Πε­ρί λα­ϊ­κι­σμού

%ce%bb%ce%b1%cf%8a%ce%ba%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c%cf%82Στην κα­τη­γο­ρί­α πε­ρί λα­ϊ­κι­σμού που ε­κτο­ξεύ­ε­ται καμμιά φο­ρά α­βα­σά­νι­στα υ­πάρ­χει μια βα­σι­κή α­ντί­φα­ση. Αυ­τή τη λέ­ξη την α­κού­με π.χ. μέ­σα στον κυ­νο­βου­λευ­τι­κό θί­α­σο, ό­ταν ο τά­δε βου­λευ­τής-κη­φή­νας κα­τη­γο­ρεί τον άλ­λο για λα­ϊ­κι­σμό π.χ. ό­ταν ε­πι­σκέ­πτε­ται μια λα­ϊ­κή α­γο­ρά ή έ­να νο­σο­κο­μεί­ο.

Αλ­λά, εν­νο­εί­ται ό­τι ο βου­λευ­τής και ο κά­θε ε­ξου­σια­στής δεν εν­δια­φέ­ρε­ται ού­τε στο ε­λά­χι­στο για το αν τα πιο φτω­χά κομ­μά­τια, που κυ­ρί­ως ψω­νί­ζουν α­πό τις λα­ϊ­κές, θα βρουν τι­μές που α­ντα­πο­κρί­νο­νται στις δυ­να­τό­τη­τές τους. Το μό­νο που τους εν­δια­φέ­ρει εί­ναι να ρί­ξουν στά­χτη στα μά­τια, ό­τι τά­χα εν­δια­φέ­ρο­νται για το λα­ό, ε­νώ το μό­νο που τους νοιά­ζει εί­ναι να πά­ρουν ψή­φους στις ε­πό­με­νες ε­κλο­γές και να δια­τη­ρή­σουν την ε­ξου­σί­α τους. Και εν­νο­εί­ται ε­πί­σης ό­τι αυ­τοί α­πέ­χουν πά­ρα πο­λύ α­πό το λα­ό, πε­ρι­στοι­χί­ζο­νται α­πό αν­θρω­πο­ει­δή και νο­μί­ζουν ό­τι εί­ναι α­νώ­τε­ροι μέ­σα στις βί­λες τους και τις υ­περ­πο­λυ­τε­λείς λι­μου­ζί­νες τους. Ό­ταν έ­χουν προ πολ­λού χά­σει και την πα­ρα­μι­κρή ε­πα­φή με αν­θρώ­πι­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, με το μό­χθο, την α­γω­νί­α, τον πό­νο, την α­νέ­χεια και τις α­να­ζη­τή­σεις των αν­θρώ­πων, ι­δί­ως των ε­ξα­θλιω­μέ­νων.

Ο­πό­τε, ό­ταν αυ­τή η κα­τη­γο­ρί­α πε­ρί λα­ϊ­κι­σμού α­πευ­θύ­νε­ται α­πό τη μί­α ε­ξου­σια­στι­κή κλί­κα στην άλ­λη δεν α­ντι­προ­σω­πεύ­ει τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω α­πό έ­να φτη­νό α­στεί­ο, για­τί εί­ναι δε­δο­μέ­νο ό­τι οι ε­ξου­σια­στές εί­ναι ε­να­ντί­ον των συμ­φε­ρό­ντων του λα­ού.

Κα­τά και­ρούς, ό­μως, ε­πι­χει­ρεί­ται αυ­τός ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός να α­πο­δο­θεί και στους α­ναρ­χι­κούς.

Αν θε­ω­ρή­σου­με λα­ϊ­κι­σμό την ταύ­τι­ση με τα συμ­φέ­ρο­ντα του λα­ού, τό­τε ναι εί­μα­στε λα­ϊ­κι­στές. Για­τί το συμ­φέ­ρον του λα­ού για μας εί­ναι η α­πο­τί­να­ξη του κρα­τι­κού ζυ­γού και η ορ­γά­νω­σή του, χω­ρίς ει­δι­κούς, αρ­χη­γούς και πρω­το­πο­ρί­ες, με βά­ση τις α­νά­γκες της και τις δυ­να­τό­τη­τες της κοινωνίας. Εί­μα­στε λοι­πόν με το λα­ό και προ­τεί­νου­με την α­ναρ­χί­α.

Α­πό την άλ­λη βέ­βαια ε­πει­δή δεν θε­ω­ρού­με την α­ναρ­χί­α ως ι­δε­ο­λο­γί­α και δεν πε­ριο­ρι­ζό­μα­στε α­πό κα­νέ­να ευαγ­γέ­λιο, δόγ­μα και -ι­σμό, δεν δε­χό­μα­στε το χα­ρα­κτη­ρι­σμό αυ­τό.

Αλ­λά δεν μπο­ρού­με να α­πο­ποι­η­θού­με την υ­πό­στα­σή μας και τη σύ­ντα­ξή μας στο πλευ­ρό των κα­τα­πιε­ζό­με­νων ό­που γης, χω­ρίς να πε­ριο­ρι­ζό­μα­στε σε οι­κο­νο­μί­στι­κα ζη­τή­μα­τα, για­τί η α­παλ­λα­γή α­πό το χρή­μα και η ε­λεύ­θε­ρη α­νταλ­λα­γή προ­ϊ­ό­ντων εί­ναι μια ε­πα­να­στα­τι­κή πρα­κτι­κή που υ­πήρ­χε και υ­πάρ­χει α­νέ­κα­θεν στις αν­θρώ­πι­νες κοι­νω­νί­ες. Μας εν­δια­φέ­ρει πιο πο­λύ το αν τα πιο φτω­χά «στρώ­μα­τα» μπο­ρούν να έ­χουν μια μί­νι­μουμ α­ξιο­πρε­πή δια­βί­ω­ση, έ­χο­ντας τη δυ­να­τό­τη­τα να παίρ­νουν τις βα­σι­κές πο­σό­τη­τες π.χ. α­πό φρού­τα και λα­χα­νι­κά που χρειά­ζο­νται και να μπο­ρούν να πά­νε σε έ­να νο­σο­κο­μεί­ο ό­ταν χρειά­ζε­ται για­τί δεν μπο­ρούν φυ­σι­κά να πά­νε στο Ω­νά­σειο, πα­ρά το αν θα έ­χουν τη δυ­να­τό­τη­τα να πά­ρουν έ­να και­νού­ριο μο­ντέ­λο κλι­μα­τι­στι­κού ή κι­νη­τού τη­λε­φώ­νου με δό­σεις.

Ε­δώ θα πρέ­πει να ε­πι­ση­μά­νου­με ό­τι δε θε­ω­ρού­με την α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κή κοι­νω­νι­κή δρά­ση ως αρ­μο­διό­τη­τα κά­ποιων ει­δι­κών και φω­τι­σμέ­νων η­γε­σιών, ει­δι­κά των καλ­λι­τε­χνι­κών και trendy πρω­το­πο­ριών που έ­χουν κα­τά και­ρούς εμ­φα­νι­σθεί. Η καρ­διά μας εί­ναι και θα εί­ναι με τον κο­σμά­κη που α­γω­νιά. Πα­θια­ζό­μα­στε με τον κο­σμά­κη που ορ­γί­ζε­ται, βλα­σφη­μά τους τυ­ράν­νους και πνί­γε­ται α­πό την α­δι­κί­α. Απ’ την άλ­λη μας πιά­νει σύ­γκρυο με ό­λες τις γα­μη­μέ­νες ε­λίτ, με ό­λους τους δή­θεν, τους θε­α­τρί­νους, με αυ­τούς που ευαγ­γε­λί­ζο­νται το lifestyle και προ­ω­θούν την κά­θε εί­δους μό­δα, κλασσι­κή ή ε­ναλ­λα­κτι­κή, ε­πί­ση­μη και α­νε­πί­ση­μη, και την υ­πε­ρο­ψί­α των ι­σχυ­ρών σαν κα­θη­με­ρι­νή στά­ση ζω­ής.

ΓΙΑ­ΤΙ η υ­πε­ρο­ψί­α των ι­σχυ­ρών και η υ­πο­τί­μη­ση και ει­ρω­νεί­α προς το λα­ό και την κοι­νω­νί­α ή­ταν α­νέ­κα­θεν γνώ­ρι­σμα των ι­σχυ­ρών, του ιερατείου, των α­ρι­στο­κρα­τών, των ε­ξου­σια­στών.

ΓΙΑ­ΤΙ αυ­τά που μι­σού­ν και θέ­λουν να ε­ξα­φα­νί­σουν –δη­μιουρ­γώ­ντας και εκ­βιά­ζο­ντας αν­θρώ­πους να γί­νουν γλά­στρες μέ­σα στην κα­πι­τα­λι­στι­κή δί­νη– δηλαδή, η α­λη­θι­νή δια­σκέ­δα­ση, το γέ­λιο, η χα­ρά, ο έ­ρω­τας, τα αν­θρώ­πι­να συ­ναι­σθή­μα­τα α­πα­ντώ­νται σε αν­θρώ­πους, σε συ­νευ­ρέ­σεις αν­θρώ­πων και ό­χι μέ­σα σε δε­ξιώ­σεις, λι­μου­ζί­νες και ε­πι­δεί­ξεις μό­δας.

Α­ναρ­χι­κή Ο­μά­δα ΞΑ­ΝΑ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟ­ΜΟΥΣ

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.18, Οκτώβριος 2003
Both comments and trackbacks are currently closed.