Η καταδίκη του ξένου: ιστορία του εγκλεισμού

«[…] Κι όμως, τον πρώτο καιρό που με φυλακίσανε, το πιο σκληρό ήταν ότι σκεφτόμουνα σαν ελεύθερος άνθρωπος. Παραδείγματος χάρη, μ’ έπιανε η επιθυμία να βρεθώ σε μια παραλία και να κατέβω στη θάλασσα. Όταν φανταζόμουνα τον ήχο από τα πρώτα κύματα κάτω απ’ τις πατούσες μου, το κορμί μου να μπαίνει στο νερό και την αίσθηση ελευθερίας που έβρισκα εκεί μέσα, ένιωθα αμέσως πόσο στενοί ήταν οι τοίχοι της φυλακής μου. Όμως αυτό κράτησε μερικούς μήνες. Ύστερα δεν είχα πια παρά τις σκέψεις ενός φυλακισμένου.[…]» Albert Camus, Ο ξένος

katadikiΕκατό μέτρα απ’ τη νοτιοδυτική άκρη της αρχαίας αγοράς της Αθήνας στέκουν τα ερείπια ενός κτίσματος με το όνομα Πόρος. Χτισμένο από πωρόλιθο, ελάχιστα ίχνη έχει αφήσει, ως εμάς, από την αρχαιότητα. Εκεί, λένε, ότι φυλακίστηκε ο Σωκράτης, που δικάστηκε το 399 π.χ (Παλαιά χρονολογία), επειδή προσέβαλε τους θεούς της πόλης και διέφθειρε τους νέους. Η δίκη και η καταδίκη του ήταν πολιτική, καθώς η τότε ευάλωτη δημοκρατία φοβόταν και τη σκιά της. Ακόμη και ο Σωκράτης διακήρυσσε τη σημασία της ατομικής ελευθερίας, ως προσωπικής επιλογής και ευθύνης. Στον Πόρο, λοιπόν, έμεινε κλεισμένος, μέχρι να εφαρμοστεί η ποινή που του επιβλήθηκε: θάνατος. Αυτό ήταν και το νόημα των φυλακών ως κτιρίων στην πόλη-κράτος της Αθήνας. Δεν λειτουργούσε ως τόπος μακροχρόνιας παραμονής.

Οι αρχαίοι έλληνες φυλάκιζαν, είχαν δεσμώτες, αλλά στην περίπτωσή τους το δικαστικό σύστημα ακολουθούσε διαφορετικές οδούς. Εκείνο που μπορούμε να πούμε σε γενικές γραμμές είναι ότι όσο μεταβάλλονταν οι πολιτισμικές συνθήκες, τόσο οι φυλακές γίνονταν και πιο απτές. Οι πρώτοι φυλακισμένοι ήταν «δεσμώτες» σαν τον Προμηθέα, δηλαδή δεμένοι σε κάποιο σημείο, σε εξωτερικό χώρο και η δέσμευσή τους είχε και τον χαρακτήρα της διαπόμπευσης. Συχνά έδεναν τον καταδικασμένο σε έναν ξύλινο πάσαλο, ώστε να μην μπορεί να φύγει και να βλέπουν όλοι τι θα μπορούσαν να πάθουν, αν διέπρατταν το ίδιο. Προφανώς, πολλές φορές η τιμωρία θα οδηγούσε στον θάνατο. Σταδιακά όμως, ο δεσμώτης περιοριζόταν δεμένος σε έναν κλειστό χώρο. Ωστόσο, ο εγκλεισμός δεν ήταν συνήθης πρακτική. Σημαντικότερη θεωρούνταν η σωματική τιμωρία, ο βασανισμός και η δημόσια διαπόμπευση. Οι πιο συνήθεις ποινές ήταν η εξορία και ο θάνατος. Όμως, ο τρόπος που τιμωρούνταν η ανόσια πράξη αξίζει να διερευνηθεί περισσότερο.

Στην αρχαιότητα, όταν κάποιος διέπραττε ένα φόνο, για παράδειγμα, δεν ήταν απαραίτητο ότι θα φυλακιστεί. Το πιθανότερο ήταν ότι θα εκδιωκόταν από την πόλη. Ιδιαίτερα για την αρχαία πόλη-κράτος (με πιο γνωστή την περίπτωση της Αθήνας) η εξορία ισοδυναμούσε με ακύρωση της προσωπικότητας. Η αποστέρηση της ιδιότητας του πολίτη σήμαινε βαθειά απομόνωση, ύψιστη περιθωριοποίηση. Με αυτή την έννοια, ισοδυναμούσε με πολιτικό θάνατο.[1] Ένας φονιάς θεωρούνταν μιασμένος, μολυσμένος με άλλα λόγια. Έπρεπε να ακολουθήσει συγκεκριμένες διαδικασίες καθαρμού και να αλλάξει πόλη-κράτος. Όφειλε, δηλαδή, να αλλάξει ζωή, αφού πήγαινε κάπου, όπου δε θα τον ήξεραν και θα έπρεπε να συνηθίσει σε άλλους κώδικες συμπεριφοράς και άλλους νόμους. Στην περίπτωση που κάποιος καταδικαζόταν σε θάνατο, ήταν συνήθης πρακτική –στην Αθήνα τουλάχιστον– να πίνει το κώνειο, όπως συνέβη και στην περίπτωση του Σωκράτη.

Η φυλακή ως κτίσμα στην αρχαιότητα χρησιμοποιούνταν κυρίως για τους μελλοθάνατους ή για κράτηση μέχρι την πραγματοποίηση της δίκης. Έπρεπε κάποιος να παραμείνει εκεί, μέχρι να δικαστεί και μέχρι να εκτελεστεί η ποινή του θανάτου. Αν η πόλη είχε μια μεγάλη γιορτή ή ένα μεγάλο θρησκευτικό γεγονός, έπρεπε να αναβληθεί η εκτέλεση μέχρι να ολοκληρωθεί η τελετή. Έτσι συνέβη και με τον Σωκράτη, που έπρεπε να περιμένει, μέχρι να επιστρέψει το ιερό καράβι της Αθήνας από τη Δήλο. Αφού κάποιος έπινε το κώνειο, μεταφερόταν έξω απ’ τα όρια της πόλης, για να πεθάνει εκεί. Στην περίπτωση του Σωκράτη, περιγράφεται (Φαίδων, 64a) ότι ο φιλόσοφος, υπακούοντας στις υποδείξεις του φύλακα, βηματίζει στο κελί του, ώστε να εξαπλωθεί γρηγορότερα το δηλητήριο στο αίμα του.

Βεβαίως τα δικαστήρια υπήρχαν και ήταν θεσμοθετημένοι φορείς απόδοσης της κρατικής δικαιοσύνης στην πόλη. Τα ρητορικά κείμενα είναι μάρτυρες εκδίκασης πολλών υποθέσεων, άλλοτε για χρέη, άλλοτε για άλλα αδικήματα, σύμφωνα με το ποινικό δίκαιο της εποχής. Εκδικάζονταν επίσης και πολιτικά ζητήματα, με την έννοια ότι κρινόταν κατά πόσο κάποιος έβλαπτε το πολίτευμα, στην περίπτωση της δημοκρατίας, γιατί στην περίπτωση των άλλων πολιτευμάτων δεν χρειαζόταν δίκη, για να ξεμπερδεύουν με τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Στην Αθήνα δίκαζαν οι λεγόμενοι ελεύθεροι Αθηναίοι πολίτες (που διακρίνονταν από τους μέτοικους και τους δούλους), οι οποίοι συνέθεταν στον καιρό της δημοκρατίας ένα είδος λαϊκού δικαστηρίου. Η αρχιτεκτονική των δικαστηρίων ήδη απ’ την αρχαιότητα φανέρωνε τον εξέχοντα ρόλο τους για την πόλη, καθώς συνήθως βρίσκονταν στην καρδιά της, δηλαδή στην Αγορά. Εκεί συγκεντρωνόταν ο κόσμος για όλα τα δημόσια ζητήματα· εμπόριο, συζητήσεις, συναλλαγές κάθε είδους με την πόλη, όπως μητρώα κλπ.

Το ποινικό καθεστώς της κλασικής περιόδου, διακρίνεται, σύμφωνα με τον Foucault, σε τέσσερις βασικές τακτικές επιβολής ποινών: (α) την εξορία, τον εκτοπισμό, την απέλαση εκτός συνόρων, τη δήμευση της περιουσίας και γενικά την αποκοπή από τον τόπο καταγωγής, (β) την επιβολή αποζημίωσης, την εξαγορά της ποινής, την οικονομική επιβάρυνση γενικά, (γ) τη διαπόμπευση, το σημάδεμα, τον τραυματισμό, τον ακρωτηριασμό, την εγχάραξη ουλής, με άλλα λόγια τον σφετερισμό του σώματος και την εγγραφή αποτυπωμάτων της εξουσίας πάνω σ’ αυτό και (δ) τον εγκλεισμό.

Κατά τον Μεσαίωνα της Ανατολής και της Δύσης κύριος τρόπος τιμωρίας ήταν τα βασανιστήρια, καθώς επικρατούσε η «λογική» της αντεκδίκησης. Σε αυτά τα χρόνια βρέθηκαν νέοι τρόποι βασανισμού και ακρωτηριασμού. Συνήθως οι ποινές αυτές επιβάλλονταν δημοσίως, ώστε ο φόβος του σωματικού πόνου να αποτρέψει και τους υπόλοιπους από την παράβαση οποιουδήποτε νόμου. Τα καταναγκαστικά έργα επικράτησαν γενικότερα στις μεγάλες αυτοκρατορίες, όπως στην αρχαία Αίγυπτο, στην Ρώμη και βέβαια μετά την ανακάλυψη της Αμερικής στο «νέο» κόσμο, όπου η δουλεία πήρε νέες τερατώδεις διαστάσεις. Η υποδούλωση κάποιου, ώστε να χρησιμεύσει ως δωρεάν και αναλώσιμη εργατική δύναμη εξυπηρετούσε σε περιόδους που το ανθρώπινο σώμα ήταν το βασικό διαθέσιμο εργαλείο-μηχανή.

Η κράτηση και η φυλάκιση είναι πολύ πρόσφατες τακτικές τιμωρίας για το ευρωπαϊκό σύστημα. εμφανίζονται μετά τα τέλη του 18ου αιώνα, μαζί δηλαδή με την εμφάνιση της εκβιομηχάνισης των κοινωνιών της Δύσης και αρχικά έχουν περιορισμένο χαρακτήρα. Η μηχανή καθιστά πολλά εργατικά χέρια περιττά. Οι ίδιοι οι νομικοί του 18ου αιώνα υποστήριζαν ότι η φυλακή δεν είναι ποινή, αλλά άσκηση εξουσίας, καθώς ο εγκλεισμός χρησιμοποιείται από τον ηγεμόνα, για να προστατευτεί απ’ τους αντιπάλους του. Ο εγκλεισμός την ίδια εποχή διακρίνεται σε εγκλεισμό-ενέχυρο, που αναφέρεται λιγότερο στην τιμωρία και περισσότερο στον έλεγχο του ατόμου και στον εγκλεισμό-υποκατάστατο, που επιβάλλεται σε κάποιον που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των ποινικών δικαστηρίων, καθώς σχετίζεται με τον κώδικα ηθικής ή συμπεριφοράς και υποτίθεται ότι στοχεύει στον σωφρονισμό. είναι κυρίως τιμωρία, παρά ποινή. Ωστόσο, μετά από πενήντα χρόνια, ο εγκλεισμός κατέληξε να θεωρείται η γενική μορφή ποινής.

Δεν είναι τυχαίο ότι η φυλάκιση στα πρώτα της βήματα δέχτηκε δριμεία κριτική από τους ίδιους τους νομικούς, γιατί δεν πληρούσε καν τις επιδιώξεις του κράτους. Κάποια απ’ τα επιχειρήματα των πολεμίων της ήταν ότι η δικαστική εξουσία δεν είναι σε θέση να ελέγξει την εφαρμογή των ποινών, η φυλακή αναμειγνύει διαφορετικούς κατάδικους και δημιουργεί ομοιογενή κοινότητα εγκληματιών, τους παρέχει συχνά συνθήκες διαβίωσης καλύτερες από αυτές που θα είχαν ελεύθεροι και τελικά βγαίνουν εγκληματίες, εφ’ όσον αποφυλακιστούν. Αυτά είναι τα επιχειρήματα των ίδιων των εκπροσώπων του κράτους, όταν ακόμη η ποινή της φυλάκισης δεν θεωρούνταν δεδομένη. Σήμερα, πλέον, αναφέρονται στις φυλακές ως «σωφρονιστικά» ιδρύματα.

katadiki2Τον 19ο αι. προτείνονται και εναλλακτικές ποινές, οι οποίες σε κάποιο βαθμό εφαρμόστηκαν. Μία εναλλακτική τιμωρία ήταν η εξορία και η αποστολή καταδίκων σε αποικίες, που είχε ήδη εφαρμοστεί, απ’ τα τέλη του 18ου αιώνα περίπου, στην Αυστραλία.[2]  Μια άλλη, η μεταρρύθμιση της εσωτερικής λειτουργίας της φυλακής, η οποία ονομάστηκε «σωφρονιστική μεταρρύθμιση», περιελάμβανε την πλήρη ή μερική απομόνωση των κρατουμένων στο εσωτερικό της φυλακής, την περαιτέρω σωματική και πνευματική υποδούλωση των καταδίκων μέσω της εργασίας, της εκπαίδευσης, της θρησκείας, των ανταμοιβών και της μείωσης ποινών και την ανάπτυξη θεσμών πρόληψης ή επανένταξης ή ελέγχου. Τέλος, επιδιώχθηκε η δημιουργία της «επιστήμης του εγκλήματος», η οποία κατηγοριοποίησε τις συμπεριφορές και δημιούργησε παρεκκλίσεις από το κανονικό, όπως εκείνη το όρισε. Όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις, που είχαν καταστροφικά αποτελέσματα, σήμερα θεωρούνται θεσμός και τις επικαλούνται διαρκώς τόσους αιώνες μετά. Το μόνο που κατόρθωσαν ήταν να στήσουν έναν καλά οργανωμένο πόλεμο στην ανθρωπιά των φυλακισμένων και να καταστήσουν επαγγελματική κατηγορία τον ανθρωποφύλακα-βασανιστή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Εκείνα για τα οποία κατηγορούσαν τη φυλακή οι επικριτές της τον 19ο αιώνα σήμερα θεωρούνται τελεσίδικο γεγονός, αποδεκτό και δεδομένο.

Σε όλες τις μελέτες για την εξέταση των ποινών στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα ο εγκληματίας ορίζεται ως εχθρός της κοινωνίας. Όσο πιο αδύναμος είναι ο έλεγχος του κράτους πάνω στο σώμα της κοινωνίας, τόσο πιο πολύ νιώθει την ανάγκη να προστατευτεί από τους εσωτερικούς του εχθρούς και σκληραίνει τις ποινές του. Οι ποινές αναφέρονται πάντα στο μέλλον: γίνεται προσπάθεια να μην επαναληφθεί ένα έγκλημα. Αν υπήρχε βεβαιότητα ότι δε θα επαναληφθεί, δεν θα φυλακιζόταν ο κρατούμενος. Το ότι οι ποινές παντού και πάντοτε διαφέρουν τόσο μεταξύ τους, άλλοτε προστάζοντας ατίμωση, άλλοτε ανταπόδοση («οφθαλμών αντί οφθαλμού»), άλλοτε δουλειά-δουλεία, δείχνει ότι δεν έχουν οικουμενικό χαρακτήρα, αλλά προσαρμόζονται στις τεχνητές ανάγκες των κοινωνικών συστημάτων που τις εφαρμόζουν. Η φυλάκιση επιβλήθηκε από παράγοντες άσχετους ακόμη και στην ποινική θεωρία.

Το δικαστικό σύστημα από μηχανισμός επιτήρησης και ελέγχου, μετατράπηκε σε έναν ακόμη πιο συστηματικά συγκεντρωτικό μηχανισμό του κράτους. Ένα γενικό σύστημα επιτήρησης-εγκλεισμού διεισδύει εν τέλει σε όλους τους τομείς της ζωής, ιδρυματοποιώντας πολλές πτυχές της καθημερινότητας. Στην ύπαιθρο η ιδιοκτησία της γης και ο καταμερισμός της εξαφάνισαν την γη των κοινοτήτων. Έτσι, οι νόμοι έγιναν αυστηρότεροι και δικαιολογούνταν ευκολότερα η επιβολή ποινών. Στην πόλη η εκμηχάνιση έφερε μια νέα υποδούλωση, καθώς οι ίδιοι οι νόμοι παρήγαν τα νέα παραπτώματα. Κανείς εργάτης δε θα υποδουλωνόταν με την θέλησή του. Έπρεπε να βρεθούν τρόποι, να καθιερωθούν κανονισμοί που θα κατηγοριοποιούσαν τις καλές και κακές συμπεριφορές. Η νομοθεσία, λοιπόν, δημιούργησε νέα παραπτώματα, μια σειρά μέτρων, που διαχώρισαν τον καλό απ’ τον κακό εργάτη, καθιερώνοντας συμπεριφορές και ένα ολόκληρο εξουσιαστικής ηθικής σύστημα. Η εγκληματικότητα περιθωριοποιήθηκε με μηχανισμούς ελέγχου, ψυχολογικής και ηθικής υπόστασης.

Ο Foucault υποστηρίζει ότι θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τις κοινωνίες, ανάλογα με τον τύπο τιμωρίας που υιοθέτησαν. Έτσι, έχουμε τις κοινωνίες εξορίας (αρχαία ελληνική κοινωνία), κοινωνίες εγχάραξης (δυτικές κοινωνίες στο τέλος του Μεσαίωνα) και κοινωνίες εγκλεισμού (σύγχρονες κοινωνίες). Ο εγκλεισμός, μάλιστα, συνδέθηκε με την επιτήρηση, η οποία αφορά το σύνολο της κοινωνίας και γιγαντώνεται, όσο βαθύτερα προχωράμε στον πολιτισμό.

Με το πέρασμα σε συνθετότερες κοινωνίες, οι φυλακές γίνονταν όλο και πιο περίπλοκες, ενώ παράλληλα εξελίσσεται και το νομικό σύστημα. Αρχιτεκτονικά και θεσμικά, λοιπόν, η φυλακή γίνεται τόσο πιο στιβαρή και σκληρή, όσο πιο βαθειά μπαίνουν οι κοινωνίες στον πολιτισμό. Το νομικό και σωφρονιστικό σύστημα στους κανόνες του κράτους έφτασε σε εντυπωσιακά οργανωμένο επίπεδο κατά τη ρωμαϊκή εποχή. Ωστόσο, το ζήτημα δεν μπορούμε να πούμε ότι παρακολουθεί μια γραμμική χρονολογική πορεία, αλλά σχετίζεται με την ωμότητα ενός καθεστώτος. Για παράδειγμα, ο μινωικός λαβύρινθος και η φυλάκιση του Ικάρου και του Δαίδαλου στο μινωικό παλάτι δείχνουν ότι η φυλακή συνδέεται με τις διαθέσεις των εξουσιαστών. Ούτε η αρχαία Ελλάδα ήταν ένα ομοιογενές σύμπαν, βέβαια, ούτε μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια ενιαία εποχή. Στις ανατολικές αυτοκρατορίες των Περσών και των υπολοίπων «βαρβάρων» (όπως ονομάζονταν τότε από τις ελληνικές πόλεις-κράτη)[3] η καταστολή ήταν σκληρότερη, δεδομένου ότι και τα καθεστώτα ήταν ωμότερα. Οι αυτοκρατορίες, γενικώς, προκειμένου να καταστείλουν τους υπηκόους που ήταν πιο διάσπαρτοι και πιο δύσκολο να ελεγχθούν, εφάρμοζαν πολύ σκληρότερα μέτρα τιμωρίας.

Όσο πιο ανεξέλεγκτα ή δύσκολα ελέγξιμα δείχνουν τα πράγματα για τους εξουσιαστές, τόσο σκληραίνει και η καταστολή τους. Θα λέγαμε ότι τα ποσά είναι ανάλογα. Σήμερα, που η ελλαδική επικράτεια είναι κομμάτι μιας ευρύτερης αυτοκρατορίας, θα πρέπει να εφαρμοστούν τακτικές καταστολής εν μέρει διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν ως τώρα. Στην Αμερική, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες οι συνθήκες κράτησης υπό καθεστώς πανοπτικού ελέγχου με την χρήση καμερών παρακολούθησης ισχύουν εδώ και δεκαετίες. Άλλωστε, η διάκριση σε τύπους φυλακών, όπως προβλέπει ο νέος νόμος στα καθ’ ημάς, βασικό στόχο έχει, βέβαια, όχι να σωφρονίσει, ούτε να διακρίνει τους «σκληρούς» εγκληματίες από τους «ήπιους», αλλά να τους διαιρέσει, για να τους ελέγξει καλύτερα. Οι κοινωνικές διακρίσεις και οι ιεραρχίες είναι δεδομένες στον κόσμο της φυλακής, όσο και έξω απ’ αυτήν.

Άλλωστε σήμερα, μπορούμε πλέον να μιλάμε για ιδρυματοποίηση του συνόλου της κοινωνίας. Τα νοσηλευτικά, ψυχιατρικά, εκπαιδευτικά ιδρύματα λειτουργούν με την ίδια ακριβώς λογική. Ελέγχουν και κατευθύνουν συμπεριφορές, αποπροσωποποιούν την κάθε ιδιαίτερη περίπτωση, επιβάλλουν κανονιστικές και ορθές συμπεριφορές θεραπείας των προβλημάτων, καθιερώνουν λογικές. Και βέβαια, απομονώνουν και περιορίζουν σε συγκεκριμένους χώρους τους αποκλίνοντες. Μάλιστα, αυτό κατάντησε αποδεκτό και δεδομένο, όσο και η ύπαρξη φυλακής. Η επιστήμη της επιτήρησης προσέδωσε κύρος στους ανθρωποφύλακες κάθε είδους.

katadiki3Εκείνο που έχει σημασία, όμως, για τους εξουσιαστές πέρα από την αύξηση της καταστολής είναι η προσπάθεια να μεταβληθεί η ανθρώπινη λογική, στον τρόπο που αντιμετωπίζει και αντιδρά απέναντι σε αυτή την καταστολή. Δεν είναι μόνο οι συνθήκες κράτησης στις φυλακές που είναι ολοένα και περισσότερο κτηνώδεις, αλλά η ενίσχυση της αντίληψης ότι αυτό είναι απαραίτητο. Η ιστοσελίδα της ελληνικής αστυνομίας περιλαμβάνει ολόκληρο θεωρητικό πόνημα, για να «αποδείξει» ότι η αστυνομοκρατία είναι σύμφυτη με την ανθρώπινη ύπαρξη! Το κείμενο, ενδεικτικά, ξεκινάει ως εξής: Οι ανάγκες του ανθρώπου για ασφάλεια και προστασία είναι σύμφυτες με την ύπαρξή του. Αυτό είναι φυσικό, αφού μόνο με την ασφάλεια και την προστασία εξασφαλίζονται οι δυνατότητες για τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής του ανθρώπου και της ανάπτυξης κάθε παραγωγικής δραστηριότητας.

Οι περιπτώσεις του Ηρακλή και του Θησέα, που με τη μυθική δράση τους εξάλειψαν την παντοειδή και ποικιλώνυμη κακοποιό δραστηριότητα της εποχής, εξαφάνισαν το φόβο των ανθρώπων και εμπέδωσαν την τάξη και το αίσθημα ασφάλειας, είναι αρκετά εύγλωττες. Ο αστυνομικός θεσμός συμπορεύεται με την πολιτειακή οργάνωση της ανθρώπινης κοινωνίας. Οι άνθρωποι για να επιβιώσουν, έπρεπε να συμβιώσουν. Η συμβίωση, όμως, προϋποθέτει τη θέσπιση κανόνων, αλλά και τη δίκαιη εφαρμογή τους, μέσα σε ένα λειτουργικό πλαίσιο, την πολιτεία[…].

Επιτέλους, κάποιοι βάζουν τα πράγματα στη θέση τους! Χρόνια τώρα ψυλλιαζόμασταν, πως ο Θησέας, αλλά κυρίως ο ροπαλοφόρος Ηρακλής, ήταν οι πρώτοι μπάτσοι της αρχαιότητας. Δυστυχώς δεν μας δίνουν περαιτέρω πληροφορίες για βαθμό, ειδικότητα και σε ποιο τμήμα υπηρετούσαν… Βέβαια, η εισαγωγή αναφέρει και μια μεγάλη αλήθεια. ότι οι νόμοι συμβαδίζουν με το πολίτευμα, την πολιτεία. Ένα κράτος δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς νόμους και φυλακές. Χρειάζεται και άρτους και θεάματα, αλλά χωρίς τον φόβο και την πίστη των υπηκόων του δεν μπορεί να σταθεί. Εκεί έγκειται και η ουσία του κολασμού. Στο να θυμίζει ποιος έχει τον έλεγχο. Όσο πιο πιστούς χαφιέδες καταφέρνει να δημιουργήσει, όσο πιο βέβαιους με την ανάγκη για καταστολή μέσα και έξω απ’ τις φυλακές, τόσο το καλύτερο για την εξουσία.

Η αξία των νόμων έγκειται στο ότι μορφοποιούν, κανονίζουν την ζωή, διακρίνουν στη συνείδηση των ανθρώπων το σωστό από το λάθος, δημιουργούν πρότυπα συμπεριφοράς. Και βέβαια, ο ίδιος ο νόμος ορίζει το έγκλημα και τον εγκληματία. Ο πολιτισμός, πλάθει την ηθική των νέων εγκληματιών. Είναι άξιον παρατήρησης το πώς οι λεγόμενες αστυνομικές σειρές ή ταινίες, αλλά και τα αστυνομικά μυθιστορήματα έχουν γίνει τόσο δημοφιλή τελευταία, που τείνουν να κυριαρχήσουν των υπολοίπων λογοτεχνικών έργων, μεταφέροντας τη νοοτροπία της εικόνας στο χαρτί. Τις περισσότερες φορές προβάλλουν την οπτική γωνία του αστυνομικού, αναλύουν επιστημονικά την παρανομία, δίνουν ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για το πώς μπορεί να διαπραχθεί το τέλειο έγκλημα και κάνουν όλα αυτά να μοιάζουν μια απλή συνηθισμένη μέρα στη ζωή του καθενός. Τελικά, η επιτηδευμένη μυθοπλασία δημιουργεί την πραγματικότητα, γιατί στρέφει την φαντασία στα κανάλια της διαστροφής. Τα υπόλοιπα είναι δικογραφίες.

Το κράτος χρειάζεται συνενόχους, για να αποδείξει ότι ξέρει το σωστό. Αλλά θα μας βρει μπροστά του. Όχι σαν πολιτισμένους υπερασπιστές της «δικαιοσύνης», αλλά ως άγριους διεκδικητές της ελευθερίας και της αλήθειας της ανθρώπινης φύσης, κάθε ανθρώπινης φύσης: της προσπάθειας να απεγκλωβιστούμε από όλα τα δεσμά, όσο ζούμε.

σύντροφοι για την Αναρχική απελευθερωτική δράση
  1. Ο Σωκράτης, βέβαια, στην Απολογία του (το ομώνυμο έργο του Πλάτωνα) υποστηρίζει ότι αν τον εξόριζαν σε άλλη πόλη, αλλά τον άφηναν ελεύθερα να φιλοσοφεί, δεν θα τον πείραζε καθόλου η εξορία (37d, 1-e2). Πίστευε ότι είναι η αλογόμυγα της πόλης που την ξυπνά, καθώς ο ίδιος άκουγε από παιδί μια φωνή που του έλεγε τί να κάνει. Η φωνή αυτή τον είχε συμβουλέψει να μην ασχοληθεί με τα πολιτικά ζητήματα, να απέχει απ’ την πολιτική (31d, 1-8).
  2. Στην περίπτωση των πολιτειών της βορείου Αμερικής ο θεσμός της εξορίας εμφανίστηκε νωρίτερα. Πιο συγκεκριμένα, το 1717 η αγγλική βουλή θεσπίζει ως νόμιμη τιμωρία τη μεταφορά των καταδίκων στο «νέο κόσμο». Δεκάδες χιλιάδες κατάδικοι μπορούσαν πλέον να σταλούν στη Βιρτζίνια, το Μέρυλαντ και άλλες αποικίες.
  3. Ο όρος «βάρβαρος» αρχικά ήταν ουδέτερα φορτισμένος· διέκρινε απλώς τους έλληνες από τους ξένους. Ήδη από την αρχαιότητα, όμως, ιδεολογικοποιήθηκε και πήρε υποτιμητική χροιά.

Σχετικά βιβλία και άρθρα
Michel Foucault, Η κοινωνία τιμωρός.
Στέφανος Παύλου – Μαρία Γιούνη, Υπήρχαν φυλακές στην αρχαιότητα; (Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Η ιστορία των φυλακών», τεύχος 214, 4 Δεκεμβρίου 2003)
Winfried Reebs, Φυλακές και αρχιτεκτονική, Η αναζήτηση για τον ιδανικό τρόπο εξόντωσης.

Δημοσιεύθηκε στην αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 138, Μάϊος 2014
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.