ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΡΑΤΙΣΤΗ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΧΡΗΣΤΟΥ ΤΣΟΥΤΣΟΥΒΗ…

31 χρόνια μετά τον θάνατο του Χρήστου Τσουτσουβή.

Με τα παραφουσκωμένα λόγια των ειδημόνων περί «ενόπλου» να ελέγχουν την «κατάσταση». Παραφουσκωμένα λόγια, κομπασμοί, μεγαλομανία και τσιτάτα, και «εξηγήσεις», αλλά χωρίς εξηγήσεις για την ήττα, αλλά και για το μέγεθός της. Εκεί που κάποτε η λάμψη της πίστης στην υπόθεση της ελευθερίας, αλλά και της ανιδιοτέλειας, ήταν πραγματικά εκτυφλωτική, εκεί όπου τα «αστέρια» του αγώνα δεν κυλούσαν στον βούρκο της πολιτικής και όχι μόνον.

tsoyt-2013Αλλά ας είναι, αυτοί που έχουν απομείνει καταλαβαίνουν και ας σιωπούν. Αυτοί που έρχονται, θα καταλάβουν. Όχι βάσει κάποιας νομοτέλειας. Και θα συνεχίσουν. Ο αγώνας ενάντια σε κάθε μορφής εξουσία δεν έχει ανάγκη από ήρωες. Ο Τσουτσουβής δεν ήταν ήρωας. Ήταν αντάρτης. Πρώτα απ’ όλα γιατί τα «μεγάλα» πολιτικά σχέδια τον απωθούσαν, όπως και η πολιτική, οι υπολογισμοί, και η υποταγή στην πλειοψηφία των ένοπλων ιερατείων.

Αυτοί οι καταραμένοι πολιτικοί σχεδιασμοί για την «μόνη», την «πραγματική» αντιπολίτευση. Οι διαφωνούντες εκτός. Γρήγορα ή αργά. Και προπάντων απομονωμένοι…

Το παρακάτω απόσπασμα προέρχεται από τον πρόλογο της δεύτερης έκδοσης της Αναρχικής Αρχειοθήκης, Οργισμένη Ταξιαρχία, Ντοκουμέντα και Χρονικό 1967-1984, και γράφτηκε τον Απρίλιο του 2008.

«Η πολιτική βία εντάσσεται σε κάποιο σχεδιασμό. Αυτός ο σχεδιασμός έχει συγκεκριμένο αντικείμενο στόχευσης και σαφέστατα όρια, που αποκλείουν την διάχυση της βίας σε όλες της τις διαστάσεις. Έτσι, η δυνατότητα οικειοποίησης της, από οποιονδήποτε το επιθυμεί, υπόκειται σε περιορισμούς.

Μοιραία, λοιπόν, η πολιτική βία υπόκειται σε κανόνες, που έχει ορίσει η εξουσία, σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις ακολουθεί και ένα χρονοδιάγραμμα ανάλογα με την πορεία των κρατικών σχεδιασμών και αυτό ο ετεροκαθορισμός είναι που δεν μπορεί να σχετιστεί με αναρχικές η γενικότερα κοινωνικο-απελευθερωτικές διεργασίες. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μάλιστα η ανάπτυξη μορφών πολιτικής βίας κινείται μέσα στα πλαίσια της υπεράσπισης συγκεκριμένων δημοκρατικών όρων […] Άλλωστε, οι περισπούδαστες στρατηγικές της πολιτικής βίας των ένοπλων επαναστατικών οργανώσεων είχαν να προβάλλουν την τεχνική, την στρατηγική, αλλά και τον έλεγχο. Απέναντι όμως σε ένα πολύπειρο και πανίσχυρο κράτος αυτές οι μεθοδεύσεις έχουν τα όρια τους. Οι τεχνικές, όσο πιο περίπλοκες και ειδικευμένες γίνονται, όσο ποιο διαχωρισμένα εφαρμόζονται, τόσο φέρνουν, αυτούς που τις πραγματοποιούν, πιο κοντά στον αυτοαποκλεισμό από την απελευθερωτική διάσταση του κοινωνικού ανταγωνισμού.

Ως εκ τούτου, αποτελεί πλεονασμό, η χρήση της διατύπωσης «ελεγχόμενη πολιτική βία». Από την στιγμή που η πολιτική βία είναι ελεγχόμενη (ας δεχθούμε κατ’ αρχήν μόνο από τα μέσα) τότε ο επιθετικός προσδιορισμός μάλλον θέλει να ρίξει στάχτη στα μάτια ή να δώσει άλλου είδους μηνύματα, καλλιεργώντας αυταπάτες.

Η πολιτική βία είναι σίγουρα ελεγχόμενη από τα μέσα, αφού αυτοί που την ασκούν θέτουν περιορισμούς στην δράση και πολλές φορές στα αποτελέσματά της. Έμμεσα, όμως, είναι ελεγχόμενη και από εξωτερικούς παράγοντες, αφού ένας σχεδιασμός πρέπει να λάβει και αυτούς υπ’ όψιν του. Αυτός ο ετεροκαθορισμός είναι και το στοιχείο που αποσυνδέει την πολιτική βία από την αναρχική απελευθερωτική δράση, η οποία αναζητά συνθέσεις, συμβάλλοντας στη διάχυση και επαναοικειοποίηση της βίας από τους καταπιεσμένους.

Ότι είναι πολιτικό είναι και ελέγξιμο. Το ελέγξιμο ή ελεγχόμενο αποσκοπεί στην αποκομιδή ωφελημάτων, αυτών που στην «καλύτερη» των περιπτώσεων ονομάζουν «πολιτική υπεραξία». Η πολιτική πρακτική ως ελεγχόμενη και ελέγχουσα, είναι και μέσο διαπραγμάτευσης ή θα καταστεί τέτοια από κάποιο σημείο και μετά» […] Συνεπώς ας μην υπάρχουν αυταπάτες. Η πολιτική βία αναζητά πολιτικό εκφραστή, μια δομή, θεσμισμένη επίσημα ή σιωπηλά. Πρόσκαιρα, εφ’ όσον δεν υπάρχει, θα τον αναζητήσει μέσα από ιδεολογικές ή πολιτικές διασυνδέσεις με υπάρχοντες εξουσιαστικούς φορείς ή με παράγοντες των φορέων αυτών […] Δεν έχει σημασία αν στην αφετηρία της οργανωμένης πολιτικής βίας προβληθούν επιφάσεις, προφάσεις, προθέσεις ή ακόμη και διαθέσεις. Εκείνο που θα επακολουθήσει, εκ των πραγμάτων είναι η διαπραγμάτευση. Μια διαπραγμάτευση, που δεν γίνεται πάντα με άμεσο τρόπο, αλλά με την γλώσσα και τους κώδικες της πολιτικής, όπου η στάση, η δράση και οι αναιρέσεις θέσεων σε συνδυασμό με τα ιδεολογικοπολιτικά προσχήματα θα είναι ευκόλως κατανοητά τόσο από τον αντίπαλο όσο και από τους διαμεσολαβητές.

Η επαναστατική πολιτική βία ακριβώς λόγω του περιεχομένου της δεν μπορεί να αποφύγει την κεφαλοποίηση της δράσης που αναπτύσσει. Αυτή η κεφαλοποίηση χρειάζεται να επενδυθεί ιδιαίτερα σε κρίσιμες συνθήκες, όπως είναι οι περίοδοι μετασχηματισμών ή εξουδετέρωσης των μικροδομών πολιτικής βίας ή του πλαισίου δράσης τους από τους κυριαρχικούς μηχανισμούς».

Συσπείρωση Αναρχικών
Both comments and trackbacks are currently closed.