ΕΠΤΑ ΧΡΟΝΙΑ «ΚΡΙΣΗΣ» ΕΙΝΑΙ ΑΡΚΕΤΑ;;;

%cf%8c%ce%bb%ce%bf%ce%b9-%ce%bc%ce%b1%ce%b6%ce%af

Eκλογές 1974: Συγκέντρωση της «Ενωμένης Αριστεράς» - Το εκλογικό σχήμα που απαρτίζετο από την ΕΔΑ, το ΚΚΕ και το ΚΚΕ Εσωτερικού. Διακρίνονται από δεξιά: Ηλίας Ηλιού, στρατηγός Αυγερόπουλος, Μίκης Θεοδωράκης, Νίκος Καλούδης και Μπάμπης Δρακόπουλος

Η διαχείριση της επταετούς, πλέον, «κρίσης» αφορά το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων της περιόδου αυτής, είτε τα κόμματα αυτά προϋπήρχαν (ΝΔ, Πασοκ, ΚΚΕ) είτε κατασκευάστηκαν στην πορεία (Ανελ, Ποτάμι), είτε ανέλαβαν κυβερνητικές ευθύνες ενσωματώνοντας και εκπροσωπώντας πολιτικά και κοινωνικά συμφέροντα, που βρέθηκαν μετέωρα (Συριζα), είτε βγήκαν από το «πουθενά» και εκτοξεύθηκαν στο πολιτικό προσκήνιο (Χρυσή Αυγή, Ένωση Κεντρώων) για να εκφράσουν ιδεολογικά την ακροδεξιά (με σαφείς ναζιστικές αναφορές) πολιτική παράδοση πολλών δεκαετιών και πολιτικά ανέστιους δυσαρεστημένους με το σύστημα ψηφοφόρους, που εκπροσωπούνται συγκυριακά από τον «αντισυστημικό» (μέχρι πρότινος καρικατούρα φιγούρας πολιτικού) Β. Λεβέντη.

Η σταθερή συν-λειτουργία των προαναφερόμενων πολιτικών σχηματισμών στα πλαίσια του δεδομένου πολιτικού συστήματος θα ήταν αδύνατη σε κάθε περίπτωση, εάν η εκφρασμένη ρητορική περί προδοτών, δοσίλογων και γερμανοτσολιάδων από την μια ή οι ιαχές περί αυταρχικού σταλινικού τύπου καθεστώτος, που καταστρατηγεί το Σύνταγμα από την άλλη και πραξικοπηματικά καταργεί ή εκβιάζει λόγου χάρη την δικαστική εξουσία, δεν αποτελούσαν παρά στάχτη στα μάτια μιας κοινωνίας, που «βράζει στο ζουμί» της.

Η «κρίση», λοιπόν, καταπίνει την μια κυβέρνηση μετά την άλλη, αλλά παρ’ όλα αυτά το πολιτικό σύστημα, αναδιπλώνεται, έστω και ύστερα από σοβαρές κοινωνικές συγκρούσεις, και εμφανίζει, όπως πάντα τις (ευρω)κομμουνιστικές εφεδρείες του ως τον ικανότερο διαχειριστή, την κρίσιμη «στιγμή», που οι πάλαι ποτέ κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις εμφανίζονται εξαντλημένες, πολιτικά κατάκοπες να διαχειριστούν την συνέχεια, έστω από κοινού, μέσα από κυβερνήσεις συνεργασίας.

Την επταετή, λοιπόν, περίοδο της «κρίσης» την διαχειρίζονται από κοινού, όπως επανειλημμένα έχουμε τονίσει, το σύνολο των υπαρχόντων πολιτικών δυνάμεων, που ψευδεπίγραφα διακρίθηκαν, μέχρις ενός σημείου βέβαια, σε μνημονιακές και αντιμνημονιακές.

Η πραγματική και ουσιαστική σύγκλισή τους καλύπτεται για ευνόητους λόγους πίσω και από την «βιτρίνα», που λέγεται «πόλεμος ενάντια στην διαπλοκή», ενώ θα έπρεπε να ονομάζεται ασκήσεις ισορροπίας και συμβιβασμών ανάμεσα σε «παλαιά» και «νέα» ντόπια οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα, στο ίσκιο πάντα των συμφερόντων των «γιγάντων» και όπως αυτά συνεχίζουν να συνδιαμορφώνονται (γερμανικά, κινέζικα, γαλλικά, ρωσικά, ισραηλινά, αραβικά κοκ).

Οι δεδομένοι πολιτικοί σχηματισμοί δουλεύουν και εγγυώνται ο καθένας ξεχωριστά και όλοι μαζί ότι θα αντιμετωπισθεί κάθε κίνδυνος «πολιτικής αποσταθεροποίησης», δουλεύουν και κοπιάζουν εν ολίγοις για τον κοινωνικό έλεγχο.

Τα «μέτωπα αντιπαράθεσης», που έχουν ανοίξει είτε με την δικαστική εξουσία είτε με την εκκλησία και τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ, κλείνουν και θα κλείσουν άμεσα με τους απαραίτητους συμβιβασμούς, διακανονισμούς και υποχωρήσεις και με την αναγνώριση όλων των πλευρών ότι δεν μπορεί να βγει κάποια πλευρά αποκλειστικά κερδισμένη. Οι «σκληροπυρηνικοί» κάθε πλευράς θα κάνουν στην άκρη και την θέση τους θα πάρουν οι «μετριοπαθείς», οι καταλληλότεροι διαχειριστές μιας «χρήσιμης λύσης για τον τόπο», οι ιδανικότεροι δηλαδή εκφραστές της αναγκαίας συναίνεσης. που θα βγάλει τους «αντιπαρατιθέμενους» από το αδιέξοδο μιας «άγονης σύγκρουσης».

Η «ομαλή» μετάβαση από την μια φάση διαχείρισης της εξουσίας στην άλλη, απαιτεί να συμφωνηθούν οι πολιτικές διαδικασίες, να αποκατασταθούν, να ανανεωθούν ή και να καταργηθούν θεσμικές λειτουργίες. Οι πολιτικοί ελιγμοί, που παρουσιάζουν αναντιστοιχία με το υποτιθέμενο ιδεολογικό περιεχόμενο, που προηγουμένως δέσμευε και απέτρεπε για ευρύτερες πολιτικές συγκλίσεις, ήταν και παραμένουν άκρως διδακτικοί όσον αφορά τις μεθόδους χειραγώγησης κάθε μορφής εξουσίας σε κάθε ιστορική «στιγμή». Έτσι κυβερνήσεις εθνικής ενότητας προτείνονται, ανεβαίνουν ή κατεβαίνουν εφ’ όσον και εάν εκπληρώσουν τον στόχο τους, πολιτικές και κομματικές «ανίερες» συμμαχίες αποδεικνύουν περίτρανα ότι στην πολιτική όλα είναι δυνατά και οι χθεσινοί «αντίπαλοι» εν μια νυκτί μπορούν να γίνουν οι ιδανικότεροι «σύμμαχοι και φίλοι».

Ας δούμε ένα παράδειγμα από περασμένες «ταραγμένες» εποχές…

Η αποτυχημένη διαδικασία φιλελευθεροποίησης του χουντικού καθεστώτος στις αρχές του 1973 (οι βάσεις της «στροφής» μπαίνουν ήδη από το 1972) εκ των «έσω» θεωρείται και δικαίως κατά την γνώμη μας, μια από τις αναμφίβολες επιτυχίες της εξέγερσης του Νοέμβρη του 1973.

Εδώ μπορούμε να κάνουμε ορισμένες παρατηρήσεις.

Η εξέγερση του Νοέμβρη του ’73 ταυτίζεται λανθασμένα και σκοπίμως εξ ολοκλήρου με την τριήμερη ειρηνική κατάληψη του Πολυτεχνείου, ενώ υποτιμούνται οι πραγματικές μάχες, που δίνονταν στους δρόμους από εξεγερμένους διαδηλωτές, που έστηναν οδοφράγματα, πυρπολούσαν λεωφορεία και τρόλεϊ, επιτίθεντο με βόμβες μολότοφ, όχι μόνο στις κατασταλτικές δυνάμεις, ακόμη και σε τανκ στην προσπάθεια τους να καταλάβουν τα υπουργεία Δημοσίας τάξης και Παιδείας. Οι διαδηλωτές αυτοί, προφανώς πολιτικά ανέστιοι, αποτελούσαν τον ορισμό του «προβοκάτορα» για τα κομμουνιστικά κόμματα.

Οπότε οι «προβοκάτορες», οι πραγματικά ηρωικές οδομαχίες στις οποίες συμμετείχαν, αλλά και γενικότερα τα μέσα που χρησιμοποίησαν, έπρεπε να περάσουν σε δεύτερο πλάνο, και σταδιακά τελικά να χαθούν ολοκληρωτικά πίσω από τις επαναλαμβανόμενες εικόνες, που αφορούσαν αποκλειστικά την κατάληψη του Πολυτεχνείου, και την συστηματική προβολή της κομματικής γραμμής των εκφωνητών ή εκφωνητριών του ραδιοφωνικού σταθμού, που εκπροσωπούσαν την κομματική γραμμή των δυο ΚΚΕ.

Είχαμε μια κατάληψη, που ξεκίνησε χωρίς την κηδεμονία των δυο κομμουνιστικών κομμάτων, που εξ αρχής την πολέμησαν με λύσσα, επιδιώκοντας με κάθε τρόπο τον όσο το δυνατόν ταχύτερο τερματισμό της και την εκκένωση του Πολυτεχνείου από τους καταληψίες. Πρόσκαιρα, λοιπόν, αποχωρούν με στόχο την αποδυνάμωση και την διάσπαση δυνάμεων για να επανέλθουν, όταν πλέον η κατάληψη, όχι μόνο αποτελεί ένα τετελεσμένο γεγονός, αλλά έχει αποκτήσει και μια τεράστια δυναμική. Τα δυο ΚΚΕ επιστρέφουν για να ελέγξουν τα «πράγματα», να ορίσουν το ιδεολογικό περιεχόμενο και την πολιτική στόχευση, να επιβάλλουν στο σύνολο των καταληψιών την ειρηνική στάση απέναντι στις κατασταλτικές δυνάμεις, να σβήνουν συνθήματα από τους τοίχους, αλλά και να απομονώνουν τους «επικίνδυνους προβοκάτορες». Τα δυο ΚΚΕ επιστρέφουν για να δοκιμάσουν και πάλι να εκκενώσουν με την πρώτη ευκαιρία τον χώρο του Πολυτεχνείου (βλ. Κομμουνιστική Επιθεώρηση 11/76, όπου δημοσιεύεται η έκθεση της Κ.Ε. του ΚΚΕ για το Πολυτεχνείο).

Η στάση αυτή των δυο κομμουνιστικών κομμάτων, όμως, έχει μια συγκεκριμένη αφετηρία, μια συγκεκριμένη στόχευση, που προηγείται της αναπάντεχης κοινωνικής εξέγερσης και της κατάληψης του Πολυτεχνείου από τους 300 «προβοκάτορες των Ρουφογάλη-Καραγιαννόπουλου» σύμφωνα με το ΚΚΕ (Πανσπ. τεύχος 8).

Μια αφετηρία που έχει να κάνει με την θέση τους όσον αφορά το προχώρημα της φιλελευθεροποίησης του χουντικού καθεστώτος, την προοπτική συμμετοχής ή μη στις εκλογές Μαρκεζίνη, που ετοιμάζονταν για τις αρχές του 1974, αλλά και τις βλέψεις τους για την θέση που στόχευαν στο πολιτικό σύστημα στη λεγόμενη μεταπολιτευτική περίοδο, που αφορούσε τις διαδικασίες νομιμοποίησής τους και όχι μόνο.

Το Γραφείο Εσωτερικού (Δρακόπουλος-Παρτσαλίδης) υποστηρίζει ανοικτά την συμμετοχή στις εκλογές Μαρκεζίνη ένα μόλις μήνα πριν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου:

«Το βασικό πρόβλημα σήμερα δεν είναι ή συμμετοχή ή μη στις εξαγγελλόμενες εκλογές: «Όσο λάθος θα ήταν μια βιαστική απόφαση από τώρα για συμμετοχή στις εκλογές, ανεξάρτητα από τις συνθήκες διεξαγωγής τους, άλλο τόσο λάθος θα ήταν ο εκ των προτέρων αποκλεισμός της συμμετοχής σ’ αυτές. Στην περίπτωση τυχόν συμμετοχής, η τελευταία θα είχε την έννοια μιας πολιτικής μάχης για την αποκάλυψη και καταγγελία της πολιτικής της δικτατορίας, για την επικοινωνία με τις μάζες και την κινητοποίηση τους. Παράλληλα μια ενδεχόμενη παρουσία των αντιδικτατορικών δυνάμεων μέσα στη Βουλή θα αποτελούσε βήμα, για τον έλεγχο και την καταγγελία της πολιτικής της δικτατορίας σε όλους τους τομείς, για την προβολή και στήριξη των αγώνων των εργαζομένων, των διανοούμενων και των φοιτητών για τα κοινωνικά τους αιτήματα. […] Αν τελικά στις συγκεκριμένες συνθήκες σταθμισθεί και κριθεί σκόπιμη ή συμμετοχή στις εκλογές, η καλύτερη αξιοποίηση των ενδεχομένων εκλογικών δυνατοτήτων μπορεί να γίνει με την δημιουργία μιας ενιαίας αντιδικτατορικής παράταξης πού να περιλαμβάνει όλες τις δυνάμεις του όχι της 29ης Ιουλίου, από την Αριστερά ως την Δεξιά» (Βήμα, 19/10/1973, Κομμουνιστική Επιθεώρηση, 9/11/ 1973, σελ. 31).

Δηλαδή το Γραφείο Εσωτερικού, όχι μόνο προπαγανδίζει την «αναγκαιότητα» της συμμετοχής στο «πείραμα» της φιλελευθεροποίησης της χούντας με την συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία, αλλά προτείνει την συγκρότηση μιας «ενιαίας αντιδικτατορικής παράταξης, που να περιλαμβάνει όλες τις δυνάμεις του ΟΧΙ της 29ης Ιουλίου από την Αριστερά ως την Δεξιά».

Στην ίδια γραμμή κινείται και ο Ηλίας Ηλιού μέχρι το 1967 μόνιμος κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΕΔΑ:

«…το σύνθημα της αποχής δεν εξηγεί ποιο θα είναι το επόμενο βήμα. Τι προτείνουν για την επόμενη των εκλογών. Αφού όμως η βία αποκλείεται, είναι φανερό ότι ο λαός πρέπει να αξιοποιήσει κάθε νόμιμη δυνατότητα, που του παρέχουν αυτοί οι ίδιοι οι ανελεύθεροι θεσμοί, να διεισδύσει από κάθε ρωγμή που παρουσιάζει το οικοδόμημα της απολυταρχίας και να διευρύνει τη ρωγμή αυτή […] Ο δρόμος της ανοικτής εκλογικής αναμετρήσεως, χωρίς να παραγνωρίζει τις καταστρατηγευτικές διατάξεις της νομοθεσίας και τις δυνατότητες πολύπλευρου επηρεασμού των ελευθεριών του λαού θα πραγματοποιηθεί με αγώνες και δε θα μας χαρισθεί έξωθεν, εμπιστεύεται στη μαζική κινητοποίηση και πάλη, κορυφαίο στάδιο της όποιας είναι και η δίμηνη προεκλογική περίοδος. Είναι λάθος ότι οι εκλεκτοί του λαού θα ενσωματωθούν και θα ενταχθούν στο καθεστώς της απολυταρχίας. Απεναντίας θα μάχονται από προωθημένες θέσεις, προβάλλοντας, προασπίζοντας και πλαισιώνοντας τους λαϊκούς αγώνες… Λάθος, τέλος, είναι ότι ή συμμετοχή στις εκλογές θα νομιμοποιήσει το απολυταρχικό καθεστώς. Δεν θα το νομιμοποιήσει – θα το καταδικάσει». (Δήλωση H.H. για το θέμα των εκλογών, 2/11/ 73, ΚΟΜΕΠ, ο.π., σελ. 35).

Μ’ άλλα λόγια ο Ηλίας Ηλιού ελάχιστες ημέρες πριν την κατάληψη του Πολυτεχνείου και τα εξεγερτικά γεγονότα στους δρόμους της Αθήνας, όχι μόνο δεν διαβλέπει την εκρηκτική συνέχεια, αλλά κατηγορηματικά αποκλείει την χρήση βίας και προτρέπει τον λαό να αξιοποιήσει κάθε νόμιμη δυνατότητα τού παρέχουν αυτοί οι ίδιοι ανελεύθεροι θεσμοί!!! Σ’ ένα πραγματικό κρεσέντο αντιστροφής της πραγματικότητας φθάνει να ισχυρίζεται ότι η συμμετοχή στις εκλογές, που το ίδιο το καθεστώς ετοιμάζει δεν πρόκειται να αποτελέσει μια νομιμοποιητική πράξη, αλλά αντίθετα πράξη καταδίκης του.

Μετά την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας ο Ηλίας Ηλιού ανασυγκροτεί την ΕΔΑ της οποίας και στέφεται πρόεδρός της.

Το ΚΚΕ κοινοποιεί την θέση τους με τις δηλώσεις του Καλούδη, που δημοσιεύτηκαν και στον Τύπο, και την συνέντευξη Τύπου του Φλωράκη στο Λονδίνο (10 Οκτώβρη 1973), όπου δηλώνεται η εναντίωση του ΚΚΕ στις «εκλογές». «Το ΚΚΕ καταγγέλλει από τώρα την προσπάθεια εξαπάτησης της ελληνικής και της διεθνούς κοινής γνώμης με το σύνθημα των «ελεύθερων εκλογών»…».

Το ΚΚΕ, βέβαια, έχει φροντίσει να κτίσει ήδη από πολύ νωρίτερα τις σχέσεις του με τα «αστικά κόμματα» και τα στελέχη τους:

«Οι προσπάθειές μας για συνεργασία στην πάλη ενάντια στη διχτατορία πρέπει να είναι συνεχείς, επίμονες και να επεκταθούν και σε άλλα στελέχη των αστικών κομμάτων. Οι προσπάθειες αυτές πρέπει να εκφράζονται … και με ανάλογη δημιουργική κριτική για την τέτοια ή άλλη στάση τους». (Απόφαση της 17ης ολομέλειας του ΚΚΕ που συνεδρίασε από 9-13 Δεκεμβρίου 1972 για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα).

Στις 26 Ιουλίου συγκροτείται κυβέρνηση εθνικής ενότητας, η οποία στις 23 Σεπτεμβρίου 1975 νομιμοποιεί το ΚΚΕ. Πρόεδρος της κυβερνήσεως γίνεται ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος ουδέποτε ουσιαστικά διαφώνησε με την επιβολή της δικτατορίας:

«ΜΕΓΑΛΕΙΟΤΑΤΕ, είς επιστολήν την οποίαν απηύθυνα προς τον Πρόεδρον της κυβερνήσεως, τον παρελθόντα Ιούνιο, εξέφραζα τας ανησυχίας μου δια την πορείαν της επαναστάσεως (sic!). Είχα μορφώσει έκτοτε την γνώμην ότι οι πρωτοστατήσαντες εις αυτήν δεν είχαν συλλάβει Ορθώς την άποστολήν των και, το χειρότερον, Ότι κατείχοντο από τον πειρασμόν της μονιμοποιήσεως του παρόντος καθεστώτος…. ..Είναι μέγα ατύχημα, μεγαλύτερον και από την εκτροπήν, Ότι οι πρωτοστατήσαντες είς αυτήν, μολονότι είχαν χρήσιμα ιστορικά προηγούμενα, δεν συνέλαβον ορθώς την άποστολήν των». Επιστολή του Καραμανλή στον Βασιλιά Κωνσταντίνο (9/11/67)

Όσο για το ΚΚΕ, που κατηγορούσε το Γραφείο Εσωτερικού για την πλέον οπορτουνιστική στάση απέναντι στην απόπειρα φιλελευθεροποίησης της χούντας κατεβαίνει μαζί με το ΚΚΕ εσωτ. και την ΕΔΑ στις εκλογές του 1974 νομιμοποιώντας την έλευση του «εθνάρχη» Καραμανλή.

Βέβαια, ο δρόμος για την κυβέρνηση συνεργασίας ενιαίου ΣΥΝ (ΚΚΕ-ΕΑΡ) και Νέας Δημοκρατίας το 1989 ήταν ακόμη μακρύς.

Αλλά και προδιαγεγραμμένος…

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.165, Νοέμβριος 2016
Both comments and trackbacks are currently closed.