Η εξέγερση της Κρονστάνδης (Μέρος 2ο)

5 Μαρτίου (τρεις ημέρες μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Κρονστανδιώτες)

55αΗ κατάσταση τρεις ημέρες μετά παραμένει φαινομενικά ήσυχη. Η πόλη συνεχίζει στους κανονικούς της ρυθμούς. Όπως σημειώνει και ο Πετριτσένκο «…τρεις ημέρες και δεν έχει πέσει ούτε τουφεκιά». Η Ιζβέστια Νο 3 αναφέρει μεταξύ άλλων: «… έχουν περάσει τρεις ημέρες από τότε που ξεκαθαρίστηκε η Κρονστάνδη απ’ την καταραμένη εξουσία των κομμουνιστών, με τον ίδιο τρόπο που, τέσσερα χρόνια πριν, η πόλη είχε αποτινάξει την εξουσία του τσάρου και των στρατηγών του…», «…Οι μπολσεβίκοι αρχηγοί της Κρονστάνδης το έβαλαν στα πόδια ντροπιασμένοι… Φοβήθηκαν για το τομάρι τους. Φαντάστηκαν ότι η Π.Ε.Ε.(Προσωρινή Επαναστατική Επιτροπή), θα χρησιμοποιούσε τη μέθοδο που προτιμά η ΤΣΕΚΑ: τη δολοφονία». «…Η Π.Ε.Ε. δεν πρόκειται να καταφύγει ούτε σε βεντέτες, ούτε σε αντεκδικήσεις. Όλοι οι κομμουνιστές της Κρονστάνδης είναι ελεύθεροι και τίποτα δεν τους απειλεί. Βρίσκονται υπό κράτηση μόνον όσοι επιχείρησαν να το σκάσουν και έπεσαν στα χέρια των περιπόλων μας. Μα ακόμα και αυτοί βρίσκονται σε απόλυτη ασφάλεια».

Την ίδια ημέρα ο Τρότσκι είχε στείλει τελεσίγραφο, το οποίο έλεγε τα εξής: «Η κυβέρνηση των εργατών και των αγροτών αποφάσισε, ότι το φρούριο της Κρονστάνδης και τα πλοία, που στασίασαν, πρέπει να τεθούν αμέσως κάτω από τις διαταγές της Σοβιετικής Δημοκρατίας. Κατόπιν τούτου ΔΙΑΤΑΖΩ: Όλοι όσοι σήκωσαν χέρι εναντίον της σοσιαλιστικής πατρίδας, να καταθέσουν αμέσως τα όπλα. Όσοι δεν υπακούσουν θα αφοπλίζονται και θα παραδίδονται στις σοβιετικές αρχές…» «Αυτή η προειδοποίηση είναι και η τελευταία».

Στις 6 Μαρτίου οι μπολσεβίκοι προετοίμαζαν τις δυνάμεις τους για ανακατάληψη της πόλης. Τα στρατεύματά τους είχαν αρχίσει να κυκλώνουν το οχυρό. Παράλληλα, αεροπλάνα πετούσαν φυλλάδια, με σκοπό να κάμψουν τελείως το ηθικό και το σθένος των εξεγερμένων. Ένα από αυτά τα φυλλάδια έλεγε μεταξύ άλλων «…Είσαστε κυκλωμένοι από παντού. Σε λίγες ώρες θα αναγκαστείτε να παραδοθείτε άνευ όρων. Σας λείπει το ψωμί, σας λείπουν τα καύσιμα. Αν δεν αλλάξετε μυαλά, θα σας βάλουμε στο σημάδι και θα σας λιώσουμε σαν αγριόχηνες…»

Η απάντηση των Κρονστανδιωτών, στα προπαγανδιστικά αυτά κείμενα, δημοσιεύτηκε στην Ιζβέστια της ίδιας ημέρας με τίτλο «Άνανδροι και συκοφάντες» και έλεγε μεταξύ άλλων: «…οι Μπολσεβίκοι απειλούν ότι σε λίγες ώρες θα αναγκαστούμε να παραδοθούμε. Άθλιοι υποκριτές! Ποιον πάτε να ξεγελάσετε; Η φρουρά της Κρονστάνδης δεν παραδόθηκε το 17 στους στρατηγούς του Τσάρου. Πιστεύετε ότι θα παραδοθεί στους μπολσεβίκους στρατηγούς;[1] Πάψτε πια να λέτε ψέματα άνανδροι…» Στον αντίποδα, τώρα, στις 5 Μαρτίου οι αρχές της Πετρούπολης έδωσαν διαταγή να συλληφθούν οι συγγενείς των ναυτών της Κρονστάνδης και να κρατηθούν σαν όμηροι. Η μπολσεβίκικη Πράβντα της ίδιας ημερομηνίας έγραφε: «Αν πειραχτεί έστω και μία τρίχα των κρατούμενων συντρόφων μας, οι όμηροι θα το πληρώσουν με το κεφάλι τους». Φυσικά μιλούσε για την ηγεσία των μπολσεβίκων που συλλήφθηκαν από τους Κρονστανδιώτες.

Μία ανάσα πλέον από τη σύγκρουση και η Ιζβέστια Νο 4 γράφει μεταξύ άλλων: «…Το ραδιοτηλεγράφημα που έπιασε ο σταθμός του Πετροπαυλόσκ και που δημοσιεύουμε στη συνέχεια, αποδεικνύει, για άλλη μια φορά, ότι οι κομμουνιστές και τα μελή του σοβιέτ της Πετρούπολης, συνεχίζουν να εξαπατούν κυνικά τους εργάτες και τους κόκκινους στρατιώτες. Αλλά η επαναστατική φρουρά κι οι εργάτες της Κρονστάνδης δε θα πέσουν στη παγίδα». Και είχαν δίκιο, γιατί το σοβιέτ της Πετρούπολης έκανε έκκληση στους εργάτες, στους κόκκινους στρατιώτες και στους ναύτες της Κρονστάνδης, η οποία έλεγε μεταξύ άλλων: «Η Κρονστάνδη εξαπατήθηκε από μια χούφτα αντεπαναστατών και τυχοδιωκτών. Είναι φανερό ότι οι ναύτες του Πετροπαυλόσκ κατευθύνονται απ’ τους κατασκόπους της γαλλικής αντεπανάστασης…» και τελείωνε ως εξής: «Αυτή είναι η τελευταία προειδοποίηση. Ο χρόνος λιγοστεύει. Ήρθε η ώρα να αποφασίσετε με ποιον είστε: με μας ενάντια στον κοινό εχθρό ή με τους αντεπαναστάτες;».

Η Π.Ε.Ε. έστειλε ένα ραδιοφωνικό μήνυμα «προς όλους, προς όλους», υποστηρίζοντας τις θέσεις της και αποκαλύπτοντας τα αισχρά ψέματα των μπολσεβίκων. Καλούσε επίσης τον κόσμο να στείλει αντιπροσώπους για να διαπιστώσουν και από μόνοι τους τη μαζικότητα της εξέγερσης.

Ο Τρότσκι είχε τελειώσει με την τοποθέτηση των στρατευμάτων. Οι μεραρχίες που είχαν μεταφερθεί επειγόντως απ’ όλα τα μέτωπα, τα συντάγματα των κουρσάντι, οι ειδικές μονάδες της ΤΣΕΚΑ, συγκεντρώθηκαν στα οχυρά του Σεστρορέτσκ, του Λύσυϊ Νος και της Κράσναγια Γκόρκα, καθώς επίσης και σε άλλες οχυρωμένες θέσεις. Οι καλύτεροι στρατιωτικοί ειδικοί στάλθηκαν στο κέντρο επιχειρήσεων για την κατάστρωση των σχεδίων της πολιορκίας και της επίθεσης εναντίον της Κρονστάνδης. Ο Τουχατσέβσκυ διορίστηκε γενικός διοικητής των στρατευμάτων.

Η Επίθεση δεν ήταν τόσο εύκολη υπόθεση

Παρ’ όλο τον εξοπλισμό και τα συγκεντρωμένα στρατεύματα ο Τουχατσέβσκυ, καθώς και οι «ειδικοί» του, αντιμετώπιζαν δύο σημαντικές δυσκολίες. Η πρώτη ήταν εσωτερικής φύσεως. Η 7η στρατιά που είχε σταλεί να καταστείλει τους εξεγερμένους αποτελείτο κυρίως από φαντάρους αγρότες. Οι οποίοι, αφ’ ενός ήταν κουρασμένοι από τον εμφύλιο και το μόνο που ήθελαν ήταν να γυρίσουν στα σπίτια τους και αφ’ ετέρου υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να μην άνοιγαν πυρ ενάντια στα αδέρφια τους. Ο Τουχατσέβσκη φοβόταν ακόμα και το ενδεχόμενο να περνούσαν από την πλευρά των εξεγερμένων. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την επίθεση να τη στηρίξει κυρίως στους κουρσάντι και στα τμήματα της ΤΣΕΚΑ.

Η δεύτερη και πιο σημαντική δυσκολία ήτανε η ίδια η Κρονστάνδη. Η πόλη είχε κτιστεί από τον αυτοκράτορα Πέτρο (μέγα κατά πολλούς) με μόνο σκοπό να προστατεύει την Πετρούπολη (η οποία εκείνη την εποχή λεγότανε αγία Πετρούπολη, όπως δηλαδή ονομάζεται και τώρα). Την ίδια περίπου εποχή χτίστηκε και μια ναυτική βάση στη νήσο Κότλιν, τριάντα χιλιόμετρα δυτικά της πόλης. Η Κρονστάνδη αποτελούσε την κυριότερη βάση του στόλου της βαλτικής. Από τις 50.000 κατοίκων οι μισοί ήταν στρατιωτικοί και οι περισσότεροι απ’ αυτούς άνηκαν στα πληρώματα των πλοίων. Επίσης, υπήρχαν στρατιώτες κυρίως πολυβολητές τοποθετημένοι στο κεντρικό φρούριο, στα γύρω οχυρά και στα παράκτια πυροβολεία. Η περιμετρική οχύρωση της πόλεως (τείχη, πολυβολεία κ.ά.), ο αρκετός αριθμός ετοιμοπόλεμων και η δύναμη πυρός των θωρηκτών δημιουργούσε μεγάλο προβληματισμό στους μπολσεβίκους στρατιωτικούς «ειδικούς». Το μόνο ανοχύρωτο σημείο της Κροστάνδης ήταν η λεγόμενη πύλη της Πετρούπολης. Το μέρος δηλαδή που βρισκόταν απέναντι από την Πετρούπολη και επειδή (θεωρητικά) δεν θα μπορούσε να δεχθεί επίθεση από υποτιθέμενο εισβολέα δεν είχε κάποια σημαντική οχύρωση.

Ο Π. Άβριτς αναφέρει ότι δεν ήταν εύκολο να κυριευθεί το φρούριο της Κρονστάνδης. Εκτός από τις έξοχες αμυντικές οχυρώσεις είχε το πλεονέκτημα ότι την χώριζαν από τις ακτές τεράστιες εκτάσεις παγωμένης θάλασσας -οκτώ χιλιόμετρα ως το Οριενμπάουμ, είκοσι περίπου χιλιόμετρα ως την Κράσναγια Γκόρκα έντεκα ως το Λυσυϊ Νος και δεκαοκτώ ως το Σεστροτέσκ. Τα επιτιθέμενα κυβερνητικά στρατεύματα έπρεπε, λοιπόν, να διασχίσουν ακάλυπτα μια μεγάλη απόσταση πάνω στους πάγους, κάτω από τα καταιγιστικά πυρά των αμυνόμενων. Αυτός ο εφιάλτης είχε υποσκάψει το ηθικό των κομμουνιστικών στρατευμάτων. Αξίζει να αναφερθεί ότι η Κροστάνδη υπερείχε σε βαρύ οπλισμό έναντι των επιτιθέμενων.

Βέβαια, το γεγονός ότι τα νερά είχαν παγώσει, λόγω του ψύχους, ήταν μείον και για τους Κρονστανδιώτες. Αξίζει να αναφερθεί ότι δίπλα από τα θωρηκτά ήταν αγκυροβολημένα 8 ακόμη πολεμικά πλοία, τα οποία, ελλείψει παγοθραυστικού, δεν πήραν μέρος στις μάχες. Οι ελλείψεις, όμως, για τους Κρονστανδιώτες δεν σταματούσαν εκεί. Το κυριότερο πρόβλημά τους ήταν η έλλειψη τροφής και ρουχισμού. Ο Α. Σκριντά, περιγράφοντας την κατάσταση, λέει σε κάποιο σημείο: «Οι εξεγερμένοι λοιπόν, είχαν αρκετές ελλείψεις στον τομέα του οπλισμού, μα το σοβαρότερο απ’ όλα ήταν ότι τρέφονταν άσχημα: δεν υπήρχαν μεγάλα αποθέματα τροφίμων. Το αλεύρι του φρουρίου βρισκόταν στο μύλο του Οριενμπάουμ (30 τόνοι) και οι μπολσεβίκοι το μετέφεραν αλλού. Ο Π. Άβριτς αναφέρει επίσης: «Οι αμυνόμενοι είχαν έλλειψη χειμερινού ιματισμού και υποδημάτων. Οι κάτοικοι είχαν αρκετές πατάτες, που καλλιεργούσαν οι ίδιοι, μα τα αποθέματα κονσερβών και αλογίσιου κρέατος ήταν τελείως ανεπαρκή. Αλεύρι δεν υπήρχε καθόλου…».

7 Μαρτίου – Η επίθεση

55βΤο απόγευμα της 7ης Μαρτίου το κυβερνητικό πυροβολικό άρχισε να κανονιοβολεί την Κροστάνδη. Η επίθεση περιγράφεται από την Ιζβέστια Νο 6 ως εξής: «Σήμερα στις 18:45 οι μπολσεβίκικες πυροβολαρχίες του Σεστρορέσκ και του Λύσυϊ Νος άνοιξαν πυρ εναντίον των οχυρών της Κροστάνδης. Το πυροβολικό μας απάντησε στην πρόκληση κι έκανε να σιγήσουν γρήγορα οι εχθρικές πυροβολαρχίες. Σε λίγο άνοιξε πυρ εναντίον της Κρονστάνδης και το οχυρό Κράσναγια Γκόρκα, μα πήρε την απάντηση που του άξιζε απ’ το θωρηκτό Σεβαστόπολ. Οι κανονιοβολισμοί συνεχίζονται σποραδικά». Κατά τον Άβριτς, αυτά τα πυρά φραγμού είχαν στόχο τις προκεχωρημένες θέσεις των Κρονστανδιωτών και αποσκοπούσαν στην εξασθένηση των αμυντικών γραμμών της. Ήταν δηλαδή μία προπαρασκευή του πυροβολικού εν όψει μιας επίθεσης του πεζικού. Ο Αλεξάντερ Μπέρκμαν[2], περπατώντας στη λεωφόρο Νιέβσκυ στην Πετρούπολη, άκουσε τα πυροβόλα. «Μέρες κανονιοβολισμών και αγωνίας», σημείωσε στο ημερολόγιό του. «Η καρδιά μου είναι βαριά από την απελπισία. Κάτι πέθανε μέσα μου. Στο δρόμο, οι διαβάτες περνούν δίπλα μου σκυφτοί και θλιμμένοι. Τα έχουν χαμένα. Κανείς δε τολμάει να μιλήσει». Στην Πετρούπολη επικρατούσε γενικά μία κατάσταση σύγχυσης. Η Φινλανδική εφημερίδα Χουβουντουλαντμπλάτ στην έκδοση Νο 50, δημοσίευσε τα παρακάτω: «Οι εργάτες της Πετρούπολης κατέβηκαν σε απεργία. Εγκατέλειψαν τα εργοστάσιά τους και διαδηλώνουν, κρατώντας κόκκινες σημαίες, ζητώντας την παραίτηση της κομμουνιστικής κυβέρνησης. Οι ναύτες ενώθηκαν με τους διαδηλωτές. Η φρουρά φαίνεται να συμμερίζεται τα αισθήματα του λαού, αλλά δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί. Τα κόκκινα συντάγματα του Ισθμού του Κόελ στάλθηκαν στην Πετρούπολη και κλήθηκαν επίσης οι ευέλπιδες. Ο γραμματέας του Κ.Κ.Ρ. του εργοστασίου καπνού Λαφέρμ, που προσπάθησε να ανακαλέσει τους εργάτες στην τάξη, γιουχαΐστηκε και διώχτηκε με τις κλωτσιές. Στο εργοστάσιο Πουτίλωφ δολοφονήθηκαν αρκετοί μπολσεβίκοι, μέλη της εργοστασιακής επιτροπής». Η Ιζβέστια της 7ης Μαρτίου δημοσίευσε μία είδηση με τίτλο «Εκτελέσεις στο Οριενμπάουμ», η οποία έλεγε ότι κατόπιν διαταγής του κομισάριου της φρουράς του Οριενμπάουμ, Σεργκιέγιεβ, τουφεκίστηκαν ο Κορέλοβ (αρχηγός της μονάδας ναρκοθετών και πρόεδρος της Π.Ε.Ε. που είχε σχηματιστεί στο Οριενμπάουμ), ο Μπαλαγκάνοβ (γραμματέας της επιτροπής) και οι Ρομάνοβ και Βλαντμίροβ (μέλη της επιτροπής).

Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν και ο Τουχατσέβσκυ πέρασε στο δεύτερο στάδιο της επίθεσης με προσπάθεια κατάληψης του φρουρίου. Οι κομμουνιστικές δυνάμεις, ξεκινώντας από τις νότιες και τις βορειοανατολικές ακτές του κόλπου της Φινλανδίας, εξαπέλυσαν την επίθεσή τους λίγο πριν τα ξημερώματα. Προχώρησαν πάνω στους πάγους με εμπροσθοφυλακές τους κουρσάντι (αντίστοιχοι των δικών μας ευέλπιδων, υποψήφιοι αξιωματικοί σπουδαστές της Στρατιωτικής Ακαδημίας) και ακολούθως με επίλεκτες μονάδες του Κόκκινου στρατού. Τελευταίοι ακολουθούσαν οι πολυβολητές της ΤΣΕΚΑ, οι οποίοι πέραν της επίθεσης, είχαν ως ρόλο και τη διαφύλαξη των στρατευμάτων από λιποταξίες. Όταν οι δυνάμεις των μπολσεβίκων πλησίασαν βρέθηκαν αντιμέτωποι με τα λεγόμενα πυρά φραγμού του πυροβολικού των Κρονστανδιωτών και των οπλοπολυβόλων. Ήταν τα οχυρά και τα πυροβολεία της νήσου Κότλιν. Οι οβίδες κατά την έκρηξη άνοιγαν μεγάλα κομμάτια του πάγου με αποτέλεσμα τον πνιγμό πολλών επιτιθέμενων. Αρκετοί φαντάροι και κουρσάντι του Πέτερχοβ πέρασαν από τη μεριά των εξεγερμένων. Άλλοι από το στράτευμα, παρά τις απειλές της ΤΣΕΚΑ, αρνήθηκαν να προχωρήσουν. Ο κομμισάριος της ομάδας του βορρά ανέφερε ότι τα στρατεύματά του ήθελαν να στείλουν μία αντιπροσωπεία στην Κροστάνδη για να πληροφορηθούν ποιες ήταν οι διεκδικήσεις των εξεγερμένων. Τελικά ορισμένα από τα τμήματα εφόδου κατόρθωσαν να φτάσουν ως τις πρώτες αμυντικές θέσεις των Κρονστανδιωτών, αλλά εκεί αποδεκατίστηκαν από τα καταιγιστικά πυρά των οπλοπολυβόλων και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Το πρωί η τεράστια παγωμένη έκταση ήταν γεμάτη από νεκρούς. Εκμεταλλευόμενοι τη καλή ορατότητα, οι μπολσεβίκοι άνοιξαν πυρ εναντίον του φρουρίου. Τότε τα βαριά πυροβόλα της Κρονστάνδης απάντησαν καταστρέφοντας ένα τμήμα της σιδηροδρομικής γραμμής Οριενμπάουμ-Πέτερχοβ και άναψαν πυρκαγιές σε διάφορα κτίρια. Το απόγευμα της 8ης Μαρτίου, κομμουνιστικά αεροπλάνα πέταξαν πάνω από το κόλπο της Φιλανδίας και βομβάρδισαν τις οχυρώσεις της Κρονστάνδης, χωρίς όμως να καταφέρουν κάτι σημαντικό.

Στις 8 Μαρτίου είχαν αρχίσει οι εργασίες του 10ου συνεδρίου του ΚΚΡ και ο Λένιν στον εναρκτήριο λόγο του ανέφερε: «Θα ήθελα τώρα να πω δυο λόγια για τα γεγονότα της Κρονστάνδης. Δεν έχω ακόμα νεότερες ειδήσεις, μα δεν αμφιβάλλω ότι η εξέγερση αυτή, που φάνηκε πολύ γρήγορα ότι παρακινήθηκε από τσαρικούς στρατηγούς, θα συντριβεί μέσα σε λίγες μέρες, αν όχι σε λίγες ώρες». Αυτή η υπεροψία αποδείχτηκε βλακώδης. Η έφοδος της 8η Μαρτίου κατέληξε σε πλήρη αποτυχία και με πολλούς νεκρούς. Ο Άβριτς αναφέρει ότι οι νεκροί μπολσεβίκοι ήταν 500 και οι τραυματίες 2000. Ο κακός σχεδιασμός και το κακό ηθικό των στρατευμάτων συνετέλεσαν, επίσης, σε αυτή την καταστροφική για τους μπολσεβίκους πρώτη ήτα.

Ο Τουχατσέβσκυ τώρα ετοίμαζε νέα επίθεση με πολύ περισσότερες δυνάμεις. Οι ενισχύσεις πυροβολικού και αεροπορίας άρχισαν να καταφθάνουν. Τάγματα των επίλεκτων σωμάτων και των ειδικών δυνάμεων της ΤΣΕΚΑ, από την Ουκρανία και από το πολωνικό μέτωπο, καθώς επίσης και τμήματα που υπηρετούσαν μογγόλοι, μπσκίροι και λεττονοί. Ο λόγος που ενίσχυσαν τις δυνάμεις τους με τους τελευταίους τρεις ήταν η ευκολία που θα άνοιγαν πυρ εναντίων των ρώσων. Χωρίς κανένα ενδοιασμό, δηλαδή.

Στο διάστημα μεταξύ 8-10 Μάρτη οι σποραδικές επιθέσεις από τους μπολσεβίκους συνεχίζονταν. Στις 11 Μαρτίου οι Μπολσεβίκοι εξαπέλυσαν νέα επίθεση τις πρώτες πρωινές ώρες. Οι μονάδες τους, όμως, απωθήθηκαν με βαριές απώλειες. Ένα λιτό πολεμικό ανακοινωθέν της Ιζβέστιας Νο 9 έχει ως εξής: «Στη διάρκεια της νύχτας της 10 Μάρτη το εχθρικό πυροβολικό συνέχισε να εξαπολύει πυκνά πυρά απ’ τη νότια και τη βόρεια ακτή. Τους προβάλαμε ενεργητική αντίσταση. Στις 4 το πρωί, το κομμουνιστικό πεζικό επιχείρησε να επιτεθεί απ’ τη νότια ακτή, μα αποκρούστηκε αμέσως. Οι κομμουνιστές επανέλαβαν τις επιθέσεις τους γύρω στις 8, μα αποκρούστηκαν ξανά απ’ τα πυρά των πυροβολαρχιών μας κι απ’ τις μονάδες της φρουράς».

Ο Περιτσένκο αναφέρει: «Στις 11,12 και 13 Μαρτίου ο εχθρός κανονιοβόλησε την πόλη και τα οχυρά, άλλοτε με συγκεντρωτικά και άλλοτε με σποραδικά πυρά. Επίσης ο εχθρός αποπειράθηκε να επιτεθεί απ’ τη βόρεια και τη νότια μεριά του νησιού…», «…εκτός από την καταστροφή πολλών σπιτιών δεν είχαμε σοβαρές υλικές ζημιές. Οι βόμβες σκότωσαν και πλήγωσαν πολλούς». Ο Π. Άβριτς σημειώνει: «Το πρωϊ της 13ης Μαρτίου επανελήφθη το σενάριο των προηγούμενων ημερών. Μετά τον κανονιοβολισμό, επακολούθησε πριν από το ξημέρωμα μία έφοδος μονάδων του πεζικού. Παρά τους άσπρους μανδύες τους, οι επιτιθέμενοι έγιναν αντιληπτοί και απωθήθηκαν από τα διασταυρούμενα πυρά των προχωρημένων φυλακίων της Κροστάνδης. Παρ’ όλα αυτά οι μπολσεβίκοι συνέχισαν τις επιθέσεις τους. Το πρωϊ της 14ης Μαρτίου, καλυπτόμενα από το σκοτάδι, νέα ξεκούραστα τμήματα των μπολσεβίκων προχώρησαν μέσα από τα καταιγιστικά πυρά του πυροβολικού και των οπλοπολυβόλων, αναγκάστηκαν όμως να συμπτυχθούν, αφήνοντας στους πάγους δεκάδες νεκρούς και τραυματίες. Τις επόμενες 72 ώρες, οι κανονιοβολισμοί και οι βομβαρδισμοί συνεχίστηκαν. Οι υπόλοιπες, όμως, επιχειρήσεις εφόδου σταμάτησαν. Οι μπολσεβίκοι προετοίμαζαν τις δυνάμεις τους για την τελική έφοδο».

Η Τελική  Έφοδος

Στις 3 το πρωΐ της 17ης Μαρτίου τα κυβερνητικά στρατεύματα άρχισαν να προχωρούν προς την κατεύθυνση του φρουρίου. Η ομάδα του βορρά ξεκίνησε από το Σεστρορέσκ και το Λύσυϊ Νος. Η ομάδα αυτή αποτελούνταν από δύο φάλαγγες. Η μία προχώρησε προς τα οχυρά Τοτλέμπεν και Κρασνοαρμέετς και η δεύτερη προς τα επτά πολυβολεία. Στις 5 το πρωί οι μαχητές των πέντε ταγμάτων της αριστερής φάλαγγας άρχισαν να διαγράφονται μπροστά από δύο πολυβολεία. Ήταν έτοιμοι να κόψουν τα συρματοπλέγματα, όταν έγιναν αντιληπτοί από τους φρουρούς και ξεκίνησε η μάχη. Οι κουρσάντι επιτέθηκαν με εφ’ όπλου λόγχη και χειροβομβίδες, μα οι ριπές των πολυβόλων τους ανάγκασαν να υποχωρήσουν. Ωστόσο, συνέχισαν τις επιθέσεις τους και παρά τις μεγάλες απώλειές τους, σε νεκρούς και τραυματίες, κατόρθωσαν τελικά να σπάσουν τις αμυντικές γραμμές των εξεγερμένων. Ύστερα από άγρια μάχη σώμα με σώμα τα πυροβολεία περάσανε στα χέρια τους. Το πρωί, αν και ακάλυπτοι, οι μπολσεβίκοι συνέχισαν τις επιθέσεις εναντίον και των άλλων πυροβολείων. Οι απώλειες και από τις δύο μεριές ήταν μεγάλες. Οι Κρονστανδιώτες, όμως, εξασθενημένοι από τις μάχες και την πείνα, άρχισαν να κάμπτονται. Έτσι, το απόγευμα της ίδιας μέρας, οι κουρσάντι είχαν καταλάβει και τα εφτά πολυβολεία. Παράλληλα πολεμούσε η πρώτη φάλαγγα (δεξιά), προσπαθώντας να καταλάβει το οχυρό Τοτλέμπεν. Μάταια όμως. Οι υπερασπιστές του οχυρού, παρ’ όλη την εξάντλησή τους και τις απώλειες, οι οποίες ήτανε αρκετά σημαντικές, αμύνονταν να κρατήσουν τις θέσεις τους. Στο τέλος, όμως, οι επιτιθέμενοι κατόρθωσαν να εισχωρήσουν στο οχυρό και ακολούθησε μάχη σώμα με σώμα που διήρκεσε όλη την ημέρα. Το οχυρό παραδόθηκε στη μία η ώρα το πρωί της 18ης Μαρτίου. Λίγο αργότερα παραδόθηκε και το οχυρό Κρασνοαρμέετς. Στο μεταξύ η ομάδα του Νότου είχε αρχίσει έφοδο απ’ τα νότια και από τα ανατολικά του νησιού, ξεκινώντας από το Οριενμπάουμ στις 4 το πρωί της 17ης Μαρτίου. Μία ώρα περίπου μετά την ομάδα του Βορρά. Οι πολυάριθμες δυνάμεις της, εφοδιασμένες με βαριά και ελαφρά οπλοπολυβόλα, κατευθύνθηκαν προς το πολεμικό λιμάνι της Κροστάνδης, χωρισμένες σε τρεις ανεξάρτητες φάλαγγες. Μία τέταρτη φάλαγγα είχε ως στόχο της τη λεγόμενη πύλη της Πετρούπολης, που ήταν και το πιο ευάλωτο σημείο της Κρονστάνδης. Δεν είχε ακόμα ξημερώσει όταν, τα προχωρημένα τμήματα της 79ης ταξιαρχίας πεζικού, έφτασαν στα βαριά πυροβόλα που φύλαγαν την είσοδο του Λιμανιού. Η πυκνή ομίχλη ήταν τέλεια κάλυψη για τους επιτιθέμενους. Έτσι, κατόρθωσαν να φτάσουν μέχρι τη νότια πλευρά της πόλης, όπου και επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά, εξουδετερώνοντας τις φρουρές πολλών πυροβολείων, της εξωτερικής γραμμής άμυνας. Συνεχίζοντας την προώθησή τους, έπεσαν πάνω στα ομαδικά πυρά των πυροβόλων και των οπλοπολυβόλων των Κρονστανδιωτών. Οι οβίδες και οι χειροβομβίδες άνοιγαν τρύπες στους πάγους. Ακάλυπτοι τώρα οι επιτιθέμενοι πάσχιζαν να συνεχίσουν την έφοδο. Σε λίγο, όμως, έφτασαν πολλά φορτηγά, γεμάτα με εξεγερμένους και οι Κρονστανδιώτες πέρασαν στην αντεπίθεση. Οι μπολσεβίκοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Στη διάρκεια αυτής της μάχης οι μισοί και παραπάνω άντρες της 79ης ταξιαρχίας σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν.

Τα χαράματα της 17ης Μαρτίου, η 32η ταξιαρχία, έχοντας την υποστήριξη του 95ου και 96ου συντάγματος πεζικού, κατόρθωσε ν’ ανοίξει ένα ρήγμα στο τείχος βόρεια από την πύλη της Πετρουπόλεως και να διεισδύσει στην πόλη. Παράλληλα, η 187 ταξιαρχία πεζικού, μαζί με ένα σύνταγμα κρούσεως από κουρσάντι, παραβίασε την είσοδο της πύλης, ανοίγοντας, έτσι, το δρόμο στην 167η και στην 80η ταξιαρχία.[3]

Ο Πετριτσένκο λέει για τις τελευταίες ώρες χαρακτηριστικά: «…οι επιτιθέμενοι έπεφταν με το μάτσο, μα όσοι έμεναν άθικτοι εξακολουθούσαν να προχωρούν, σκορπίζοντας από δω κι από κει για να μη δίνουν στόχο. Ο εχθρός κατάφερε να ταμπουρωθεί κοντά στις φυλακές και μπόρεσε, έτσι, να πλευροκοπήσει την 6η πυροβολαρχία μας, που βρισκόταν λίγο πιο κάτω από την πύλη της Πετρούπολης. Σε λίγο είχε καταλάβει την καρβουναποθήκη, παρακάμπτοντας το εργοστάσιο φωταερίου. Επίσης κατάφερε να παραβιάσει, με μεγάλες απώλειες, την πύλη της Πετρούπολης και μπει στο κτίριο της φυλακής…»

Δέκα λεπτά πριν από τα μεσάνυχτα της 17ης Μαρτίου, το Γενικό επιτελείο των μπολσεβίκων έστειλε στην επιτροπή άμυνας της Πετρούπολης το νικηφόρο ανακοινωθέν: «…οι φωλιές των αντεπαναστατών του Πετροπαυλόφσκ και της Σεβαστούπολης εξουδετερώθηκαν. Και στα δύο πλοία οπαδοί των σοβιετικών αρχών πήραν την εξουσία στα χέρια τους. Κάθε πολεμική δραστηριότητα στο Πετροπαυλόφσκ και στη Σεβαστούπολη έχει σταματήσει, πήραμε επείγοντα μέτρα για να συλληφθούν οι αξιωματικοί που προσπαθούν να ξεφύγουν στη Φινλανδία…»

Η Κρονστάνδη πλέον είχε καταληφθεί από τους μπολσεβίκους. Η αγριότητα των Μπολσεβίκων ήταν ανεξάντλητη.

Ο Άβριτς σημειώνει ότι πολλοί εξεγερμένοι σκοτώθηκαν κατά τις τελευταίες ώρες της μάχης, γιατί όταν οι επιτιθέμενοι κατέλαβαν το φρούριο και τα οχυρά αποδύθηκαν σε ένα πραγματικό «όργιο αίματος». Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του μίσους και της αγριότητας αρκεί να αναφερθεί ότι ένας μπολσεβίκος παραπονιόταν που δεν βρισκόταν ένα αεροπλάνο να πυροβολήσει τους φυγάδες πάνω στους πάγους.

Επίσης, πρέπει να αναφερθεί ότι, ο Τρότσκι και ο Κάμενεβ ήταν έτοιμοι, στην περίπτωση που οι χερσαίες επιχειρήσεις αποτύγχαναν πάλι, να καταφύγουν στο χημικό πόλεμο. Οι μαθητές της ανώτατης σχολής χημικού πολέμου είχαν ήδη ετοιμάσει σχέδιο επίθεσης με χημικά.

Η Κρονστάνδη έπεσε!!!

Παραπομπές

  1. Εδώ παρατηρείται και μία υποτίμηση των μπολσεβίκων στρατηγών έναντι των στρατηγών του τσάρου.
  2. Πριν από την έναρξη των επιθέσεων έγινε μία προσπάθεια διαμεσολάβησης από τον Μπέρκμαν για εκτόνωση. Αυτή η προσπάθεια όπως και όλη η στάση των αναρχικών στο ζήτημα της Κρονστάνδης θα αναφερθεί στο τρίτο μέρος μαζί με τον γενικότερο σχολιασμό της κατάστασης.
  3. Όλο το χρονικό της επίθεσης είναι καταγεγραμμένο από τον Π. Άβριτς
Δημοσιεύθηκε στην  ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 55, Νοέμβριος 2006
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.