή: «viva España». Τη στιγμή του θανάτου λέει κανείς την αλήθεια. Βλέπετε, λοιπόν, Σενιόρ, ότι έχω δίκιο.

— Κοιτάζατε; ούρλιαξα.

— Τί; ούρλιαξε.

—Αν κοιτάζατε την ώρα που τους τουφέκιζαν.

[…]

Ένιωθα πως είχα πάλι πυρετό. Αν ο καμπαλέρο έκανε τώρα ένα λάθος, η γη θα ορμούσε πάνω μας και θα μας τσάκιζε, θα ήταν ένα όμορφο τέλος, σκέφτηκα, ένα τέλος σχεδόν μυθολογικό. Ο θάνατος δεν φοβίζει, αυτό που τρομάζει είναι το να πεθάνεις· έτσι δεν γίνεται με όλους τους ανθρώπους; Ο καμπαλέρο όμως βεβαιώ­νει ότι, με κείνον, συμβαίνει το αντίθετο.

[…] Ο Κάρλος κι ο καμπαλέρο γνωρίζουν καλά πως να πεθαί­νουν· είναι αξιωματικοί και το να πεθαίνουν είναι το επάγγελμα τους. Τους γύμνασαν και τους εκπαίδευσαν γι’ αυτό, ξέρουν απ’ έξω κι ανακατωτά πως πρέπει να πεθαίνουν με χάρη.

Ο μικρός Νικόλας δεν πέθανε, σίγουρα, με χάρη. Ήταν πολίτης. Οι εθνοφρουροί της αυλής, κι εκείνοι, ήταν πολίτες. Δεν εί­χαν προγυμναστεί στο να πεθαίνουν. Το να πεθαίνουν τούς φόβιζε. […][…] Αγαπούσαν το ποδό­σφαιρο, μασούλιζαν ωμά μαρούλια κι ονειρευόντουσαν να μάθουν ανάγνωση όταν θα τέλειωνε ο πόλεμος. Όνειρο τους ήταν να κα­τοικούν μονάχα τρεις σε κάθε δωμάτιο, και ν’ αγοράσουν ένα κυ­ριακάτικο κοστούμι κι ένα ρολόϊ γιατί, όταν ο πόλεμος θα τέλειωνε, η ζωή θα ’ρχιζε επιτέλους και γι’ αυτούς. Πίστευαν ότι πρέπει να ζει κανείς, κι ότι πρέπει ακόμα και να πολεμάς για να ζήσεις, ακόμα και να πεθαίνεις για να ζήσουν οι άλλοι. Πίστευαν σ’ όλα αυτά, κι όπως το πίστευαν μ’ όλο τους το είναι, όπως η ύπαρξή τους η ίδια εξαρτιόταν απ’ αυτή την πίστη, δεν φοβόντουσαν το θάνατο. Φοβόντουσαν όμως πολύ τη στιγμή του θανάτου. Γιατί ήταν πολίτες, στρατιώτες του λαού, στρατιώτες της ζωής κι όχι του θανάτου.

Aναρχία και Ζωή

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.162, Ιούλιος-Αύγουστος 2016
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.