Κάποιες σκέψεις καθώς η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ διανύει το 14ο έτος κυκλοφορίας της

Ὅσο, αὐτοί πού δέν ἀντέχουν στό λαμπερό φῶς, θά προτάσσουν μαῦρα πέπλα, ἐμεῖς θά δυναμώνουμε τό φῶς πού θά τά κάψει.

ΕΞΩΦΥΛΛΑΜέ τό φύλλο ὑπ’ ἀριθμ. 158 ἡ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ εἰσῆλθε στό 14ο ἔτος τῆς κυκλοφορίας της. Μέ αὐτήν τήν εὐκαιρία θεωροῦμε πώς ἔχει σημασία νά ἐκφρασθοῦν ὁρισμένες σκέψεις καί ἀπόψεις μας. Δέν πρόκειται, βεβαίως, νά γίνει κάποιου εἴδους ἀπολογισμός, ἀφοῦ ἡ λέξις παραπέμπει σέ διάφορες τοποθετήσεις, πού δέν μᾶς ἀφοροῦν ἀπό ἀναρχικῆς σκοπιᾶς. Ἑπομένως, αὐτό τό ὁποῖο θά ἐπιχειρήσωμεν εἶναι νά ἐξαχθοῦν καί νά ἀναδειχθοῦν κάποια συμπεράσματα, πού ἔχουν σχέσι μέ τήν πορεία τῆς ἐφημερίδος ὅλα αὐτά τά χρόνια, ὅπου συναπεκομίσθη ἕνας πλοῦτος ἐμπειριῶν καί κατανοήσεως διαφόρων γεγονότων καί καταστάσεων, πού σχετίζονται μέ τήν ἀναρχική ἀπελευθερωτική σκέψιν καί δρᾶσι. Ὅλες αὐτές οἱ ἐμπειρίες καί γνώσεις ἐννοεῖται πώς δέν ἔχουν μείνει ἀναξιοποίητες. Αὐτό γίνεται εὐκόλως κατανοητό ἐάν κάποιος παρακολουθήσει τήν ὕλη καί τίς ἀπόψεις πού καταγράφονται κάθε μήνα στήν ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ.

Ἄς κρατήσωμεν, ἐν προκειμένῳ, μία πρώτη ἐπισήμανσι.

Ὅταν γίνεται ἀναφορά στίς ἐμπειρίες, συνήθως ἀκολουθεῖ ὁ διαχωρισμός τους σέ θετικές καί ἀρνητικές. Εὐλόγως, αὐτό δέν σχετίζεται μέ κάποιο ἀριθμητικό πρόσημο, ἀλλά μέ τήν λειτουργικότητα πού ἔχουν τόσο μέ τόν ἐπιδιωκόμενο σκοπό, ὅσον καί μέ τίς θεμελιώδεις, ἀποδεδειγμένες καί ἀποδεκτές ἀναρχικές θεωρήσεις.

Παραδείγματος χάριν. Ἡ συμμετοχή στό κοινοβούλιο καί στίς ἐκλο­γικές διαδικασίες ἀντιβαίνει στήν ἀναρχική θεώρησι, στάσι καί δράσι. Τό ἴδιο ἰσχύει καί σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ἐκλογική ὑποστήριξι (μέ ἀπροκάλυπτο ἤ συγκεκαλυμμένο τρόπο) κάποιου ἀριστεροῦ ἤ κομμουνιστικοῦ κόμματος (γιά τά δεξιά κ.λπ. κόμματα δέν χρειάζεται νά γίνη ἰδιαίτερη ἀνα­φορά, ἀφοῦ ἐξ ὑπαρχῆς ὑπάρχει μία κατοχυρωμένη στάσις, παρ’ ὅτι ἔχουν ὑπάρξει –σέ πολύ περιορισμένη κλίμακα– ὄχι μόνο ψηφοφορίες ὑπέρ τους, ἀλλά καί συμμετοχές σέ αὐτά). Ἡ ἐκλογική ψήφισις ἤ ὑποστήριξις κάποιου κομματικοῦ μηχανισμοῦ προφανέστατα ἐπιζητᾶ ἀνταλλάγματα, ὑλικά ἤ πολιτικά, ἀπό τούς πολιτικούς ἤ οἰκονομικούς ἐκφραστές καί ἐκπροσώπους τῆς Τάξεως, μετά τήν λήξη τῆς ἐκλογικῆς διαδικασίας.

Τό ὡς ἄνω παράδειγμα θά μποροῦσε νά χαρακτηρισθεῖ ὡς ἀρνητική στάση καί ἐμπειρία, πού προέρχεται ἀπό ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν τοποθετηθεῖ καί ὑποστηρίζουν πώς εἶναι ἀναρχικοί. Κι ὅμως, αὐτή ἡ στάσις, χωρίς νά κρίνεται ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος, ἀλλά μέ βάση τίς θεμελιακές ἀναρχικές ἰδέες ἐπιβεβαιώνει τήν σημασία καί τήν ἀνάγκη τῆς ἀκλόνητης καί ἀνιδιοτελοῦς στάσεως, πού ὀφείλουν (κυρίως στόν ἑαυτό τους) νά κρατοῦν οἱ ἀναρχικοί. Ἄρα, δια τῆς ἐπαναβεβαιώσεως δέν ἀντιμετωπίζεται ὡς ἀρνητική αὐτή ἡ ἐμπειρία, ἡ ὁποία ἐν τέλει δέν ἔχει ἀντίκτυπο στίς ἀναρχικές ἰδέες, ἀλλά στά πρόσωπα τά ὁποῖα προέβησαν στήν περί ἧς ὁ λόγος ἐνέργεια. Μέ πολύ ἁπλά λόγια, ἡ ἰδέα ὑπάρχει, ἀλλά ἐναπόκειται, σέ αὐτούς πού πραγματικά τήν ὑπηρετοῦν, νά ἀναζητήσουν τούς τρόπους μέ τούς ὁποίους θά τήν διαχέουν πρός ὄ­φελος τῶν ἀπελευθερωτικῶν διεργασιῶν. Ὅταν δέν συμβαίνει κάτι τέ­τοιο σημαίνει πώς ὑπάρχει σαφής διαχωρισμός ἀπό τά ἀναρχικά ἰδεώ­δη.

Στήν, περίπτωση, τώρα, τῆς συνεποῦς στάσεως, δηλαδή τῆς μή συμ­μετοχῆς σέ ἐκλογικές διαδικασίες καί ἑπομένως τῆς μή ὑποστηρίξεως ὁποιουδήποτε ἀπό τά ὑπάρχοντα κόμματα, (ἐντός καί ἐκτός κοινοβουλίου), σέ συνδυασμό μέ τήν διατύπωσιν τῶν ἀναρχικῶν θεωρήσεων εὐρύτερα, ἔχουμε κάτι περισσότερο: τήν ἐπέκτασιν καί τήν προ­σπάθεια ἑδραιώσεως αὐτῆς τῆς στάσεως πέραν ἐκείνων πού ἤδη ἐνστερνίζονται τίς ἀναρχικές ἀπόψεις καί πρακτικές.

Γίνεται εὐκόλως κατανοητό πώς ἔχει σημασία ἡ ὀπτική ὑπό τήν ὁποία ἐρευνᾶται μία ἐμπειρία. Ἐάν, δηλαδή, γίνεται κάτω ἀπό τό πρῖσμα τῶν θεμελιωδῶν ἀναρχικῶν θεωρήσεων καί τῆς ἀναγκαιότητος ἀναδείξεώς τους, κάτι πού διευκολύνει στήν κατανόησίν τοῦ πώς καί μέ ποιό τρόπο ἐκδηλώνεται μία ἀντί-ἀναρχική στάση ἤ πρακτική, ἀνεξαρτήτως τοῦ κατά πόσον οἱ πράξαντες κατ’ αὐτόν τόν τρόπο δηλώνουν ὅτι εἶναι ὑπέρμαχοι τῆς ἀναρχίας.

Ἐπί προσθέτως, διαπιστώνομεν πώς δέν ἔχει κάποια ἰδιαίτερη βαρύτητα ὁ χαρακτηρισμός τῆς ἐμπειρίας ὡς θετικῆς ἡ ἀρνητικῆς, ἀπό τήν στιγμή πού ἡ ἐπεξεργασία της ἔχει σαφή προσανατολισμό τήν ἐνίσχυσιν τῆς ἀναρχίας. Ἡ χρήσις τοῦ ἀρνητικοῦ προσήμου ἐπιδρᾶ μᾶλλον ἀποπροσανατολιστικά, ἀφοῦ ἐντάσσει στήν ἀναρχική λειτουργία μία μή συνάδουσα πρακτική. Συνεπῶς, ἡ διερεύνησίς μας στρέφεται σέ ἐκεῖνες τίς σκέψεις καί πράξεις οἱ ὁποῖες στηρίζονται καί ἀπορρέουν ἀπό τίς θεμελιώδεις καί κοινά ἀποδεδειγμένες καί ἀποδεκτές θέσεις.

Πρίν προχωρήσομεν, εἶναι χρήσιμο νά τονισθῆ πώς σέ κάθε διαδρομή ἐκεῖνο τό ὁποῖο ἀπαιτεῖται εἶναι νά παραμερισθοῦν τά πολυποίκιλα ἐμπόδια.

Τό πρῶτο καί καθοριστικό ἐμπόδιο γιά ἕνα ἔντυπο (ἐφημερίδα ἤ περιοδικό) εἶναι ἡ φροντίδα γιά τήν τακτικότητά της. Σ’ αὐτό μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ὑπάρχει μία ἐπιτυχής συνέχεια ἐκ μέρους τοῦ Κύκλου Σύνταξης, καθώς καί τῶν συντρόφων καί συντροφισσῶν πού συνεχίζουν τήν συμπόρευσί τους στήν ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ σέ μία πραγματικά ἰδιαίτερη περίοδο, ὅπου οἱ συνθῆκες ἐδῶ καί ἕξι χρόνια ἔχουν γίνει δυσκολώτερες στό οἰκονομικό, πολιτικό καί κοινωνικό πεδίο, πού ἐλέγχονται καί διευθύνονται ἀπό τούς ἐξουσιαστικούς σχηματισμούς οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν καί ἐφαρμόζουν κατά γράμμα τίς ἐπιδιώξεις τῆς εὐρωπαϊκῆς καί εὐρύτερης κυριαρχίας.

Ἀντιστοίχως, τά πράγματα δέν εἶ­ναι σέ καλύτερη κατάσταση ὅσον ἀνα­φορά τό στρατόπεδο τοῦ λεγόμενου ἀντι­ε­ξου­σιαστικοῦ καί ἀναρχικοῦ χώρου. Οἱ ἀντι­θέσεις, ἄλλοτε διατηροῦνται στά ἴδια ἐπίπεδα, ἄλλοτε ὀξύνονται καί ἄλ­λοτε κατευνάζονται, τίς περισσότερες μάλι­στα φορές μέ τρόπους πού δέν σχετί­ζονται στό ἐλάχιστο μέ τήν ἀναρχία καί χωρίς νά διευκολύνουν στήν κατανόησιν καί προώθησιν ἀπελευθερωτικῶν διεργασιῶν.

Ἐκτός αὐτῶν, ὁ φαῦλος κύκλος στόν ὁποῖο ἔχουν ἐμπλακεῖ ὑποστηρικτές τοῦ ἔνοπλου ἀγῶνα, ἔχει δημιουργήσει ἀκόμα μεγαλύτερες περιπλοκές και επιπλοκές λόγω τῆς στενῆς συνεργασίας μέ ἄτομα πού διαχειρίζονται καί ἐμπλέκονται σέ κυκλώματα, πού δέν θά μποροῦσαν νά σχετίζονται οὔτε κατά φαντασίαν μέ τήν ἀναρχία. Ἐν γένει θά ἦταν δυνατόν νά εἰπωθεῖ πώς ὑπάρχει μία ὁλοκληρωτική ἐκτροπή ἐπί τά χείρω.

Ὁ ἀναρχισμός ἐμφανίζεται ὡς ἡ ἐπι­κρα­τοῦσα ἰδεολογία, ὅμως στήν πραγματικότητα ἐκεῖνο πού συνεχίζεται καί βαθαίνει εἶναι ἡ ἀποδόμησις, παρά τήν κατασκευή δομῶν. Ἡ ἀποδόμησις αὐτή ἀφορᾶ κυρίως τήν ἔλλειψιν –ἤ καλύτερα τήν ἀνυ­παρ­ξία– ἐκείνων τῶν συστατικῶν πού συν­θέ­τουν καί ἐκφράζουν τήν ἀναρχία. Ἡ πολιτική ἔχει καταλάβει τήν πρώτη θέση σέ ὅλα τά ἐπίπεδα ὑποβαθμίζοντας καί ἐξαλείφοντας τά ὅποια ὑπολείμματα θά μποροῦσαν νά θεωρηθοῦν ὅτι συνδέονται μέ τήν συνολική ἀπελευθερωτική προοπτική. Ἡ ἀλήθεια εἶναι μία καί δυστυχῶς ὀδυνηρή: Ὁ δρόμος πρός τόν ἀναρχισμό ἔχει κατασκευάσει ἀναρχο-κομμουνισμό, ἀναρχο-συνδικαλισμό καί διάφορα ἄλλα «συνθετικά» «ἀντιθετικά» ἤ «συμπληρωματικά» μεταξύ τους ρεύματα στά ὁποῖα ἐκεῖνο πού δείχνεται πως ἀπουσιάζει εἶ­­ναι τό συνολικό ἀπελευθερωτικό ὅ­ρα­­μα. Ὁ ἀναρχισμός κατασκευάζει, ἐπί­σης, κακέκτυπα («ἀναρχοατομικισμό», «ἀναρχομηδενισμό»), ἀλλά δέν ἔχει τήν δυ­να­τότητα νά δημιουργήσει καί νά ἀναπτύξει τά ἀναρχικά ἰδεώδη.

Ὁ ἀναρχισμός εἶναι πολιτική ἰδεολογία καί ὅπως κάθε τι το συναφές ὠθεῖ –ὅσους τόν ἀσπάζονται καί τόν ἀκολουθούν– νά παλεύουν γιά πολιτική ἐλευθερία, δηλαδή μία κουτσή ἐλευθερία παρόμοια ἤ ἴσως ἐλαφρῶς διαφοροποιημένη σέ σχέση μέ τήν ὑπάρχουσα. Κι ὅλα αὐτά ὁδηγοῦν τούς ἀγωνιζόμενους νά αὐταπατῶνται ἐπει­δή εἶναι δύσκολο μετά ἀπό τόση τριβή μέ τήν ἀναλήθεια νά γίνη πιστευτόν ὅτι ὁ ἀναρχισμός εἶναι παρακολούθημα τῆς ἀριστερᾶς (σοσιαλιστικῆς, κομ­μουνιστικῆς, ριζοσπαστικῆς κλπ.). Τό γεγονός, λοιπόν, παραμένει: ὁ ἀναρχισμός κατασκευάζει ἀναρχιστές.

Ἑπομένως, προκειμένου νά ὑπάρχει οὐ­σιώδης σχέση καί πραγματικά ἀπε­λευ­θερωτική δυναμική θά πρέπει νά ἀνα­μένουμε μέσα ἀπό τήν ἀναζήτησι τῶν ἀναρ­χικῶν ἰδεωδῶν νά δημιουργηθοῦν ἀναρ­χικοί. Ἐξ ἄλλου, τό νά πιστεύει κάποιος ὅτι εἶναι ἀναρχικός καί νά τό δηλώνει εἶναι στήν διακριτική του εὐχέρεια καί κανείς δέν πρόκειται νά τοῦ στερήση αὐτό τό δικαίωμα.

Τό ζήτημα, οὕτως ἤ ἄλλως, βρίσκεται ἀλλοῦ: Μέ δηλώσεις καί ταυτοποιήσεις δεν ἀποκαθίσταται οὔτε ἑδραιώνεται τό οὐσιωδῶς ἐλλεῖπον. Αὐτό τό ὁποῖο χρειάζεται εἶναι νά γίνει παραδεκτό ἀπό ὅσους ἀνιδιοτελῶς σκέπτονται νά ὑπηρετήσουν τά ἀναρχικά ἰδεώδη, ὅτι δέν ὑπάρχουν τά θεμελιώδη συστατικά καί οἱ ρίζες, γιά νά ἀναπτυχθεῖ ἡ ἀναρχία καί τότε νά μποροῦμε νά δηλώσουμε μέ πλήρη συνείδησι καί ταπεινοφροσύνη ὅτι διαμορφωνόμαστε ἀναρχικά, ὅτι διαμορφώνουμε τίς προϋποθέσεις ἀπελεύθερης ζωῆς καί δράσεως, ὅτι ἔχουμε ξεκινήσει πραγματικά μία πορεία γιά τήν ἐμπέδωση καί διάχυση τῶν ἀναρχικῶν ἰδεωδῶν γιά τήν καθολική ἀπελευθέρωσι. Τότε, ἡ ἀναρχία θά μπορεῖ νά διαμορφώνει ἀναρχικούς. Ἐπειδή, πολύ ἁπλά, εἶναι πλέον ξεκάθα­ρο πώς ἄλλο ἀναρχισμός καί ἄλλο ἀναρχία.

Ἄς ἔλθουμε, τώρα, στό δεύτερο ζη­τού­μενο ἀπό ἕνα ἀναρχικό ἔντυπο (ἐφη­μερίδα, περιοδικό κ.λπ.), τό ὁποῖο εἶναι ἡ σταθερότητα τῶν ἀπόψεων. Αὐτό ἀπο­τελεῖ καθοριστικόν παράγοντα γιά τήν ἀντιμετώπιση τῶν ζητημάτων, πού ἀπα­σχολοῦν τούς σκεπτόμενους καί δρῶ­ντες ἀνθρώπους γενικώτερα καί τούς ἀναρ­χικούς εἰδικώτερα.

Ἐννοεῖται πώς σταθερότητα δέν εἶναι ἡ ἐπανάληψις τετριμμένων διατυπώ­σεων καί πεπαλαιωμένων τοποθετή­σεων, πού ἐμφανίζονται ὡς ἀναλύσεις μέ δια­χρο­νική ἰσχύ καί χρησιμοποιοῦνται σέ κάθε περίπτωσι, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐάν διετυπώθησαν πρό δεκαετίας, εἰ­κο­­σαετίας ἤ καί παλαιότερον, γιά συνθῆκες ἤ καταστάσεις, οἱ ὁποῖες ἔχουν μετασχηματισθεῖ πλέον καί μάλιστα σέ τέτοιο βαθμό ὥστε ἡ «ἀνάλυση» νά προκαλεῖ ἀνία (στήν καλύτερη τῶν περιπτώσεων) ἤ θυμηδία (στήν χειρότερη). Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει, συνήθως, μέ ἐκεῖνες τίς ἀναλύσεις σέ προκηρύξεις ἤ ἔντυπα, οἱ ὁποῖες στήν προσπάθειά τους νά ἀσκήσουν πολιτική δίνουν ἔμφασι σέ ὁρισμένες πτυχές (π.χ. ἐπίθεση στά «δικαιώματα») νομίζοντας πώς κάτι τέτοιο θά ἐντυπωσιάση ἤ θά προσελκύση τούς ἀναγνῶστες στήν ἐπιδιωκομένη ἀπό τόν γραφέα ἄποψη καί ἐνδεχομένως πρακτική. Ἐκτός αὐτοῦ, τό ἐπίσης συνηθισμένο εἶναι νά υἱοθετοῦνται ἀπόψεις ἤ νά ἀντιγράφονται ἀναλύσεις πού ἀποτελοῦν σαφέστατα προϊόντα τῶν ἐξουσιαστικῶν θεωριῶν, ὅπως γιά παράδειγμα τό ζήτημα τῆς αὐτοοργάνωσης.

Σταθερότητα γιά ἐμᾶς –καί κατά τήν ἄποψή μας γιά κάθε ἀναρχικό– εἶναι ὁ τρόπος βηματισμοῦ ὁ ὁποῖος δέν ἀπο­κλίνει οὔτε κατ’ ἐλάχιστον ἀπό τό δρόμο πού ἔχει χαραχθεῖ ἀπό τήν ἰδέα. Κάθε βῆμα ὄχι μόνον ὀφείλει νά πατᾶ σταθερά, ἀλλά νά ἐπαληθεύει καί νά ἀναδεικνύει διαρκῶς τήν ἀναρχική ἀπελευθερωτική προοπτική. Σ’ αὐτό τό ζήτημα θεωροῦμε πώς ὑπῆρχε καί βεβαιώνουμε πώς θά ἐξακολουθήση νά ὑπάρχη ἐπίμονη προσπάθεια ἐκ μέρους τοῦ Κύκλου Σύνταξης.

Οἱ δυσκολίες πού ἀνακύπτουν σίγουρα ξεπερνώνται σύν τῷ χρόνῳ, τόσο μέ τήν διερεύνησι ὅσο καί μέ τό ξεκαθάρισμα σέ ὑποκειμενικά καί ἀντικειμενικά πεδία. Θεωροῦμε πώς σ’ αὐτόν τόν τομέα ἡ στάσις πού τηρήθηκε εὐδοκίμησε ἀρκούντως, ἐνισχύοντας τήν πάγια θέσι τῆς ἀντιθέσεως σέ κάθε εἴδους πολιτική.

Σέ ὅ,τι ἀφορᾶ, μάλιστα, τήν πολιτικήν δρᾶσιν, ἡ διαφοροποίησις ἀνάμεσα στήν ἀναρχία καί τόν ἀναρχισμό, ὁ ὁποῖος ἀποδέχεται τήν ἄσκησιν τῆς πολιτικῆς, εἶναι καθοριστική.

Ἐν κατακλεῖδι.

Ὅλα ὅσα συμβαίνουν ἰδιαίτερα κατά τήν τελευταία δεκαετία ἐπιβεβαιώνουν περίτρανα πώς ὑπάρχει ἔλλειψη κατανοήσεως τοῦ τί εἶναι ἀναρχία. Ὑπάρχει μία ἐμμονή σέ στερεότυπα χωρίς κάποια διερεύνησιν τῆς βάσεως στήν ὁποία στηρίζονται αὐτά. Εἶναι γεγονός πώς «αὐτή ἡ κολώνια κρατάει χρόνια». Μπορεῖ, ἐπί παραδείγματι, κάποιος νά χαρακτηρίσει τίς ἀπόψεις ἑνός ἄλλου ὡς ἀναρχικές (ἤ ἀντίστροφα) καί ἀμέσως νά σπεύση ἕνας ἀριθμός ἀνθρώπων νά ἀσπασθῆ αὐτόν τόν ἰσχυρισμό χωρίς δεύτερη σκέψι. Αὐ­τό ἀκριβῶς συνέβη μέ τήν περίπτωσι Στίρνερ τοῦ ὁποίου τό βιβλίο χαρακτηρίσθηκε ὡς ἀναρχικό ἐπειδή αὐτή ἦταν ἡ ἄποψις τοῦ Τζών Χένρυ Μακάυ, γιά νά ἀναφερθοῦμε σέ ἕνα πολύ γνωστό περιστατικό.

Εἶναι δυνατόν, ἐπίσης, νά ἀσκῆται, (καλοπροαίρετα ἤ κακοπροαίρετα, δέν ἔχει πλέον καί τόση σημασία) «κριτική» στήν ἀναρχία, ἐνῷ στήν πραγματικότητα ἡ βάσις πού στηρίζεται ἡ κριτική εἶναι πολιτική. Ἔτσι, ὁ «νεοαναρχισμός» μπορεῖ να βαπτίζη τόν ἑαυτό του «νέα ἀναρχία» καί ξεμπλέκει μία καί καλή ἀπό τόν κόπο πού ἀπαιτεῖται ὥστε νά κατανοηθῆ ἡ βασική αἰτία τῶν προβλημάτων πού ἀπασχολοῦν καί βασανίζουν ὅσους εἰλικρινά θέλουν νά συμβάλουν στήν συνολική ἀπελευθερωτική προσπάθεια καί διεργασία.

Δέν «κομίζομεν γλαῦκα εἰς Ἀθήνας»[1]. Τά παραπάνω ἔχουν διατυπωθεῖ ἐπανει­λημμένα τόσο σέ κείμενα τῆς ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ὅσο καί σέ δημόσιες συζητήσεις, πού ἔχουν διοργανωθεῖ ἀπό τήν Ἀναρχική Ἀρχειοθήκη.

Ἐκεῖνο τό ὁποῖο μποροῦμε νά ὑποσχε­θοῦμε, κυρίως στόν ἑαυτό μας, είναι ὅτι δέν πρόκειται νά σταματήσωμε τήν προσπάθεια γιά τό ξεκαθάρισμα, ἀπόψεων θεωρήσεων καί πρακτικῶν. Ἡ συμβολή μας αὐτή δέν παραγνωρίζει τίς δυσκολίες πού ὑπῆρχαν, ὑπάρχουν καί δυστυχῶς διογκώνονται.

«Οὐ καταισχυνοῦμεν, λοιπόν, οὐδέ λείψομεν»[2]. Θά συνεχίσωμεν ἐμμένοντες στήν βαθύτερη διερεύνησι, στήν κατανόησι, στόν ἐμπλουτισμό καί στήν ἀνάδειξι τῶν ἀναρχικῶν ἰδεῶν, τῆς ἀναρχικῆς θεω­­ρήσεως καί τῆς συνακόλουθης πρα­κτικῆς, μέ συνέχεια, συνέπεια καί σταθερότητα, χωρίς νά ἐπιδιώκωμεν πιεστικά τήν ἀποδοχή τῶν ὅσων καταγράφονται καί τά ὁποία ἀποτελοῦν γιά ἐμᾶς μίαν ἔκφρασι οὐσιαστικῆς ἀλληλεγγύης. Μᾶς εἶναι ἀρκετό νά διαβαστοῦν προσεκτικά καί μέ προσπάθεια κατανοήσεώς τους. Αὐτά γιά ὅσους ἔχουν τήν θέλησι.

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 159, Απρίλιος 2016

[1]. Δέν παρουσιάζομεν κάτι πασίγνωστο ὡς καινούργιο.

[2]. Δέν θά ντροπιάσωμε, ούτε θα εγκαταλείψωμε.

Both comments and trackbacks are currently closed.