Η ΤΡΥΠΙΑ ΠΑΝΤΙΕΡΑ  ΤΩΝ «ΑΝΤΑΡΤΩΝ» ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΤΙΝΑ ΦΑΙΔΡΑ…

«Ως ένα άλλο, επιτακτικό σήμερα, γνώρισμα, παρουσιάζεται η έντονη πολιτική δέσμευση, η οποία χαρακτηρίζει τον αντάρτη σε σχέση μ’ άλλους μαχητές. Πρέπει να εμμείνει κανείς στην αυστηρά πολιτική φύση του αντάρτη, ακριβώς επειδή αυτός πρέπει να διακριθεί από τον κοινό ληστή και τον στυγνό εγκληματία, τα κίνητρα του οποίου αποσκοπούν στον προσωπικό πλουτισμό […] Η ουσία του Πολιτικού δεν είναι αποκλειστικά η εχθρότητα, αυτή καθαυτή, αλλά η διάκριση φίλου και εχθρού, προϋποθέτει δε και τα δύο στοιχεία, τον Φίλο και τον Εχθρό. Ο ενδιαφερόμενος για τον αντάρτη ισχυρός τρίτος, μπορεί ακόμα να σκέφτεται και να ενεργεί τελείως εγωιστικά· θέτει το πολιτικό του συμφέρον με το μέρος του αντάρτη. Αυτό δίνει την εντύπωση πολιτικής φιλίας και αποτελεί ένα είδος πολιτικής αναγνώρισης, ακόμα και όταν δεν φτάνει στο σημείο δημοσίων και επισήμων αναγνωρίσεων ως εμπόλεμου κόμματος ή ως κυβέρνησης». (Carl Schmitt, Η Θεωρία του Αντάρτη, Παρεμβολή στην Έννοια του Πολιτικού)

lykos-arniΤην ευρύτερη περίοδο που διανύουμε είναι κάτι παραπάνω από συχνή η προβολή συγκεκριμένων κυβερνητικών ή κομματικών στελεχών ως «ανταρτών». Οι «αντάρτες» βουλευτές εμφανίζονται να ρυθμίζουν την λεγόμενη πολιτική επικαιρότητα, να συντονίζουν και να συντονίζονται σε μια δια-κομματική αντιπολίτευση, αλλά και να ενισχύουν το «αξιακό» ιδεολογικό περίβλημα της περιβόητης επανίδρυσης του κράτους.

Παρουσιάζονται, ακόμα, οι κομματικοί «αντάρτες», ξεκομμένοι από το τακτικό κομματικό στράτευμα, υιοθετώντας τακτικές «ανορθόδοξου πολέμου»: αντί να δώσουν την «μάχη» μέσα στα κομματικά όργανα, καταφεύγουν στο «κλαρί» των ΜΜΕ, ή ακόμα και των «σατιρικών» εκπομπών του Λαζόπουλου, δημοσιεύουν μανιφέστα αμφισβήτησης της επίσημης κομματικής ή κυβερνητικής γραμμής, εναρμονιζόμενοι δήθεν με τη διάχυτη κοινωνική δυσαρέσκεια.

Δεν αμελούν, επίσης, να υπερασπίζονται τα «άδολα» κίνητρά τους, ισχυριζόμενοι ότι αδιαφορούν για την κατάκτηση αξιωμάτων, κινούμενοι αποκλειστικά από «συνειδησιακούς λόγους», το «καλό της παράταξης τους» και τα «συμφέροντα του τόπου», που λυμαίνονται οι κάθε λογής «διεφθαρμένοι και διαπλεκόμενοι».

Είναι, βέβαια, κάτι παραπάνω από φανερό ότι η πολιτική πίεση που ασκείται, στοχεύει στην πολιτική σταθερότητα και όχι στην αποσταθεροποίηση και στην πολιτική αβεβαιότητα, καθώς τείνει να αφομοιώσει την ευρύτερη κοινωνική δυσαρέσκεια, να μειώσει τις συνέπειες μιας πολιτικής ρευστότητας λόγω της ύπαρξης φυγόκεντρων διαθέσεων της κομματικής πελατείας του λεγόμενου κέντρου.

Η τεχνική των «διαφωνούντων» δεν είναι και τόσο περίπλοκη.

τρύπια-παντιέραΜάλλον απλή θα την χαρακτήριζε κάποιος. Ιδιαίτερα αν αναλογιστεί το πολιτικό προφίλ τόσο του προβεβλημένου ως αρχιαντάρτη Τατούλη, πάλαι ποτέ αριστεριστή (και τέως συναγωνιστή εκατοντάδων στελεχών του ΕΚΚΕ, που πύκνωσαν μεταπολιτευτικά τις γραμμές του ΠΑΣΟΚ), του «σκληρού δεξιού» Πολύδωρα, του βουλευτή πρώην συνδικαλιστή Μανώλη, αλλά και του Μιχαλολιάκου, θα βγάλει ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα. Τόσο για τις ανάγκες που έρχεται να καλύψει η «κοινωνική» απεύθυνση του λόγου των «ανταρτών», όσο και για την αλληλεξαρτώμενη θέση των πολιτικών σχηματισμών, έτσι όπως αυτή προσδιορίζεται από την απουσία των «διαχωριστικών» γραμμών του παρελθόντος.

Χαρακτηριστική είναι και η εργαλειακή χρήση του «ανταρτισμού» μέσω της ελεγχόμενης κινητικότητάς του. Οι «σιωπές» και οι «οξύνσεις» του δεν σηματοδοτούν μόνο την κατά το δοκούν «είσοδο» και «εξόδο» από την κομματική νομιμότητα και πειθαρχία, αλλά προσδιορίζουν και την κλιμακούμενη ένταση της έκφρασης σημαντικών οικονομικών, εκδοτικών και πολιτικών συμφερόντων που διαγκωνίζονται συνεχώς για τη διεκδίκηση μιας καλύτερης τύχης στο εξουσιαστικό στερέωμα.

Η προσπάθεια, όμως, κατοχύρωσης του κοινοβουλευτικού «ανταρτισμού» ως αναπόσπαστο μέρος του κομματικού σκηνικού και της πολιτικής ευρύτερα, δεν θα μπορούσε να μην έχει λάβει υπόψη της την αίγλη που απολαμβάνει η έννοια αντάρτης σε ένα κοινωνικό χώρο, που ιστορικά έχει επιδείξει την τάση να γοητεύεται, να στηρίζει και να συμμετάσχει σε πράξεις ανυποταξίας και απειθαρχίας ενάντια στην εξουσία.

Έστω και αν αυτό πολλές φορές αποτελούσε προϊόν ιδεολογικής σύγχυσης, που διευκόλυνε, σε κάθε περίπτωση, τις δυνατότητες επαναφομοίωσης των κοινωνικών αντιδράσεων, από τους ποικιλώνυμους εξουσιαστές.

Εκτός αυτού, όμως, σαφώς έχουν ληφθεί υπ’ όψιν τα όποια εξουσιαστικά κεκτημένα, όσον αφορά την απαξίωση του αντάρτικου ως μορφή κοινωνικής δράσης, που σημάδεψαν την επιχείρηση «εξάρθρωσης της τρομοκρατίας», έτσι όπως αυτή σηματοδοτήθηκε τον Ιούνιο του 2002. Αξιοποιήσιμη φυσικά και καλοδεχούμενη για την εξουσία παραμένει και κάθε λογική που αναπτύσσεται έχοντας ως αφετηρία τον αυτοπεριορισμό στην κοινωνική δράση, που κατοχυρώνει η ιδεολογική επίθεση στη «σάπια κοινωνία», που αναγορεύεται συλλήβδην συνοδοιπόρος της κυριαρχίας.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι οι κάθε λογής εξουσιαστές δεν έχουν ξεχάσει μια παλιά φράση που αποδίδεται ως εντολή του Ναπολέοντα προς τον στρατηγό Lefevre: «Με τους αντάρτες πρέπει να μάθει κανείς να μάχεται σαν αντάρτης».

Αλλά ας δούμε πιο συγκεκριμένα ορισμένα ζητήματα.

Η λέξη παρτιζάνος προέρχεται από το Partei που σημαίνει κόμμα, μέρος, παράταξη. Στα γερμανικά ο Parteiganger είναι ο οπαδός κόμματος, εκείνος που προσχωρεί σε ένα κόμμα, ενώ στα γαλλικά η λέξη partisant μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον οπαδό κάποιας άποψης.

Ο χαρακτηρισμός αντάρτης, που απαντάται ήδη από τον 16ο αιώνα, προσέδωσε θρυλική μορφή στον ισπανικό κλεφτοπόλεμο του 1808 ενάντια στον τακτικό στρατό του Ναπολέοντα, που μόλις είχε συντρίψει τον τακτικό ισπανικό στρατό.

Μια ακόμη απαραίτητη υπόμνηση της ιστορικής εμπειρίας θα θύμιζε ότι η συνεργασία τακτικού στρατού και άτακτων δυνάμεων όχι μόνο δεν αποτέλεσε μια ιδιαίτερη περίπτωση, αλλά και ζητούμενο στο απώτερο αλλά και στο πρόσφατο παρελθόν σύμφωνα και με τον ίδιο τον Che Guevara, που τόνιζε την σημασία συνεργασίας των ατάκτων με την τακτική οργάνωση.

Εύκολα, λοιπόν, κατανοεί κανείς ότι σε πολλές περιπτώσεις προκύπτουν ενδιάμεσες καταστάσεις ή βαθμίδες, όπως όταν λόγου χάρη μια επαναστατική κυβέρνηση καλεί τον λαό να πάρει τα όπλα για την υπεράσπιση του εθνικού εδάφους απέναντι στους ξένους κατακτητές.

Θα πρέπει να επισημάνουμε σ’ αυτό το σημείο ότι το «ανορθόδοξο» το ορίζει η κατά περίπτωση αποδοχή ενός ορισμού για το «συμβατικό». Άλλοτε, λοιπόν, μπορεί να ορίζεται ως «συμβατικό» το Κράτος, άλλοτε ένα κόμμα, άλλοτε μεμονωμένοι θεσμοί ή κομματικές διαδικασίες.

Ως «συμβατικό», όμως, μπορεί να θεωρηθεί και ένα επαναστατικό κόμμα από εκείνους που θα ορίσουν ως «ανορθόδοξη» και αντάρτικη κοινωνική δράση αποκλειστικά αυτή που δεν κηδεμονεύεται από τους λεγόμενους ισχυρούς τρίτους ή «ενδιαφερόμενους Τρίτους».

Ο Rolf Schroers σ’ ένα βιβλίο του (Der Partisan, Κολωνία 1961) για τον αντάρτη, προσφεύγει ακριβώς σ’ αυτήν την διατύπωση για να χαρακτηρίσει εκείνον ή εκείνους που βγαίνουν κερδισμένοι από την διένεξη δύο άλλων. Η βοήθεια, βέβαια, του «ισχυρού ή ενδιαφερόμενου Τρίτου» δεν συνίσταται μόνο, λόγου χάρη, στην παροχή οπλισμού, χρημάτων, ή οποιασδήποτε υλικής βοήθειας, αλλά στην εξασφάλιση της πολιτικής αναγνώρισης στην προοπτική της νομιμοποίησης και της εξόδου από την σφαίρα του «αντι-κανονικού».

Γι’ αυτόν, ακριβώς, τον λόγο, ιστορικά, οι ηγεσίες επαναστατικών κομμάτων, που προσφεύγουν στην αντάρτικη δράση, εξασφαλίζουν, όσο τον δυνατόν νωρίτερα, την στήριξη των κατάλληλων «ενδιαφερόμενων Τρίτων», που σπεύδουν να καλύψουν το κενό που γεννά κατ’ αρχήν η αντάρτικη δράση, εκείνο δηλαδή της πολιτικής αναγνώρισης.

Και όπως, πολύ σωστά, επισημαίνουν πολλοί (βλ. Carl Schmitt, ό.π.) το να ανήκει κανείς σ’ ένα επαναστατικό κόμμα δεν δεσμεύει λιγότερο από μια ολοκληρωμένη ένταξη, αφού ακόμα και το ίδιο το κράτος δεν κατορθώνει πλέον να εντάξει ολοκληρωτικά οπαδούς και μέλη, όσο δεσμεύει ένα επαναστατικό μαχόμενο κόμμα τους ενεργούς μαχητές του με την έννοια της αυστηρής εκτέλεσης, διαταγής και υπακοής.

Σύμφωνα, βέβαια, με τον Λένιν ο ανταρτοπόλεμος είναι μια αναπόφευκτη μορφή πολέμου και εφ’ όσον ο στόχος είναι η κομμουνιστική επανάσταση σε όλα τα κράτη του κόσμου, ό,τι υπηρετεί το στόχο αυτό είναι καλό και δίκαιο. Έτσι οι αντάρτες που καθοδηγούνται από το κομμουνιστικό επιτελείο είναι υπέρμαχοι της ειρήνης και ένδοξοι ήρωες, ενώ εκείνοι που ξεφεύγουν από αυτήν την καθοδήγηση είναι συρφετός αναρχικών και εχθροί της ανθρωπότητας.

Είναι, λοιπόν, εκ του πονηρού κάθε εξύψωση γενικά της αντάρτικης δράσης, ή του επαναστατικού πολέμου και της επαναστατικής βίας. Γιατί η λενινιστική επίγνωση του «απόλυτου εχθρού» δεν είναι το φάντασμα μιας ιστορίας παλιάς και ξεχασμένης, τουλάχιστον για τους αναρχικούς και για όσους αγωνίζονται έξω από κάθε είδους κομματικές γραμμές, για τον απλό λόγο ότι την ένιωσαν στο πετσί τους και δεν είναι διατεθειμένοι να πάψουν να την διακρίνουν.

Μπορούν να την διαφημίζουν, να την εκφράζουν και να την υπηρετούν κατά καιρούς οι διάφορες «δοσμένες» επαναστατικές πρωτοπορίες και οι λεγόμενοι επαγγελματίες της επανάστασης. Όμως δεν μπορούν να επικαλούνται ότι βαδίζουν στους δρόμους της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Όποιον μανδύα και αν φορούν…

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 77, Νοέμβριος 2008
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.