Στιγμές του ισπανικού εμφυλίου 1936-1939 (γ΄)

1Μάϊος 1937. Η υπουργοποιηθείσα αναρχική Federica Montseny  καταστέλλει τους ανυπότακτους αναρχικούς της Βαρκελώνης.

Οι αναρχικοί ηγέτες απηύθυναν ραδιοφωνική έκκληση για κατά­παυση του πυρός, ενώ ο Abad de Santillan απευθύνθηκε στις περιπό­λους ελέγχου.[1] Το ίδιο βράδυ συνήλθε στη Βαλένθια το Υπουργικό Συμβούλιο. Αποφάσισε να διορίσει τον Συνταγματάρχη Escobar ως αντιπρόσωπο της κυβέρνησης στην Καταλωνία, αλλά, λόγω του σοβα­ρότατου τραυματισμού του δεν ήταν σε θέση να αναλάβει καθήκοντα. Η διοίκηση όλων των δυνάμεων στο μέτωπο της Αραγωνίας ανατέθη­κε στον κομμουνιστή Στρατηγό Pozas.

Ενώ οι αναρχικοί ηγέτες προσπαθούσαν να αποφορτίσουν την κα­τάσταση, η La Batalla, η εφημερίδα του POUM, υποστήριξε ότι η καλύ­τερη άμυνα ήταν η επίθεση και έκανε έκκληση άμεσης σύστασης επι­τροπών για την υπεράσπιση της επανάστασης. Την Τετάρτη, 5 Μαΐου, οι αναρχικοί ηγέτες συναντήθηκαν εκ νέου με τον Companys και κατέ­ληξαν σε συμβιβαστική λύση, τον σχηματισμό μιας νέας καταλανικής κυβέρνησης χωρίς τη συμμετοχή του Aiguader. Ωστόσο, η ένταση στους δρόμους δεν υποχώρησε. Την ίδια ημέρα, στις 13.00′, ο Antonio Sese, γενικός γραμματέας της UGT στην Καταλωνία, πυροβολήθηκε μέ­σα στο αυτοκίνητό του, ενώ κατευθυνόταν προς την Generalitat για να αναλάβει τη νέα του θέση ως συμβούλου άμυνας. Αργότερα, ανακαλύ­φθηκαν τα πτώματα Ιταλών αναρχικών, του καθηγητή Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, Camillo Berneri, και του Franco Barbieri, καθώς και του Francisco Ferrer, ανιψιού του παιδαγωγού, που είχε εκτελεσθεί στο Montjuich έπειτα από την Semana Tragica, και του Domingo Ascaso, αδελφού του αναρχικού ήρωα που τον προηγού­μενο χρόνο είχε χάσει τη ζωή του στη διάρκεια της επίθεσης κατά των στρατώνων Atarazanas.[2]

Οι πολίτες της μεσαίας τάξης στη Βαρκελώνη είχαν εξοργιστεί από τις ταραχές και τους πυροβολισμούς στους δρόμους και επιθυμούσαν την αποκατάσταση της κυβερνητικής εξουσίας. Η κεντρική κυβέρνηση ζήτησε από τη Federica Montseny να μεταβεί στη Βαρκελώνη και να παρακαλέσει μέσω του ραδιοφώνου τους αναρχικούς συντρόφους της να κατεβάσουν τα όπλα τους. Όταν η προσπάθειά της απέτυχε, ανα­γκάστηκε να ομολογήσει ότι ο μόνος τρόπος για να επιβληθεί ήταν η βία. «Ήταν οι χειρότερες και πιο οδυνηρές ημέρες της ζωής μου», θα δήλωνε πολλά χρόνια αργότερα.[3]

Άντονυ Μπήβορ, Ο Ισπανικός εμφύλιος πόλεμος, σ.  403

[1] Η ομιλία του Garcia Oliver ξεχείλιζε από συναίσθημα. Μίλησε δύο φορές για γονυκλισία και ασπασμό των νεκρών. Η βάση των ελευθεριακών χαρακτήρισε περιφρο­νητικά την ομιλία αυτή ως «θρύλο του ασπασμού».

[2]  Ο Gabriele Ranzato υποστηρίζει ότι ο Bemeri και ο Barbieri ενδεχομένως να είχαν δολοφονηθεί από κομμουνιστές, αλλά αυτό δεν αναιρεί τη θεωρία του Garcia Oliver ότι μπορεί να είχαν δολοφονηθεί από πράκτορες της OVRA, της μυστικής αστυνομίας του Μουσολίνι (L’eclessi della democrazia, σελ. 453). Η ταυτόχρονη δολο­φονία επιφανών Καταλανών αναρχικών, όμως, έδινε την εντύπωση ότι τα εγκλήμα­τα αυτά ήταν κατά πάσα πιθανότητα έργο των κομμουνιστών.

[3] Σε μια συνέντευξη με τον John Brademas, Anarcosindicalismo y revolucion…, σελ. 246.

Both comments and trackbacks are currently closed.