Μία αδικοχαμένη επανάσταση (Γερμανία 1918-1919). Μέρος Γ΄

1919. Ο κόσμος καταλαμβάνει τους δρόμους

1919. Ο κόσμος καταλαμβάνει τους δρόμους

Το τέλος

H σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση αποφασίζει να αντεπιτεθεί μπροστά στην επικείμενη διαδήλωση, που έχει καλέσει η επαναστατική επιτροπή. Έτσι, από τις 6 Ιανουαρίου αρχίζει η επίθεση των πρωσικών στρατευμάτων στο Βερολίνο. Το πρωί μοιράζεται μια σοσιαλδημοκρατική προκήρυξη που ξεσηκώνει «τους εργάτες, τους στρατιώτες και τους πολίτες» ενάντια «στους κακούργους της Λίγκας Σπάρτακος» και καλεί τους καλούς πολίτες μπροστά στο μέγαρο της καγκελαρίας. Σε μια αίθουσα του μεγάρου, οι σοσιαλδημοκράτες κυβερνήτες και οι υπουργοί συνεδριάζουν και προσπαθούν να εκτιμήσουν την κατάσταση. Τα νέα δεν είναι ευχάριστα για τους εξουσιαστές: οι επαναστάτες έχουν καταλάβει σχεδόν όλες τις εφημερίδες, ως και τα γραφεία του πρακτορείου Βόλφ. Τα στρατεύματα δεν είναι βέβαιο ότι θα συνταχθούν με τις κυβερνητικές διαταγές. Μόνο ο υπουργός πολέμου, ο συνταγματάρχης Ράϊνχαρντ και ο Νόσκε είναι αποφασισμένοι να αποκαταστήσουν την τάξη με κάθε τίμημα. Ο Νόσκε ζητάει μια λύση. Του απαντούν: «Ε,! Καλά! Δράσε μόνος σου!» Ο Νόσκε απαντά: «Ας είναι! Κάποιος από μας πρέπει να παίξει το ρόλο του χασάπη, δεν φοβάμαι τις ευθύνες». Αμέσως του παραχωρείται κάθε εξουσία. Οδομαχίες εξελίσσονται στο Βερολίνο. Τη νύχτα οι αρχηγοί του ανεξάρτητου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος αρχίζουν διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση.

Ο Νόσκε γράφει στα απομνημονεύματά του: «Αν το πλήθος είχε αρχηγούς αποφασισμένους που ήξεραν τι ήθελαν, αντί να ‘χει καλούς ρήτορες, θα είχε γίνει κυρίαρχο του Βερολίνου εκείνη τη μέρα, γύρω στο μεσημέρι».

Απεργίες συμπαράστασης προς τους βερολινέζους επαναστάτες γίνονται σε διάφορες πόλεις της Γερμανίας, (7 Ιανουαρίου). Στο Μπρούνσβικ, Ντόρτμουντ και Ντύσσελντορφ το πλήθος καταλαμβάνει τις εφημερίδες που εκφράζουν τις επιθυμίες των εξουσιαστών. Δύο διαδηλωτές σκοτώνονται στο Μόναχο.

Η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση προβαίνει και σε νέα έκκληση ζητώντας να κτυπηθούν και να απομονωθούν οι Σπαρτακιστές (8 Ιανουαρίου). Η εξέγερση φαίνεται καταδικασμένη ν’ αποτύχει αφού οι εξεγερμένοι παρά την αποφασιστικότητά τους να αντιμετωπίσουν τα πρωσικά στρατεύματα, την αστυνομία και τα «Ελεύθερα Σώματα», έχουν εναποθέσει τις τύχες τους σε άλλους, σε άτομα που χειρίζονται με καταστροφικό τρόπο την όλη κατάσταση.

Ο κύκλος των ομιλιών κλείνει για το Λίμπκνεχτ στις 9 Ιανουαρίου όπου εκφωνεί τον τελευταίο του λόγο. Μάχες γίνονται στο Βερολίνο και στο Σπαντάου. Οι υπάνθρωποι του Νόσκε με ουρλιαχτά, φλογοβόλα και υποστήριξη τακτικών σωμάτων του πρωσικού στρατού πέφτουν σαν ύαινες πάνω στο Βερολίνο. Το μεγαλύτερο μέρος των Σπαρτακιστών αποδείχνεται ανίκανο να αντιμετωπίσει τις δυνάμεις της αντεπανάστασης. Λίγες ομάδες προσπαθούν απεγνωσμένα να αντισταθούν στο πρωσικό οδοστρωτήρα στήνοντας οδοφράγματα. Οι οδομαχίες συνεχίζονται. 15 άνθρωποι δολοφονούνται στη Δρέσδη από τις καθεστωτικές δυνάμεις, ενώ γίνεται διαδήλωση και στο Αμβούργο.

Μεγάλη διαδήλωση γίνεται στη Στουτγάρδη, όπου πέντε διαδηλωτές πέφτουν νεκροί (10 Ιανουαρίου). Στη Νυρεμβέργη συλλαμβάνονται και φυλακίζονται Σπαρτακιστές. Στη Βρέμη ανακηρύσσεται η Δημοκρατία των συμβουλίων ενώ το Ντίσελντορφ βρίσκεται στα χέρια των εργατών και στη Ρουρ γενική απεργία είναι σε εξέλιξη. Το συμβούλιο των εργατών και των στρατιωτών της Έσσης αποφασίζει την κοινωνικοποίηση. Καταλαμβάνεται η έδρα του συνδικάτου κάρβουνου (Kohlen-syndikat) που είναι όργανο των αφεντικών. Στο Αμβούργο συλλαμβάνεται ο Λάουφενμπεργκ, πρόεδρος του συμβουλίου εργατών και στρατιωτών.

Η Vorwaerts, πού βρίσκεται στα χέρια των επαναστατών, περικυκλώνεται στις 7 με 8 το πρωί της 11ης Ιανουαρίου. Ο ποιητής Βέρνερ Μέλλερ, πού βγαίνει από το κτίριο για να διαπραγματευτεί με τους πολιορκητές, δολοφονείται. Η μάχη ξαναρχίζει, αλλά τελικά, οι 300 υπερασπιστές του κτιρίου της Vorwaerts υποχρεώνονται να παραδοθούν. Η πόλη χτενίζεται από στρατιές πληροφοριοδοτών που αναζητούν παντού Σπαρτακιστές. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ειδοποιείται να εγκαταλείψει το Βερολίνο. Αρνείται και αρχίζει μαζί με τον Λίμπκνεχτ να αλλάζει συνεχώς καταφύγια. Ο Σάϊντεμαν υπόσχεται σ’ όποιον του φέρει τα κεφάλια της Ρόζας και του Λίμπκνεχτ 100.000 μάρκα. Τα στρατεύματα του Νόσκε πραγματοποιούν παρέλαση επίδειξης μέσα στο Βερολίνο. Φυλακίζονται οι Έρνεστ Μάγιερ και Λέντεμπουρ. Ο τελευταίος προσπαθούσε να έρθει σε κάποιο συμβιβασμό με την κυβέρνηση εκπροσωπώντας τους επαναστάτες. Στη Λειψία γίνεται απεργία συμπαράστασης στους εξεγερμένους που μακελεύονται στο Βερολίνο.

Στις 12 Ιανουαρίου ξαναλειτουργούν οι εφημερίδες που είχαν καταλάβει οι επαναστάτες από τις 5 του μηνός. Συλλαμβάνεται ο Λεό Γιόγκισες, που θα δολοφονηθεί από τις κρατικές συμμορίες δύο μήνες αργότερα στις 10 Μαρτίου με τη δικαιολογία ότι το περιστατικό συνέβη «ενώ προσπαθούσε να δραπετεύσει».

1918. Λειψία. Πορεία αντιπάλων της επανάστασης, με σύνθημα: Δεν θέλουμε χάος και αναρχία

1918. Λειψία. Πορεία αντιπάλων της επανάστασης, με σύνθημα: Δεν θέλουμε χάος και αναρχία

Κι ενώ οι Έμπερτ – Σάϊντεμαν – Νόσκε ξαναδημοσιεύουν τη διαταγή για την παράδοση των όπλων (13 Ιανουαρίου), η συνδιάσκεψη των συμβουλίων εργατών και στρατιωτών της Ρηνανίας – Βεστφαλίας αποφασίζει την συνέχιση της κοινωνικοποίησης των επιχειρήσεων.

Στις 14 Ιανουαρίου η εξέγερση των Σπαρτακιστών έχει πια συντριβεί. Την ίδια νύχτα η Λούξεμπουργκ και ο Λίμπκνεχτ εγκαταλείπουν το καταφύγιο τους σε μια εργατική συνοικία και καταφεύγουν στο νούμερο 15 της οδού Μανχάιμ. Τα «Ελεύθερα Σώματα» και ο στρατός από δω και στο εξής θα δολοφονούν όποιον επαναστάτη βρίσκουν. Στη συνοικία του Λίχτενμπεργκ γίνεται μεγάλο μακελειό. Στη Βρέμη τέσσερις, ακόμη, επαναστάτες πέφτουν νεκροί.

Στις 9 το βράδυ της 15ης Ιανουαρίου η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπκνεχτ συλλαμβάνονται στο τελευταίο τους καταφύγιο και μεταφέρονται στο ξενοδοχείο «Έντεν» όπου ο λοχαγός Πάμπστ οργανώνει την δολοφονία τους. Ο Λίμπκνεχτ δολοφονείται στο πάρκο Τιργκάρτεν. Αμέσως μετά έρχεται η σειρά της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Το πτώμα της ρίχνεται από τη γέφυρα του Λιχτενστάιν στο κανάλι.

Στις εκλογές της 19ης Ιανουαρίου 1919, για την ανάδειξη συντακτικής εθνοσυνέλευσης, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα συγκεντρώνει μόλις το 35% των ψήφων. Σχηματίζεται κυβέρνηση συνεργασίας με τα κεντροδεξιά κόμματα, με πρόεδρο των Σάϊντεμαν. Με διάταγμα της κυβέρνησης καταργούνται τα «Σημεία του Αμβούργου». Η κυβέρνηση κατέχει την ανώτατη διοίκηση, που ασκείται από τον υπουργό πολέμου. Μόνον οι αξιωματικοί θα έχουν δικαίωμα να δίνουν διαταγές. Τα συμβούλια στρατιωτών δεν θα είναι αρμόδια να ονομάζουν ή να καθαιρούν τους αρχηγούς. Το διάταγμα, που επαναφέρει το προηγούμενο καθεστώς κανόνων και πειθαρχίας, προκαλεί μεγάλη δυσαρέσκεια στα συμβούλια των στρατιωτών.

Με την είδηση της δολοφονίας των Λίμπκνεχτ – Λούξεμπουργκ ξεσπούν απεργίες (20 με 23 Ιανουαρίου). Στο Άϊζεναχ, το συμβούλιο εργατών και στρατιωτών, κηρύσσει οκταήμερο πένθος μόλις πληροφορείται τις δολοφονίες. Στο Αμβούργο, μια πορεία άνεργων, πολυβολείται απ’ την αστυνομία με αποτέλεσμα να υπάρχουν νεκροί και τραυματίες. Η συνδιάσκεψη των συμβουλίων εργατών και στρατιωτών της Ρηνανίας – Βεστφαλίας, διαμαρτύρεται για το σαμποτάρισμα της κοινωνικοποίησης από την κυβέρνηση. Με δεδομένες τις, εκτός ελέγχου, συνθήκες στο Αμβούργο, κηρύσσεται κατάσταση πολιορκίας, η αστυνομία του Βερολίνου, (24 Ιανουαρίου), πυροβολεί ανέργους με αποτέλεσμα να υπάρχουν νεκροί και τραυματίες, ενώ στις 25 Ιανουαρίου γίνεται η κηδεία του Λίμπκνεχτ και των επαναστατών που έπεσαν νεκροί από τις αρχές του μήνα.

Παρά τα πογκρόμ και τις δολοφονίες, τις διώξεις και τις φυλακίσεις το επαναστατικό πνεύμα δεν έχει καμφθεί. Έτσι στις 27 Ιανουαρίου, εργάτες και ναύτες καταλαμβάνουν το σιδηροδρομικό σταθμό και άλλα δημόσια κτίρια, στο Βιλχελμσχάβεν, ενώ δύο μέρες μετά, οι εργάτες της Βρέμης παίρνουν τα όπλα.

Στις 3 Φεβρουαρίου επανεκδίδεται η Rote Fahne. Την ίδια στιγμή, 750 απ’ αυτούς που πήραν μέρος στην εξέγερση του Γενάρη, σέρνονται στα δικαστήρια.

Κι ενώ το κεντρικό όργανο των συμβουλίων εργατών και στρατιωτών δίνει την «εξουσία» στη συντακτική συνέλευση (4 Φεβρουαρίου), ο συνταγματάρχης Γκέρστενμπεργκ καταλαμβάνει την Βρέμη. Στη διάρκεια των μαχών σκοτώνονται 28 εργάτες και 46 στρατιώτες του καθεστώτος. Παράλληλα οι εργάτες του Κίελου προσπαθούν να οπλιστούν (5 Φεβρουαρίου).

Ομαδικές δολοφονίες επαναστατών

Ομαδικές δολοφονίες επαναστατών

Η συνδιάσκεψη των συμβουλίων εργατών και στρατιωτών της Ρηνανίας-Βεστφαλίας εμμένει στην απόφαση των κοινωνικοποιήσεων των επιχειρήσεων (6 Φεβρουαρίου). Ενώ κηρύσσεται γενική απεργία στο Κίελο, οι εργάτες του Αμβούργου παίρνουν τα όπλα. Το κράτος και ο σοσιαλδημοκρατικός συνασπισμός δεν αισθάνονται ασφάλεια. Έτσι η συντακτική συνέλευση μεταφέρεται στη Βαϊμάρη (επιλέγεται η Βαϊμάρη γιατί είναι απομακρυσμένη απ’ την πρωτεύουσα κι επί πλέον η πόλη κατέχεται και ελέγχεται από τα στρατεύματα του στρατηγού Μέρκερ). Η συντακτική συνέλευση αποτελείται από 22 ανεξάρτητους σοσιαλδημοκράτες, 163 σοσιαλδημοκράτες, 4 δημοκράτες, 89 καθολικούς, 42 μέλη του Deutschnationale Volkspartei, 22 μέλη του Volkspartei.

Το συμβούλιο στρατιωτών του Αμβούργου αποφασίζει (7 Φεβρουαρίου) να αφοπλίσει τους εργάτες. Παράλληλα στο Βερολίνο οι κυβερνητικές δυνάμεις σκοτώνουν 12 ανέργους (8 Φεβρουαρίου).

Ο συνταγματάρχης Γκέρστενμπεργκ καταλαμβάνει τη Μπρεμερχάφεν (9 Φεβρουαρίου) όπου οι εργάτες έχουν πάρει τα όπλα, όπως στη Βρέμη. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ψηφίζεται το γνωστό ως Σύνταγμα της Βαϊμάρης (10 Φεβρουαρίου) και την επόμενη μέρα η συντακτική συνέλευση εκλέγει τον Έμπερτ ως πρόεδρο του Ράιχ. Το ανεξάρτητο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα ζητά την ενσωμάτωση των συμβουλίων στο σύνταγμα. Κηρύσσεται κατάσταση πολιορκίας στο Αμβούργο και αφοπλίζονται οι εργάτες.

Δεκαεπτά άνεργοι σκοτώνονται στο Μπρεσλάου (12 Φεβρουαρίου). Η Rote Fahne (Κόκκινη Σημαία) και η Freiheit (=Ελευθερία, καθημερινή εφημερίδα των ανεξάρτητων σοσιαλδημοκρατών) δημοσιεύουν λεπτομέρειες σχετικά με τις δολοφονίες του Λίμπκνεχτ και της Λούξεμπουργκ. Συλλαμβάνεται και φυλακίζεται ο Καρλ Ράντεκ, ο οποίος βρίσκονταν στην παρανομία (θα αποφυλακιστεί στις 5 Δεκεμβρίου).

Στις 13 Φεβρουαρίου σχηματίζεται η κυβέρνηση του Ράιχ με καγκελάριο το Σάϊντεμαν, υπουργό πολέμου το Νόσκε, πέντε υπουργούς σοσιαλδημοκράτες, δύο υπουργούς δημοκράτες, τρεις υπουργούς από το κέντρο των καθολικών (ένας απ’ αυτούς είναι ο Έρτσμπεργκερ), ενώ υπουργός εξωτερικών είναι ο Μπρόκντορφ Ράντσαου, ένας δημόσιος υπάλληλος.

Φυλακίζονται 80 μέλη της «Λίγκας των κόκκινων στρατιωτών» στο Βερολίνο (16 Φεβρουαρίου). Στη Νυρεμβέργη, σε διαδήλωση εναντίον του Νουάρ, Βαυαρού υπουργού εσωτερικών, υπάρχουν δύο νεκροί ενώ τους 36 φτάνουν οι νεκροί στο Χέβεοτ-Ντόρτεν. Στο Μόναχο, συγκαλείται μεγάλη συνέλευση υπέρ της Δημοκρατίας των Συμβουλίων. Την επόμενη μέρα ξεσπά γενική απεργία στη Ρουρ.

Ο στρατηγός Μέρκερ καταλαμβάνει την Γκότα (18 Φεβρουαρίου) αλλά κηρύσσεται γενική απεργία διαμαρτυρίας ενάντια στην κατάληψη. Ο Μέρκερ έχει φτιάξει ένα ευκίνητο σώμα καταστολής το οποίο τίθεται στη διάθεση του Νόσκε για να κτυπήσει τα τοπικά επαναστατικά κινήματα της Σαξονίας και της κεντρικής Γερμανίας.

Μάχες μεταξύ επαναστατών και δυνάμεων του στρατού γίνονται στη Ρουρ (19 Φεβρουαρίου), ενώ υπάρχουν 12 νεκροί στο Έλμπερφελντ και άλλοι δύο στην Έσση. Οι ναυτεργάτες στο Στεττίνο κατεβαίνουν σε απεργία, ενώ κηρύσσεται γενική απεργία στο Αϊζεναχ ενάντια στην κατάληψη της Γκότα από τα στρατεύματα του Μέρκερ. Οι μάχες επαναστατών και κυβερνητικών δυνάμεων συνεχίζονται και την επόμενη μέρα στη Ρουρ, (Γκελσενκίρχεν, Μπόχουμ).

Ο Κούρτ Άϊσνερ, πρόεδρος του συμβουλίου της Βαυαρίας, δολοφονείται (21 Φεβρουαρίου) από τον νεαρό κόμη Άρκο, στο Μόναχο, ενώ πηγαίνει στο Λάνταγκ να δώσει την παραίτηση του, μια και μειοψήφησε στις εκλογές.

Την επόμενη κηρύσσεται κατάσταση πολιορκίας στο Μόναχο και σταματά η κυκλοφορία των εφημερίδων για δέκα μέρες. Η Δημοκρατία των συμβουλίων ανακηρύσσεται στο Μάνχαϊμ για να διαλυθεί αναίμακτα τρεις μέρες μετά (25 Φεβρουαρίου). Απεργία ξεσπά στην κεντρική Γερμανία.

Στις 26 Φεβρουαρίου ξεσπά γενική απεργία στη Λειψία που διαρκεί μέχρι τις 10 Μαρτίου. Σε απεργία κατεβαίνουν οι σιδηροδρομικοί στο Μαγδεμβούργο και στις 27 Φεβρουαρίου κηρύσσεται γενική απεργία στο Ντίσελντορφ.

Μεταξύ 1 με 3 Μαρτίου ο στρατηγός Μέρκερ καταλαμβάνει το Χάλλε. Οι επαναστάτες αντιστέκονται. Οι νεκροί ανέρχονται στους 55 και οι τραυματίες στους 17. Στο Βερολίνο κηρύσσεται γενική απεργία. Οι απεργοί ζητούν:

1.Την αναγνώριση των συμβουλίων εργατών και στρατιωτών.

  1. Την άμεση εκτέλεση των «σημείων του Αμβούργου» πού αφορούν τη διοίκηση στο στρατό.
  2. Την απελευθέρωση όλων των πολιτικών κρατουμένων και ιδιαίτερα του Λέντενμπουρ. Επίσης, να σταματήσουν όλες οι πολιτικές δίκες, να καταργηθούν όλες οι στρατιωτικές δικαιοδοσίες, να φυλακισθούν όλοι όσοι συμμετείχαν σε πολιτικές δολοφονίες.
  3. Το σχηματισμό εργατικής επαναστατικής φρουράς.
  4. Την άμεση διάλυση όλων των κομάντος.
  5. Την άμεση σύναψη πολιτικών και οικονομικών σχέσεων με τη σοβιετική Ρωσία.

Η σοσιαλδημοκρατική συμμαχία επιβάλλει κατάσταση πολιορκίας, που θα διαρκέσει μέχρι τις 5 Δεκεμβρίου. Καταστρέφεται το τυπογραφείο της Rote Fahne. Ένοπλες συγκρούσεις στο Βερολίνο (5 Μαρτίου) μεταξύ της μοίρας ναυτικού πού ενσωματώθηκε στη δημοκρατική φρουρά και των κομάντος της αντεπανάστασης. Κι άλλη απεργία των ανθρακωρύχων στην Άνω Σιλεσία ενώ στη Ρουρ γίνεται η πρώτη συνδιάσκεψη των αντιπροσώπων των ανθρακωρύχων.

Τα στρατεύματα του Νόσκε καταλαμβάνουν τη διεύθυνση αστυνομίας του Βερολίνου (6 Μαρτίου). Στην Κεντρική Γερμανία διακόπτεται η απεργία, που είχε ξεκινήσει από τις 25 Φεβρουαρίου και στο Βερολίνο η γενική απεργία αποτυγχάνει (8 Μαρτίου). Από τις 12 έως 15 Μαρτίου γίνονται μάχες στην πόλη. Ο στρατός και τα «Ελεύθερα Σώματα» προχωρούν σε ομαδικές εκτελέσεις ναυτών και εργατών. Οι δολοφονημένοι ξεπερνούν τους 1.200.

Η συνδιάσκεψη των αντιπροσώπων των ανθρακωρύχων της Ρουρ (30 Μαρτίου) αποφασίζει γενική απεργία ζητώντας την κοινωνικοποίηση της βιομηχανίας και την ίδρυση της «Γενικής Ένωσης ανθρακωρύχων». Απεργία γίνεται στο Μπρεσλάου (3 Απριλίου) και οι εργάτες της Κρούπ, στο Έσσεν, ενώνονται με τους απεργούς ανθρακωρύχους (4 Απριλίου).

Στις 7 Απριλίου ανακηρύσσεται η Δημοκρατία των Συμβουλίων στη Βαυαρία. Πρωτεύοντα ρόλο έπαιξαν στην αρχή οι αναρχικοί: Λαντάουερ, Μύχσαμ, Τόλλερ και μετά οι κομμουνιστές: Λεβινέ, Λεβιέν. Γενική απεργία στο Μαγδεμδούργο.

Από τις 8 έως 14 Απριλίου γίνεται το δεύτερο συνέδριο των συμβουλίων στο Βερολίνο. Πρόκειται για μια τυπική διαδικασία αφού τα συμβούλια δεν παίζουν πια κανένα επαναστατικό ρόλο, αποτελώντας εξαρτήματα της κυβέρνησης.

Από τις 10 έως 15 Απριλίου γίνονται απεργίες στο Ντάντσιχ, Ανόβερο, Κένιγκσμπεργκ, Αμβούργο. Στο ίδιο διάστημα 40 επαναστάτες σκοτώνονται στο Ντίσελντορφ και η «Πρώτη» Δημοκρατία των συμβουλίων της Βαυαρίας υποκύπτει για να δημιουργηθεί η «Δεύτερη» (14 Απριλίου). Όλο το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Απριλίου συνταράσσει τη Βρέμη η γενική απεργία. Εν τω μεταξύ, τα στρατεύματα του Νόσκε προκαλούν μια μεγάλη ήττα στη Δημοκρατία των συμβουλίων της Βαυαρίας ανακαταλαμβάνοντας το Άουγκσμπουργκ (21 Απριλίου) και στη Νυρεμβέργη πραγματοποιούνται αιματηρές μάχες με τις δυνάμεις της τάξης (26 Απριλίου). Στη Ρουρ τερματίζεται η γενική απεργία (28 Απριλίου), η οποία διήρκεσε όλο το μήνα.

Στο διάστημα από 1 έως 4 Μαΐου τα στρατεύματα τού Νόσκε ανακαταλαμβάνουν το Μόναχο. Ακολουθεί άγρια καταστολή. Τουφεκίζονται οι Λαντάουερ, Λεβινέ, Λεβιέν, Έγκλεφερ (αρχηγός τού στρατού της δημοκρατίας των συμβουλίων) και δεκάδες άλλοι. Ο Μύχσαμ φυλακίζεται. Η καταστολή διαρκεί μέχρι τον Ιούνη. Κι ενώ για τα μάτια του κόσμου γίνεται η δίκη των δολοφόνων της Λούξεμπουργκ και του Λίμπκνεχτ (8-15 Μαΐου), ο υπολοχαγός Βόγκελ, δολοφόνος της Ρόζας, «δραπετεύει» (17 Μαΐου). Δύο μέρες μετά αρχίζει η δίκη ενάντια στον Λέντεμπουρ (19 Μαΐου), που κατηγορείται για τη συμμετοχή του στις μάχες του Ιανουαρίου στο Βερολίνο. Στα τέλη του μήνα (31 Μαΐου) βρίσκεται το πτώμα της Ρόζας Λούξεμπουργκ, που θα κηδευτεί 13 μέρες αργότερα.

Οι επόμενοι μήνες αποτελούν τα τελευταία σκιρτήματα μιας επανάστασης που χάθηκε τόσο άδικα. Οι απεργίες και οι ταραχές συνεχίζονται στις Γερμανικές πόλεις. Όμως το κράτος δεν κινδυνεύει. Η κηδεία της Ρόζας Λούξεμπουργκ έρχεται περισσότερο να επιβεβαιώσει το τέλος μιας τόσο ζωντανής και ελπιδοφόρας εξέγερσης, που μετατράπηκε σε επανάσταση. Κι αυτή η επανάσταση αντί να χτιστεί και να δυναμώσει από πόλη σε πόλη, με πρώτο το Βερολίνο, κατέληξε να γκρεμίζεται και να κομματιάζεται βήμα το βήμα.

Μεταξύ 20 Ιουνίου με 3 Ιουλίου ξεσπά η απεργία των σιδηροδρομικών ενώ γίνεται απεργία πείνας στο Μάνχάϊμ. Η κυβέρνηση Σάϊντεμαν παραιτείται και στις 21 Ιουνίου σχηματίζεται κυβέρνηση υπό τον Μπάουερ. Κι ενώ στο Βερολίνο ξεκινούν απεργίες πείνας (23 Ιουνίου), το κομμουνιστικό κόμμα διαλύει τη «Λίγκα των κόκκινων στρατιωτών». Τρείς μέρες αργότερα φυλακίζονται τα μέλη του Εκτελεστικού συμβουλίου (VolIzugsrat) του Βερολίνου που αποτελείται από ανεξάρτητους σοσιαλδημοκράτες της αριστεράς (δύο μήνες αργότερα (23 Αυγούστου) η κυβέρνηση θα προχωρήσει και στην τυπική διάλυση του) ενώ στις 27 Ιουνίου ο Νόσκε αφαιρεί απ’ τους σιδηροδρομικούς τη δυνατότητα να απεργήσουν. Παρ’ όλα αυτά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Ιουλίου γίνεται απεργία των εργαζομένων στα μέσα επικοινωνίας στο Βερολίνο και στις 16 Ιουλίου πραγματοποιείται γενική απεργία στην Πομερανία.

Από τις 2 Αυγούστου ξεκινούν απεργίες πείνας στο Chemnitz. Οι νεκροί θα φτάσουν τους 27. Τελικά ο στρατός θα καταλάβει το Chemnitz χωρίς μάχη (19 Αυγούστου). Στις 8 Αυγούστου ξεσπά απεργία στα ορυχεία ποτάσας, ενώ στις 11 Αυγούστου απεργούν οι τραπεζικοί υπάλληλοι στο Αμβούργο και οι ανθρακωρύχοι στην Άνω Σιλεσία.

Στην παράνομη εθνική συνδιάσκεψη του κομμουνιστικού κόμματος που γίνεται στη Φρανκφούρτη (17 Αυγούστου) εκδηλώνεται μια αντιπολίτευση στην πολιτική της κεντρικής επιτροπής, αντιπολίτευση, αντικοινοβουλευτική, αντισυνδικαλιστική, αντισυγκεντρωτική, που κατευθύνεται από τους Βόλφχαϊμ και Πάουφενμπεργκ (στο Αμβούργο), Όττο Ρύλε (από τη Δρέσδη), Σρέντερ και Βέντελ (από το Βερολίνο).

Στους μήνες που ακολουθούν δεν λείπουν οι μεγάλες διαδηλώσεις όπως αυτές με αφορμή τη διεθνή ημέρα των νέων (7 Σεπτεμβρίου) όπου η αστυνομία πυροβολεί τους διαδηλωτές, οι ταραχές με αφορμή την πείνα όπως στο Μπρεσλάου (8 Σεπτεμβρίου) ή μεγάλες απεργίες όπως αυτή των μεταλλουργών του Βερολίνου (18 Σεπτεμβρίου) που θα διαρκέσει μέχρι τις 11 Νοεμβρίου.

Όμως το ζητούμενο όλων αυτών των αγώνων και των ανθρώπων έχει χαθεί σε μια κρίσιμη στιγμή για την κυριαρχία και ιδιαίτερα μετά την λήξη της πρώτης παγκόσμιας ανθρωποσφαγής. Μια ακόμα συνταρακτική εμπειρία πήρε τη θέση της ανάμεσα στις τόσες προσπάθειες των καταπιεσμένων. Είναι όμως βέβαιο πως κι αυτή η αποτυχία των ανθρώπων να πάρουν τις τύχες στα χέρια τους και να δημιουργήσουν ένα κόσμο ελεύθερο βρέθηκε μπροστά σε εμπόδια που δεν οφείλονταν σε πραγματικές αδυναμίες. Τουλάχιστον σε δύο περιπτώσεις οι επαναστάτες άφησαν να χαθεί η ευκαιρία να ανατρέψουν το καθεστώς.

Οι λόγοι που οδηγούν στην αποτυχία μιας επανάστασης μπορούν να είναι πολλοί. Πρωταρχικός όμως παραμένει ένας: Η εγκατάλειψη ή η παραχώρηση αρμοδιοτήτων σε εξουσίες και μηχανισμούς που κινούνται βάσει προδιαγεγραμμένων σχεδίων, επιστημονικών αναλύσεων «ειδικών» και μιας τύφλωσης που λέγεται πολιτική και πολιτικός σχεδιασμός.

Κι αυτός ο πολιτικός σχεδιασμός είναι ανίκανος να κατανοήσει μια μεγάλη πραγματικότητα: πως το όποιο «επαναστατικό υποκείμενο» δεν υπήρξε επειδή το κατασκεύασαν στα «επιστημονικά» τους συγγράμματα κάποιοι «μεγάλοι ηγέτες». Οι εξεγερμένοι όπου γης, ανεξάρτητα από καταγωγή και επάγγελμα, είναι αυτοί που θα συντρίψουν την κυριαρχία κι όχι οι εκλεκτοί των επιστημονικών σοσιαλιστικών συγγραμμάτων. Και για να δούμε μια πραγματικότητα της εποχής στην οποία αναφερθήκαμε θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη μας πως ένα μεγάλο κομμάτι των εργατών στη Γερμανία ελεγχόταν από τους σοσιαλδημοκράτες, τα συνδικάτα αποτελούσαν μια δύναμη που είχε πολλά οφέλη και προνόμια μέσα στο σύστημα καταπίεσης κι εκμετάλλευσης και πολύ περισσότερο τα «στρατευμένα παιδιά του λαού» στράφηκαν με μανία ενάντια στα επαναστατημένα παιδιά. Ο στρατός διχασμένος όπως και η κοινωνία. Σε τέτοιες συνθήκες δεν χωρά κανενός είδους αναμονή. Την αναποφασιστικότητα όσων είχαν στα χέρια τους τις τύχες των εξεγερμένων αναπλήρωσε η αποφασιστικότητα της κυριαρχίας και των οργάνων της.

Το εργαλείο των συμβουλίων, για τη συγκεκριμένη στιγμή, μπόρεσε να αποτελέσει ένα σοβαρό μέσο απέναντι στα συνδικάτα. Από τη στιγμή όμως, που ούτε αυτό το μέσο αξιοποιήθηκε με αποτελεσματικότητα, τότε το πάθος των επαναστατών όσο μεγάλο κι αν ήταν, όσο κι αν βρέθηκε δύο τουλάχιστον φορές μπροστά στην εκπλήρωση των επιθυμιών του δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τις επαναστατικές φλυαρίες και τις επιδείξεις «ισχύος».

Το «ανεξήγητο» είναι πως ενώ οι μαρξιστικές επιστημονικές αναλύσεις των «ειδικών» βεβαίωναν πως το κέντρο της επαναστατικής διαδικασίας για την Ευρώπη, ήταν η Γερμανία, όταν οι εξεγερμένοι στο Βερολίνο άνοιξαν πλατιούς δρόμους, βρέθηκαν, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουν, να περπατούν σε αδιέξοδα μονοπάτια.

Αν λάβουμε υπ’ όψιν πως η Γερμανία αποτέλεσε —και στις δύο περιπτώσεις των παγκόσμιων ανθρωποσφαγών του περασμένου αιώνα— την αιχμή του δόρατος για την εκπλήρωση των βραχυπρόθεσμων σχεδίων (επίλυσης διαφορών και διανομής των περιοχών επιρροής κι εκμετάλλευσης), αλλά και των μακροπρόθεσμων στόχων που έβαζε η ευρωπαϊκή και παγκόσμια κυριαρχία, τότε σίγουρα η συντριβή της επανάστασης και μαζί μ’ αυτήν των κοινωνικών κομματιών που θα μπορούσαν να σταθούν όχι μόνο εμπόδιο, αλλά και μια διαρκής απειλή για τα αντικοινωνικά και αντιανθρώπινα σχέδια της κυριαρχίας, έφερε πολλά εμπόδια στην ανάπτυξη των κοινωνικών απελευθερωτικών διεργασιών.

ΑΞΙΝΟΣ

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 46, Ιανουάριος 2006

 

Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.