ΤΣΑΜΗΔΕΣ: Μία ιστορία του χθές στο σήμερα

Την Πέμπτη 21 Φλεβάρη 2008 πραγματοποιήθηκε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο εκδήλωση για το ζήτημα των Τσάμηδων με διοργανωτές το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας και το Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων. Όπως γνωρίζουμε και από άλλες παρόμοιες συζητήσεις, οι αντιδράσεις ήταν άμεσες από κάθε λογής εθνικά υπερήφανους. Πέρα από την παρέμβαση τους στην εκδήλωση, συνωστίζονταν και στα τηλεοπτικά παράθυρα για να αποδείξουν τη συνομωσιολογία του πράγματος. Κάτι ανάλογο έγινε και μέσα από τη στήλη Ανάλυση στα γεγονότα, με τίτλο «Τσάμικος ταμπάκος από την Πάντειο», του Γ. Τζώρτζη στην Ελευθεροτυπία, όπου εξανίσταται ακόμη και για τη συμμετοχή του ΚΕΜΟ, αφού δεν υφίσταται θέμα μειονότητας(!). Η διαπιστωμένη από πολλούς κρατική αντι-μειονοτικη πολιτική βρίσκει εύκολα συμμάχους από το δημοσιογραφικό χώρο, παρ’ ότι και μέσα στο ΥΠΕΞ σε απόρρητο έγγραφο αναφέρεται ότι «η ελληνική μειονοτική πολιτική βρίσκεται αγκυλωμένη σε θέσεις της πρώιμης μεταπολεμικής εποχής, οχυρωμένη πίσω από νομικά, ή νομικίστικα απολιθώματα».[1]

Με αφορμή αυτό το γεγονός δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 71, Απρίλιος 2008,το ακόλουθο κείμενο, το οποίο και αναδημοσιεύουμε λόγω και των πρόσφατων πολιτικών «αναταράξεων»:

Τσάμηδες στην πλακόστρωτη αγορά της Παραμυθιάς

Τσάμηδες στην πλακόστρωτη αγορά της Παραμυθιάς

Είναι δεδομένο ότι οι όροι «έθνος» και «εθνικό» αποτελούν τεχνητές εννοιολογικές κατασκευές από την κυριαρχία για την αποτελεσματικότερη κρατική επιβολή. Με αυτή την έννοια ο όρος μειονότητα παραμένει και εξαντλείται μόνο στα όρια της φυλής (συγγενικά χαρακτηριστικά μιας ομάδας ανθρώπων) και ασφαλώς μόνο στη ποσοτική του διάσταση. «Έννοιες εθνικής ταυτότητας, που επινοήθηκαν από πρωτοπόρους διανοητές, εντυπώθηκαν πάνω σε κοινωνικές ομάδες, ο εθνικός προσδιορισμός των οποίων θα μπορούσε να είχε εξελιχτεί προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Αυτό υπήρξε αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας εθνικής ολοκλήρωσης, στην οποία τα νεοσύστατα κράτη έπρεπε να επιδοθούν ώστε να υπερβούν τις αβέβαιες απαρχές τους.[2]

Οι Τσάμηδες της Θεσπρωτίας περίπου 20-25.000, μουσουλμάνοι, κατόρθωσαν να αποδείξουν(!) στη διάρκεια των εκκαθαριστικών ανταλλαγών του 1923 ότι είναι αλβανοί και όχι τούρκοι. Φυσικά για προφανείς λόγους (λόγω της ύπαρξης σημαντικής ελλαδικής μειονότητας στην Αλβανία, πάνω στην οποία είχε οικοδομηθεί αλυτρωτική πολιτική), δεν μπορούσε να γίνει λόγος για ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Η παραμονή τους εντός της ελληνικής επικράτειας δεν ανέστειλε τις καχυποψίες και εχθρότητες αλλά συχνά τις υποδαύλιζε. Η καταστροφή της μειονότητας, πραγματοποιείται με το τέλος της Κατοχής όπου παρουσιάζονται ως φανατικοί ανθέλληνες και εγκληματικές φυσιογνωμίες.

Για πολλούς αιώνες η συγκατοίκηση των Τσάμηδων με τους γύρω χριστιανικούς πληθυσμούς δεν αποτελούσε πρόβλημα στο πλαίσιο της πολυθρησκευτικής και πολυφυλετικής οθωμανικής επικράτειας. Το ζήτημα της Τσαμουριάς ουσιαστικά ξεκινά παράλληλα με τους βαλκανικούς πολέμους και με τη δράση ντόπιων ομάδων που δρουν συχνά με ληστρικό περίβλημα αλλά ουσιαστικά αποτελούσαν εθνικιστικές συμμορίες του κράτους.

Ως Τσαμουριά θεωρείται η περιοχή της Ηπείρου που περιλαμβάνει τις γεωγραφικές ζώνες Ηγουμενίτσας, Πάργας, Παραμυθιάς, Φιλιατών και Μαργαριτίου, ουσιαστικά η σημερινή Θεσπρωτία. Οι Τσάμηδες υπέστησαν πρώτοι την πίεση των ελληνικών συμμοριών, εισαγόμενων κυρίως από την Κρήτη και ανταποδίδουν σταδιακά με την δημιουργία αντίστοιχων ομάδων κρούσης.

Μερικά χρόνια αργότερα η έλευση των προσφύγων από την Μικρά Ασία εντείνει, με κρατική μεθόδευση, την πίεση προς τους Τσάμηδες και τους υποχρεώνει να αναχωρήσουν. Οι πρόσφυγες με στήριγμα τη νομοθεσία περί υποχρεωτικών απαλλοτριώσεων, εγκαταστάθηκαν στις πλούσιες ζώνες της Ηγουμενίτσας και του Φαναριού, που ήταν τσάμικων ιδιοκτησιών.

Στο πλαίσιο της ελληνικής πίεσης προς τους ντόπιους εκδόθηκαν εντολές για άμεση μετακίνηση τους στην Τουρκία με σημείο συγκέντρωσης το λιμάνι. Περιμένοντας για πολλές βδομάδες τα υποτιθέμενα πλοία, τα σπίτια τους γίνονταν έρμαιο στις διαθέσεις των προσφύγων (ή εποίκων πια;). Παράλληλα αρκετοί Τσάμηδες πεπεισμένοι πως πρόκειται να απομακρυνθούν από την περιοχή τους, προχωρούν σε πωλήσεις των περιουσιών τους. Όταν, τελικά, διευθετείται η παραμονή τους μη έχοντας που να μείνουν προσφεύγουν στη γειτονική Αλβανία. Aναγκαστικός νόμοςΗ διαμάχη σχετικά με τη γη συντηρείται σε διπλωματικό επίπεδο στα χρόνια του μεσοπολέμου, όπου υπογραφείσες συμβάσεις μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας το 1925 για την απαλλοτρίωση αλβανικών ιδιοκτησιών δεν επικυρώνονται από την ελληνική βουλή (χαρακτηρίζονται υπερβολικά θετικές για την αλβανική πλευρά). Εν μέσω μεταξικής δικτατορίας ψηφίζεται ο νόμος 735/8/15-6-1935 περί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των υπολειπόμενων αλβανικών περιουσιών όπου, τώρα, θεωρείται εχθρική κίνηση από την αλβανική πλευρά.

Ο αλβανικός αλυτρωτισμός, «Μεγάλη Αλβανία», αποκτάει νέες διαστάσεις με την ιταλική κτήση του 1939 όταν οι φασίστες τον χρησιμοποιούν ως αιχμή του δόρατος των ιταλικών πιέσεων ενάντια στα γειτονικά βαλκανικά κράτη Γιουγκοσλαβία και Ελλάδα. Το τσάμικο ζήτημα είχε ήδη επανατεθεί… Οι επαφές πολλών Τσάμηδων με τη φασιστική Ιταλία χρονολογείται από τις αρχές του ’30, οπότε και μεταφέρουν στα χωριά τους, εθνικιστικές και φασιστικές απόψεις. Η άφιξη στην Τσαμουριά, λίγο μετά την έναρξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου, των ιταλικών στρατευμάτων, συνοδευμένων από αλβανούς εθελοντές, στην πλειοψηφία τους Τσάμηδες, προκαλεί νέες ανατροπές.

Η επιστροφή τους στις περιοχές της Θεσπρωτίας, υπό τη σκέπη των ιταλών, προκαλεί πολλές αντεκδικήσεις που όμως περιορίζονται κυρίως στις κτηματικές διαφορές. Το 1940 ο δικτάτορας Μεταξάς εξορίζει 3.000 Τσάμηδες στα ξερονήσια του Αιγαίου ως ύποπτους φιλοϊταλικών φρονημάτων. Το γεγονός όμως που μετατρέπει ριζικά τις «διαφορές» σε μετωπική σύγκρουση μεταξύ των δυο κοινοτήτων προέρχεται από τις ελληνικές αρχές της Χωροφυλακής. Συγκεκριμένα, στις 12 Γενάρη 1942 στη Παραμυθιά ο ανθυπασπιστής Η. Νίκου δολοφονεί δυο μεγαλοπαράγοντες των Τσάμηδων: τον κτηματία Τεφήκ Κεμάλ και τον γιατρό Αχμέτ Κασήμ. Με τη σειρά τους οι Τσάμηδες δολοφονούν τον νομάρχη Θεσπρωτίας Γ. Βασιλάκο, το φυτίλι δεν θα αργήσει να ανάψει… Τον Δεκέμβρη του 1942 ο νομάρχης Θεσπρωτίας Κ. Κοντογιάννης σε έκθεση του περιγράφει τις συγκρούσεις και διαμάχες μεταξύ ελλήνων και Τσάμηδων ως αληθινή κόλαση. Αφού στις αρχές του μήνα είχε δολοφονηθεί αρχικά ένας εκ των ηγετών των Τσάμηδων ο Γ. Σαντίκ και ακολούθησαν 11 έλληνες, όπως ο κοινοτάρχης και ο ιερέας της κοινότητας Σπαθαραίων. Παράλληλα με την βοήθεια της ιταλικής διοίκησης συγκροτείται η K.S.I.L.I.A., Αλβανικό Σύστημα Πολιτικής Διοίκησης της περιοχής, που σταδιακά αποκτά αρμοδιότητες και λειτουργίες Χωροφυλακής, τελωνειακές, δικαστικές και οικονομικές αρχές.

ΤσάμηδεςΤο 1943 είναι μια χρονιά γενικευμένης σύγκρουσης με σημαντικότερα γεγονότα την καταστροφή του πλούσιου κεφαλοχωριού Φανάρι, που κατά τη νέα κατοχική γερμανική διοίκηση της περιοχής, αποτελεί κέντρο εφοδιασμού αντάρτικών ομάδων, και την εκτέλεση 49 προκρίτων της Παραμυθιάς στο πλαίσιο γερμανικών αντιποίνων ως μέτρο αντεκδίκησης για το φόνο 10 ναζί. Η συνέργεια αρκετών Τσάμηδων πρέπει να θεωρείται δεδομένη αν και πραγματοποιείται ανεπίσημα.[3]

Το καλοκαίρι του 1944 μετά την κατάρρευση του Άξονα, οι ακροδεξιοί τον ΕΔΕΣ με αρχηγό τον Ζέρβα εφορμούν στην Τσαμουριά και κατασφάζουν εκατοντάδες αμάχους Μουσουλμάνους. Συγκεκριμένα, στις 26 Ιουνίου τμήματα της 10ης Μεραρχίας του ΕΔΕΣ, καταλαμβάνουν την Παραμυθιά, έπειτα από σύντομη αντίσταση της τσάμικης πολιτοφυλακής. Μέσα σε λίγες ώρες η πόλη μετατρέπεται σε σφαγείο και 500 περίπου άτομα θανατώνονται με άγριο τρόπο, ενώ η κακοποίηση γυναικών είναι εκτεταμένη. Περισσότερα από 100 τζαμιά κατεδαφίζονται. Το μίσος κατά του Ισλάμ αποτελεί το πρωταρχικό κίνητρο.

Οι εκκαθαρίσεις κατά των μουσουλμανικών χωριών νότια του Καλαμά εκδιώκουν τους κατοίκους στις περιοχές Σαγιάδας και Φιλιατών, όπου δρα ο ΕΛΑΣ. Ανάμεσα στις μονάδες του, υπάρχει και το 4ο Τάγμα του 15ου Συντάγματος, που αποτελείται από χριστιανούς και μουσουλμάνους μαχητές. Στην συγκεκριμένη ορισμένη από τη Συμφωνία της Καζέρτας περιοχή δράσης του ΕΑΜ, «εισβάλουν» δυνάμεις του ΕΔΕΣ για να επιτεθούν στα μουσουλμανικά χωριά των Φιλιατών.

Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ αντιδρούν στην επιχείρηση και ενημερώνουν τους καθοδηγητές τους για την παραβίαση των συμφωνηθέντων από το ΕΔΕΣ. Όμως, το ΠΓ του ΚΚΕ ζητάει ευθύνες από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ για την στάση τους(!). Αλλά τι να περιμένει κανείς από αυτούς που το μεικτό τμήμα του ΕΛΑΣ, χριστιανών-μουσουλμάνων, δέχονται να χαρακτηρίζεται, στη Συμφωνία της Καζέρτας, με την αόριστη διατύπωση «τουρκαλβανοί παρτιζάνοι»;

Εξήντα χρόνια μετά, τα σύνορα των Βαλκανίων επαναχαράσσονται με την κατασκευή «εθνικά ομοιόμορφων κρατών» σε μια γεωγραφική περιοχή όπου μερικές δεκαετίες πριν ζούσαν δεκάδες φυλετικές ομάδες. Αλλά στον ελλαδικό και βαλκανικό χώρο των αρβανιτών, των Σαρακατσάνων, των κουτσόβλαχων, των δίγλωσσων σλαβομακεδόνων και τόσων άλλων φυλών, μερικά μέτρα διαφορά μπορούν να σε κάνουν έλληνα ή αλβανό ή βούλγαρο.

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας
  1. Μειονότητες στην Ελλάδα, Επιστημονικό Συμπόσιο των Σχολών Μωραϊτη, σ. 43.
  2. Εθνική Ταυτότητα και εθνικισμός στη νεότερη Ελλάδα, Π. Κιτρομηλίδης «Το εθνικό ζήτημα στα Βαλκάνια», ΜΙΕΤ, σ. 72.
  3. Γ. Μαργαρίτη, Ανεπιθύμητοι συμπατριώτες, Τσάμηδες-Εβραίοι, σ. 164.
Both comments and trackbacks are currently closed.