Η εξέγερση της Κρονστάνδης (Μέρος 1ο)

MAXNOΕισαγωγή

Η εξέγερση της Κρονστάνδης ήταν μία αυθόρμητη λαϊκή πράξη η οποία έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια του 1921. Ο κόσμος μη μπορώντας άλλο την εξαπάτηση και ζητώντας αυτό που του είχαν υποσχεθεί -εξουσία στα σοβιέτ- εναντιώθηκε στους κομμισάριους και στον γραφειοκρατικό δεσποτισμό του Λένιν. Μέσα από τα γεγονότα της Κρονστάνδης αποκαλύπτεται, μία από τις μεγαλύτερες σφαγές στην ιστορία των μπολσεβίκων ενάντια στο λαό που τους υποστήριξε. Ακόμα μία φορά, ξεδιπλώνεται σε όλη του την έκταση ο μηχανισμός παραπληροφόρησης, η απανθρωπιά και η αθλιότητα των εξουσιαστών καθώς και η κτηνωδία των «πεφωτισμένων» ηγετών της πάλαι ποτέ σοβιετικής ένωσης.

Η καταστολή

Μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων στη Ρωσία η κατάσταση δεν μπορούσε να σταθεροποιηθεί. Η πείνα καθώς και η αποδιοργάνωση, δέσποζαν απ’ άκρο εις άκρο στη νεοσύστατη σοβιετική δημοκρατία. Η παραγωγή σιτηρών είχε μειωθεί κατά 40% και πλέον από την προεπαναστατική εποχή, ενώ τα εργοστάσια υπολειτουργούσαν. Η διανομή τροφίμων γινόταν με δελτία. Η έλλειψη καυσίμων και το κρύο ήταν από τα κυριότερα προβλήματα. Από την άλλη, η τρομοκρατία και η καταστολή με κάθε μέσο ήτανε στις κύριες προτεραιότητες του ηγέτη των μπολσεβίκων Λένιν και της συμμορίας του.

Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε είναι να ιδρύσει, το Δεκέμβριο του 1917, την περίφημη για την αγριότητα και για τα στυγερά της εγκλήματα Τσεκά (Τσρεζβουτσιάϊναγια Κομίσια – έκτακτη επιτροπή) προπομπό της επίσης ονομαστής Κακεμπέ. Στόχος της ήταν η… διαφύλαξη της τάξης και η προστασία από τους αντεπαναστάτες, που όπως θα δούμε και στη συνέχεια, αντεπαναστάτης ανακηρυσσόταν ο οιοσδήποτε και εκτελούνταν με συνοπτικές διαδικασίες!!!

Ο Μπέρκμαν περιγράφοντας την κατάσταση λέει μεταξύ άλλων. «Συλλήψεις, νυχτερινές έρευνες, μπλόκα και εκτελέσεις είναι στην ημερήσια διάταξη. Οι έκτακτες επιτροπές (Τσεκά), που αρχικά δημιουργήθηκαν για να πολεμήσουν την αντεπανάσταση και την κερδοσκοπία, γίνονται τώρα ο τρόμος του κάθε αγρότη και εργάτη. Οι μυστικοί πράκτορες της Τσεκά είναι παντού, ξετρυπώνοντας πάντοτε «συνομωσίες», υπογράφοντας την εκτέλεση εκατοντάδων ατόμων, χωρίς ακρόαση, χωρίς δίκη ή δικαίωμα έφεσης…» «…οι φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι γεμάτες με δήθεν αντεπαναστάτες και κερδοσκόπους, το 95 τοις εκατό των οποίων είναι πεινασμένοι εργάτες, απλοί αγρότες και παιδιά ηλικίας 10 έως 14 ετών…».

Η Συνθήκη Μπρεστ Λιτόβσκ

Η παραχώρηση εδαφών με τη συνθήκη Μπρεστ Λιτόβσκ στις 3 Μαρτίου του 1918 από τη Ρωσία στον άξονα Βουλγαρίας – Γερμανίας- Αυστροουγγαρίας και Τουρκίας επιδείνωσε την ήδη τεταμένη κατάσταση. Κυρίως μεταξύ αναρχικών και μπολσεβίκων αλλά και σε όσους υποστήριζαν τον «πολεμικό κομμουνισμό». Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμα και ο Τρότσκυ, ο δεινός υποστηρικτής και μέγας στρατηγός του Λένιν, εναντιώθηκε σε αυτή την συνθήκη. Ο Μπέρκμαν αναφέρεται για τη συνθήκη ως εξής: «Η ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόβσκ ήταν κάτι το τερατώδες, ήταν μία θυσία ταυτοχρόνως και των αρχών της επανάστασης και των συμφερόντων της». Ο Βολίν λέει χαρακτηριστικά ότι για πρώτη φορά «η δικτατορία του προλεταριάτου επεβλήθη πάνω στο ίδιο το προλεταριάτο» και συνεχίζει «η μπολσεβίκικη εξουσία πέτυχε να τρομοκρατήσει τις μάζες, να υποκαταστήσει τη θέλησή τους, να ενεργήσει αυθαίρετα, περιφρονώντας τη γνώμη των άλλων». Ο Λένιν βέβαια κατάφερε να την «περάσει» σαν αναγκαίο κακό για την «ανάσα» όπως υποστήριζε της Ρωσίας.

Ο Λένιν είχε αρχίσει να δείχνει το πραγματικό πλέον πρόσωπο της εξουσίας. Επίσης η συνθήκη ήταν δαμόκλειος σπάθη, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, και ίσως αποτελούσε ένα τραγικό λάθος, το οποίο θα μπορούσε να αλλάξει τον ρου της ιστορίας για τους σοβιετικούς.

Μαχνοβτσίνα

Εκατοντάδες περιπτώσεις εξαπάτησης, συκοφαντίας, χρησιμοποίησης ατόμων και μετά το πέρας της «χρησιμότητάς» τους εξόντωση. Αυτή ήταν η κύρια τακτική του Λένιν και γενικότερα των «μεταρρυθμιστών». Η σημαντικότερη από αυτές τις περιπτώσεις ήταν η στάση των πολιτικάντηδων της Μόσχας στο Νέστωρα Μάχνο. Έναν αγρότη ο οποίος κατάφερε και δημιούργησε ένα ισχυρότατο αντάρτικο στην Ουκρανία απελευθερώνοντάς την από τον άξονα[ 1] και όχι μόνο.

Η Ρωσία αρχικά τον είχε σύμμαχο. Όταν ο Μάχνο αρνήθηκε να τεθεί υπό τις διαταγές του Τρότσκυ τότε ανακηρύχθηκε λήσταρχος από την ηγεσία του ΚΚ ενώ οι παρτιζάνοι του χτυπήθηκαν ύπουλα από τους πρώην «συμμάχους» τους.

Η βοήθεια όμως που προσέφερε ο Μάχνο στον κόκκινο στρατό ενάντια στο Ντενίκιν (λευκορώσσο στρατηγό ενάντια στους μπολσεβίκους) έκανε τους γραφειοκράτες της Μόσχας να τον επανεντάξουν ως «φίλο» και «σύμμαχο»(sic). Στη συνέχεια και κατόπιν των νικηφόρων χτυπημάτων στο Ντενίκιν, αρνήθηκε να παραδώσει τα όπλα στους σοβιετικούς οπότε και τον επανακήρυξαν ληστή και προδότη. Η συμβολή του Μάχνο όμως, μπροστά στη νέα απειλή το 1920, ήταν απαραίτητη έτσι οι σοβιετικοί ακόμα μία φορά έκαναν «άρση» των κατηγοριών και με μία συμφωνία παρωδία ο Μάχνο ξεκίνησε να πολεμά, αυτή τη φορά το Βράνκελ[2] . Όταν ολοκλήρωσε το έργο του κατατροπώνοντας και το στρατό του Βράνκελ, η Ρωσία τον ανακήρυξε… ακόμα μία φορά ληστή και αντεπαναστάτη, ενώ ο κόκκινος στρατός κατάσφαξε τους αντάρτες. Φυσικά η ανακήρυξη του Μάχνο σε ληστή χρησιμοποιήθηκε για την παράλληλη εξόντωση των αναρχικών. Με το πρόσχημα της υποστήριξης του Μάχνο φυλακιζόντουσαν κατά δεκάδες οι ρώσοι αναρχικοί για αντικαθεστωτική δράση.

Είναι «αποδεδειγμένοι αντεπαναστάτες» δήλωνε με ζήλο ο Μπουχάριν. Ο Βολίν αναφέρει χαρακτηριστικά: «Το καλοκαίρι του 1919 μετά την περίφημη διαταγή αρ. 1824 του Τρότσκυ που κήρυξε εκτός νόμου το κίνημα των «μαχνοβιστών», πιάνανε σχεδόν παντού μαζί με τους οπαδούς του Μάχνο και τους αναρχικούς γενικά. Συχνά τους σκότωναν επί τόπου, απλώς με τη διαταγή ενός κόκκινου αξιωματικού…»[3]

Η ΚΡΟΝΣΤΑΝΔΗ

Ταραχές στην Πετρούπολη

Η Κρονστάνδη ήταν ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Ρωσίας, έχοντας πρωτεύοντα ρόλο στα γεγονότα του 1905[4], αλλά και το 1917, η συμβολή του στόλου της Κρονστάνδης ήταν καθοριστική για την ανατροπή του τσάρου και τη κλιμάκωση της επανάστασης. Ευρισκόμενοι δίπλα στη Πετρούπολη οι Κροστανδιώτες δε μπορούσαν παρά να επηρεαστούν άμεσα από τα όσα συνέβαιναν στη γειτονική τους πόλη. Και τα πράγματα στην Πετρούπολη δεν ήτανε καλά. Ο λαός εξουθενωμένος από τις αλλεπάλληλες μάχες -η Πετρούπολη ήταν ουσιαστικά η πόλη με τη μεγαλύτερη εξεγερτική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της επανάστασης- προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια του. Ενώ οι κομισάριοι και οι ανώτεροι κομματικοί το μόνο που κοίταγαν ήταν η εδραίωση της «θέσης» τους. Η πείνα και η εξαθλίωση είχε φτάσει σε αδιέξοδο ακόμα μία φορά τα «μυαλά» του κόμματος. Στην Πετρούπολη 60 από τα μεγαλύτερα εργοστάσια είχαν κλείσει. Επιπλέον το σοβιέτ της Πετρουπολέως είχε μειώσει κατά 50% τα τρόφιμα που μοίραζε με το δελτίο. Επίσης είχαν μοιράσει στα μέλη του κόμματος ρούχα και παπούτσια ενώ οι εργάτες κυκλοφορούσαν ρακένδυτοι και ξυπόλυτοι. Έτσι καλέστηκε συγκέντρωση για να συζητηθούν τα σοβαρότατα προβλήματα επιβίωσης που αντιμετώπιζαν. Η κυβέρνηση της Ρωσίας αντί να συμμετέχει στη συζήτηση κατέφυγε σε δύο απάνθρωπα μέτρα.

Πρώτον απαγόρευσε τις συγκεντρώσεις και δεύτερον συγκρότησε ένοπλο τμήμα, τους κουρσάντυ, υπό τις διαταγές του Ζηνόβιεφ (προέδρου των σοβιέτ της Πετρούπολης) για τη καταστολή οποιασδήποτε ενέργειας. Ο κόσμος πεινασμένος και εξαθλιωμένος βγήκε στους δρόμους με μια μαζική απεργία το Φεβρουάριο του 1921 στην Πετρούπολη. Τότε οι κουρσάντυ άρχισαν να πυροβολούν με σκοπό τη διάλυση του συγκεντρωμένου πλήθους. Στο τέλος του Φεβρουαρίου όπου και επαναλήφθηκε η διαδήλωση αρχικά από τους εργάτες του χαλυβουργείου τρούμποτσνυϊ και στη συνέχεια κατέβηκαν στους δρόμους και από τα άλλα εργοστάσια, οι κουρσάντυ έλαβαν διαταγές να διαλύσουν τις συγκεντρώσεις. Ενώ η οργή μεγάλωνε από το λαό και οι επικρίσεις του σοβιέτ γινόντουσαν όλο και πιο έντονες, την ίδια στιγμή η κυβέρνηση συγκρότησε την επιτροπή αμύνης (κομιτέτ ομπορόνυ), η οποία υπό τις διαταγές του Ζηνόβιεφ θα διαχειριζόταν την «κρίση». Έτσι κι έγινε, η επιτροπή διόρισε σε κάθε συνοικία μία «επαναστατική τρόικα» (τριμελή επιτροπή) η οποία συντόνιζε τη καταστολή του απεργιακού κινήματος. Η τρομοκρατία και η καταστολή κλιμακώθηκε με τη κήρυξη στρατιωτικού νόμου στη Πετρούπολη όπου απαγόρευε κάθε είδους συγκέντρωση καθώς και τη κυκλοφορία μετά της 11ης βραδινής. «Όποιος αντισταθεί θα εκτελείται επί τόπου» ήταν η διαταγή η οποία είχε εκδώσει η επιτροπή αμύνης.

Η διαταγή που δόθηκε στους εργάτες ήταν να επιστρέψουν στα εργοστάσια ειδ’ αλλιώς θα τους αφαιρούσαν το ξεροκόμματο που τους έδιναν. Όταν όλα αυτά δεν απέδωσαν, η κυβέρνηση κατήργησε τα συνδικάτα και απαγόρευσε το συνδικαλισμό. Τα στελέχη των απεργιακών επιτροπών συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν καθώς επίσης και πολλοί από τους αναρχικούς, τους μενσεβίκους και τους εσέρους. Η τρομοκρατία και η καταστολή πλαισιονόταν από την παραπληροφόρηση και την προπαγάνδα ενάντια στους εργάτες.

Η παραπληροφόρηση και η μπολσεβίκικη προπαγάνδα

Ο ελεγχόμενος κρατικός τύπος δημοσίευε ένα σωρό αποφάσεις εργοστασιακών και συνδικαλιστικών επιτροπών[5] που καταδίκαζαν τους «προβοκάτορες» ενώ τους χαρακτήριζαν «τεμπέληδες» και «ταραξίες».

Επίσης ο τύπος της Πετρούπολης σε αγαστή συνεργασία με τις αρχές δεν μίλαγε για απεργία αλλά για χασομέρι και εσκεμμένη επιβράδυνση του «κανονικού» ρυθμού εργασίας με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση και «ακαταστασία». Έλεγαν δηλαδή ότι οι εργάτες ήταν «κοπανατζήδες» και όπως αναφέρει ο Φιόντορ Νταν[6] «δεν ήθελαν να παραδεχτούν ότι είναι δυνατόν να ξεσπάσουν πραγματικές απεργίες στρεφόμενες εναντίον της «εργατικής κυβερνήσεως». Η κρατική προπαγάνδα και η παραπληροφόρηση συνεχιζότανε με αμείωτο ρυθμό. Ο Λάσεβιτς, μέλος της επιτροπής αμύνης, χαρακτήρισε τους απεργούς του εργοστασίου τρούμποτσνυϊ φιλοτομαριστές, ζητώντας να ληφθούν αυστηρά μέτρα εναντίων τους. Η κυβέρνηση αποφάσισε το κλείσιμο του εργοστασίου με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι σε αυτό να μην εδικαιούντο πλέον δελτίο σίτισης. Επίσης δόθηκε διαταγή να κλείσει και το καπνεργοστάσιο Λαφέρμ, ένας από τους σημαντικότερους απεργιακούς πυρήνες με την προσδοκία της εκτόνωσης των κινητοποιήσεων. Η καταστολή όμως έφερε τα ακριβώς αντίθετα από τις προσδοκίες των κομμισαρίων. Ο Π. Άβριτς σημειώνει «η απόπειρα να υποτάξουν τους εργάτες με την πείνα, έριξε λάδι στη φωτιά». Όντως, στις 25 του ίδιου μήνα το μεταλλουργικό εργοστάσιο Πουτίλοβ κατέβηκε σε απεργία. Η σημασία της συμμετοχής του Πουτίλοβ ήταν μεγάλη αφ’ ενός λόγω του σημαντικού ρόλου του στην επανάσταση του 1917 και αφ’ ετέρου γιατί σηματοδοτούσε την αλλαγή των διεκδικήσεων των εργατών από καθαρά οικονομικές σε πολιτικές. Μία προκήρυξη που μοιράστηκε ή κολλήθηκε στους τοίχους έγραφε μεταξύ άλλων «…Η κυβερνητική πολιτική πρέπει ν’ αλλάξει ριζικά. Πάνω απ’ όλα οι εργάτες κι οι αγρότες έχουν ανάγκη από λευτεριά. Δε θέλουν πια να ζουν σύμφωνα με τα διατάγματα των μπολσεβίκων. Θέλουν να ελέγχουν μόνοι τους τις τύχες τους. Σύντροφοι, διατηρήστε την επαναστατική σας ψυχραιμία. Απαιτήστε σταθερά και οργανωμένα: Την απόλυση όλων των φυλακισμένων σοσιαλιστών και εξωκομματικών. Την κατάργηση του στρατιωτικού νόμου, την ελευθερία του λόγου, του τύπου και των συγκεντρώσεων για όλους τους εργαζόμενους. Ελεύθερες εκλογές επιτροπών στις φάμπρικες, στα εργοστάσια και στα συνδικάτα…» Αν και ανυπόγραφη η προκήρυξη καθίσταται σαφές ότι πλέον εκτός από ψωμί ζητούσαν και το αυτονόητο… την ελευθερία τους.

Αντίδραση των Ναυτών – Έναρξη της εξέγερσης

Ενώ αυτά συμβαίνανε στην Πετρούπολη, οι ναύτες της Κρονστάνδης ενημερώθηκαν ότι οι μπολσεβίκοι απειλούσαν τους εργάτες λέγοντάς τους ότι αν συνεχίσουν τις κινητοποιήσεις οι ναύτες της «κόκκινης» Κρονστάνδης θα επέμβουν. Επίσης οι μπολσεβίκοι χρησιμοποιούσαν την Κρονστάνδη, λόγω της δύναμης πυρός που διέθετε, αφ’ ενός και αφ’ ετέρου λόγω της μαχητικότητάς τους κατά τη διάρκεια της επαναστάσεως, σαν χωροφύλακα για όλη τη Ρωσία. Εν αγνοία πάντα των Κρονστανδιωτών και φυσικά χωρίς να έχουν διάθεση να υιοθετήσουν το ρόλο που τους απέδιδαν.

Αυτή η μεταχείριση προκάλεσε την οργή των πληρωμάτων και στις 27 Φεβρουάριου συνεδρίασαν τα πληρώματα των θωρηκτών Πετροπαυλόβσκ και Σεβαστούπολη μαζί με τα πληρώματα της 1ης και 2ης μοίρας καταδρομικών και κατέληξαν ομόφωνα στην απαίτηση από τους κομισάριους της εκλογής εξωκομματικών αντιπροσώπων, οι οποίοι θα επισκεφτούν την Πετρούπολη. Μη μπορώντας να κάνουν διαφορετικά οι κομματικοί τους επέτρεψαν και έτσι εκλέχτηκε μία αντιπροσωπεία 32 μελών. Επιστρέφοντας από την Πετρούπολη στις 28 Φλεβάρη, συγκλήθηκε συγκέντρωση στο Πετροπαυλόβσκ όπου και η αντιπροσωπεία τους εξέθεσε την κατάσταση. Όταν τελείωσαν οι αφηγήσεις ο Κουζμίν και άλλα στελέχη του κόμματος μίλησαν υπέρ της κυβερνήσεως αλλά οι συγκεντρωμένοι αγανάκτησαν ακούγοντάς τους και τελικά τους διέκοψαν. Προς το τέλος της συγκέντρωσης οι παρευρισκόμενοι ψήφισαν ομόφωνα μιαν απόφαση δεκαπέντε άρθρων η οποία έχει ως εξής:

1ο Να εκλεγούν αμέσως άλλα Σοβιέτ με μυστική ψηφοφορία και να ‘χουν το ελεύθερο όλοι οι εργάτες κι οι αγρότες να κάνουν την προεκλογική τους προπαγάνδα

2ο Να δοθεί ελευθερία λόγου και τύπου σ’ όλους τους εργάτες, αγρότες, αναρχικούς και στα σοσιαλιστικά κόμματα της αριστεράς.

3ο Να εξασφαλιστεί ελευθερία συγκεντρώσεως στα εργατικά συνδικάτα και στις αγροτικές οργανώσεις.

4ο Να συγκληθεί μία εξωκομματική συνδιάσκεψη των εργατών, των κόκκινων φαντάρων και των ναυτών της Πετρούπολης το αργότερο έως τις 10 Μαρτίου 1921

5ο Να απολυθούν όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι καθώς και όλοι οι εργάτες, αγρότες, φαντάροι και ναύτες που φυλακίστηκαν εξ αιτίας των εργατικών και των αγροτικών κινητοποιήσεων.

6ο Να εκλεγεί μία επιτροπή που θα εξετάσει τις περιπτώσεις αυτών που βρίσκονται στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως.

7ο Να καταργηθούν όλα τα πολιτικά τμήματα γιατί κανένα κόμμα δεν πρέπει να έχει ειδικά προνόμια, ούτε να παίρνει χρηματική ενίσχυση από το κράτος για να προπαγανδίζει τις ιδέες του. Τα πολιτικά τμήματα πρέπει να αντικατασταθούν με μορφωτικές και εκπολιτιστικές επιτροπές, που θα εκλέγονται απ’ τους κατοίκους της κάθε περιοχής και θα χρηματοδοτούνται από την κυβέρνηση.

8ο Να καταργηθούν αμέσως όλα τα μπλόκα.

9ο Να παίρνουν όλοι οι εργαζόμενοι τις ίδιες ποσότητες τροφίμων εκτός από εκείνους που κάνουν ανθυγιεινές εργασίες.

10ο Να καταργηθούν τα κομμουνιστικά μαχητικά τμήματα σε όλες τις μονάδες του στρατού, καθώς και οι κομμουνιστικές φρουρές στις φάμπρικες και στα εργοστάσια. Σε περίπτωση ανάγκης αυτά τα σώματα φρουράς μπορούν να εκλέγονται από το στρατό και αντίστοιχα από τους εργάτες.

11ο Να είναι ελεύθεροι οι αγρότες να κάνουν ότι θέλουν με τα χωράφια τους και να κατέχουν ζώα, με τη συμφωνία πως θα κάνουν μοναχοί τους τις δουλειές και δε θα μισθώνουν μεροκαματιάρηδες

12ο Να επιτραπεί στους βιοτέχνες να ασκούν ελεύθερα το επάγγελμά τους, χωρίς να καταφεύγουν στη μισθωτή εργασία.

13ο Να ζητήσουμε απ’ όλες τις στρατιωτικές μονάδες καθώς και από τους συντρόφους μας τους κουρσάντι να υποστηρίξουν τις αποφάσεις μας.

14ο Να απαιτήσουμε να δοθεί πλατιά δημοσιότητα στις αποφάσεις μας από τον τύπο.

15ο Να οριστεί μία περιοδεύουσα επιτροπή ελέγχου.

Την επόμενη μέρα κάλεσαν συγκέντρωση στη πλατεία αγκύρας[7] , όπου συμμετείχαν 16.000 πολίτες, και στρατιωτικοί. Στη συγκέντρωση συμμετείχαν και στελέχη του κόμματος όπου συγκεκριμένα ο Καλίνιν (πρόεδρος της σοβιετικής δημοκρατίας από το 1919) προσπάθησε να πείσει τους συγκεντρωμένους να «παραιτηθούν» από τις «παράλογες» απαιτήσεις τους. Επικράτησε χάος ενώ το πλήθος τον διέκοψε και από τα γιουχαΐσματα δε μπόρεσε να συνεχίσει. Ο Κουζμίν έκανε κι αυτός μία προσπάθεια «συνετισμού» του πλήθους, η οποία απέβη άκαρπη. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Κουσμίν μην έχοντας άλλο επιχείρημα να παραβάλει είπε ότι αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση θα τους συντρίψει η σιδερένια γροθιά του προλεταριάτου. Αυτό προκάλεσε την οργή του πλήθους και αναγκάστηκε να κατέβει από το βήμα. Τελικά η απόφαση του Πετροπαυλόβσκ ετέθη σε ψηφοφορία η οποία έγινε αποδεκτή από την συντριπτική πλειοψηφία των παρισταμένων.

Ακόμη και μέλη του κόμματος τάχθηκαν υπέρ ή απλά απείχαν από τη ψηφοφορία. Μόνο τα μεγαλοστελέχη Καλίνιν, Κουζμίν και Βασίλιεφ ήταν κατά και δήλωσαν ότι η Κρονστάνδη δεν αντιπροσωπεύει όλη την Ρωσία, γι’ αυτό δεν θα την λάβουν υπ’ όψιν τους. Η ρήξη είχε φτάσει πλέον σε αγεφύρωτο σημείο.

Ο λαός της Κρονστάνδης ήθελε ελευθερία και μαχόταν γι’ αυτή με όλα τα μέσα. Η πείνα και η αδιαφορία των κομισάριων τους είχε φτάσει στο σημείο μηδέν. Αφού κατέλαβαν τα γραφεία της μέχρι τότε μπολσεβίκικης τοπικής εφημερίδας Ιζβέστια Στις 3 Μαρτίου ξεκίνησαν να τυπώνουν την εφημερίδα της ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ Κρονστάνδης. Το 1ο φύλλο, το οποίο εξεδόθη στις 3 Μαρτίου 1921, έλεγε μεταξύ των άλλων:

«Σύντροφοι και πολίτες. Η χώρα μας περνάει δύσκολες στιγμές. Εδώ και τρία χρόνια η πείνα, το κρύο και το οικονομικό χάος μας σφίγγουν σαν τρομερή τανάλια. Το κομμουνιστικό κόμμα, που κυβερνάει τη χώρα, έχει απομακρυνθεί από τις μάζες κι αποδείχτηκε ανίκανο να βγάλει τη χώρα απ’ αυτή την κατάσταση της γενικής κατάρρευσης…» «…Στις 2 Μάρτη συγκεντρώθηκαν στην εκπαιδευτική εστία οι αντιπρόσωποι όλων των εργατικών οργανώσεων, του στόλου και του κόκκινου στρατού. Οι αντιπρόσωποι αποφάσισαν να επεξεργαστούν τις βάσεις για νέες εκλογές, για ν’ αρχίσει έτσι η ειρηνική διαδικασία αναδιοργάνωσης του καθεστώτος των σοβιέτ. Αλλά εξαιτίας των απειλών που είχαν εκτοξευθεί απ’ τους εκπροσώπους των αρχών (Κουσμίν, Βασίλιεφ) και για να αντιμετωπίσουν πιθανές αντεκδικήσεις, οι αντιπρόσωποι αποφάσισαν, να δημιουργήσουν μία Προσωρινή Επαναστατική Επιτροπή (Π.Ε.Ε.) και να της αναθέσουν όλες τις εξουσίες αναφορικά με τη διοίκηση της πόλης και του φρουρίου. Η Π.Ε.Ε. εγκατέστησε την έδρα της στο θωρηκτό Πετροπαυλόβσκ…» Στο ίδιο θωρηκτό είχαν οδηγηθεί μετά τη σύλληψή τους ο Κουζμίν και ο Βασίλιεφ. Την εξέγερση χαιρέτισαν και έστειλαν αντιπροσώπους από την αεροπορική διοίκηση του Ορανιεμπάουμ. Επίσης σύλληψη έγινε και στον κομισάριο Νοβίκωφ κατά την προσπάθειά του να αποδράσει προς τα Φιλανδικά σύνορα.

Στον αντίποδα τώρα, η ηγεσία της Ρωσίας μετέδιδε μέσω του ράδιο Μόσχα, ένα διάταγμα υπογεγραμμένο από τον Λένιν, που έλεγε ότι την εξέγερση την είχαν κάνει λευκοφρουροί και συνωμότες, εναντίων των κομμουνιστικών αρχών. Κατηγορούσε επίσης τους ναύτες ότι είναι όργανα των πρώην στρατηγών του Τσάρου που οργάνωσαν μαζί με προδότες σοσιαλεπαναστάτες μια συνωμοσία εναντίων της προλεταριακής δημοκρατίας. Το κίνημα της Κρονστάνδης για ελεύθερα σοβιέτ χαρακτηρίσθηκε από το Λένιν και τον Τρότσκυ ως «δημιούργημα της επέμβασης της Αντάντ και των γάλλων κατασκόπων». Επίσης ετοίμαζε την ένοπλη εισβολή στην Κρονστάνδη αλλά κανένας δεν φανταζότανε το μακελειό που θα ακολουθούσε τις επόμενες ημέρες.

Στις 3 Μαρτίου έγινε η πρώτη συνεδρίαση της Π.Ε.Ε. όπου εξετάστηκαν τα στρατιωτικά προβλήματα και καταστρώθηκε ένα σχέδιο άμυνας. Το ίδιο βράδυ όλα τα τμήματα οπλίστηκαν και κατέλαβαν τα πόστα τους στη πόλη και στα οχυρά.

Στην Πετρούπολη κυκλοφόρησε στις 4 Μαρτίου η φήμη ότι η σοβιετική κυβέρνηση άρχισε προετοιμασίες για μια στρατιωτική επιχείρηση εναντίον της Κρονστάνδης. Η έκτακτη συνεδρίαση των σοβιέτ της Πετρουπόλεως ψήφισε μία απόφαση που μεταξύ άλλων έλεγε τα εξής: «Μια χούφτα αντεπαναστάτες και τυχοδιώκτες εξαπάτησαν την Κρονστάνδη. Είναι ολοφάνερο ότι οι Γάλλοι κατάσκοποι μανουβράρουν τους ναύτες του Πετροπαυλόβσκ…», «…αν η συμμορία αυτή των ληστών και των προδοτών κατορθώσει να επικρατήσει, θα παλινορθώσει το αστικό καθεστώς και θα σφάξει το λαό…»[8].

Οι Π.Ε.Ε. στην επικοινωνία της με το λαό της πόλης δημοσίευσε την παρακάτω απάντηση στις συκοφαντίες των μπολσεβίκων. «Πολίτες! Η Κρονστάνδη αρχίζει ένα σκληρό αγώνα για τη λευτεριά. Δεν αποκλείεται οι μπολσεβίκοι να επιτεθούν από στιγμή σε στιγμή, με σκοπό να ξαναπάρουν την Κρονστάνδη στα χέρια τους και να μας επιβάλουν ξανά την εξουσία, που μας οδήγησε στο λιμό, στο κρύο και στην οικονομική καταστροφή. Όλοι μέχρι τον τελευταίο θα διαφεντέψουμε αποφασιστικά τη λευτεριά, που κατακτήσαμε, κι αν οι μπολσεβίκοι επιχειρήσουν να πατήσουν την Κρονστάνδη με τη δύναμη των όπλων θα τους απαντήσουμε με την ολόπλευρη αντίστασή μας…».

Εν τω μεταξύ οι προετοιμασίες του σοβιέτ για την αναχαίτιση των κρονστανδιωτών συνεχιζόντουσαν. Στις 5 Μαρτίου 4.000 άντρες πολιτοφύλακες του ΚΚ της Πετρούπολης και των γειτονικών πόλεων ετέθησαν επί ποδός πολέμου. Έφτασαν επίσης, στην Πετρούπολη, εκατοντάδες κουρσάντυ από τις γύρω περιοχές για ενίσχυση, αλλά και από άλλες απομακρυσμένες πόλεις όπως η Μόσχα, το Όρελ και το Νίζνι Νόβγκοροντ. Ο Τρότσκι αν και βρισκόταν στη δυτική Σιβηρία,[ 9]  γύρισε εσπευσμένα στη Μόσχα για να συνεννοηθεί με τον Λένιν και κατόπιν αυτού έφτασε στη Πετρούπολη το συντομότερο δυνατό, 4 ή 5 Μαρτίου. Στις 5 Μαρτίου έστειλε ένα τελεσίγραφο στους εξεγερμένους το οποίο ζητούσε την παράδοση άνευ όρων των «στασιαστών» στην κυβέρνηση.

Τους ενημέρωνε ότι είχε δώσει διαταγή επίθεσης και τις λεγόμενες παράπλευρες απώλειες (θάνατο αμάχων, γυναικόπαιδα κτλ) θα τις επωμίζονταν οι εξεγερμένοι. Επίσης ένα αεροπλάνο πέταγε πάνω από την Κρονστάνδη και πέταγε προκηρύξεις[10] υπογεγραμμένες από την επιτροπή αμύνης της Πετρουπόλεως. Μία από αυτές έλεγε μεταξύ άλλων «…Βλέπετε τώρα που σας οδήγησαν; Βλέπετε που καταντήσατε; Πίσω από τους εσέρους και τους μενσεβίκους, οι τσαρικοί στρατηγοί μοστράρουν κιόλας τα σκυλόδοντά τους. Οι Περιτσένκο και οι Τούκιν δεν είναι παρά μαριονέτες στα χέρια του στρατηγού Κοζλόβσκι, των λοχαγών Μπούρκσερ, Κοστρομιτίνοβ κι άλλων λευκοφρουρών. Σας εξαπατούν…» «…Σας λένε ψέματα. Η Πετρούπολη θα σας βοηθήσει; Η Σιβηρία και η Ουκρανία αρχίζουν να ακολουθούν το παράδειγμά σας;[11] Ασύστολα ψέματα. Στην Πετρούπολη όλοι οι ναύτες σας καταράστηκαν…»[12], «…η κόκκινη Πετρούπολη έχει πάρει στο ψιλό τις αξιοθρήνητες προσπάθειες μιας χούφτας εσέρων και λευκοφρουρών …» «…Όποιος παραδοθεί αμέσως θα αμνηστευτεί. Παραδοθείτε χωρίς να χάνετε καιρό…».

Η αρχή της μάχης ήτανε πλέον ζήτημα ωρών.

Παραπομπές

  1. Η Ουκρανία είχε παραχωρηθεί από την συνθήκη Μπρεστ-Λιτόβσκ. Ο Μάχνο αντιμετώπισε με επιτυχία όλους τους εισβολείς και ουσιαστικά «χάρισε» στο Λένιν την ασφάλεια. Αξίζει να σημειωθεί δε, ότι αν η Ουκρανία καταλαμβάνονταν από τους «δυτικούς» θα αποτελούσε προγεφύρωμα για την εισβολή σε ολόκληρη τη Ρωσία με πολύ μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας.
  2. Ο Βράνκελ είχε την υποστήριξη της Αντάντ, η οποία και τον εφοδίαζε με τελευταίας τεχνολογίας όπλα. Οι ρώσοι κουρασμένοι από τους συνεχείς πολέμους και με εξασθενημένο στράτευμα αδυνατούσαν να αναμετρηθούν με τον Βράνκελ, ο οποίος ήταν και το τελευταίο χαρτί των «δυτικών» για την ανατροπή των μπολσεβίκων. Χωρίς τους παρτιζάνους του Νέστωρ Μάχνο είναι βέβαιο ότι όλη η ιστορία της σοβιετικής ένωσης θα είχε πάρει άλλη τροπή.
  3. Βολίν – η άγνωστη επανάσταση τόμος 2ος.
  4. 27 Ιουνίου εξέγερση θωρηκτού ποτέμκιν, 30 Ιουνίου στάση θωρηκτού Γκιοργκ Πομπιεντόνοσιετς, 2 Ιουλίου στάση του πλοίου Προυστ.
  5. Οι επιτροπές αυτές βρισκόντουσαν αλλού και όχι στην Πετρούπολη και συνήθως απαρτίζονταν από μέλη και στελέχη του κόμματος. Αλλά και να μην τις πλαισίωναν τα μέλη (πράγμα σπάνιο) η παρουσίαση των γεγονότων γινότανε πλήρως διαστρεβλωμένη και ουδεμία σχέση είχε με την πραγματικότητα.
  6. Μενσεβίκος ο οποίος βρισκόταν εκείνες τις ημέρες στην Πετρούπολη.
  7. Η πλατεία αγκύρας χρησίμευε από παλαιά ως βήμα για να εκθέσει όποιος ήθελε τις απόψεις του για τα πολιτικά-κοινωνικά ζητήματα. Η Κρονστάνδη όπως και η Πετρούπολη ήταν από τις πιο ελεύθερες πόλεις σε πολιτικές τάσεις και κόμματα, πράγμα το οποίο μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων απαγορεύτηκε.
  8. Η γνωστή τακτική της ηγεσίας των μπολσεβίκων ακόμα μία φορά με τους γνώριμους χαρακτηρισμούς (ληστές, κλέφτες, αντεπαναστάτες) εδώ παρατηρείται όχι απλά ομοιότητα αλλά ταύτιση με την αντιμετώπιση του Νέστωρ Μάχνο και των παρτιζάνων του.
  9. Ο λόγος παρουσίας του Τρότσκι στη Σιβηρία ήταν για να καταστείλει εξεγέρσεις των εκεί χωριών.
  10. Συγκεκριμένη τακτική προπαγάνδας η οποία υιοθετήθηκε από το Χίτλερ αργότερα και χρησιμοποιείται έως και σήμερα.
  11. Όντως στη Σιβηρία είχαν ξεκινήσει ταραχές, γι’ αυτό το λόγο είχε πάει πριν ο Τρότσκυ εκεί.
  12. Εδώ παρατηρείται το ίδιο που ίσχυε με τις απειλές του κόμματος στην Πετρούπολη για την «κόκκινη» Κρονστάνδη
Δημοσιεύθηκε στην  ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 53, Σεπτέμβριος 2006
Both comments and trackbacks are currently closed.