«Μέσα» ή «έξω»; Παρακαλώ, ό,τι θέλετε, αρκεί να παραμένετε συνδεδεμένοι…

mesaΜια φορά κι έναν καιρό, όσοι αρέσκονταν σε ασύδοτες οθόνιες κραιπάλες, όφειλαν, απαραιτήτως, να μουχλιάζουν «ευλαβικά» ώρες ατέλειωτες εις την οικεία των. Ως εκ τούτου, ένας «techno-freak» τύπος, στα πάλαι ποτέ ’80s και ’90s, ήταν, συνήθως, κάποιος νεολαίος δίχως κοινωνική ζωή, με ό,τι συνεπάγεται αυτό επί της ουσίας (κι ουχί επί της οθόνης), ο οποίος, δε μπορούσε, φυσικά,  άμα τη εξόδω του, να πάρει παραμάσχαλα το pc. Αλλά ακόμη κι αν διέθετε «πρωτόγονο» lap-top, το διαδίκτυο ή δεν είχε ακόμη επινοηθεί ή ήτο αυστηρώς εντός του γραφείου ή της οικίας του συνδρομητή. Εν ολίγοις, η επαφή των ανθρώπων με τις πάσης φύσεως οθόνες, όπως παλιότερα και με την αποκλειστικότητα του τελεβιζιόν, υπήρξε μια κατάσταση εσωτερικού χώρου και, κυρίως, του προσωπικού μας εσωτερικού χώρου. Οπότε, η εννοιολογική (και ουχί σημειολογική) προσέγγιση της φράσης «βγαίνω έξω», απέκλειε αυτομάτως αυτόν/αυτή που την έκανε κάθε φορά πράξη, από την πάσης φύσεως επαφή με υπολογιστές και (για όσο η χρήση του παρέμεινε αυστηρά εντός γραφείου/οικίας) με το διαδίκτυο.

Εδώ και κάποια χρόνια το πράγμα άλλαξε άρδην. Μπορείς να είσαι συνδεδεμένος στο διαδίκτυο, άμα το επιθυμείς (και φυσικά η εξουσία κάνει τα ΠΑΝΤΑ, να το επιθυμείς), είτε βρίσκεσαι «μέσα» είτε «έξω». Μεταφέρεις, δηλαδή, το «μέσα» στο «έξω». «Μέσα» και «έξω» τείνουν να σημαίνουν το ίδιο. Ανθρώπινες φιγούρες βαδίζουν χαυνωμένες στο δρόμο, χωρίς να κοιτούν τίποτε άλλο πέρα από μια οθόνη κολλημένη σχεδόν στη μούρη τους. Άντε να ρίξουν το βλέμμα τους και σε καμιά βιτρίνα. Και μετά πάλι οθόνη. Αλλά ακόμη και τα ψώνια τις περισσότερες φορές γίνονται πλέον από το διαδίκτυο. Στα φέρνουν και στο σπίτι, αν θέλεις, μη τυχόν και μεταφέρεις, λίγο περισσότερο, το «μέσα» σου «έξω» κι αλλοτριωθείς. Διότι, για την εξουσία, είναι αποδεκτό να εξέρχεσαι της οικίας σου μόνο για δυο λόγους, να παράγεις ή να καταναλώνεις. Κάθε τι άλλο θεωρείται ακραιφνώς ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟ. Τα πράγματα, όμως, προχώρησαν και παραπέρα, «προοδεύσαμε» που λένε, οπότε ακόμη κι όταν παράγεις ή καταναλώνεις, «outdoors» (αγγλιστί), οφείλεις να παραμένεις συνδεδεμένος και, βεβαίως, για αυτό, εράσμιε αναγνώστη, έχει φροντίσει με στοργή για εσέ το κράτος.

Ούτε βήμα, λοιπόν, δίχως διαδίκτυο! Κι αν τολμάς να πράξεις διαφορετικά, τότε ο πέλεκυς της βαθμηδόν κοινωνικής απομόνωσης, θα πέσει βαρύς εις την κεφαλήν σου. Θα θεωρείσαι ο παρίας, ο απόβλητος, ο γραφικός. Ούτε την κάρτα ανεργίας δε δύνασαι πλέον ν’ ανανεώσεις δίχως την χρήση διαδικτύου κι «έξυπνων» συσκευών. Είμαι βέβαιος πως αν αύριο, ως εκ θαύματος, η ανθρωπότητα εγκατέλειπε μαζικά διαδίκτυο κι όσες ηλεκτρονικές συσκευές σχετίζονται άμεσα με αυτό, τότε το κράτος θα επέβαλε την χρήση τους με αυστηρότατο νόμο. Έλα, όμως, που δε χρειάζεται να πράξει αναλόγως, μιας και η απάθεια και η συναίνεση στους εξουσιαστικούς σχεδιασμούς έχει ξεπεράσει, κατά πολύ, κάθε (μα κάθε) ιστορικό προηγούμενο.

Θυμάμαι, στα μικράτα μου, όταν κριτσάνιζα μπουκίτσες ροκφόρ, αμέριμνα αμέριμνος για το χάλι του κόσμου, είχα βρει μια γελοιογραφία σε σχολικό βιβλίο Έκθεσης, η οποία έδειχνε ένα ανθρωποειδές, που, αντί για κεφάλι, διέθετε μια μεγάλη οθόνη. Δύο και πλέον δεκαετίες αργότερα, μπορώ, δυστυχώς, με κάθε βεβαιότητα ν’ αναφωνήσω στωικά, όπερ και εγένετο

Πόντιξ ο Σισύφειος

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 159, Απρίλιος 2016
Both comments and trackbacks are currently closed.