Η εξέγερση της Κρονστάνδης (Μέρος 3ο)

Η Προπαγάνδα των μπολσεβίκων

58αΑπό την Πράβντα του Λένινγκραντ (20 Μαρτίου 1926):

«Οι προλετάριοι όλων των χωρών έχουν πια κατανοήσει, ότι η Κρονστάνδη υπήρξε ένα γεγονός τεράστιας σημασίας (…). Τα κοινωνικοοικονομικά αίτια της Κρονστάνδης έχουν άμεση σχέση με την οικονομική καταστροφή της χώρας, με τη σχεδόν χωρίς διέξοδο κατάσταση, όπου βρέθηκε η συντριπτική πλειοψηφία της αγροτιάς (…)».

«Η Κρονστάνδη επισημαίνει το μεγάλο κίνδυνο, που κρύβεται πίσω από μία ρήξη ανάμεσα στην πρωτοπορία της επανάστασης και στην καθυστερημένη αγροτική μάζα, ανάμεσα στην πόλη και στο χωριό, ανάμεσα στο κόμμα και στο προλεταριάτο(…)». «Η εξέγερση της Κρονστάνδης προκλήθηκε από το γεγονός, ότι ένα μέρος της εργατικής τάξης έχασε την ταξική του συνείδηση και ακολούθησε το δρόμο της μικροαστικής παρέκκλισης (…)».

Από την Ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος της ΕΣΣΔ του 1938 (εγκεκριμένη από την Κ.Ε.):

«Το κύμα της δυσαρέσκειας είχε αρχίσει να παρασύρει και την εργατική τάξη(…). Οι καλύτεροι εργάτες, οι πιο συνειδητοί, οι πιο αφοσιωμένοι και οι πιο πειθαρχημένοι, ένοιωθαν να καίει μέσα τους η φλόγα του σοσιαλιστικού ενθουσιασμού. Μα η ολόπλευρη οικονομική αποδιοργάνωση επηρέαζε και την εργατική τάξη (…)».

«Το κόμμα αναγκάστηκε να προγραμματίσει για όλα τα προβλήματα της οικονομικής ζωής της χώρας, μια νέα κατεύθυνση, σύμφωνη με την νέα κατάσταση.

Στο μεταξύ ο ταξικός εχθρός αγρυπνούσε. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να εκμεταλλευτεί τη δύσκολη οικονομική κατάσταση και τη δυσαρέσκεια των αγροτών. Στη Σιβηρία, στην Ουκρανία, στην επαρχία του Ταμπόβ (ανταρσία του Αντόνοβ) ξέσπασαν ταραχές, όπου πρωτοστατούσαν οι κουλάκοι. Τις ταραχές αυτές τις οργάνωναν οι Λευκοφρουροί και οι Εσέροι. Παρατηρήθηκε μία υποτροπή της δραστηριότητας όλων των αντεπαναστατικών στοιχείων: των μενσεβίκων, των Εσέρων, των αναρχικών, των Λευκοφρουρών, των αστών εθνικιστών. Ο εχθρός κατέφυγε σε μία νέα τακτική, συνεχίζοντας τον αγώνα του εναντίον της εξουσίας των σοβιέτ. Καμουφλαρίστηκε με σοβιετικά χρώματα. Μια και το παλιό σύνθημα, κάτω τα σοβιέτ, δεν είχε φέρει αποτέλεσμα, έριξε νέο σύνθημα: υπέρ των σοβιέτ, μα χωρίς τους κομμουνιστές».

«Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας τακτικής του ταξικού εχθρού ήταν και η αντεπαναστατική εξέγερση της Κρονστάνδης. Άρχισε οκτώ μέρες πριν την έναρξη των εργασιών του 10ου συνεδρίου του κόμματος, το Μάρτιο του 1921. Επικεφαλής της εξέγερσης βρίσκονταν οι λευκοφρουροί, που είχαν στενούς δεσμούς με τους Εσέρους, τους μενσεβίκους και εκπροσώπους ξένων κρατών (…)».

«Οι συνθήκες που διευκόλυναν την εξέγερση της Κρονστάνδης, ήταν δύο: Πρώτον, το γεγονός ότι η σύνθεση των πληρωμάτων των πολεμικών πλοίων ήταν χειρότερη από άλλοτε και δεύτερον το γεγονός ότι η μπολσεβίκικη οργάνωση της Κρονστάνδης είχε εξασθενήσει. Οι παλιοί ναύτες, που πήραν μέρος στην επανάσταση του Οκτώβρη, είχαν φύγει όλοι τους σχεδόν για το μέτωπο, όπου πολεμούσαν ηρωικά στις τάξεις του κόκκινου στρατού. Οι νέες κλάσεις που κατατάχτηκαν στο στόλο, δεν είχαν ατσαλωθεί στη φωτιά της επανάστασης. Οι κλάσεις αυτές αποτελέστηκαν από μία τελείως απαίδευτη ακόμα μάζα αγροτών, που καθρέφτιζε τη δυσαρέσκεια της αγροτιάς εξ αιτίας των κατασχέσεων(…)».

«Ένα πρώτης γραμμής φρούριο, ο στόλος και μια τεράστια ποσότητα πυρομαχικών είχαν πέσει στα χέρια των στασιαστών. Η διεθνής αντεπανάσταση πανηγύριζε κιόλας τη νίκη της. Βιάστηκε όμως να εκφράσει τη χαρά της. Τα σοβιετικά στρατεύματα δεν άργησαν να συντρίψουν την επανάσταση (…) η εξέγερση κατεστάλη».

Μία νεότερη έκδοση τη Ιστορίας του Κόμματος της Ε.Σ.Σ.Δ. του 1960 είναι λιγότερο περιγραφική αλλά και ωμή ως προς την επιδίωξη των κομμουνιστών να παραμείνουν στην εξουσία πνίγοντας στο αίμα κάθε εμπόδιο που θα τους έβαζε η κοινωνία:

«Στις αρχές του 1921 άρχισε η στάση στην Κρονστάνδη(…). Η αντεπαναστατική αστική τάξη, τσακισμένη στον εμφύλιο πόλεμο δεν τολμούσε να ταχθεί ανοιχτά ενάντια στη Σοβιετική εξουσία, άλλαξε την ταχτική της πάλης. Οι αρχηγοί της στάσης της Κρονστάνδης έριξαν το σύνθημα «Η εξουσία στα Σοβιέτ και όχι στα κόμματα», σύνθημα που αποσκοπούσε στην εξαπάτηση των μαζών(…). Η αντεπανάσταση ήθελε να απομακρύνει τους κομμουνιστές από την καθοδήγηση των Σοβιέτ, να εγκαθιδρύσει τη δικτατορία της αστικής τάξης και να παλινορθώσει στη Ρωσία την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων(…)».

Μερικά απαραίτητα συμπεράσματα

58βΗ εξέγερση στην Κρονστάνδη ξέσπασε σε μια στιγμή όπου η καταστολή εκ μέρους των μπολσεβίκων βρισκόταν στο απόγειό της. Οι φυλακίσεις, οι εξαφανίσεις, οι εξορίες και οι δολοφονίες όσων έδειχναν την παραμικρή αντίθεση στο κομμουνιστικό καθεστώς ήταν μια διαρκής πραγματικότητα.

Οι μπολσεβίκοι, με ολοκληρωμένη γνώση της πορείας της γαλλικής επανάστασης ήξεραν πολύ καλά πώς να εφαρμόσουν την πιο στυγνή τρομοκρατία στο όνομα της Κοινωνικής Επανάστασης. Γι’ αυτήν την περίοδο, αλλά και για κάθε ανάλογη περίπτωση, οι διάφοροι πολιτικοί και ιστορικοί αναλυτές συνηθίζουν να μιλούν για το φαινόμενο όπου «η επανάσταση τρώει τα παιδιά της».

Εννοείται πως δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα απ’ αυτό.

Γιατί, στην πραγματικότητα, όλη αυτή η διαδικασία δεν συμπορεύεται με την κοινωνική επανάσταση, αλλά στην ουσία πρόκειται για την ανασυγκρότηση των εξουσιαστικών δομών και την ανασύσταση του κράτους σε άλλες βάσεις από αυτές που υπήρχαν προηγουμένως. Τα καίρια κτυπήματα ενάντια στην κοινωνική επανάσταση γίνονται με τη συντριβή των πιο ζωτικών συστατικών της. Αυτό που έγινε στη Γαλλική κοινωνική επανάσταση, επαναλήφθηκε στη Ρωσική.

Η επίθεση των κομμουνιστών ενάντια στην αντιπολίτευση και τους αναρχικούς στηρίχτηκε στην αισχρή συκοφαντία πως όλοι αυτοί υπερασπίζονταν τα συμφέροντα της αντεπανάστασης, (δηλ. των τσαρικών, των Λευκορώσων κλπ.). Κι όλα αυτά λεγόντουσαν, την ίδια στιγμή που πολλοί απ’ αυτούς και ιδιαίτερα οι αναρχικοί έδιναν τη ζωή τους πολεμώντας στην πρώτη γραμμή εναντίον αυτών που, σύμφωνα με τη προπαγάνδα των μπολσεβίκων, υποτίθεται πως υπερασπιζόντουσαν τα συμφέροντα.

Σοβαρότατα πλήγματα δέχτηκαν από την αρχή οι αναρχικοί οι οποίοι, ενώ υπερασπίστηκαν την κοινωνική επανάσταση, στην συνέχεια με την κεκτημένη ταχύτητα που φέρνουν τέτοιες συνθήκες συνέχιζαν να υπερασπίζονται την αντεπανάσταση. Κι αυτό γιατί οι συγκρούσεις πλέον ανάμεσα στους μπολσεβίκους και τους υποστηρικτές τού προηγούμενου καθεστώτος ήταν ένας πόλεμος για το ποιος θα διατηρήσει ή θα ανακαταλάβει την εξουσία. Πολλοί αναρχικοί γνώριζαν πως πηγαίνοντας στο μέτωπο δεν θα επέστρεφαν όχι μόνο γιατί υπήρχαν πιθανότητες να σκοτωθούν στη μάχη, αλλά επειδή στην επιστροφή τους περίμεναν οι δολοφόνοι της ΤΣΕΚΑ για να τους πυροβολήσουν πισώπλατα.

Αυτή ήταν η άγρια τρομοκρατία που απλώθηκε, σ’ όλη τη Ρωσία, από τους Μπολσεβίκους, τους σφετεριστές και δημαγωγούς, τους σφαγείς ανθρώπων και καταστροφείς ονείρων και επιθυμιών εκατομμυρίων ανθρώπων.

Η εξέγερση στην Κρονστάνδη ξέσπασε τέσσερα χρόνια ύστερα την κοινωνική επανάσταση του 1917, ακριβώς όταν οι εργάτες της Πετρούπολης ξεσηκώθηκαν ενάντια στους «σωτήρες» τους: την κομμουνιστική εξουσία.

Οι ναύτες της Κρονστάνδης στάθηκαν αλληλέγγυοι στους εξεγερμένους εργάτες και βρέθηκαν αντιμέτωποι με αυτούς που πριν από τέσσερα χρόνια θεωρούσαν πολιτική «παρασυναγωγή» και αμελητέους, αλλά που τώρα είχαν συγκεντρώσει στα χέρια τους δύναμη και εξουσία εξοντώνοντας ό,τι πιο ζωντανό είχε οδηγήσει στην κοινωνική επανάσταση κι ό,τι πιο δημιουργικό είχε ξεπηδήσει μέσα απ’ αυτήν.

Το γεγονός πως οι ναύτες της Κρονστάνδης ξεκίνησαν με μια πράξη αλληλεγγύης αποδεικνύει πως δεν υπήρχε κανενός είδους προσχεδιασμός. Απλώς επρόκειτο για μια κίνηση που δεν εντάσσονταν σε κάποιο προετοιμασμένο σχέδιο των «σκοτεινών κύκλων της αντεπανάστασης» όπως ισχυριζόταν η μπολσεβίκικη εξουσία. Αντίθετα, ο πρώην στρατηγός του τσάρου Κοζλόβσκι ήταν αυτός που είχε διοριστεί από τον Τρότσκι στην Κρονστάνδη μαζί με τους Μπούρξερ, Κοστρομιτίνοβ και Σιμιανόφσκι. Αυτοί όμως, δεν έπαιξαν κανένα ρόλο ούτε στο ξεκίνημα της εξέγερσης, ούτε και στη συνέχεια, γιατί οι εξεγερμένοι δεν τους είχαν σε καμιά υπόληψη. Δεν έλαβαν μάλιστα υπ’ όψιν τους ούτε τεχνικές συμβουλές καθαρά στρατιωτικού χαρακτήρα που τους έδωσαν, όπως ήταν το σπάσιμο των πάγων με τα κανόνια ή κατάληψη του φρουρίου του Οριενμπάουμ, το οποίο είχε περί τους 800.000 τόνους σιταριού που θα τους έδινε τη δυνατότητα να μη ξεμείνουν από προμήθειες.

Σ’ ότι αφορά, βεβαίως, την προπαγάνδα των Κομμουνιστών για την αλλαγή της κοινωνικής σύνθεσης των πληρωμάτων της Κρονστάνδης γεγονός που υποτίθεται πως ευνόησε το «αντεπαναστατικό εγχείρημα», αυτή καταρρέει μπροστά σε αδιάσειστα πραγματικά γεγονότα. Ο ακαδημαϊκός Israel Getzler μελετώντας τη σύνθεση των πληρωμάτων των πλοίων Πετροπαβλόφσκ και Σεβαστόπολ, που πρωτοστάτησαν στην εξέγερση της Κρονστάνδης, αποδεικνύει πως το 93,9% των ναυτών είχαν καταταχθεί στο ναυτικό πριν ή κατά την διάρκεια της επανάστασης του 1917 και μόνο το 6,8% αποτελείτο από νέους ναύτες, οι οποίοι στρατολογήθηκαν μεταξύ των ετών 1918 και 1921. Μάλιστα το μεγαλύτερο μέρος από αυτούς, 1195 άτομα (από ένα σύνολο 2028 ατόμων), κατατάχθηκε στα χρόνια 1914-16. Στα ίδια ποσοστά καταλήγει και η έρευνα του Evan Mawdsley, ο οποίος επίσης διαπιστώνει ότι καμιά σημαντική αλλαγή στη σύνθεση των πληρωμάτων δεν είχε πραγματοποιηθεί μετά το 1917: 20.2% κατατάχθηκαν πριν το 1914, 59% μεταξύ των ετών 1914 και 1916, 14% το 1917 και 6.8% μετά το 1918.

Πρόσφατα, μάλιστα, βρέθηκε στα σοβιετικά αρχεία μια αναφορά υψηλόβαθμου αξιωματούχου της ΤΣΕΚΑ, του Vasilii Sevei, με ημερομηνία 7 Μαρτίου 1921, στην οποία επισημαίνει ότι «η συντριπτική πλειοψηφία των ναυτών που υπηρετούν στο στόλο της Βαλτικής ήταν και είναι επαγγελματίες επαναστάτες και πως υπάρχει κίνδυνος να σχηματίσουν τη βάση για μια τρίτη επανάσταση». Όπως αναφέρει ο συγγραφέας της: «Έχω δηλώσει τις απόψεις μου αυτές περισσότερο από ένα μήνα πριν στο μνημόνιό μου προς τον σύντροφο Κρεστίνσκι». Ο Sevei εκφράζει τους φόβους του πως, επειδή οι ναύτες διατηρούν τις επαναστατικές τους διαθέσεις, αποτελούν κίνδυνο. Συμπληρώνει μάλιστα πως «η αρρώστια από την οποία υποφέρουν έχει υποτιμηθεί και παραμελήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα». Παραλήπτης αυτής της αναφοράς ήταν ο Τρότσκι.

Παρ’ όλα αυτά, οι εξεγερμένοι της Κρονστάνδης βρίσκονταν μέσα σε μια αξεδιάλυτη αντίφαση. Πάλευαν ανάμεσα στην εξέγερση και τη διαπραγμάτευση με το μπολσεβίκικο καθεστώς. Σε αντίθεση, μάλιστα, με όσα κατηγορήθηκαν από τους κομμουνιστές, όχι μόνο διατήρησαν την «επαναστατική πειθαρχία» αλλά η Προσωρινή Επαναστατική Επιτροπή καλούσε εργάτες, στρατιώτες και ναύτες, να μείνουν στις θέσεις τους και να συνεχίσουν το έργο τους, ενώ παράλληλα έπαιρνε μέτρα για να διατηρηθεί η «επαναστατική τάξη».

Αυτό που κάνει ξεκάθαρη την περίπτωση της Κρονστάνδης είναι το γεγονός ότι οι εξεγερμένοι δεν υποστήριζαν μια δική τους ξεχωριστή επαναστατική θεωρία και πραχτική, όπως λόγου χάριν το κίνημα του Μαχνό, αλλά στην ουσία απαιτούσαν την εφαρμογή των διακηρύξεων του ίδιου του Λένιν, όπως τις είχε διατυπώσει στην αρχή της επανάστασης. Αλλά, αυτές οι διακηρύξεις είχαν πλέον παλιώσει για τους μπολσεβίκους, έρχονταν σε αντίθεση με την διατήρηση και το δυνάμωμα της εξουσίας τους.

Η συγκυρία μέσα στην οποία ξέσπασε η εξέγερση σε συνδυασμό με τις εγγενείς αδυναμίες των εξεγερμένων, που ήθελαν την επιστροφή σε μια κατάσταση, η οποία δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να επαναληφθεί, αποδεικνύει πως η μόνη πιθανότητα που είχε θα ήταν να μην πνιγεί τόσο γρήγορα στο αίμα, αλλά να παραμείνει για αρκετό διάστημα σαν μια εστία ελπίδας για τους καταπιεσμένους.

Αυτή θα ήταν μια ουσιαστική δυνατότητα για τον επαναπροσδιορισμό της στάσης των εξεγερμένων, που αν δεν γινόταν θα οδηγούσε στο μαράζωμα. Η εξέγερση θα έσβηνε αν δεν υπερέβαινε την νοοτροπία της συνδιαλλαγής και των αιτημάτων από αυτούς που δεν είχαν σκοπό να υλοποιήσουν τίποτα απ’ όσα ζητούσαν οι εξεγερμένοι.

Τα αιτήματα της Κρονστάνδης μπορεί να στηρίζονταν σε μια στιγμή που δημιουργήθηκε από την επαναστατημένη κοινωνία, αλλά εξέφραζαν μια μεταβατική κατάσταση. Αυτή είχε παρέλθει, είχε καταπνιγεί μέσα από τις διαδικασίες, που είχαν προηγηθεί. Σε μια περίοδο όπου η μεταβατικότητα της αμεσοδημοκρατικής διαδικασίας είχε, πλέον, ξεπεραστεί οριστικά από την δικτατορία που επέβαλε το μπολσεβίκικο κόμμα, ήταν αδιανόητο να περιμένει κανείς πως θα μπορούσε να υιοθετηθεί ή να υλοποιηθεί στο ελάχιστο κάποιο «γύρισμα προς τα πίσω».

Το μόνο «γύρισμα προς τα πίσω» και η δυνατότητα των εξεγερμένων προς μια ουσιαστική κοινωνικοαπελευθερωτική κατεύθυνση θα ήταν μια ευθεία και ολοκληρωτική αντιπαράθεση με το καθεστώς, προτάσσοντας την αναρχική προοπτική. Αυτό όμως δεν μπορούσε να το κάνει όχι μόνο γιατί δεν ήταν μια εξέγερση που πραγματοποιήθηκε από αναρχικούς αλλά και γιατί η κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι αναρχικοί ήταν απελπιστική.

Μέσα στο διάστημα των τεσσάρων χρόνων που μεσολάβησαν από την κοινωνική επανάσταση, οι αναρχικοί, πραγματοποίησαν μια σειρά από ολέθρια λάθη. Μετά από αυτήν την τετραετία η καλύτερη και ίσως η μοναδική ευκαιρία που δόθηκε στους αναρχικούς της Ρωσίας ήταν αυτή που προέκυψε δυο εβδομάδες πριν ξεσπάσει η εξέγερση με το θάνατο του Κροπότκιν.

Στην κηδεία του, που έγινε στη Μόσχα, περισσότεροι από 100.000 αναρχικοί έδωσαν το παρόν. Aνάμεσά τους αρκετοί ήταν κι αυτοί που είχαν αφεθεί από τις φυλακές μόνο και μόνο για να παραστούν στην κηδεία. Η κηδεία πρόσφερε μια πολύ καλή δυνατότητα ώστε να δημιουργήσουν μια πραγματικά έκρυθμη κατάσταση, που θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στην κομμουνιστική δικτατορία. Τελικά, όμως, η 13η Φεβρουαρίου 1921 ήταν η μέρα όπου οι αναρχικοί έκαναν για τελευταία φορά μια πολυάριθμη εμφάνιση στη Ρωσία. Ακόμα και σ’ αυτό το κύκνειο άσμα τους οι αναρχικοί της Ρωσίας εξακολουθούσαν να βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε μια σειρά από θλιβερές καταστάσεις και διαδικασίες, όπου οι εκκλήσεις και οι αιτήσεις στις μπολσεβίκικες αρχές έσβηναν το πάθος για την βίαιη ατομική και συλλογική αντιπαράθεση στο κτηνώδες καθεστώς, που συνέχιζε να απλώνει τα πλοκάμια του πάνω στους καταπιεσμένους της Ρωσίας.

Θα πρέπει να επισημάνουμε πως αυτό το ιδιαίτερα κρίσιμο χρονικό διάστημα τα στρατεύματα των μπολσεβίκων επιτίθονταν στους μαχητές του Μαχνό, στην Ουκρανία, για να τους συντρίψουν ολοκληρωτικά πέντε μήνες αργότερα.

Δεν είναι λίγοι οι αναρχικοί που συνέχιζαν να έχουν αυταπάτες για το μπολσεβίκικο καθεστώς. Κι αυτές τις πλήρωσαν με τη ζωή τους και την συντριβή τους. Κάθε κίνηση που έδειχνε μια πρόθεση οργανωμένης παρέμβασης προς τους ιθύνοντες του καθεστώτος, οδηγούσε στη σύλληψη και τη φυλάκιση. Ο παραγοντισμός δεν μπορούσε να φέρει κανένα αποτέλεσμα. Ίσα ίσα δυνάμωνε την πεποίθηση στους κρατούντες ότι θα έπρεπε να τελειώνουν το συντομότερο με τους αναρχικούς. Γι’ αυτό και συνέχιζαν με βιαιότητα τις συλλήψεις, τις φυλακίσεις και τις δολοφονίες. Η ισχνή παρέμβαση του Μπέρκμαν και της Έμμα Γκόλντμαν, για διαμεσολάβηση με τους Κρονστανδινούς, το μόνο που κατόρθωσε ήταν να συλληφθούν και να εξαφανιστούν οι δύο ρώσοι αναρχικοί, Πέρκους και Πετρόφσκι, που συνυπέγραφαν το κείμενο για την διαμεσολάβηση.

Αναφέρθηκε πως ο χρόνος και οι συνθήκες μέσα στις οποίες εκδηλώθηκε η εξέγερση της Κρονστάνδης ήταν ιδιαίτερα αρνητικές. Όμως, αυτό δεν σημαίνει πως η εξέγερση ήταν άκαιρη, μάταιη ή καταδικαστέα. Απέναντι στο σκοταδισμό, το φόβο, την ηττοπάθεια και την προσπάθεια διαμεσολάβησης, οι Κρονστανδινοί έδειξαν πως το πνεύμα της κοινωνικής επανάστασης δεν έσβησε. Μπορεί να μην κατόρθωσε να φορέσει την ολοκαίνουργια πανοπλία της απελευθέρωσης από τον κάθε μορφής κρατισμό απέδειξε, όμως, πως παρά τις αντιξοότητες είχε τη δυνατότητα να αντιπαρατεθεί στο κρατικό τέρας, που ορθωνόταν και κατασπάραζε τις σάρκες των αγωνιζόμενων.

Η Κρονστάνδη είναι μόνο ένα παράδειγμα από τα πολλά όπου οι μπολσεβίκοι, στην προσπάθεια τους να διατηρήσουν και να δυναμώσουν την εξουσία τους, έδρασαν απάνθρωπα, τυραννικά, συντρίβοντας ένα κοινωνικό κομμάτι που, ακριβώς επειδή ένιωσε στο πετσί του την τυραννία, δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια αλλά προσπάθησε να την αποβάλει, όπως είχε κάνει και πριν τέσσερα χρόνια με το τσαρικό καθεστώς.

Η Κρονστάνδη ανέδειξε το απαράμιλλο ήθος των ανθρώπων της που, παρά το γεγονός πως αντιμετώπιζαν την κτηνωδία και την βαρβαρότητα, δεν υπέκυψαν στον πειρασμό να πράξουν τα ίδια με τους εχθρούς του ανθρώπινου γένους, οι οποίοι είχαν ντυθεί τους μανδύες των απελευθερωτών.

Ο Λένιν στο 10ο συνέδριο του κόμματος, στις 15 Μαρτίου 1921, δήλωνε ότι «οι εξεγερμένοι της Κρονστάνδης δεν θέλουν ούτε τους Λευκοφρουρούς μα ούτε και το δικό μας καθεστώς».

Δυστυχώς, οι Κρονστανδινοί δεν μπορούσαν, όμως, να προτείνουν ούτε την αναρχική προοπτική…

Η. Α.

Δημοσιεύθηκε στην  ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 58, Φεβρουάριος 2007
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.