TTIP: Μετασχηματίζοντας την κοινωνία-γιγαντοεταιρεία

TTIP1Απ’ ότι φαίνεται, βρισκόμαστε στον τελικό δρόμο για τη συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ με επίκεντρο το εμπόριο. Η TTIP (Διατλαντική Εμπορική και Επενδυτική Εταιρική Σχέση, μεταξύ των ΗΠΑ και της ΕΕ), αποτελεί τη συνέχεια προηγούμενων εμπορικών συμφωνιών που έχουν συναφθεί σε προγενέστερους χρόνους μεταξύ ΕΕ-ΗΠΑ και άλλων χωρών. Αυτό, όμως, που την κάνει να ξεχωρίζει επικίνδυνα είναι ότι δεν αποτελεί απλά μια ακόμη διακρατική, με την ευρεία έννοια, συμφωνία, αλλά θέτει νέους κανόνες σε νομικό και διακρατικό επίπεδο, όπου όλη την εξουσία και τυπικά την κατέχουν και τη νέμονται οι πολύ μεγάλες και ισχυρές πολυεθνικές εταιρίες.

Την ίδια περίοδο, συντονισμένα, τρέχουν και άλλες εμπορικές διαπραγματεύσεις για συμφωνίες μεταξύ διαφόρων χωρών και ενώσεων κρατών, όπως η CETA (Συνολική Οικονομική και Εμπορική Συμφωνία, μεταξύ της ΕΕ και του Καναδά), η TiSA (Εμπορική Σχέση για την Συμφωνία Υπηρεσιών, μεταξύ πολυάριθμων μερών) και η TPP (Διηπειρωτική Εταιρική Σχέση, μεταξύ ΗΠΑ, Καναδά και διαφόρων ασιατικών χωρών).

Οι κυρίαρχοι, πάντοτε με βάση τα συμφέροντά τους, προχωρούσαν σε υπογραφή συμφωνιών μεταξύ κρατών ή διαμόρφωναν ενώσεις με επίκεντρο τις οικονομικές σχέσεις. Πληθώρα τέτοιων συμφωνιών και σχέσεων υπάρχουν στην οικονομική ιστορία, οι οποίες καθορίζουν –οι περισσότερες σημαντικά– τις τύχες των ανθρώπων. GATT, NAFTA, ΠΟΕ αλλά και ΕΟΚ, ΕΕ, ΚΑΠ αποτελούν ένα μικρό δείγμα τέτοιων προσπαθειών από τους ισχυρούς που διαμορφώνουν το πλαίσιο και τους κανόνες του παιχνιδιού. Συμφωνίες που, όπως δείχνουν οι στατιστικές, μεγάλωσαν το χάσμα και την ανισορροπία μεταξύ ισχυρών και αδυνάμων σε πολλαπλό επίπεδο, είτε διακρατικά και ενδοεπιχειρηματικά είτε μεταξύ των ανθρώπων. Να επισημανθεί, σε αυτό το σημείο, ότι οι διαπραγματεύσεις για την συμφωνία μεταξύ των επιτετραμμένων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Κονγκρέσσου ξεκίνησαν στα μέσα του 2013, υπό καθεστώς απόλυτης μυστικότητας. Ενημέρωση ουσιαστικά δεν υπήρξε για τους ευρωβουλευτές ή τους αρμόδιους υπουργούς των κρατών-μελών, αντίθετα, οι μεγάλες εταιρείες είχαν από την πρώτη στιγμή άμεση και υπεύθυνη ενημέρωση, καθώς οι διαπραγματεύσεις δεν προχωρούν αν δεν ζητηθεί η δική τους γνώμη για κάθε θέμα ξεχωριστά.

Στην παρούσα χρονική στιγμή, οι οικονομικοί αναλυτές εμφανίζουν τις τρέχουσες συζητήσεις κυρίως ανάμεσα σε ΗΠΑ, ΕΕ, Καναδά και Ιαπωνία, ως την προσπάθεια να παρακάμψουν και να φρενάρουν την ισχυροποίηση της Κίνας. Δεν γνωρίζουμε εάν αυτός είναι ο πραγματικός τους στόχος ή εμφανίζουν μια κατασκευή για να κάμψουν τις αντιστάσεις, αλλά όπως και να ’χει οι πολυπόθητες συμφωνίες είναι κάτι πολύ παραπάνω από εμπορικές. Μετασχηματίζουν την σύγχρονη λειτουργία του κράτους, όπως αυτή δρούσε μέχρι σήμερα. Για παράδειγμα, στη συμφωνία της TPP (που έχει δει το φως της δημοσιότητας, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες) δίνεται η εξουσία στις πολυεθνικές εταιρείες έναντι των κρατών. Αν, λόγου χάρη, μια κυβέρνηση πάρει μέτρα τα οποία θίγουν τα συμφέροντα μιας πολυεθνικής που δραστηριοποιείται στη χώρα, τότε η εταιρεία έχει δικαίωμα να σύρει το κράτος σε διεθνή δικαστήρια, πετυχαίνοντας είτε αναίρεση της απόφασης είτε αποζημιώσεις. Το ίδιο θα ισχύσει και στην περίπτωση που μια εταιρεία προκαλέσει περιβαλλοντική καταστροφή. Οι κυβερνήσεις δεν θα έχουν το δικαίωμα να παύσουν την λειτουργία της πολυεθνικής, ενώ παρόμοιο περιεχόμενο αναμένεται και στην ΤΤIP και CETA. Σύμφωνα με τη Greenpeace, σε ό,τι αφορά τον μηχανισμό επίλυσης διαφορών μεταξύ επενδυτή και κράτους (ISDS), «διαιτητικά δικαστήρια θα δίνουν τη δυνατότητα στις εταιρίες να ασκούν αγωγές δισεκατομμυρίων ευρώ ως αποζημίωση, όταν κρίνουν ότι τα κράτη παραβιάζουν τους κανόνες της TTIP». Η μέχρι τώρα κρατική διαχείριση υποθέσεων που αφορούσαν περιβαλλοντικές υποθέσεις ή εταιρικές παρανομίες, έστω και θεωρητικά άφηνε ένα παράθυρο εναρμόνισης με διεθνείς συμβάσεις προστασίας του περιβάλλοντος και της υγείας των όντων. Αυτές τώρα υποβαθμίζονται ως προς την ισχύ τους και μπαίνουν σε επαναδιαπραγμάτευση της χρήσης και επίκλησης τους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κυριαρχία αποφασίζει στην συγκεκριμένη χρονική στιγμή να μεταβιβάσει εξουσίες και αρμοδιότητες σε φορείς, που η ίδια έχει δημιουργήσει για να εκτελέσουν τις αποφάσεις και επιταγές της.

Κάποιος θα μπορούσε κάλλιστα να ισχυριστεί ότι και σήμερα, οι πραγματικοί εξουσιαστές είναι οι ισχυροί τραπεζίτες και οι πολυεθνικές κολοσσοί, που έχουν τους διαχειριστές των υποθέσεων τους μέσα στα κοινοβούλια εθνικά ή υπερεθνικά και στις διεθνείς επιτροπές. Πράγματι έτσι είναι, όπως και το γεγονός ότι η δημιουργία των εθνών-κρατών, εκτός όλων των άλλων, αποτελούσαν και πόθο των εμπόρων για να δημιουργήσουν ευρύτερες αγορές για τα προϊόντα τους.

Έτσι, από την εθνική, στην υπερεθνική και την παγκοσμιοποιημένη αγορά, με κυρίαρχο σύνθημα το «ελεύθερο εμπόριο», διαμορφώνεται ακόμη μια επιπλέον κατάσταση που τη διαφοροποιεί από τις προηγούμενες στο εξής: δεν μπορεί κάποιο κράτος να αρνηθεί για παράδειγμα στην κάθε Monsanto να διακινεί προϊόντα της μέσα στην επικράτεια του, αφού η ΕΕ θα έχει συνάψει ευρύτερη και γενικότερη διατλαντική συμφωνία. Και σε αυτό το σημείο διαπιστώνουμε, ότι το κυρίαρχο σύστημα βρήκε τον τρόπο να παρακάμψει τις αποφάσεις των εθνικών κρατών. Οπότε και οι εγχώριοι διαχειριστές θα νίπτουν τα χείρας τους και οι πολυεθνικές δεν θα χρειάζονται να «πείθουν» κάθε κράτος ξεχωριστά. Η κατάργηση των ευρωπαϊκών κανονισμών για την ασφάλεια των τροφίμων αποτελεί προτεραιότητα των αμερικάνικων επιχειρηματικών λόμπι στις διαπραγματεύσεις για το TTIP, μιας και η αμερικάνικη νομοθεσία δεν είναι τόσο αυστηρή όσο η ευρωπαϊκή, ως προς τα πρότυπα που ακολουθούνται. Από την πρώτη στιγμή, η κυβέρνηση των ΗΠΑ δήλωσε ρητά ότι θα χρησιμοποιήσει τις διαπραγματεύσεις του TTIP για να βάλει στο στόχαστρο τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς που θέτουν φραγμούς στις αμερικανικές εξαγωγές τροφίμων και ειδικά τους κανονισμούς για την ασφάλεια των τροφίμων. Περίπου το 70% όλων των μεταποιημένων τροφίμων που πωλούνται στα αμερικανικά σουπερμάρκετ περιέχουν πλέον γενετικά τροποποιημένα συστατικά, εν αντιθέσει με την ευρωπαϊκή αγορά που όσα έχουν κάποιο γενετικά τροποποιημένο συστατικό πρέπει να φέρουν σαφές διακριτικό σήμα. Πάνω από το 90% του βοδινού κρέατος στις ΗΠΑ παράγεται με τη χρήση βόειων αυξητικών ορμονών, οι οποίες έχουν συνδεθεί με διάφορα είδη καρκίνων στον άνθρωπο, παρ’ ότι οι περιορισμοί της ΕΕ στην εισαγωγή τέτοιου κρέατος υπάρχουν από το 1988.

Επί πρόσθετα, στις ΗΠΑ οι παραγωγοί κοτόπουλου και γαλοπούλας απολυμαίνουν με χλώριο τα πουλερικά προτού τα πωλήσουν στους καταναλωτές –μια πρακτική απαγορευμένη τυπικά από το 1997 στην ΕΕ. Και πάλι, η κυβέρνηση των ΗΠΑ εναντιώθηκε σε αυτή την απαγόρευση μέσω του ΠΟΕ και οι αμερικανικές εταιρείες ζητούν τώρα την άρση της μέσω του TTIP. Η παράθεση αυτών των παραδειγμάτων δεν γίνεται, ασφαλώς, στη βάση της ανάδειξης μιας ποιοτικά διαφοροποιημένης στάσης της ΕΕ σε σχέση με τις ΗΠΑ, –άλλωστε ουκ ολίγα είναι τα διατροφικά σκάνδαλα που έχουν πλήξει και πλήττουν την ευρωπαϊκή αγορά– αλλά για την αποτύπωση μιας κατάστασης που υπάρχει και την οποία οι ΗΠΑ όχι μόνο εφαρμόζουν στο εσωτερικό τους εδώ και δεκαετίες κανονισμούς που επιτρέπουν να κυκλοφορούν σκουπιδοτροφές, αλλά προσπαθούν, επί πλέον, να κάνουν «εξαγωγή» αυτών των κανονισμών. Έτσι, οι αδύναμοι οικονομικά τρέφονται με σκουπιδοτροφές και οι μεσαίοι και άνω με βιολογικά. Παρόμοια τακτική ακολουθείται και σε ζητήματα περιβάλλοντος, φυτοφαρμάκων και χημικών σκευασμάτων. Για παράδειγμα, υπάρχουν πολλά φυτοφάρμακα που χρησιμοποιούνται στις ΗΠΑ, αλλά απαγορεύονται στην ΕΕ. Το 2012 εντοπίστηκαν μεγάλες ποσότητες καλαμποκιού που είχαν μολυνθεί με τη δηλητηριώδη ουσία αφλατοξίνη Β1. Αυτές θα έπρεπε κανονικά να εξουδετερωθούν στην Ευρώπη, αλλά στην προκειμένη περίπτωση μεταφέρθηκαν ως τροφή στις ΗΠΑ.

Όμως, ποιό είναι το τυράκι σε αυτές τις διαπραγματεύσεις; Η κατάργηση των δασμών στα προϊόντα που διακινούνται μεταξύ των χωρών αυτών. Αυτό, όμως, ήδη γίνεται για πάρα πολλές χώρες από πολύ παλιά. Γιατί χρειάζονταν μυστικές συζητήσεις, για μια τέτοια απόφαση; Ορισμένοι επισημαίνουν ότι οι ΗΠΑ, θέλοντας να ξεπεράσουν το σκόπελο των αναδυόμενων σημαντικών παικτών όπως Κίνα, Ρωσία, Ινδία, Βραζιλία που συναποφασίζουν στα πλαίσια του ΠΟΕ, αποφάσισαν να προβούν σε νέους μηχανισμούς εμπορικής διαχείρισης, όπως τα TTP, CETA κλπ. Να τονιστεί ότι η (πρώην ΕΟΚ και νυν) ΕΕ έχει θεσμοθετήσει το Γενικό Σύστημα Προτιμήσεων (Generalised System of Preferences-GSP), από το 1971, το οποίο στην ουσία αποτελεί μια μονομερή, από την πλευρά της ΕΕ, προτιμησιακή πρόσβαση (με μειωμένους ή μηδενικούς δασμούς) στην αγορά της για μια σειρά προϊόντων προερχόμενων από τις αναπτυσσόμενες χώρες. Επίσης, το Μάρτιο του 2001, η ΕΕ εγκαινίασε την πρωτοβουλία «Όλα εκτός από όπλα» με την οποία άνοιξε την αγορά της για όλα τα αγαθά (εκτός από όπλα) προερχόμενα από 49 «λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες», τα οποία εισάγονται χωρίς κανέναν φόρο πλέον στις χώρες της ΕΕ. Η απελευθέρωση του εμπορίου και η μείωση του προστατευτισμού έχει ήδη επιτευχθεί από την πλευρά της ΕΕ σε μεγάλο βαθμό, καθώς η πλειοψηφία των εισαγωγών της είτε είναι αφορολόγητες είτε υποβάλλονται σε μειωμένους δασμούς, με το καθεστώς του Γενικού Συστήματος Προτιμήσεων (GSP). Συνεπώς η TTIP είναι για την ΕΕ κάτι πολύ διαφοροποιημένο από μια διατλαντική μη δασμολογική συμφωνία.

Ας δούμε, όμως, ποιες είναι οι συνέπειες μιας άλλης μεγάλης συμφωνίας, για την περίοδο που υπογράφηκε, της ΝAFTA, μεταξύ ΗΠΑ-Καναδά-Μεξικό. Τότε, οι υποστηρικτές της, θιασώτες του «ελεύθερου εμπορίου» μιλούσαν για μια συμφωνία που θα οδηγούσε στην άνοδο του εμπορίου, την τόνωση της ανάπτυξης, τη δημιουργία χιλιάδων θέσεων εργασίας και τη μείωση της παράνομης μετανάστευσης. Ο αμερικάνικος τύπος εξέφραζε το θαυμασμό του για μια «σειρά νέων ευκαιριών και οφελών, που προσφέρει η NAFTA», «με την ιδέα της ωφέλειας για τους καταναλωτές από τη μείωση των τιμών σε ένα ευρύ φάσμα προϊόντων», και «τη δημιουργία πολύ περισσότερων θέσεων εργασίας απ’ αυτές που θα καταστρέψει». Μέχρι τότε, οι εμπορικές συμφωνίες είχαν ως αντικείμενο τη μείωση των τελωνειακών εμποδίων (φόροι, δασμοί) και την αύξηση των ποσοστώσεων εισαγωγής. Με τη NAFTA, όμως, άλλαζαν τα δεδομένα, τερματιζόταν κάθε εμπόδιο στην «ελεύθερη» διακίνηση των εμπορευμάτων, ενώ σχηματιζόταν ένα πλαίσιο που έδινε τη δυνατότητα να παρακάμπτονται οι εθνικές πολιτικές σχετικά με τις αμοιβές, την ασφάλιση και τα εργασιακά δικαιώματα. Η απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων, εμπορευμάτων, εργατικού δυναμικού και υπηρεσιών, είχε ως συνέπεια την μαζική μετεγκατάσταση βιομηχανιών στο Μεξικό, όπου έβρισκαν φθηνότερα εργατικά χέρια, αμερικάνικες και καναδικές εταιρίες. Ιδιαίτερα μεγάλος ήταν ο αριθμός των βιομηχανιών παραγωγής τροφίμων που εγκατέλειψαν τις ΗΠΑ και εγκαταστάθηκαν στο Μεξικό, όχι μόνο για λόγους εργατικού κόστους, αλλά και εξαιτίας των μειωμένων προδιαγραφών ασφαλείας των προϊόντων που ίσχυαν στο Μεξικό σε σχέση με τις ΗΠΑ. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1994 μόνο μια μεξικάνικη εταιρία παραγωγής βοείου κρέατος είχε δικαίωμα εξαγωγής στις ΗΠΑ. Είκοσι χρόνια μετά οι εισαγωγές βοείου κρέατος στις ΗΠΑ, από το Μεξικό και το Καναδά, αυξήθηκαν κατακόρυφα, ωθώντας στη χρεοκοπία χιλιάδες μικρομεσαίους αμερικανούς κτηνοτρόφους.

TTIP2Παρατηρείται, λοιπόν, ότι οι ΗΠΑ έχουν την εμπειρία μιας παρόμοιας συμφωνίας με την ΤΤΙP, όπου εκμεταλλεύτηκαν τις χαμηλές προδιαγραφές ασφαλείας για τα τρόφιμα που διέθετε το Μεξικό και τώρα διαθέτουν οι ίδιες. Τότε ωφελούνταν από την εισαγωγή, τώρα από την εξαγωγή χαμηλής στάθμης προδιαγραφών. Μετασχηματίστηκε και προσπαθεί να προωθήσει αυτόν τον μετασχηματισμό παγκόσμια. Βεβαίως δεν ήταν μόνον οι αμερικανοί εργαζόμενοι που υπέστησαν τις καταστροφικές συνέπειες από τη NAFTA. Η «απελευθέρωση» των εξαγωγών είχε ως συνέπεια να πλημμυρίσει το Μεξικό από φθηνό αμερικάνικο καλαμπόκι, που αποτελεί τη βάση της διατροφής του πληθυσμού και οδήγησε σε αποσταθεροποίηση της αγροτικής οικονομίας της χώρας. Εκατομμύρια αγρότες υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις καλλιέργειες τους για να γίνουν εργάτες γης με πολύ μικρότερο εισόδημα ή να αναζητήσουν την «τύχη» τους, στις ΗΠΑ.

Αυτές οι παρεμβάσεις στις τοπικές οικονομίες ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για τις επισιτιστικές κρίσεις που ξεσπούν κατά διαστήματα σε διάφορες περιοχές του πλανήτη. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1997 η Ινδία αναγκάστηκε από την Παγκόσμια Τράπεζα και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου να σταματήσει μια σειρά από εσωτερικά επισιτιστικά της προγράμματα, για λόγους «προστασίας του ανταγωνισμού» και την εξάπλωση της «ελεύθερης αγοράς». Ο σκληρός πυρήνας της έννοιας της ανάπτυξης έχει να κάνει πάντα με το δυτικό σύστημα αξιών και τη διαμόρφωση ενός παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού που οι θεσμοί διακυβέρνησής του οδηγούν νομοτελειακά σε γιγαντιαία κέντρα εξουσίας.

Σε ένα, λοιπόν, οικονομικά και πολιτικά επίσης, παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, που οι οικονομικές συμφωνίες μεταξύ των κρατών τοποθετούνται στο πλαίσιο του «ελεύθερου εμπορίου», είναι δεδομένη η διαρκής ισχυροποίηση των μεγάλων εταιριών και η φτωχοποίηση ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού ανθρώπων. Βρισκόμαστε στη φάση την οικονομικής ομογενοποίησης και οι ήδη εφαρμοσμένες διεθνείς εμπορικές συμφωνίες έχουν δείξει τα αποτελέσματα. Η NAFTA, μετά από είκοσι χρόνια εφαρμογής, εξάγει ασφαλή συμπεράσματα και για τις υπόλοιπες διαφαινόμενες συμφωνίες. Όσο τα αδύναμα κράτη συμμετέχουν σε συμφωνίες «ελεύθερου εμπορίου» τόσο τα εμπορικά ελλείμματα αυξάνονται με ταυτόχρονη αύξηση της εξάρτησης από τους δανειστές και ισχυρούς. Η μη χρήση απόλυτων ή συγκριτικών παραγωγικών πλεονεκτημάτων οδηγεί σε αδιέξοδα, αφού η ακολουθία «δυτικών» και σύγχρονων καταναλωτικών προτύπων και μοντέλων επ’ ουδενί ευνοούν χώρες που δεν είναι έντονα βιομηχανοποιημένες σε πολλαπλά επίπεδα. Η δημιουργία αυτού του φαύλου κύκλου, με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί στην εξαθλίωση, αφού επιβάλλεται η απόκτηση και η χρήση αγαθών, ξένων στη μέχρι τότε καταναλωτικά δομημένη κατάσταση. Εάν για παράδειγμα, σε μια αγροτική κοινωνία σε σύντομο χρονικό διάστημα γίνει μετασχηματισμός των κοινωνικών προτύπων στη βάση των επιταγών των κυρίαρχων, που σημαίνει αγορά και κατανάλωση προϊόντων που κατασκευάζονται από τους ισχυρούς, είναι δεδομένο το διαρκές εμπορικό έλλειμμα.

Αυτή η φαυλότητα δεν λύνεται με τίποτα λιγότερο από τη καταστροφή του κράτους και κάθε τι εξουσιαστικού. Μια καταστροφή που δεν θα γίνει από μόνη της, αλλά και που ταυτόχρονα θα δημιουργήσει λιτές και απλές διατροφικές και ενεργειακές συνήθειες, όσες και οι ανάγκες που έχουμε ως είδος.

Όσο, όμως, ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπων είναι ποτισμένος με την κυρίαρχη ιδεολογία, τόσο ο δρόμος που χρειάζεται να διανυθεί είναι μακρύς και ανηφορικός… Είναι ανηφορικός γιατί θα χρειαστεί να γίνει κατανοητό και το ότι η φτωχοποίηση δεν μετράται μόνο με χρηματικές μονάδες που χάθηκαν, αλλά και με την ποιότητα αγαθών και αξιών που χάνονται και που οδηγούν το ανθρώπινο είδος από sapiens σε zombiens…

Αναρχικός Πυρήνας Χαλκίδας

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 154, Νοέμβριος 2015
Advertisements
Both comments and trackbacks are currently closed.