Οι μάρτυρες του Τόκυο

Αυτό είναι ένα σύντομο άρθρο που γράφτηκε το 1930 για τον γαλλικό Τύπο από τον κινέζο αναρχικό Li Pei-Kan (γνωστό ως Ba Jin στους αγγλόφωνους πληθυσμούς) εξιστορεί με πάθος την δεξιά τρομοκρατική εκστρατεία κατά των αναρχικών, κομμουνιστών, σοσιαλιστών και Κορεατών που ζούσαν στην Ιαπωνία, στον απόηχο του μεγάλου σεισμού του 1923 και την μετέπειτα αντίδραση ορισμένων αναρχικών που προσπάθησαν να εκδικηθούν τις δολοφονίες των συντρόφων τους.

Wada-Kyûtarô-και-Daijiro-Furuta

Ο Wada Kyûtarô και Daijiro Furuta στο εδώλιο

Στις 20 του Φεβρουαρίου 1928, ο ιάπωνας σύντροφος Wada Kyutaro πέθανε στη φυλακή Akita, στο πιο κρύο τμήμα της βόρειας Ιαπωνίας. Η είδηση του θανάτου του ήταν ένα σκληρό χτύπημα για μένα. Εδώ και καιρό έχω γράψει άρθρα για τον κινεζικό Τύπο σχετικά με τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταδίκη του Wada και το μαρτύριο του Furuta Daijiro. Το όνομα του Wada είναι καινούργιο για τους ευρωπαίους. Αλλά η ανάμνησή του θα διαρκέσει πολύ στις καρδιές των Ιαπώνων εργαζομένων, όπως και του Furuta και τόσων άλλων μαρτύρων, για τους οποίους θα πούμε πως, λόγω του ότι θα τους μνημονεύουν, δεν είναι νεκροί. Οι ζωές τους, οι αγώνες τους, τα μαρτύρια τους, αντιπροσωπεύουν μια τραγωδία που μόνο η πένα του Σαίξπηρ θα μπορούσε να απεικονίσει με την αξιοπρέπεια που τους αξίζει. Θα παραθέσω μια περίληψη της υπόθεσης αυτής, με αίμα και δάκρυα, έτσι ώστε οι ευρωπαίοι να μάθουν ότι στις χώρες της μυστηριώδους Ανατολής, υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι που πέθαναν και πεθαίνουν για τον θρίαμβο της Αναρχίας.

Η σφαγή

Την 1η Σεπτεμβρίου του 1923, η Ιαπωνία χτυπήθηκε με μία σειρά από τρομερούς σεισμούς. Στο Τόκυο, πυρκαγιές ξέσπασαν ταυτόχρονα σε όλη την πόλη. Η συγκλονιστική ατυχία που είχε τόσο βαριά τραυματίσει τη χώρα ενέπνευσε την κυβέρνηση να το χρησιμοποιήσει ως πρόσχημα για να συντρίψει τα ανατρεπτικά κινήματα, από την κορεατική αντιπολίτευση ως τους αναρχικούς. Την επομένη της φοβερής καταστροφής, ξέσπασαν φήμες, μεταξύ των επιζώντων προσφύγων της τρομοκρατημένης αστικής τάξης, ότι «οι σοσιαλιστές και οι Κορεάτες πετούσαν βόμβες», «έκαιγαν σπίτια», «δηλητηρίαζαν πηγάδια και προμήθειες». Αυτές οι φήμες βρήκαν γόνιμο έδαφος: η αναστατωμένη αστική τάξη έλαβε αμυντικά μέτρα στις γειτονιές της. Άμεσα κινητοποιήθηκαν παραστρατιωτικές οργανώσεις, όπως η «Νέα Κοινωνία» και ο «Σύλλογος των Πρώην Στρατιωτών». Όλα τα μέλη αυτών των αποσπασμάτων φορούσαν λευκή στολή και ήταν οπλισμένοι με μακριά σπαθιά, πιστόλια και λόγχες από μπαμπού. Οι στόχοι τους ήταν οι Κορεάτες, οι σοσιαλιστές και οι ελευθεριακοί.

Η πρώτη νίκη της ορδής ήταν η καταστροφή των σπιτιών πολλών επαναστατών και η σύλληψη και τα βασανιστήρια που ακολούθησαν, ενός μεγάλου αριθμού συντρόφων. Στις 3 Σεπτεμβρίου, ο σύντροφος Hirasana, 37 ετών, γραμματέας του σωματείου εργαζομένων «Yun Rodo Kumiai», συνελήφθη, μαζί με άλλους δέκα συντρόφους. Μεταφέρθηκαν εν κρυπτώ στο αστυνομικό τμήμα Kameido, όπου η αστυνομία τούς δολοφόνησε με ξιφολόγχες. Τα πτώματά τους, στη συνέχεια, τα έκαψαν, μαζί με εκείνα πολλών δεκάδων δολοφονημένων Κορεατών. Οι σύντροφοι πέθαναν φωνάζοντας «Ζήτω το προλεταριάτο!» Σε κάθε αστυνομικό τμήμα χτυπούσαν συντρόφους. Η αστυνομία χρησιμοποίησε συχνά τα πτώματα των θυμάτων της ως σάκκους προς τους άλλους κρατούμενους, για να τους χτυπούν έως ότου λιποθυμήσουν. Κάποιοι υποβλήθηκαν κατ’ επανάληψη σε αυτού του είδους το βασανιστήριο. Ο [R. Takeshi;] βυθίστηκε σε μια καταβόθρα με τα χέρια δεμένα πίσω από την πλάτη του, πριν φυλακιστεί. Στις 16 Σεπτεμβρίου, ο σύντροφος Osugi Sakae, 32 ετών, εκδότης της αναρχικής μηνιαίας έκδοσης Rodo Undo με την σύντροφό του Ito Noe, 29 ετών, γνωστό πρόσωπο στο ιαπωνικό αναρχικό κίνημα και τον Tachibana Munekazu, ένα επτάχρονο αγόρι, ανιψιό του Osugi, απήχθησαν με αυτοκίνητο και μεταφέρθηκαν στην έδρα των ειδικών μονάδων της αστυνομίας, όπου στραγγαλίστηκαν από τον αρχηγό της αστυνομίας Amakasu Masahiko, τον υφιστάμενό του Mori και δύο δεκανείς: τον Kamoshida και τον Houda. Στην συνέχεια, ξεγύμνωσαν τα πτώματα και τα έριξαν σε ένα πηγάδι, ενώ έκαψαν τα καλώδια με τα οποία τα θύματα είχαν στραγγαλιστεί, για να καταστρέψουν όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της δολοφονίας. Στις 20 Σεπτεμβρίου, όμως, το έγκλημα αποκαλύφθηκε και ο Amakasu τελικά συνελήφθη. Οι άλλοι αστυνομικοί αφέθηκαν ελεύθεροι χωρίς να κατηγορηθούν, παρ’ ότι προφανώς θεωρούνται οι δράστες της σφαγής, αλλά η κυβέρνηση ποτέ δεν είπε γιατί αφέθηκαν ελεύθεροι. Φυσικά, η δολοφονία του Osugi προκάλεσε την αγανάκτηση του κόσμου ενάντια στην κυβέρνηση. Αλλά αυτή η αγανάκτηση δεν μπόρεσε να θέσει τέρμα στη γενική σφαγή των Κορεατών και των σοσιαλιστών. Ένας μεγάλος αριθμός των συντρόφων μας χάθηκε μαζί με τον Osugi και αρκετές χιλιάδες αθώων Κορεατών. Ούτε οι Κινέζοι γλύτωσαν.

Μετά τη σφαγή

Η άρχουσα τάξη είχε από καιρό προετοιμαστεί για την σφαγή στο Τόκυο. Ο Wada εξέφρασε αναμφίβολα την αλήθεια στο άρθρο του στην Rodo Undo, τρεις μήνες μετά το θάνατο του Osugi:

«Οι αρχές προσπαθούν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι η δολοφονία του Osugi πρέπει να αποδοθεί στην προσωπική πρωτοβουλία του αρχηγού Amakasu και των συνεργών του. Αυτό είναι ένα χυδαίο ψέμα. Πράγματι, όλοι γνωρίζουν ότι οι μιλιταριστές εδώ και πολλά χρόνια έτρεφαν την επιθυμία να αδράξουν την πρώτη ιδανική ευκαιρία για να κόψουν τον λαιμό όλων των επαναστατών, και ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι διοικητές, στις επιθεωρήσεις των στρατευμάτων, διακήρυτταν ότι: «το κράτος αναμένει να διεξάγει πόλεμο εναντίον των σοσιαλιστών στο εγγύς μέλλον» … με βάση τις προηγούμενες δηλώσεις μπορεί να συναφθεί με περίσσια βεβαιότητα ότι οι μαζικές δολοφονίες δεν ήταν το αποτέλεσμα της προσωπικής πρωτοβουλίας ενός ατόμου, αλλά διεξήχθησαν από την κυβέρνηση, υποκύπτοντας στην επίμονη πίεση του στρατού. Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Amakasu, ο δολοφόνος του Osugi, φαίνεται να αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση από την αστική τάξη. Αργότερα, προσπάθησαν να τον παρουσιάσουν ως έναν ένθερμο πατριώτη, με φλογερό ταμπεραμέντο.»

Ο Amakasu ομολόγησε με αλαζονικό ύφος ότι διέπραξε τις δολοφονίες, λόγω του ειλικρινούς πατριωτισμού του, ωθούμενος από τις προσωπικές του πεποιθήσεις, κάτι που κανείς δεν πίστευε. Ολόκληρη η δίκη ήταν μια φάρσα. Ο Amakasu καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλάκισης, αλλά στις 27 Ιανουαρίου του επόμενου έτους η ποινή του μειώθηκε σε τρία έτη. Αποφυλακίστηκε κρυφά πριν καν ολοκληρώσει ένα έτος από την ποινή του. Ένα ακόμη παράδειγμα της, δυστυχώς, διάσημης αστικής δικαιοσύνης. Αλλά αυτό δεν θα γίνει ανεκτό με σιωπή! Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκαν εκδικητές: φίλοι του που ήταν διατεθειμένοι να εκδικηθούν για το αίμα του αδικοχαμένου συντρόφου τους, αρνούμενοι την «δικαιοσύνη» και υποκινώντας τους ανθρώπους να αντιδράσουν: οι αναρχικοί.

Οι Εκδικητές

Ανάμεσα τους φίλους και τους συντρόφους του Osugi ήταν ο Wada, ο Furuta, ο Muraki, ο Kurachi και ο Aratani, που αποφάσισαν να εκδικηθεί τη δολοφονία του Osugi σκοτώνοντας τον στρατηγό Fukuda, διοικητή των στρατευμάτων που είχαν επιτεθεί στις σοσιαλιστικές ομάδες, και ο οποίος, παρεμπιπτόντως, ήταν και επικεφαλής των στρατευμάτων που πραγματοποίησαν την σφαγή των Κινέζων στη Jinan. Σχεδίασαν την επίθεση σε ένα οίκημα ενός μικρού προαστείου του Τόκυο και καθόρισαν την ημερομηνία της επίθεσης για τις 16 Σεπτεμβρίου, κατά την πρώτη επέτειο της δολοφονίας του Osugi και της οικογένειάς του. Ο Kurachi βρήκε τον δυναμίτη και ο Aratani κατασκεύασε την βόμβα.

Θα περιγράψω εν συντομία τις ζωές αυτών των πέντε συντρόφων: ο Furuta ήταν ένας ατρόμητος αναρχικός αγωνιστής και μόλις 25 ετών. Για αρκετά χρόνια, ήταν ο εκδότης του αναρχικού περιοδικού, The Peasant. Μαζί με άλλους συντρόφους ίδρυσε, στη μεγάλη βιομηχανική πόλη της Οζάκα, την ομάδα «γκιλοτίνα». Έναν χρόνο πριν από τη σύλληψή του είχε προγραμματίσει, με τον σύντροφο Nakahama και άλλα μέλη της ομάδας, να καταστρέψει μια τράπεζα στην Οζάκα. Ο τραπεζίτης σκοτώθηκε στην επίθεση. Ο Nakahama και ο Uchida, οι αδελφοί Kamisaki και πολλά άλλα άτομα συνελήφθησαν και κρατήθηκαν στη φυλακή της Οζάκα. Ο Furuta προερχόταν από μια πλούσια οικογένεια. Ο Wada αντιθέτως, μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια. Σε πολύ μικρή ηλικία έπρεπε να δουλέψει για να επιβιώσει. Ήταν ανθρακωρύχος και μερικές φορές εργάστηκε στο σιδηρόδρομο. Αυτοδίδακτος, ήταν ήδη σοσιαλιστής στα 16. Λίγο αργότερα ανακάλυψε ότι θέλει να αγωνιστεί για την αναρχία. Ήταν ένα εξαιρετικό παράδειγμα στρατευμένου, εμπνευσμένου από έναν απαράμιλλο ενθουσιασμό. Εργάστηκε παράλληλα δίπλα στον Osugi και τους άλλους στο μεγάλο έργο της απελευθέρωσης των εκμεταλλευόμενων. Ήταν αφιερωμένος στην ανάγνωση και έγραψε πολλά ποιήματα. Ο Muraki ήταν ένας βετεράνος αναρχικός και πιο στενός φίλος του Osugi. Ήταν φιλικός, καταδεκτικός και ευγενικός. Πολύ καιρό υπέφερε από μια διαταραχή του πνεύμονα. Ο Kurachi ήταν, όπως ο Wada, γιος μιας φτωχής οικογένειας. Ράφτης στο επάγγελμα, ίδρυσε τη συνδικαλιστική οργάνωση στο εργοστάσιο όπου εργαζόταν. Ο Aratani γεννήθηκε κι αυτός στη φτώχεια. Ήταν εργάτης μετάλλου από τότε που ήταν παιδί και ποτέ δεν πήγε στο σχολείο. Οι εμπειρίες της ζωής του τον οδήγησαν στην αναρχία, γιατί είδε ότι ήταν ο μόνος τρόπος για να καταργήσει την αδικία και την ανομία της σύγχρονης κοινωνίας, της οποίας ήταν ένα από τα θύματα ανάμεσα σε τόσους άλλους.

Η απόπειρα δολοφονίας του Fukuda

Η ημέρα της κρίσης έφτασε. Δεν ήταν η 16η Σεπτεμβρίου, αλλά 1η  Σεπτεμβρίου του 1924 ημέρα κατά την οποία θα ελάμβανε χώρα, σε ένα προάστιο του Τόκιο, μία τελετή προς τιμήν των θυμάτων του μεγάλου σεισμού και όπου ο Fukuda είχε προγραμματιστεί να είναι ο πρώτος ομιλητής. Στις 6 μ.μ. το αυτοκίνητο του στρατηγού έφθασε στον χώρο της τελετής, ο Fukuda βγήκε από το αυτοκίνητο και προχώρησε με τα πόδια προς την αίθουσα συνεδριάσεων. Ένας άνδρας τον ακολούθησε και τον πυροβόλησε μια φορά με ένα περίστροφο, τραυματίζοντάς τον ελαφρά. Προσπάθησε να πυροβολήσει και πάλι, αλλά δεν είχε αρκετό χρόνο, καθώς συνελήφθη από σωματοφύλακες του Fukuda. Ο άνθρωπος που συνελήφθη ήταν ο Wada. Τον οδήγησαν στο αστυνομικό τμήμα, όπου δήλωσε ότι είχε ενεργήσει με δική του πρωτοβουλία, επειδή ήταν πεπεισμένος ότι ο Amakasu δολοφόνησε τον Osugi υπό τις διαταγές του Fukuda και έτσι αποφάσισε να σκοτώσει τον Fukuda για να εκδικηθεί για τον σύντροφό του. Μετά τη σύλληψή του, η αστυνομία έκανε έφοδο στα σπίτια πολλών συντρόφων και τους υπέβαλλε σε μακρές ανακρίσεις. Πέντε ημέρες αργότερα το σπίτι του Fukuda καταστράφηκε από μια βόμβα, αλλά ο Fukuda δεν ήταν στο σπίτι. Ο Furuta και οι σύντροφοί του έβαλαν κι άλλες βόμβες, αλλά, δυστυχώς, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.

Η σύλληψη των Εκδικητών

Τη νύχτα της 13ης Σεπτεμβρίου, η αστυνομία συνέλαβε τον Furuta και τον Muraki στα σπίτια τους, που είχαν περικυκλωθεί από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. Στο σπίτι του Furuta, ένας αστυνομικός χτύπησε την πόρτα ανακοινώνοντας ότι είχε ένα τηλεγράφημα να παραδώσει. Ο Furuta άνοιξε την πόρτα και η αστυνομία τον άρπαξε και εισέβαλε στο σπίτι του. Ο Muraki, από την πλευρά του, επιχείρησε να βάλει φωτιά στο σπίτι του, αλλά δεν είχε αρκετό χρόνο για να το πράξει. Ο Kurachi και ο Aratani είχαν πάει με βόμβες για να απελευθερώσουν τον σύντροφο τους τον Tetsu και άλλους από τη φυλακή. Η αστυνομία, ωστόσο, έχοντας ακούσει τις φήμες που κυκλοφορούσαν, μπόρεσε να τους συλλάβει προτού να μπορέσουν να εκτελέσουν το σχέδιό τους.

Η Δίκη: μια φάρσα

Η δίκη πήρε μόνο μερικές ημέρες, από τις 21 έως τις 23 Ιουλίου, και στις 15 Αυγούστου. Ο Muraki ήταν ήδη νεκρός. Η αιτία θανάτου του ήταν η φυματίωση, αλλά οι άθλιες συνθήκες της φυλακής είχαν επιταχύνει την πρόοδο της νόσου. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε πολεμήσει με αποφασιστικότητα για την αναρχία, παρά τη σοβαρή ασθένεια του. Την τρίτη ημέρα της δίκης, ο εισαγγελέας ζήτησε την ποινή του θανάτου για τον Furuta, τον Wada και τον Kurachi, καθώς και δέκα χρόνια φυλάκιση για τον Aratani. Σε κάποιο σημείο κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Furuta φώναξε: «Αυτή η δίκη είναι μια φάρσα!» Και είχε δίκιο. Ήμουν, κι εγώ επίσης πεπεισμένος ότι ήταν μια φάρσα. Το χειρότερο πράγμα σχετικά με αυτό είναι ότι, πάντα, μόνο όσοι το βιώνουν είναι αυτοί που το καταλαβαίνουν.

Η Καταδίκη

Ο Aratani, ο οποίος είχε βοηθήσει στην παράδοση των εκρηκτικών, καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλάκισης. Την ημέρα της καταδίκης, με το πρόσχημα ότι ο προεδρεύων δικαστής έλαβε ανώνυμες απειλές, συνελήφθησαν διάφοροι σύντροφοι.

Θέλω να πεθάνω

Σχέδιο του Wada Kyûtarô που έγινε στη φυλακή από ένα συγκρατούμενό του

Σχέδιο του Wada Kyûtarô που έγινε στη φυλακή από ένα συγκρατούμενό του

Μόλις ανακοινώθηκαν οι ποινές, ο Furuta και ο Wada δήλωσαν ότι δεν θα ασκήσουν έφεση στις ποινές τους. Ο Wada, δήλωσε: «Θέλω να πεθάνω. Δεν θέλω να εμπνεύσω τη συμπόνια, ή να ζητήσω μια ελαφρύτερη ποινή. Νιώθω τρομερή θλίψη να μην μοιραστώ την τύχη του Furuta.» Σκεφτόταν, χωρίς αμφιβολία, τα λόγια του μάρτυρα του Σικάγο, Neebe, λέγοντας στους δικαστές του: «Νομίζω ότι είναι πιο έντιμο να πεθάνω από αιφνίδιο θάνατο από το να αργοπεθαίνω.» Στις 4 Αυγούστου, ο Wada έγραψε την τελευταία διαθήκη του, στην οποία ανέφερε: «Αν καταδικαστώ σε θάνατο και εκτελεστώ, ρίξτε τις στάχτες μου ως λίπασμα σε κάποιο λιβάδι με λουλούδια, και ως τελετή κηδείας, κάντε ένα πικνίκ.» Στις 14 Σεπτεμβρίου, ο Furuta έγραψε τα εξής στους συντρόφους του: «Ο δικηγόρος Fuse Tatsuji με ενημέρωσε ότι δεν αποδοκιμάζετε τη στάση μας, επειδή συμφωνείτε με την απόφασή μας να μην ασκήσουμε έφεση κατά της ποινής. Αυτό μας έδωσε μεγάλη χαρά και γι ’αυτό είμαστε απείρως ευγνώμονες.»

Στις 20 Σεπτεμβρίου, ο Wada μεταφέρθηκε σε φυλακή στην Ακίτα, για να εκτίσει την ποινή των ισοβίων. Οι σύντροφοι Furukana και Ikeda καταδικάστηκαν σε έξι μήνες φυλάκιση επειδή απείλησαν τον πρόεδρο στη δίκη και τον στρατηγό Fukuda. Ο Furuta ήταν ήρεμος μέχρι την τελευταία στιγμή. Πέθανε στις 15 Οκτωβρίου στο ικρίωμα στην Ichigaya. Εκείνο το βράδυ, ο αδελφός του και μερικοί από τους συντρόφους του, ήρθαν για να πάρουν το σώμα του Furuta. Ένας από αυτούς έγραψε: «Ήταν σκοτάδι, όταν μπήκαμε στην φυλακή. Ο φύλακας πήγε μπροστά μας με ένα φανάρι και τον ακολουθήσαμε για πολύ κατά μήκος του παλιού τείχους. Στην αίθουσα επισκεπτών είδαμε τον Furuta μας, να χαμογελά, αλλά το σώμα του ήταν κρύο. Μπορούσαμε να δούμε το σημάδι του σχοινιού στο λαιμό του. Λίγο αργότερα φέραμε το φέρετρο. Όπως βάζαμε το άκαμπτο πτώμα του στο φέρετρο, το κεφάλι του κρεμόταν κάτω. Φαινόταν σαν να κοιμόταν. Σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα του, πήγαν το φέρετρο στον τόπο που είχε αγαπήσει περισσότερο στη ζωή του: το προάστιο της Lasugawa (στο Τόκυο), στο σπίτι του δικηγόρου Fuse Tatsuji. Γύρω στις 22:00 κάποιοι σύντροφοι συγκεντρώθηκαν γύρω από το φέρετρο του και διάβασαν την τελευταία του επιστολή: «Αγαπητοί σύντροφοι και συντρόφισσες! Θα πεθάνω. Σας εύχομαι υγεία και δύναμη. 15 Οκτωβρίου 20:25, Furuta Daijiro.» Έγραψε αυτά τα λόγια πέντε λεπτά πριν το θάνατό του. Ανέβηκε στο ικρίωμα κρατώντας μια φωτογραφία του σκύλου και της γάτας του στο ένα χέρι και ένα φύλλο από ένα δέντρο στο άλλο, το οποίο είχε σταλεί σε αυτόν από τον μεγαλύτερο αδελφό του. Ακόμη και στο φέρετρό του, η καρδιά του ανήκε στα όντα και τα πράγματα που αγαπούσε περισσότερο.

Ένας γαλήνιος θάνατος

Ο Furuta ανέμενε τον θάνατό του στη φυλακή στην Ichigaya. «Όλα έρχονται στο τέλος τους. Η συνείδησή μου δεν με ενοχλεί. Είμαι γαλήνιος», είπε, επαναλαμβάνοντας τα λόγια του Fageshi, του διάσημου ιάπωνα σοσιαλιστή μυθιστοριογράφου, στενού φίλου του Furuta: «Σε αυτές τις συνθήκες, παρά τον πόνο και τον θυμό, μπορώ υπομονετικά και ήρεμα να περιμένω το κεντρί του θανάτου». Έτσι πέθανε ένας αναρχικός.

Ο θάνατος του Tetsu

Στις 6 Μαρτίου 1926 η δίκη της ομάδας «γκιλοτίνα» της Οζάκα ολοκληρώθηκε. Ο Tetsu Nakahama (το άλλο του όνομα είναι Tomioka Makoto) καταδικάστηκε σε θάνατο. Ο Momishi και ο Kanaka καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη. Ο Uchida και τρεις άλλοι σύντροφοι σε 15 χρόνια, ο Zamako σε 8, ο Ito και ο Ueno σε 3 χρόνια. Η εκτέλεση του ποιητή Nakahama στην κρεμάλα πραγματοποιήθηκε κρυφά στις 15 Απριλίου στη φυλακή της Οζάκα. Τα έργα του, το «Μαύρο Ψωμί» και το υπέροχο ποίημα, «Πένθος για το νεκρό μου σύντροφο Furuta», το οποίο με συγκίνησε μέχρι δακρύων, καθώς και άλλα ποιήματά του, δεν μπορούν να φθάσουν το βιβλίο του Wada με τίτλο: «Από τη φυλακή».

Η υπόθεση Boku

Πριν από το μαρτύριο του Tetsu, οι σύντροφοι Boku Retsu και Fumi Kaneko καταδικάστηκαν σε θάνατο. Η λεγόμενη «υπόθεση Boku» ήταν η εξής: κάποιο καιρό πριν, ένας αριθμός γενναίων Κορεατών αναρχικών είχαν συλληφθεί ο Boku Retsu, ο Kiu Shau – Kan και άλλοι, μαζί με την γιαπωνέζα σύντροφο Fumi Kaneko και κατηγορήθηκαν ότι συνωμότησαν κατά της ζωής του αυτοκράτορα. Η υπόθεση θα μπορούσε να ονομάζεται «Κορεάτικη Συνωμοσία».

Εκδόθηκαν εντάλματα από την κυβέρνηση που αναζητούσαν ένα πρόσχημα για να παρακινήσουν τον εξαγριωμένο όχλο, τους στρατιώτες και τους αστυνομικούς να τρομοκρατήσουν με τον πιο φρικτό τρόπο που μπορεί να φανταστεί κανείς πολλές χιλιάδες Κορεάτες, Κινέζους και επαναστάτες. Η προπαγάνδα και η υποκίνηση σε γενοκτονία ήταν το έργο πολύ υψηλών κλιμακίων στην κυβέρνηση και τον στρατό κατά τη διάρκεια του μεγάλου σεισμού: «Προσοχή», είπαν, «οι Κορεάτες, οι επαναστάτες και οι Κινέζοι πρόκειται να μας επιτεθούν. Άνδρες: οπλιστείτε! Γυναίκες και παιδιά: Φύγετε!.» Στις 25 Μάρτη 1926, ο Boku και η σύντροφος του Kaneko καταδικάστηκαν σε θάνατο για «συνομωσία με σκοπό τη δολοφονία του Πρίγκιπα.» Η κατηγορία ήταν αναμφίβολα ψευδής. Και οι δύο συμπεριφέρθηκαν με μεγάλη ηρεμία και γαλήνη ενώπιον του δικαστηρίου. Ερωτηθείς για το όνομά του, ο Boku απάντησε: «Δεν έχω όνομα». Όταν τού ζητήθηκε να πει τον τόπο γέννησής του, είπε: «Ο κόσμος!» Όταν ρωτήθηκε από ποιά οικογένεια κατάγεται υποστήριξε: «Από το προλεταριάτο.» Ήξεραν ότι θα καταδικαστούν σε θάνατο και όταν ανακοινώθηκε η καταδίκη τους, χαμογέλασαν, αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν. «Ζήτω η Αναρχία!», φώναξε η Kaneko. Το ακροατήριο ήταν βαθιά συγκινημένο. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια πολλών παρευρισκομένων.

Η κυβέρνηση δεν είχε την τόλμη να τους εκτελέσει και η ποινή τους μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη. Εξέλαβαν αυτή την είδηση σαν να ήταν μια προσβολή. Στις 23 Ιουλίου, την αυγή, η Fumiko Kaneko αυτοκτόνησε στο κελί της, αφήνοντας τα γραπτά της με τίτλο: «Σκέψεις από τη φυλακή.» Ο σύντροφος Kiu Shau-Kan καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλακή.

Εδώ η αφήγηση μου τελειώνει. Τα δάκρυα μου έχουν στεγνώσει. Ο θυμός και η θλίψη είναι βαθιά ριζωμένα στην καρδιά μου, και παρ’ όλο που είμαι νέος και άπειρος στον αγώνα, η συνείδησή μου μού λέει να έχουμε πίστη σε ένα καλύτερο μέλλον. Πιστεύω ακράδαντα ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι που ξέρουν πώς να πεθάνεις για το μεγάλο ιδανικό της Αναρχίας, η Αναρχία θα είναι η ζωντανή ελπίδα της ανθρωπότητας. Οι Ιάπωνες σύντροφοί μας δικαίως λένε: «Πολλοί άνδρες και γυναίκες σύντροφοι έχουν πέσει στον αγώνα: Θα προχωρήσουμε πάνω από τα κορμιά τους, μέχρι τη νίκη! Εμπρός!»

Li Pei-Kan 1930

Μετάφραση-Απόδοση Κ.

Both comments and trackbacks are currently closed.