ΚΟΜΜΑΤΑ «ΠΑΡΙΕΣ» ΚΑΙ ΚΑΘΙΕΡΩΜΕΝΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ: ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΤΟΡΓΗΣ ΚΑΙ «ΜΙΣΟΥΣ»…

«Η ανοχή, επιφυλάσσοντας στους ηττημένους έναν βαθμό εξουσίας και ασφάλειας, και διατηρώντας ανοικτό το ενδεχόμενο αναστροφής της ήττας τους, συντηρεί την αντιπολίτευσή τους, ενώ επιτρέπει στον νικητή να εφαρμόσει τα προγράμματα και τις πολιτικές του». S.F. Hartenberg, «Εξτρεμισμός και Ανοχή στην Πολιτική» (1967)

«Ο παρίας ενδέχεται να αγνοείται παθητικά, να απομονώνεται απροκάλυπτα, θα μπορούσε να περιορίζεται επιθετικά ή ακόμη και να τίθεται εκτός νόμου, και θα μπορούσε να δει τις πολιτικές θέσεις του να αφομοιώνονται από τα καθιερωμένα (mainstream) κόμματα. Θα μπορούσε, επίσης, να προσκαλείται σε συμφωνίες συνεργασίας (εκλογικά καρτέλ, ειδικές συμφωνίες σε ψηφοφορίες στο κοινοβούλιο, ή ακόμη συμμετοχή σε κυβερνήσεις). Μπορούμε ακόμη να παρατηρήσουμε μια στρατηγική αλληλουχία των αντιδράσεων, καθώς τα κυρίαρχα κόμματα αναζητούν κάποια προσέγγιση που είτε περιορίζει είτε εξαφανίζει το μη αποδεκτό κόμμα. Εδώ μπορούμε να δούμε την εξέλιξη ενός κόμματος από παρία σε πλήρη παίκτη». William M. Downs, «Πολιτικός Εξτρεμισμός στις Δημοκρατίες, Η καταπολέμηση της μισαλλοδοξίας»

paries1Αλληλοδιαδεχόμενες οικονομικές «κρίσεις», «έλλειμμα δημοκρατίας και παγκοσμιοποίηση», «απουσία στιβαρής πολιτικής ηγεσίας», «ρωγμές στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα», «ξενοφοβία και προσφυγικό», «διεθνής πόλεμος στην Συρία», «τρόμος από τους τζιχαντιστές στην Γαλλία», «πολιτικός εξτρεμισμός και κόμματα παρίες στο προσκήνιο», «η δημοκρατία αντιμέτωπη με τον εξτρεμισμό».

Συνήθεις διατυπώσεις και εκφράσεις πολιτικής «αγωνίας» για το μέλλον της δημοκρατίας, την «άνοδο των ακραίων» σε μια «Ευρώπη πολιτικά γερασμένη», με κοινωνικά προβλήματα, που διογκώνονται χωρίς κάποια «λύση», όπως διατείνονται περισπούδαστοι εκπρόσωποι και εκφραστές του λεγόμενου δημοκρατικού τόξου, ιδιαιτέρως ανησυχούντες.

Σύμφωνα με τον William M. Downs (2001), «Τα κόμματα παρίες εμφανίζονται σε αριστερές και δεξιές εκδοχές. Ενσωματώνουν τη διάχυτη διαμαρτυρία, την αποξένωση, και την έλλειψη εμπιστοσύνης για το υπάρχον πολιτικό σύστημα, και ενώ επιδιώκουν να επιτύχουν τους στόχους τους μέσα από τους συμβατικούς διαύλους της εκλογικής αναμέτρησης, διαθέτουν παράλληλες οργανωτικές δομές που επιδιώκουν τακτικές εξωκοινοβουλευτικού λόγου και πίεσης».

Κόμματα «παρίες», «αντισυστημικά» ή «ευρωσκεπτικιστικά» κόμματα, εξτρεμιστικά κόμματα στην Ελβετία, στην Δανία, στην Ουγγαρία, στην Αυστρία, στην Γαλλία ή στον ελλαδικό χώρο, εμφανίζονται στην συγκεκριμένη φάση της παγκοσμιοποίησης, όπως αυτή εκδηλώνεται μετά το 1989 στον ευρωπαϊκό χώρο.

Κόμματα «παρίες» που προβάλλονται για την «αντισυναινετική» τους στάση στην τρέχουσα συναινετική πολιτική, κόμματα «παρίες» που αποτελούν «δοχεία» συλλογής της κοινωνικής αγανάκτησης για το πολιτικό σύστημα.

Σ’ ολόκληρο αυτό το χρονικό διάστημα οι αντιδράσεις των καθιερωμένων πολιτικών δυνάμεων χαρακτηρίστηκαν από την παθητική περιφρόνηση και τις διάφορες προσπάθειες απομόνωσης, απαγορεύσεων και διώξεων, αλλά και από συγκροτημένες και σχεδιασμένες κινήσεις συνεργασίας, αφομοίωσης, αποδοχής και «εποικοδομητικής εμπλοκής».

Αυτή ακριβώς η ποικιλία αντιδράσεων και αντιμετώπισης αποδεικνύει, όχι μόνο το μέγεθος του «προβλήματος», αλλά και τις δυνατότητες αξιοποίησής του.

Η δημοκρατία βάλλεται; Η δημοκρατία κινδυνεύει από τους εξτρεμιστές, που επιδιώκουν την επίτευξη των στόχων τους μέσα από τις εκλογικές διαδικασίες και την «ελευθερία» λόγου, αλλά και την χρήση δικαιωμάτων που εγγυώνται οι δημοκρατικοί θεσμοί; Σε γενικές γραμμές οι αντιδράσεις χωρίστηκαν σε δύο «στρατόπεδα», εκείνο των οπαδών και θιασωτών της «διαδικαστικής» δημοκρατίας και εκείνων της «μαχητικής» δημοκρατίας.

Και όμως, οι διαφορές μεταξύ τους είναι ανύπαρκτες ή έστω μη ουσιώδεις.

Η «εποικοδομητική εμπλοκή» με τα εξτρεμιστικά κόμματα θεωρείται στην μια περίπτωση ενδεδειγμένη «λύση», αφού προκρίνεται από μια «ανεκτική», αλλά «επαγρυπνούσα» δημοκρατία η διαχείριση των «αμφισβητιών» του πολιτικού συστήματος, χωρίς την δημιουργία μιας «τάξης αποκλεισμένων», που ηρωοποιούνται εξαιτίας της πολιτικής τους απομόνωσης. Τα δημοκρατικά «κέρδη» θεωρούνται δεδομένα, καθώς είναι αναμενόμενη και σφόδρα πιθανή η στροφή των εξτρεμιστών προς την πολιτική μετριοπάθεια, αλλά και η διάσπασή τους.

Η «εποικοδομητική εμπλοκή», όμως, επιτυγχάνεται και δια της ράβδου.

Όπως είναι γνωστό, οι διώξεις και οι απαγορεύσεις δεν απομακρύνουν σε κάθε περίπτωση από τις δυνατότητες και τις ευκαιρίες όσμωσης, αντίθετα σε αρκετές περιπτώσεις δυναμώνουν τον «αντίπαλο», και άλλο τόσο δίνουν το άλλοθι στους θιασώτες των διώξεων, να σκληρύνουν περαιτέρω την στάση τους και να παραδειγματίσουν ευρύτερα όσους έχουν ανυπότακτες προθέσεις με κάθε τρόπο.

Μ’ άλλα λόγια, τα λεγόμενα καθιερωμένα κόμματα ή κυβερνήσεις βρίσκουν περαιτέρω διέξοδο, ώστε να επιβάλλουν ακόμη σκληρότερα μέτρα, απαγορεύσεις οι οποίες δεν αφορούν, βέβαια, μόνο τα λεγόμενα εξτρεμιστικά κόμματα, αλλά οποιαδήποτε κίνηση ανυπακοής, αφού η εφαρμογή τους στην συνέχεια αφορά ένα διευρυμένο κοινωνικό σώμα.

Οι πολιτικές ελίτ εμφανίζονται μ’ αυτόν τον τρόπο ως βαλλόμενες, αναγκασμένες να αμυνθούν με κάθε τρόπο, ενώ στην πραγματικότητα είναι εκείνες που προηγουμένως έχουν επιτεθεί άγρια στον κοινωνικό χώρο. Έτσι, τα αναδυόμενα κόμματα «παρίες», όχι μόνο δεν αναστέλλουν αυτήν την κυριαρχική επίθεση, αλλά στην ουσία την εντείνουν με τον χειρότερο τρόπο.

Ταυτόχρονα τα κόμματα «παρίες», δεξιάς ή αριστερής προέλευσης, γεμίζουν το «κενό», αποτελούν χώρο αποσυμπίεσης της κοινωνικής οργής ψηφοφόρων, που τα ενισχύουν μέσα σ’ ένα κλίμα συνεχώς εντεινόμενης απο-ιδεολογικοποίησης. Η μετάβαση από την προηγούμενη κατάσταση είναι τόσο βίαιη και οι κυρίαρχες επιλογές αδιαπραγμάτευτες, με αποτέλεσμα τα ευρύτατα κοινωνικά στρώματα, που δέχονται τις συνέπειες, να ενισχύουν εκείνα τα πολιτικά μορφώματα, που θεωρούν ότι θα αποτελέσουν αναχώματα με οποιονδήποτε τρόπο, καθυστερώντας τις επώδυνες εξελίξεις.

Στις μετακινήσεις αυτές των ψηφοφόρων δεν υπάρχουν πολιτικά στεγανά. Η μετάγγιση ψηφοφόρων λόγου χάρη, που προηγούμενα εκφράζονταν από τα ευρωπαϊκά κεντροαριστερά πολιτικά κόμματα προς τα αναδυόμενα κόμματα «παρίες» ακροδεξιάς προέλευσης, είναι ενδεικτική:

«Ενώ οι υπεύθυνοι για την στρατηγική στα επιτελεία των κεντροαριστερών πολιτικών κομμάτων της Ευρώπης μπορεί κάποτε να χαίρονταν με τα προβλήματα, που είχαν οι συντηρητικοί ομόλογοί τους από τα αντιμεταναστευτικά κόμματα, που απειλούνταν να αφαιμάξουν τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους, είναι σαφές ότι το ευμετάβλητο εκλογικό τοπίο των σοσιαλδημοκρατικών και σοσιαλιστικών κομμάτων δεν τους αφήνει και πολλά περιθώρια να αγνοούν την απήχηση, που έχει στον κόσμο η ξενοφοβία. Τα στοιχεία που επιβεβαιώνουν αυτήν την ευπάθεια είναι σαφή: στις δημοσκοπήσεις οι ψηφοφόροι που δείχνουν τάση υπερψήφισης των ακροδεξιών κομμάτων στις επόμενες εθνικές εκλογές, συχνά αυτοπροσδιορίζονται ιδεολογικά ως αριστεροί και είναι εξίσου πιθανό με τους δεξιούς να δηλώνουν ότι η μετανάστευση είναι το σημαντικότερο πολιτικό ζήτημα που διαμορφώνει την απόφασή τους στη κάλπη» (William M. Downs, ο.π.).

Εδώ, λοιπόν, δεν πρόκειται για την παραδοσιακή πρόβλεψη συγκρότησης κομματικών ή άλλων βαλβίδων κοινωνικής αποσυμπίεσης, για μια συνηθισμένη θεσμοποιημένη αντιπολιτευτική παρουσία, που λειτουργεί ως το αντίπαλο δέος, και τις περιόδους της «κρίσης» προσφέρει εγγυήσεις για μια ομαλή πολιτική διαδοχή ή την ανανέωση του πολιτικού σκηνικού.

Αντίθετα, πρόκειται για μια εκρηκτική μετακίνηση ψηφοφόρων, όχι σε μια συντηρητική κατεύθυνση, όπως αρέσκονται ή βολεύονται οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως προοδευτικοί πολιτικοί κύκλοι, αλλά σε μια ριζοσπαστική. Η ενδυνάμωση των εξτρεμιστικών κομμάτων η κοινοβουλευτική εκπροσώπησή τους, η σταθεροποίησή και η επανένταξή τους στο πολιτικό σύστημα, σηματοδοτεί και την μετεξέλιξη του πολιτικού συστήματος και φυσικά της δημοκρατίας, μιας μακράς διαδικασίας που εμπεριέχει την εκ νέου ενσωμάτωση χαρακτηριστικών και γνωρισμάτων που υποτίθεται αφορούσαν αποκλειστικά τα ολοκληρωτικά καθεστώτα.

Η ενοποίηση της κυριαρχίας δεν θα μπορούσε παρά να περιλαμβάνει πρώτιστα αυτή την διαδικασία και ως εκ τούτου οι δημοκρατικές ευαισθησίες με αφορμή την συγκεκριμένη διάσταση του «προβλήματος», που αφορά την κοινοβουλευτική άνοδο των λεγόμενων εξτρεμιστικών κομμάτων, μόνο σε επίδειξη υποκρισίας αποσκοπούν, αλλά και στην απαιτούμενη αναζήτηση χρόνου για την όσο την δυνατόν ανεμπόδιστη επιβολή της.

paries2«Είναι η κρίση τόσο βαθιά και οι μεταβολές που επιβάλλει τόσο γρήγορες, ώστε οι επιλογές που χρειάζεται να κάνουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις είναι τόσο μεγάλες και καθοριστικές που κανέναν δεν αφήνουν και δεν θα αφήσουν ανεπηρέαστο. Το επόμενο διάστημα θα είναι πολιτικά εκρηκτικό. Τα μέτρα θα ληφθούν, όπως φαίνεται, γιατί κανείς δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος των συνεπειών μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης με την Ευρώπη. Και η λήψη τους αναγκαστικά θα επιδράσει στα πολιτικά πράγματα της χώρας. Οι επιλογές που θα γίνουν προσεχώς, θα διαμορφώσουν τα νέα πολιτικά μέτωπα και θα συγκροτήσουν τη βάση των νέων συμμαχιών, νέων συμπράξεων και, γιατί όχι, νέων σχηματισμών. Η κρίση αλλάζει ταχύτατα τον πολιτικό χάρτη της χώρας, ήδη έχει καταναλώσει τρεις κυβερνήσεις και ίσως να χρειαστούν άλλες τόσες μέχρι να βρει η χώρα σταθερή βάση ανάκαμψης. Σε κάθε περίπτωση, ο βίαιος μετασχηματισμός του οικονομικού μοντέλου δεν μπορεί παρά να επιβάλλει αντίστοιχα και το βίαιο μετασχηματισμό του πολιτικού συστήματος. Είναι απλώς θέμα χρόνου» (Από κύριο άρθρο της εφημερίδας «Το Βήμα», 2 Αυγούστου 2012).

Αυτός ακριβώς ο «βίαιος μετασχηματισμός του πολιτικού συστήματος» τροφοδοτεί αλλά και τροφοδοτείται από τις αλληλοδιαδεχόμενες «κρίσεις», που αφορούν κυρίως το προσφυγικό, τον διεθνή πόλεμο στην Συρία, το οικονομικό ζήτημα, και βέβαια τις σχέσεις της εγχώριας πολιτικής και οικονομικής ελίτ με ευρωπαϊκά και παγκόσμια κέντρα κυριαρχίας.

Στον ελλαδικό χώρο, όπως έχουμε επανειλημμένα τονίσει, οι έντονες κοινωνικές συγκρούσεις και εξεγέρσεις προηγούνται συνήθως της εμφάνισης μιας «κρίσης», και υποδέχονται μ’ αυτόν τον τρόπο τις «αλλαγές», προσδιορίζοντας το μέτρο και την ένταση της κοινωνικής αμφισβήτησης, άρνησης αλλά και το μέτρο της κοινωνικής αποδοχής ή ανοχής τους.

Στις δεδομένες συνθήκες, η επιβολή των νέων όρων κυριαρχίας είναι όχι μόνο άγρια, αλλά έχει και παρατεταμένη διάρκεια με αποτέλεσμα να εντείνεται το αίσθημα ανασφάλειας σχεδόν του συνόλου των κοινωνικών στρωμάτων. Μ’ άλλα λόγια, η αβεβαιότητα, η σύγχυση, ο φόβος για το χειρότερο, εντάθηκε και συνεχίζει να εντείνεται, όσο η λεγόμενη σταθεροποίηση των δυσμενών συνεπειών της «κρίσης» έμοιαζε και συνεχίζει να μοιάζει, όνειρο απατηλό.

Ο κοινωνικός χώρος ή έστω ευρύτατα τμήματά του μοιάζει έτοιμος να δοκιμάσει και πάλι να αντιταχθεί ή μάλλον να εμπλακεί στις «εξελίξεις», που μοιάζουν εφιαλτικές, με αιχμή και το προσφυγικό. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι η κοινωνική «εμπλοκή» θα ξεφύγει από το πεδίο είτε της ανάθεσης στα «σκληρά» κόμματα «παρίες», είτε στους «νέους» τοποτηρητές των «μεγάλων ξένων συμφερόντων».

Η περίοδος που προηγήθηκε μοιάζει απλά με περίοδο «δοκιμασίας» και υπολογισμού των περαιτέρω κοινωνικών αντοχών, που θα αφορούν το κυρίως «πιάτο», όσων δηλαδή θα επιβληθούν στην συνέχεια, ακόμη και αν αυτό ακούγεται ιδιαίτερα δυσοίωνο. Το ασφαλιστικό ζήτημα και οι κινητοποιήσεις, που προηγούνται της ψήφισης των εφαρμοστικών νόμων, που συνοδεύουν το τρίτο μνημόνιο, φαίνεται να σφραγίζουν αυτήν την φάση του «βίαιου μετασχηματισμού».

Η ενδεχόμενη αποτυχία των κινητοποιούμενων, όχι να αποτρέψουν τις εξελίξεις, αλλά να επιτύχουν έστω μικρές «ρυθμίσεις» εις όφελός τους, θα επισπεύσει, αλλά και θα ορίσει καταλυτικά την «επόμενη ημέρα», δηλαδή τον εμφανή προσδιορισμό της αλληλεξάρτησης του κοινωνικού κατακερματισμού με εκείνον της γεωγραφικής κατάτμησης του ελλαδικού χώρου, όπως θα οριστεί από την επιβολή αποκλειστικών οικονομικών ζωνών, αλλά και «σημείων» διεθνών ελέγχων των τεράστιων στρατοπέδων συγκέντρωσης, σε ευρωπαϊκό έδαφος, εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών.

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 157, Φεβρουάριος 2016

Both comments and trackbacks are currently closed.