Ο ρόλος των ολοκληρωτικών καθεστώτων στον Ισπανικό Εμφύλιο

«Το αποτέλεσμα του ισπανικού πολέμου κρίθηκε και αποφασίστηκε στο Λονδίνο, στο Παρίσι, τη Ρώμη, το Βερολίνο, πάντως όχι στην Ισπανία». (Τζωρτζ Όργουελ)

2Ευρώπη, μετά τη λήξη του Α’ παγκο­σμίου πολέμου. Η οικονομική κρίση κλονίζει όλες τις χώρες. Aνεργία και φτώχια, που πλήττει ιδιαίτερα τους εργάτες και τους αγρότες, μεγάλη φορολογία, χαμηλά μεροκάματα, χρέη καθώς και η πτώση των τιμών των προϊόντων (ιδιαίτερα των αγροτικών) οδηγούν στην απελπισία και την αγανάκτηση τους ανθρώπους. Και ενώ η βιομηχανική ανάπτυξη ευνοείται, η απόσταση ανάμεσα στους λίγους πλούσιους και στους φτωχούς, που στερούνται ακόμα και τα αναγκαία για τη ζωή, αυξάνεται διαρκώς. Οι κυβερνώντες μαζί με τους οικονομικούς παράγοντες αποφασίζουν να αποσύρουν τις όποιες ελευθερίες επιβάλλοντας δικτατορικά ή, γενικότερα, ολοκληρωτικά καθεστώτα, αφού θεωρούν ότι ο φιλελευθερισμός και η κοινοβουλευτική δημοκρατία αδυνατούν να λύσουν τα προβλήματά τους και να σώσουν τις ιδιοκτησίες τους.

Έτσι, το 1933, εκτός από τις ΗΠΑ, την Αγγλία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, την Ελβετία, την Τσεχοσλοβακία και τις Σκανδιναβικές χώρες δεν υπάρχει κανένα άλλο «φιλελεύθερο» καθεστώς στον κόσμο.

Στην Ισπανία, οξύνεται, λόγω της οικονομικής κρίσεως, η δυσαρέσκεια για την δικτατορία του Πρίμο ντε Ριβέρα και, το 1931, επικρατεί ο συνασπισμός της αριστεράς που ψηφίζει νέο λαϊκό σύνταγμα και αγροτική μεταρρύθμιση της οποίας η εφαρμογή καθυστερεί και οι αγρότες ξεσηκώνονται. Έτσι το 1934 ανέρχεται κυβέρνηση δεξιά με ρατσιστικό, αντιμαρξιστικό και εθνικιστικό χαρακτήρα που, εκτός των επεκτατικών της βλέψεων, συγκροτεί από έμμισθους pistoleroς την Φάλαγγα με επικεφαλής τον γιο του πρώην δικτάτορα Ριβέρα. Μέσα σε δύο χρόνια ακυρώνει την αγροτική νομοθεσία και αιματοκυλά τις εργατικές κινητοποιήσεις των Αστουριών. Ως εκ τούτου, σοσιαλιστές και αριστεροί συνασπίζονται και με την εκλογική υποστήριξη των αναρχοσυνδικαλιστών, στις 16 Φεβρουαρίου 1936, σχηματίζουν κυβέρνηση. Η νέα κυβέρνηση επαναφέρει την αγροτική μεταρρύθμιση και άμεσα 75.000 αγρότες αποκτούν κλήρο στην Εστρεμαδούρα.

Ωστόσο, η κατάσταση που επικρατεί κάθε άλλο παρά ήρεμη είναι. Ο Μπούκτσιν στο βιβλίο του «Ισπανοί Αναρχικοί», μεταξύ πολλών άλλων, αναφέρει: «Μέσα σε μια εβδομάδα από τη στιγμή που ο Αθάνια σχημάτισε την πρώτη κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, πλήθη εργατών άνοιξαν τις φυλακές και απελευθέρωσαν τους συντρόφους τους. Στην περίπτωση του Μπούργος, μάλιστα, οι φυλακισμένοι κατέλαβαν τη φυλακή κυριολεκτικά μόνοι τους. Κηρύχτηκαν γενικές απεργίες από την UGT και τη CΝΤ απαιτώντας γενικευμένη και άμεση αμνηστία, ένα αίτημα το οποίο ο Αθάνια ήταν υποχρεωμένος να ικανοποιήσει, αν ήθελε να ελπίζει στη διατήρηση κάποιου ποινικού συστήματος […]», ενώ, συγχρόνως, ο Μπούκτσιν, για την ίδια περίοδο, αναφέρεται και «στον ακροδεξιό ‘‘όχλο’’ και κυρίως στους έμμισθους pistoleros της Φάλαγγας, που δημιούργησαν ένα αιματηρό χάος στο πρώτο πεντάμηνο της διακυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου, στους seiioritos (φοιτητές που κατάγονταν από εύπορες οικογένειες) που διέλυαν τις συγκεντρώσεις των αριστερών ομάδων, στους ακροδεξιούς […] που πυροβολούσαν σχεδόν εξ επαφής τα πλήθη διασχίζοντας με μοτοσικλέτες τα εργατικά barrios […]» και λίγο παρακάτω: «Τους πέντε επόμενους μήνες η Ισπανία θα συγκλονιζόταν από απεργίες (113 απεργίες που συμμετείχαν ολόκληροι κλάδοι της βιομηχανίας και περίπου 230 επί μέρους απεργίες), μαζικά συλλαλητήρια, οδομαχίες ανάμεσα σε αντίπαλα πλήθη, επανειλημμένες ανταλλαγές πυρών ανάμεσα σε ομάδες pistoleros (με 270 περίπου νεκρούς και 1.200 τραυματίες στις οδομαχίες), καταλήψεις γης, φατριαστικούς ελιγμούς μέσα και ανάμεσα στα κόμματα του Λαϊκού Μετώπου, κατηγορίες για συνωμοσίες […] Τον Μάρτιο, άκληροι αγρότες κατέλαβαν περίπου 2.500.000 στρέμματα, τον Απρίλιο περίπου 1.500.000 στρέμματα και περισσότερα από 900.000 το Μάιο και τον Ιούνιο. […] Χιλιάδες αγροτικές οικογένειες είχαν κατακλύσει τους δρόμους αναζητώντας εργασία. Άλλες, υπό την επιρροή των αναρχικών, κατέλαβαν τη γη και τη διεκδίκησαν σαν δική τους, άσχετα από κάθε εκκρεμή ή ισχύουσα νομοθεσία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν οι Πολιτοφύλακες ανακαταλάμβαναν την απαλλοτριωμένη γη, οι αγρότες έφευγαν για να επιστρέψουν και πάλι μετά την αποχώρηση της Πολιτοφυλακής. Οι γαιοκτήμονες ήταν πανικόβλητοι. Καθώς θυμήθηκαν τις εξεγέρσεις και τις πυρπολήσεις των σιταποθηκών σε παλιότερες εποχές, κατέφυγαν μαζί με τις οικογένειές τους στην ασφάλεια των πόλεων αφήνοντας εγκαταλελειμμένες ολόκληρες φυτείες. […] Πολωμένη σχεδόν σε βίαιο βαθμό από τις ακρότητες της δεξιάς και της αριστεράς, η χερσόνησος διήνυε μια περίοδο προεπαναστατικής κρίσης που θα μπορούσε να επιλυθεί μόνο με την ένοπλη σύγκρουση ανάμεσα στις δύο πλευρές».

Στις 17 Σεπτεμβρίου 1936, ο στρατηγός Φραντσίσκο Φράνκο αναλαμβάνει την ευ­θύνη να οδηγήσει τη χώρα σε εμφύλιο πόλεμο, που θα διεξαχθεί ανάμεσα στο Εθνικιστικό και στο Λαϊκό Μέτωπο, στους φασίστες και στους δημοκρατικούς, με την πλήρη συμπαράσταση και στήριξη των ιταλικών και γερμανικών καθεστώτων. Η αναμέτρηση αυτή φαίνεται να είναι μια πρόβα τζενεράλε για την διευρυμένη σύρραξη του Β’ Παγκόμια Ανθρωποσφαγή που ξεσπά την 1 Σεπτεμβρίου 1939, πέντε μήνες ακριβώς μετά την λήξη του εμφυλίου στην Ισπανία.

Η υποστήριξη (με επέμβαση ή «μη επέμβαση») στο φρανκικό καθεστώς

1«Ήταν στην Ισπανία που οι άνθρωποι έμαθαν ότι κάποιος μπορεί να έχει δίκιο και παρ’ όλ’ αυτά να ηττηθεί, ότι η βία μπορεί να νικήσει το πνεύμα, ότι υπάρχουν φορές που το θάρρος δεν αρκεί. Χωρίς αμφιβολία αυτός είναι ο λόγος που εξηγεί γιατί τόσοι άνθρωποι σε όλον τον κόσμο αντιμετωπίζουν το ισπανικό δράμα ως προσωπική τραγωδία»(Αλμπέρ Καμύ)

 Σχεδόν αμέσως μετά την έναρξη του εμφυλίου, Γερμανία, Ιταλία και Πορτογαλία προσφέρουν σημαντική υποστήριξη στους φρανκιστές.

Αρχικά, η Γερμανία μεταφέρει με την αεροπορία της[1], αμέσως μετά το πραξικόπημα, τα μαροκινά στρατεύματα του Φράνκο στην Ισπανία.

Δύο μήνες μετά, τον Νοέμβριο του 1936, αποστέλλει στην Ισπανία τη λεγεώνα Κόνδωρ που αποτελείται από 6.000 στρατιώτες έτοιμους για πόλεμο που συνοδεύονται από άρματα μάχης, αντιαρματικά και αεροπορικές μονάδες. Συνολικά οι Ισπανοί στρατηγοί λαμβάνουν 215 εκατ. δολάρια ως προμήθειες, μισθούς κ.λπ. για την λεγεώνα Κόνδωρ και 16.000 Γερμανούς στρατιώτες.

Η Ιταλία εξοπλίζει και μεταφέρει στρατό που αποτελείται από περίπου 50.000 μελανοχίτωνες (καθ’ όλη την διάρκεια του εμφυλίου, 75.000 ιταλοί στρατιώτες πολεμούν στο πλευρό του Φράνκο). Η συνολική προσφορά της Ιταλίας σε οπλισμό είναι: 763 αεροσκάφη, 1.872 τόνοι αεροπορικών βομβών, 157 άρματα μάχης, 1.426 όλμοι, 1.801 πυροβόλα, 6.791 φορτηγά, 240.747 τουφέκια.

Το δικτατορικό καθεστώς του Σαλαζάρ στην Πορτογαλία βοηθά τους φρανκιστές να ανεφοδιαστούν όταν, τον πρώτο καιρό, τα μεσογειακά παράλια βρίσκονται υπό τον έλεγχο της ισπανικής κυβέρνησης, ενώ, συγχρόνως, συγκροτεί λεγεώνα με 20.000 άνδρες, τους Viriatos. Η οικονομική βοήθεια προέρχεται, ως επί το πλείστον, από πλούσιους Ισπανούς με κεφάλαια που σηκώνουν από αγγλικές τράπεζες.

Χαρακτηριστικό, είναι ότι αμερικανικά εμπορικά πλοία εφοδιάζουν τον Φράνκο με πετρέλαιο και μεταφορικά οχήματα τα οποία η αμερικανική κυβέρνηση βαπτίζει «μη πολεμικό υλικό».

Οι Αγγλογάλλοι και οι ΗΠΑ δεν αντιδρούν για δύο τουλάχιστον λόγους: αφ’ ενός λόγω της φασιστικής επεκτατικότητας· η ειρήνη είναι ιδιαίτερα εύθραυστη στην περιοχή (ήδη η Βέρμαχτ καταπατά τη Συνθήκη των Βερσαλλιών και, τον Μάρτιο του 1936, επανεξοπλίζει αιφνιδιαστικά την Ρηνανία,[2] ενώ η Ιταλία εισβάλλει στην Αιθιοπία) και αφ’ ετέρου λόγω του κομμουνιστικού κινδύνου· οι επιχειρηματικοί κύκλοι φοβούνται ότι σε περίπτωση εξάπλωσης της επανάστασης στην Ισπανία θα χάσουν τις επενδύσεις τους και θα ζημιωθούν. Και όχι μόνο αυτό· παρακολουθούν με τρόμο –ιδιαίτερα οι «αντικομμουνιστές» Άγγλοι– να απλώνονται οι κομμουνιστικές απόψεις στην Ευρώπη μέσω διαφόρων αριστερών οργανώσεων που συγκροτούνται και προωθούνται από την ΕΣΣΔ. Έτσι, φτάνουν στο σημείο, οι αγγλογάλλοι κεφαλαιούχοι, να προσφέρουν οικονομική υποστήριξη στην φασιστική Γερμανία που αποτελεί τον αντίποδα της ΕΣΣΔ (χωρίς να αντιπαρέλθουμε το γεγονός, ότι μία ακόμη αιτία των επενδύσεών τους, φυσικά, είναι η κερδοσκοπία, λόγω του πειθαρχημένου και ιδιαίτερα φτηνού εργατικού δυναμικού που διαθέτει η Γερμανία).

Είναι ξεκάθαρο, ως εκ τούτου, ότι οι Δυτικές χώρες (Αγγλία, Γαλλία) διατηρούν μία υποκριτική «πολιτική ουδετερότητας», προχωρώντας στην υπογραφή του Συμφώνου μη επέμβασης, γνωρίζοντας –και ανεχόμενες– το γεγονός ότι οι φασίστες της Ισπανίας έχουν ήδη λάβει σημαντικότατη βοήθεια από τα συγγενικά τους καθεστώτα και ότι η «άλλη» (η δημοκρατική) Ισπανία δέχεται επίθεση και βάλλεται από τα γερμανο-ιταλικά στρατεύματα[3].

H Ρωσία (ΕΣΣΔ), ο Στάλιν και οι Διεθνείς Ταξιαρχίες

3Του κάθε ανθρώπου ο θάνατος με ξεφτελίζει
Γιατί σε αυτήν την ανθρωπότητα ανήκω
Σαν, το σήμαντρο ακούς, κάποιου ανθρώπου, το θάνατο ν’αναγγέλλει
Να μην ρωτάς
για ποιόν η καμπάνα αυτή χτυπάει
Αυτή η καμπάνα χτυπάει πάντα για σένα
(Χέμινγουαιη, Για ποιόν χτυπάει η Καμπάνα)

Η ΕΣΣΔ επηρεάζει εργάτες και αγρότες στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου, συγκροτεί Λαϊκά Μέτωπα και προωθεί την Κομμουνιστική Διεθνή. Συγχρόνως βρίσκεται στην προσπάθεια ανάπτυξης σχέσεων με τις δυτικές χώρες. Έτσι, το Κρεμλίνο, κατ’ αρχάς, απασχολημένο και με τις διαβόητες εκκαθαρίσεις του, δεν θέλει να αναμειχθεί στην σύρραξη της Ισπανίας, ώστε να μην υπονομευτούν οι σχεδιασμοί του για την Ευρώπη. Μετά την επέμβαση, όμως, της Ιταλίας και Γερμανίας στην Ισπανία, και την συμφωνία της δημοκρατικής κυβέρνησης Χιράλ να αποστείλει (το φθινόπωρο του 1936), –για να είναι ασφαλές–, το απόθεμα χρυσού ((510 τόνοι) της Τράπεζας της χώρας στην ΕΣΣΔ, ο Στάλιν αποφασίζει να πουλήσει σύγχρονα επανδρωμένα αεροσκάφη μαχητικά αεροσκάφη (Ι-15 / Ι-16 και βομβαρδιστικά Tupolev SB-2) και άρματα μάχης στην Ισπανία. Η συνολική αξία του σοβιετικού οπλισμού που αποστέλλεται (οι τιμές του οποίου είναι αρκετά διογκωμένες) υπολογίζεται σε 405 εκ. δολάρια από τα οποία τα 315 εκατ. δολ. αφαιρούνται από το ισπανικό απόθεμα σε χρυσό. Έτσι, με τις αλλεπάλληλες παραγγελίες για πολεμοφόδια, η ΕΣΣΔ, απορροφά και σχεδόν εξανεμίζει το απόθεμα χρυσού της Ισπανίας.

Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες συγκροτούνται με πρωτοβουλία της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν) και της ΕΣΣΔ με κύριο εμπνευστή τον Μωρίς Τορρέζ [αρχηγό του ΚΚ Γαλλίας από το 1930 ως το 1964] και τον Παλμύρο Τολιάτι [ηγέτη του ΚΚ της Ιταλίας ως τον θάνατό του (1964) – χαρακτηριζόμενο ως «σταλινικότερο του Στάλιν»] και τον αρχηγό προπαγάνδας της Κομιντέρν, Βίλλι Μύντσενμπεργκ.

Στις 17 Οκτωβρίου 1936 ο Στάλιν στέλνει μία ανοιχτή επιστολή στον Χοσέ Ντίαζ (ηγέτη του ΚΚ Ισπανίας) στην οποία τονίζει ότι «η νίκη της Β΄ Ισπανικής Δημοκρατίας δεν ήταν θέμα μόνο των Ισπανών, αλλά και ολόκληρης της προοδευτικής ανθρωπότητας». Η επιστολή δημοσιεύεται στην Mundo Obrero και γνωστοποιείται παγκοσμίως… με αποτέλεσμα, άμεσα, να κατασκευαστούν στις περισσότερες χώρες οργανισμοί υποστήριξης της δημοκρατικής Ισπανίας, που ελέγχονται –κατά το μάλλον ή ήττον– από την Κομιντέρν. Η ροή των εθελοντών ξεκινά…

Οι Διεθνείς Ταξιαρχίες, απαρτίζονται κυρίως από κομμουνιστές που υπακούουν στην ιδεολογία και τη γραμμή του κόμματος και αντιφασίστες που επιθυμούν να δείξουν έμπρακτα την αλληλεγγύη τους στον ισπανικό λαό πολεμώντας στο πλευρό του. Για να έχουν τον απόλυτο έλεγχο οι διοργανωτές των ταξιαρχιών υποχρεώνουν πολλούς από τους μη κομμουνιστές εθελοντές να απαντήσουν σε ερωτήσεις που τους υποβάλει πράκτορας της σοβιετικής πολιτικής αστυνομίας (Eν-Κα-Βε-Ντε).

Η κυβέρνηση του Λάργκο Καμπαγιέρο δεν εμπιστεύεται τους κομμουνιστές, ανησυχεί για την «βοήθειά» τους –μέσω των Ταξιαρχιών– και γενικότερα «δεν θέλει ξένους να ανακατεύονται σε μια δική τους υπόθεση», όμως όταν οι Λουίτζι Λόνγκο[4] και ο Πιέτρο Νένι[5] φτάνουν στην Μαδρίτη για την διοργάνωση των αποστολών των μονάδων, η κυβέρνηση βρίσκεται, ήδη, προ των πρώτων αποτυχιών της στον πόλεμο και έτσι αναγκάζεται να υποχωρήσει για να έχει, εκτός των άλλων, επαφή με το εξωτερικό και δυνατότητα ενημέρωσης.

Μετά την επιστολή-μήνυμα του Στάλιν, οι πρώτοι 800 εθελοντές συγκεντρώνονται, άμεσα, στην Γαλλία και καθώς επιχειρούν να διασχίσουν τα σύνορα προς την Ισπανία, αντιμετωπίζουν τους αναρχικούς που επιβλέπουν την περιοχή οι οποίοι με μεγάλους δισταγμούς και επιφυλάξεις τους επιτρέπουν, τελικά, την είσοδο. Στις 14 Οκτωβρίου φτάνουν στο στρατόπεδο της Αλμπαθέτε όπου τους υποδέχονται τάγματα εθελοντών που ήδη βρίσκονται στην Ισπανία και πολεμούν. (Πριν, ακόμα, τον σχηματισμό των Διεθνών Ταξιαρχιών, Γερμανοί, Ιταλοί, Γάλλοι και Πολωνοί συνδικαλιστές, εξόριστοι οι περισσότεροι από τα καθεστώτα που επικρατούν στις χώρες τους, ήδη, βρίσκονται στην Ισπανία και σχηματίζουν το πρώτο ξένο τάγμα εθελοντών, που ονομάζουν Thaelman, με αρχηγό τον συνδικαλιστή Μαξ Φρήντμαν καθώς επίσης και τα τάγματα «Σεντούρια Γκαστόνε Σόζι» και «Παρισινή Κομμούνα». Επίσης, παρακάμπτοντας τον έλεγχο των Ταξιαρχιών, καταφτάνουν στην Ισπανία στο πλευρό της CNT και του POUM άλλοι 5.000 περίπου εθελοντές (κυρίως αναρχικοί), κάποιοι μεταμφιεσμένοι σε τουρίστες και οι περισσότεροι χωρίς ή με πλαστά διαβατήρια).

Οι νεοαφιχθέντες ονομάζουν την μονάδα τους «Μασσαλιώτιδα» επειδή οι περισσότεροι είναι γάλλοι μαζί με 120 Αγγλο-Ιρλανδούς με αρχηγό έναν φλεγματικό εγγλέζο τον Τζωρτζ Ναίηταν και υπαρχηγό έναν ιρλανδό, μέλος του ΙΡΑ, τον Φρανκ Ράϊαν.

Αργότερα καταφθάνουν και οι υπόλοιποι εθελοντές σχηματίζοντας: τον Οκτώβριο του 1936 την 11η Διεθνή Ταξιαρχία με τρία τάγματα, τον Νοέμβριο την 12η με τρία τάγματα, τον Δεκέμβριο την 13η με τρία τάγματα, την 14η με τέσσερα τάγματα (μετά την πολιορκία της Μαδρίτης σχηματίστηκε από τάγματα που ενώθηκαν λόγω απωλειών), τον Φεβρουάριο του 1937 την 15η με τέσσερα τάγματα, τον Ιούνιο την 150η με ένα τάγμα και την 127η με τρία τάγματα.

Ενδεικτικά: Το 2ο τάγμα «Ντομίνγκο Ζερμινάλ» της 14ης Διεθνούς Ταξιαρχίας απαρτίζεται από Ισπανούς και Αναρχικούς / το 3ο τάγμα «Δημητρώφ» της 15ης ΔΤ από Γιουγκοσλάβους, Βούλγαρους, Έλληνες / το 4ο τάγμα της 15ης «6η Φεβρουαρίου» από γάλλους και έλληνες ναυτεργάτες.

Ο αριθμός των εθελοντών, που καταφθάνουν απ’ όλον τον κόσμο, ξεπερνά τις 35.000 (κατ’ άλλους 60.000). Ακολουθεί πίνακας που εκδόθηκε το 1998 από αρχεία που διατηρεί (και επέτρεψε να διαδοθούν) η Μόσχα [γι΄αυτό θα πρέπει να μελετηθεί με κάθε επιφύλαξη…]:

Γάλλοι 8.962
Πολωνοί 3.113
Ιταλοί 3.002
Βορειο-αμερικανοί 2.341
Γερμανοί 2.217
Βαλκάνιοι 2.095
Βρετανοί 1.843
Βέλγοι 1.722
Τσέχοι-Σλοβάκοι 1.066
Βαλτικές χώρες 892
Αυστριακοί 872
Σκανδιναβοί 799
Ολλανδοί 628
Ούγγροι 528
Καναδοί 512
Ελβετοί 408
Πορτογάλοι 134
Διάφοροι 1.122
Σύνολο 32.526

Το στρατόπεδο της πόλης Αλμπαθέτε γίνεται η βάση των Διεθνών Ταξιαρχιών. Εκεί παραδίδονται οι στολές και ξεκινά αυστηρή στρατιωτική εκπαίδευση. Την πολιτική Διοίκηση των Ταξιαρχιών αναλαμβάνει ο Αντρέ Μαρτύ (Γραμματέας της Κομιντέρν).

Τον Νοέμβριο 2.100 μαχητές των Διεθνών Ταξιαρχιών (οπλισμένοι με Remington από τον πρώτο παγκόσμιο) παίρνουν το βάπτισμα του πυρός στην πολύ κρίσιμη μάχη της Μαδρίτης. Από εδώ όλοι οι ένοπλοι υποστηρικτές της πόλης στέλνουν το μήνυμα στον Φράνκο πως οι πεποίθησή του ότι θα ξεμπερδέψει με την κυβέρνηση σε λίγες ημέρες είναι εσφαλμένη.

Όμως, η προπαγάνδα της Κομιντέρν αποδίδει την νίκη ολοκληρωτικά στις Διεθνείς Ταξιαρχίες χωρίς καμία αναφορά στις άλλες μονάδες με αποτέλεσμα ο βρετανός πρεσβευτής Σερ Χένρι Χίλτον να δηλώσει ότι «δεν υπήρχαν Ισπανοί στον στρατό που νίκησε στη Μαδρίτη».

Παρ’ όλα αυτά, οι μάχες στην Ισπανία συνεχίζονται. Παράλληλα, όμως, συνεχίζονται και οι Δίκες της Μόσχας με τις μακιαβελικού τύπου δολοφονίες του Στάλιν που έχουν ήδη αρχίσει από τον Ιούλιο του 1936. Η Κομιντέρν ακολουθώντας το παράδειγμα του «Πατερούλη» της ζητά την εξόντωση των αντιφρονούντων σε όλον το κόσμο. Στην Ισπανία, οι πράκτορές της ασκούν βίαιη καταστολή σε όσους διαφωνούν με τις σταλινικές απόψεις, μέλη του POUM, αναρχικούς και άλλους αγωνιστές. Η διαταγή περνά και στον σταλινιστή Μαρτύ, πολιτικό αρχηγό των Διεθνών Ταξιαρχιών. Αμέσως ξεκινά ένας κύκλος ανακρίσεων και βασανιστηρίων προς τους ίδιους τους στρατιώτες του για να εντοπίσει τους προδότες…

4Στο βιβλίο του Αουγκουστίν Σούχυ, «Οι μάχες του Μάη του ’37 στην επαναστατημένη Βαρκελώνη» διαβάζουμε σχετικά: «Ένα άλλο σημαντικό γεγονός, που έχει σκόπιμα συγκαλυφθεί και που καταμαρτυρεί τον εγκληματικό ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, είναι οι φυλακές στις οποίες οι πράκτορες του Στάλιν μαζί με τους Ισπανούς συνεργάτες τους κρατούσαν μέλη της CNT – FAI, του POUM και άλλους αντιφασίστες. […] από τους πρώτους κιόλας μήνες μέχρι το τέλος του πολέμου οι κομμουνιστές κρατούσαν και βασάνιζαν μέχρι θανάτου πολλούς επαναστάτες σε μυστικές φυλακές, όπως η Κρατική Φυλακή της οδού Βαλχαμόρ στη Βαρκελώνη, το παλιό μοναστήρι της Σάντα Ούρσουλα και διάφορες άλλες. Κάποιες αναρχικές εφημερίδες γνωστοποίησαν την ύπαρξη τέτοιων ανεπίσημων μυστικών φυλακών, αναφέροντας ότι μέσα σ’ αυτές τα όργανα της Ρωσικής μυστικής αστυνομίας βασάνιζαν και σκότωναν μέλη επαναστατικών ομάδων.

Τον Απρίλη του 1937, με αφορμή την αποκάλυψη μιας μυστικής φυλακής στη Μουρθία, η εφημερίδα της CNT «Castilla Libre» έγραψε τα ακόλουθα:

«Δεν έχουμε εναντιωθεί ούτε θα εναντιωθούμε στην εκτέλεση του όποιου φασίστα, οποιοσδήποτε κι αν είναι. Αλλά, πάντα θα είμαστε ενάντιοι στα βασανιστήρια. Όμως, όχι μόνο βασανίστηκαν φασίστες… βασανίστηκαν και μέλη επαναστατικών ομάδων και κομμάτων του Λαϊκού Μετώπου στη μυστική φυλακή της Μουρθία… Ένα μέλος της CNT …υπέφερε ένα απαίσιο βασανιστήριο κατά το οποίο του έβγαλαν τα μάτια πριν να εξαφανίσουν το πληγιασμένο κορμί του».

Η τελευταία μάχη των Ταξιαρχιτών κατά των εθνικιστών διεξάγεται στις 24 Ιουλίου 1938 στον ποταμό Έβρο. Το «σύμφωνο φιλίας και συνεργασίας» που υπογράφεται μεταξύ της Βρετανίας και Ιταλίας στις 15 Απριλίου του 1938 επιβάλλει την αποχώρηση 10.000 μαχητών των Διεθνών ΤαξιαρχιώνΤ. Η κυβέρνηση του Χουάν Νεγκρίν ανακοινώνει την απόφαση στην Κοινωνία των Εθνών στις 21 Σεπτεμβρίου 1938 …

Την 1η Νοεμβρίου 1938 αρχίζει η αποχώρηση.

Οι λόγοι για τους οποίους υπήρξε προσέλευση από πολυάριθμα σημεία του πλανήτη και συμμετοχή ανθρώπων στον αγώνα ενάντια στις δυνάμεις του Φράνκο, του φασισμού, και του εθνικοσοσιαλισμού έχουν δύο όψεις: η πρώτη είναι αυτή που προέρχεται από ένα όραμα και ιδεώδες και η άλλη από την τυφλή υπακοή στη γραμμή της κομμουνιστής διεθνούς η οποία χρησιμοποίησε τους οπαδούς, τα μέλη και τα στελέχη των κομμουνιστικών κομμάτων σαν τροφή για τα κανόνια, προκειμένου να εξοντωθούν αγνοί μαχητές της ελευθερίας και αναρχικοί. Στους σχεδιασμούς του σταλινικού καθεστώτος ήταν, να επικρατήσει η κομμουνιστική γραμμή της συνδιαλλαγής και της συνεργασίας με το φασισμό και τον χιτλερισμό[6], προκειμένου να διατηρηθεί ένα πρόσκαιρο στάτους κβο, εν’ όψη της επερχόμενης καθολικής αναμέτρησης των κυρίαρχων δυνάμεων της εποχής.

Συσπείρωση Αναρχικών

[1]. Είναι η ίδια εθνικοσοσιαλιστική γερμανική αεροπορία Luftwaffe, που μαζί με την ιταλική, κατά την διάρκεια του πολέμου ισοπεδώνει πόλεις (Γκουέρνικα) και χωριά στην Ισπανία και σκοτώνει πλήθος αμάχων.

[2]. Στη Συνθήκη των Βερσαλλιών είχε αποφασιστεί η αποστρατιωτικοποίηση της περιοχής για να υπάρχει ουδέτερος χώρος μεταξύ της Γερμανίας από τη μία πλευρά, και της Γαλλίας, του Βελγίου και του Λουξεμβούργου από την άλλη.

[3]. Χαρακτηριστική είναι η άρνηση των αγγλογαλ­λικών κυβερνήσεων να ελέγξουν ταυτότητες ιτα­λών, που είχαν αιχμαλωτιστεί από τα δημοκρατικά στρατεύματα, δια των οποίων αποδεικνυόταν ότι ήταν στρατιώτες.

[4]. Ένας από τους ιδρυτές του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος.

[5]. Μέλος του Ιταλικού Σοσιαλιστικού κόμματος το 1921 – πολιτικός επίτροπος μεραρχίας στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο – διευθυντής του δη­μοσιογραφικού οργάνου Avanti και, από το 1970, ισόβιος γερουσιαστής…

[6]. Απόδειξη της σύμπλευσής τους αποτελεί το γερμανο-σοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης, ή Σύμφωνο Μολότωφ, που υπογράφηκε στις 23 Αυγούστου του 1939, λίγους μήνες μετά την επικράτηση του Φρανκικού καθεστώτος στην Ισπανία και οκτώ ημέρες πριν την έναρξη της Β΄ παγκόσμιας ανθρωποσφαγής.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 164, Οκτώβριος, 2016
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.