H ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΡΧΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΓΚΕΜΙΤΖΗΔΕΣ (Μέρος Β΄)

gemidji_ztΈχοντας εξασφαλίσει τα εκρηκτικά, οι Γκεμιτζήδες ρίχνονται με απίστευτη όρεξη στο σκάψιμο της σήραγγας κατορθώνοντας μέσα σε λίγο διάστημα να φτάσουν στα θεμέλια της Οθωμανικής Τράπεζας, όπου στις 28 Φλεβάρη 1903 τοποθετούν έντεκα τενεκέδες με δυναμίτη. Οι τενεκέδες συνδέονται με δύο φυτίλια που καταλήγουν στο υπόγειο του μπακάλικου. Τα φυτίλια κρεμιούνται σε πρόκα στον τοίχο μαζί με 200 γραμμάρια δυναμίτη νόμπελ που έχει την ικανότητα να τα πυροδοτήσει μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Από δω και στο εξής οι Γκεμιτζήδες βρίσκονται συνεχώς κοντά στα φυτίλια κάνοντας βάρδιες στο υπόγειο σε εικοσιτετράωρη βάση, έτσι ώστε να βάλουν αμέσως φωτιά στα εκρηκτικά, σε περίπτωση που ανακαλυφθούν από τις αρχές.

Οι κόποι τόσων χρόνων αρχίζουν να καρποφορούν. Ο ενθουσιασμός κυριαρχεί στους συντρόφους. Όμως έχουν ακόμα να καλύψουν την παρουσία τους ώστε να μην κινήσουν υποψίες. Αρκετοί από τους Γκεμιτζήδες κατάγονται από τα Βελεσσά (σημερινό Τίτο Βέλες). Ο Παναγιώτ εφέντης, ένας Έλληνας που υπηρετεί στην μυστική αστυνομία, είχε παλιότερα βρεθεί στην πόλη και τους γνώριζε. Η ομαδική παρουσία τους στη Θεσσαλονίκη του προξενεί εντύπωση και προσπαθεί να βγάλει κάποια συμπεράσματα. Οι Γκεμιτζήδες, από τη μεριά τους, προσποιούνται τους ξέγνοιαστους νέους, κυκλοφορούν με άνεση στην πόλη και κατορθώνουν να καθησυχάσουν τις όποιες υποψίες γεννιούνται στις αρχές.

Πρέπει ακόμα να οργανώσουν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο δράσης που να περιλαμβάνει κτυπήματα πριν και κατά τη διάρκεια της ανατίναξης της τράπεζας, σε συνδυασμό με ενέργειες αντιπερισπασμού. Τηρούν την υπόσχεση που έχουν δώσει στον Ντέλτσεφ να μην κινηθούν μέχρις ότου παραληφθεί από την ΕΕΜΟ (Εσωτερική Επαναστατική Μακεδονική Οργάνωση) μια μεγάλη ποσότητα όπλων που προέρχεται από τον Ελλαδικό χώρο. Αυτή η ποσότητα είναι απαραίτητη για να υλοποιηθεί η απόφαση του δεύτερου συνεδρίου της οργάνωσης για την ένοπλη εξέγερση της άνοιξης. Στο μεταξύ περιμένουν τον ερχομό του συντρόφου Ντιμιτάρ Μέτσεφ που είχε προσχωρήσει στην ομάδα τον προηγούμενο χρόνο μαζί με τον Γκεόργκι Πέτερ Μπογντάνωφ.

Όμως ο Μέτσεφ καταζητείται γιατί είχε αποπειραθεί να σκοτώσει έναν από τους τσορμπατζήδες (προύχοντες) των Βελεσσών. Οι Γκεμιτζήδες ετοιμάζουν μια ομάδα υποστήριξης, που θα έχει σαν σκοπό να βοηθήσει με δυναμικό τρόπο την υπεράσπιση και διαφυγή του, σε περίπτωση που θα κινδυνεύσει να συλληφθεί.

Ο Μέτσεφ θα έρθει με το τραίνο. Οι Πίγκωφ και Τρούτσκωφ στήνονται στην είσοδο του σταθμού, ώστε σε περίπτωση σύλληψης να ρίξουν από μία βόμβα. Μέσα στη σύγχυση που θα προκληθεί θα μπορέσει να δοθεί η δυνατότητα στον Μέτσεφ να διαφύγει. Οι Σάτεφ και Κίρκωφ περιμένουν λίγο μακρύτερα στο δρόμο που βγαίνει από την πλατεία του σταθμού, έτσι ώστε μόλις περάσει ο Μέτσεφ να ρίξουν τις δικές τους βόμβες δημιουργώντας πανικό και αποκόβοντας την μοναδική διέξοδο προς την πόλη. Μ’ αυτό τον τρόπο θα δώσουν τον απαραίτητο χρόνο στον σύντροφο τους να απομακρυνθεί και να καταφύγει σε ασφαλές μέρος.

Όταν τα τραίνο φτάνει στο σταθμό, επικρατεί μια μεγάλη κινητικότητα και υπάρχει έντονη παρουσία αστυνομικών, ενώ η αποβίβαση καθυστερεί. Αυτό κάνει τους συντρόφους της ομάδας υποστήριξης να ανησυχήσουν. Τελικά, διαπιστώνουν πως η καθυστέρηση οφείλεται στο ότι με το τραίνο μεταφέρεται η σορός του ρώσου προξένου Στσέρμπιν, που έχει σκοτωθεί στη Μητροβίτσα πριν από δυο μέρες και πρόκειται να θαφτεί στην Θεσσαλονίκη. Την πομπή αποτελούν, εκτός από ένα επίσκοπο και οκτώ παπάδες, όλο το προξενικό σώμα, τούρκοι αξιωματούχοι πολλοί στρατιώτες και αστυνομικοί. Μετά την έξοδο της σορού, βγαίνει και ο Μέτσεφ χωρίς να ενοχληθεί από τον οποιονδήποτε.

Οι Γκεμιτζήδες διαπιστώνουν με έκπληξη πως μια μεγάλη ευκαιρία για να δώσουν σημαντικό πλήγμα χάνεται. Τα λόγια του Κίρκωφ είναι χαρακτηριστικά: «Τέτοια ευκαιρία δεν θα έχουμε ξανά. Εάν έπιαναν τον Μέτσεφ, θα το πλήρωναν πολύ ακριβά. Κοίτα τους όλους τους προξένους μαζί, ακριβώς δίπλα μας. Δεν είχαμε παρά να ρίξουμε μια από τις βόμβες που κουβαλάμε και θα έπεφταν σχεδόν οι μισοί!»

Μετά από αυτό το γεγονός ένα άλλο ήρθε να προκαλέσει ανησυχία στους συντρόφους. Στις αρχές του Απρίλη (ο Μέτσεφ έφτασε στις 30 Μάρτη) άρχισαν να γίνονταν έργα στην περιοχή όπου είχε ανοιχτεί η σήραγγα. Αλλά τελικά τα χαντάκια αποχέτευσης που ανοίγονται είναι ρηχά και έτσι αυτή δεν απειλήθηκε με κατάρρευση. Στο διάστημα αυτό αρχίζουν να κυκλοφορούν φήμες για επικείμενες δολιοφθορές σε επιχειρήσεις ευρωπαϊκών συμφερόντων.

Οι αρχές ενισχύουν τη φρουρά της Οθωμανικής τράπεζας.

Η ΕΕΜΟ σε αλλεπάλληλες συσκέψεις των στελεχών της προσδιορίζει την εξέγερση, (που αποφασίστηκε στο 2ο συνέδριο της οργάνωσης), για το καλοκαίρι. Πρόκειται για την εξέγερση του Ίλιντεν που θα γίνει στις 2 Αυγούστου. Παράλληλα οι Γκρούεφ και Ντέλτσεφ έρχονται σε επαφές με τους Μέτσεφ και Ορτσέτο αντίστοιχα προκειμένου να πεισθούν οι Γκεμιτζήδες να αναβάλουν την επιχείρηση για μετά την εξέγερση του καλοκαιριού.

Αλλά οι προσπάθειες δεν καρποφορούν. Οι σύντροφοι είναι αμετάπειστοι. Μετά από τις προσπάθειες πέντε ολόκληρων χρόνων τίποτα δεν μπορεί να τους σταματήσει να ολοκληρώσουν το σχέδιο τους. Αντίθετα ένα απρόσμενο περιστατικό τους αναγκάζει να συντομεύσουν το χρόνο: Στο ξενοδοχείο Κολόμπο που βρίσκεται δίπλα στην Οθωμανική Τράπεζα εμφανίζονται ποντίκια κι ο ιδιοκτήτης ανοίγει τον σωλήνα αποχέτευσης ο οποίος έχει κατεύθυνση προς τη σήραγγα. Ο κίνδυνος καταστροφής της είναι πολύ πιθανός.

Οι Γκεμιτζήδες ολοκληρώνουν το σχέδιο δράσης τους και ετοιμάζονται για την ώρα μηδέν, που είναι το σούρουπο της 27ης Απρίλη. Το ξεκίνημα θα γίνει με την ανατίναξη του γαλλικού εμπορικού πλοίου Γκουανταλκιδίρ, από τον Σάτεφ, καθώς αυτό θα απομακρύνεται από το λιμάνι. Την ίδια στιγμή ο Κίρκωφ θα ανατινάξει τους κεντρικούς αγωγούς φωταερίου και ύδρευσης, ενώ ο Μέτσεφ με τον Τρούτσκωφ θα δυναμιτίσουν τις δεξαμενές φωταερίου προκαλώντας γενική συσκότιση στην πόλη. Ο Ορτσέτο θα ανατινάξει την Τράπεζα, ενώ ο Πίγκωφ θα βάλει φωτιά στο Μποσνάκ Χάνι που βρίσκεται ακριβώς απέναντί της. Ταυτόχρονα οι Κοβάτσεφ και Ενιτζέλι, δύο νεαροί σιδεράδες από το Κιλκίς που έχουν αναλάβει να φτιάξουν 80 βόμβες για τις ανάγκες τις επιχείρησης, θα ρίξουν βόμβες στην είσοδο της τράπεζας για αντιπερισπασμό. Ο Άρσωφ με τον Μπογκντάνωφ αναλαμβάνουν να προκαλέσουν πανικό και σύγχυση σε δημόσιους χώρους της παραλίας που είναι κυρίως καφενεία. Το επόμενο μέρος της επιχείρησης αφορά πράξεις αντιπερισπασμού και πρόκλησης σύγχυσης στις αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις, που θα κινητοποιηθούν, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στους συντρόφους να διαφύγουν.

Ο Τσβέτκωφ δεν θα πάρει μέρος στην επιχείρηση αλλά θα παραμείνει κρυμμένος για τρεις μέρες και στη συνέχεια θα επιχειρήσει να εκτελέσει τον βαλή Χασάν Φεχμί. Όλα είναι έτοιμα από τις 21 Απρίλη.

Οι Γκεμιτζήδες αποφασίζουν να ειδοποιήσουν (στις 25 του μηνός) τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής της ΕΕΜΟ να κρυφτούν για να αποφύγουν αντίποινα, συλλήψεις και δολοφονίες από τις αρχές. Ανάμεσα στους συντρόφους υπάρχει η άποψη, που υποστηρίζεται από τον Ορτσέτο, να εκτελεστεί ο Γκαρβάνωφ σαν καταδότης. Τελικά, αποφασίζουν να μην τον ειδοποιήσουν για το χρόνο που θα γίνει η επιχείρηση, γιατί θεωρείται βέβαιο πως θα βρει τρόπο να ενημερωθούν οι αρχές και να οδηγηθεί η πολύχρονη προσπάθεια σε ματαίωση.

Η Δευτέρα 27 Απρίλη είναι μέρα αγωνίας για τους Γκεμιτζήδες. Το πλοίο όμως δεν φτάνει το πρωί όπως αναμένεται. Πληροφορούνται από την ναυτιλιακή εταιρεία πως το Γκουανταλκιδίρ θα καταπλεύσει το απόγευμα και θα φύγει την Τρίτη το πρωί, 28 του μηνός. Έτσι, αποφασίζουν να αναθεωρήσουν το σχέδιο. Η συντονισμένη ανατίναξη των στόχων παίρνει τη θέση της τμηματικής επιχείρησης. Θα ανατιναχθεί οπωσδήποτε το γαλλικό εμπορικό πλοίο και το βράδυ θα κτυπηθεί η σιδηροδρομική αμαξοστοιχία Αλεξανδρούπολης – Θεσσαλονίκης. Εφ’ όσον όλα πάνε καλά και δεν υπάρξει μεγάλη αντίδραση από τις αρχές, πράγμα που σημαίνει πως δεν θα έχουν στα χέρια τους πληροφορίες για το τι πρόκειται να επακολουθήσει, τότε το βράδυ της Τετάρτης 29 Απρίλη θα μπει σε εφαρμογή το δεύτερο μέρος της επιχείρησης, σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο.

Την Τρίτη το πρωί ο Σάτεφ επιβιβάζεται στο Γκουανταλκιδίρ που πρόκειται να αποπλεύσει για την Ισταμπούλ. Στα απομνημονεύματά του γράφει: «Περνώντας με την άμαξα από την παραλία είδα όλους τους συντρόφους –εκτός από τον Ορτσέτο, που ήταν στην υπόγεια σήραγγα– να κάθονται σ’ ένα καφενείο περιμένοντας να δουν το πλοίο να βυθίζεται ή να καίγεται και να πιουν ένα δυο ποτηράκια ρακί για το Θεός σχωρέσ’ το…»

gemidji_stΣτις 11:20 ακριβώς ο Σάτεφ βάζει φωτιά στο δυναμίτη. Η έκρηξη που ακολουθεί είναι εκκωφαντική. Τα αέρια από 12 κιλά εκρηκτικής ύλης ρίχνουν τον Σάτεφ χάμω χωρίς, ευτυχώς, να τον τραυματίσουν. Ο πλοίαρχος ρίχνει το πλοίο σε ξέρα για να το εμποδίσει να βυθιστεί. Μια σωλήνα ατμού σπάζει στο μηχανοστάσιο. Οι φλόγες απλώνονται με ταχύτητα και παρά τις πολύωρες προσπάθειες, το πλοίο καταστρέφεται τελείως. Οι επιβάτες μεταφέρονται στο λιμάνι και από κει σε ξενοδοχεία. Ανάμεσά τους κι ο Σάτεφ που κλείνει δωμάτιο σ’ ένα ξενοδοχείο μαζί με άλλους δύο ακόμα επιβάτες για να μην προκαλέσει υποψίες. Από τη φωτιά υπάρχουν πέντε ελαφρά τραυματισμένοι, όλοι μέλη του 45μελούς πληρώματος.

Κατά τις 9 το βράδυ της ίδιας μέρας, η αμαξοστοιχία που θα ερχόταν από την Αλεξανδρούπολη περνά πάνω από μικρή ποσότητα εκρηκτικών που έχουν τοποθετήσει στις ράγες λίγη ώρα προηγουμένως οι Μέτσεφ, Άρσωφ και Τρούτσκωφ. Από την έκρηξη παθαίνει μικρές ζημιές η μηχανή και σπάνε τα παράθυρα από τα μπροστινά βαγόνια.

Το πρωί της επόμενη μέρας (Τετάρτη 29 Απρίλη) ο Σάτεφ διαπιστώνει πως είναι δύσκολο να πάρει το διαβατήριό του αφού υπάρχει εντολή των αρχών να παρουσιαστούν όλοι οι επιβάτες στην αστυνομία και μετά να φύγουν. Καταλαβαίνει πλέον πως πρέπει να απομακρυνθεί οπωσδήποτε για να δώσει ευκαιρία στους συντρόφους του να ολοκληρώσουν την επιχείρηση. Αν συλληφθεί είναι σχεδόν βέβαιο πως θα φτάσουν στα ίχνη κάποιων από τους συντρόφους του. Μετά από φασαρία και διάφορες δικαιολογίες, κατορθώνει να πάρει το διαβατήριο και να επιβιβασθεί στο τραίνο με κατεύθυνση τα Σκόπια.

gemidji_eΤο μεσημέρι γίνεται αντιληπτή η απουσία του και αμέσως δίνεται η περιγραφή του με βάση τις μαρτυρίες του πληρώματος ενώ δίνεται εντολή να ελεγχθούν τα δύο τραίνα που έφυγαν το πρωί από την πόλη. Τελικά ο Σάτεφ συλλαμβάνεται στο σταθμό των Σκοπίων, κρατείται μια ώρα και μετά τον επιβιβάζουν στο τραίνο με προορισμό τη Θεσσαλονίκη. Τώρα όμως έχει δοθεί ο απαιτούμενος χρόνος στους υπόλοιπους της ομάδας να προχωρήσουν…

Σ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας οι Γκεμιτζήδες έχουν εξαφανισθεί από την πόλη. Βρίσκονται στις θέσεις που έχουν από προηγούμενα ορίσει. Πρέπει να αποφύγουν κάθε επαφή και κίνηση που θα μπορούσε να οδηγήσει σε τυχαίες συλλήψεις με κίνδυνο να ματαιωθεί η επιχείρηση.

Με το σούρουπο αρχίζει η δράση.

Ο Κίρκωφ γύρω στις οκτώ το βράδυ ανατινάζει τους κεντρικούς αγωγούς φωταερίου και ύδρευσης που περνούν κάτω από μια μικρή γέφυρα που βρίσκεται στην άκρη της πόλης. Το τμήμα της πόλης που φωταγωγείται με αέριο πέφτει στο σκοτάδι ενώ σταματά και η παροχή νερού. Επιστρέφοντας στην πόλη από τη μεριά του Βαρδάρη μπαίνει στην Εγνατία όπου ακούει την μεγάλη έκρηξη από την ανατίναξη της τράπεζας. Φτάνοντας στο πολυτελές ξενοδοχείο Γκραντ Οτέλ ρίχνει ένα δυναμίτη και μετά έναν ακόμη μπροστά στο θέατρο Έντεν.

Οι Μέτσεφ και Τρούτσκωφ γίνονται αντιληπτοί από τους φύλακες της δεξαμενής φωταερίου την οποία σκοπεύουν να ανατινάξουν. Οι φύλακες τους πυροβολούν και οι δύο αναρχικοί ρίχνουν μια βόμβα που καταστρέφει μια μικρή αποθήκη και προκαλεί πυρκαγιά. Στη συνέχεια χωρίζουν και κατευθύνονται στο δωμάτιο που έχουν νοικιάσει, δίπλα στο ξενοδοχείο Σαλονίκ και απέναντι από τη Γερμανική Σχολή. Στη διαδρομή τους βρίσκεται το στρατόπεδο του Τοπ Χανέ προς το οποίο πετούν δυναμίτες. Φτάνουν στο σπίτι μισή ώρα μετά την ανατίναξη της Οθωμανικής Τράπεζας, όπου περικυκλώνονται από στρατιώτες gemidji_aκαι χωροφύλακες. Οι δύο σύντροφοι αποφασίζουν να δώσουν μάχη αφού έχοντας υπ’ όψη του το ενδεχόμενο να αποκλειστούν, έχουν αποθηκεύσει άφθονες βόμβες στο δωμάτιο. Με τις πρώτες βόμβες που πέφτουν σκοτώνονται και τραυματίζονται αρκετοί στρατιώτες και χωροφύλακες. Επικεφαλής του αποσπάσματος είναι ο Χασάν Εφέντης, υπαρχηγός της χωροφυλακής του Βιλαετιού της Θεσσαλονίκης, γνωστός και σαν «μαύρος ταγματάρχης». Βόμβες ρίχνονται και προς την Γερμανική Σχολή. Η μάχη διαρκεί για περισσότερο από δύο ώρες. Πέφτουν περισσότερες από σαράντα βόμβες. Χαρακτηριστικά ο δημοσιογράφος Μουρ καταγράφει τη μαρτυρία της συζύγου ενός αμερικανού ιεραποστόλου που έβλεπε τη μάχη από την αμερικανική ιεραποστολή, που βρίσκεται δίπλα στη Γερμανική Σχολή: «Η αμερικανίδα έβλεπε τους δύο βούλγαρους ν’ ανάβουν τα φυτίλια μέσα στο δωμάτιο να τρέχουν στο μπαλκόνι και να πετούν τις βόμβες στο δρόμο. Προς το τέλος είδε τον ένα να αιμορραγεί από τραύμα στο πρόσωπο και τον άλλο από το στήθος. Σε λίγο έσυραν τα δύο πτώματα στο δρόμο».

Ο Μίλαν Άρσωφ ανάβει μια βόμβα στο κοσμικό καφωδείο Αλάμπρα. Οι θαμώνες σκορπίζουν. Δύο από τα γκαρσόνια προσπαθούν να την απομακρύνουν. Ο ένας σκοτώνεται κι άλλος τραυματίζεται ελαφρά.

Ο Μπογντάνωφ ρίχνει μια βόμβα στο ισόγειο του ξενοδοχείου της Αγγλίας, όπου βρίσκεται το αριστοκρατικό ζυθοπωλείο της Αγγλίας που ανήκε σε έλληνα, τον Διονύσιο Διαλέττη (αποκλειστικό εισαγωγέα γερμανικής μπύρας), προκαλώντας ζημιές. Ας σημειωθεί ότι η ισχυρή οικονομικά μερίδα του ελληνόφωνου πληθυσμού είχε συνταχθεί με τις τουρκικές αρχές στην εφαρμογή κατασταλτικών μέτρων ενάντια στους βούλγαρους της Θεσσαλονίκης από το 1901.

Ο Πίγκωφ βρίσκεται στο Μποσνάκ Χάνι, διαγώνια στην Οθωμανική τράπεζα και με το που σβήνουν τα φώτα πετάει από το παράθυρο του ξενοδοχείου φυσίγγια δυναμίτη στον κήπο της τράπεζας και προς το κτίριο της στοάς Λομβάρδου όπου στεγάζεται η Τράπεζα Μυτιλήνης και το Οθωμανικό Ταχυδρομείο. Πριν απομακρυνθεί προσπαθεί να βάλει φωτιά στο Χάνι αλλά δεν τα καταφέρνει και κατευθύνεται προς το σπίτι των Μέτσεφ και Τρούτσκωφ. Στην πύλη του Τοπ Χανέ τον σταματά η φρουρά. Στην προσπάθειά του να διαφύγει πυροβολείται και σκοτώνεται. Ο πιο παράτολμος από τους Γκεμιτζήδες είναι και ο πρώτος νεκρός της ομάδας στη διάρκεια της επιχείρησης.

Την ίδια στιγμή, οι δύο νεαροί σιδεράδες Κοβάτσεφ και Ενιτζέλι, φτάνουν με άμαξα μπροστά από την τράπεζα, κατεβαίνουν κι αρχίζουν να πετούν βόμβες και δυναμίτες. Σκοτώνεται ο Καβάσης της στοάς Λομβάρδου. Οι βόμβες προς τη φρουρά της Οθωμανικής τράπεζας αφήνουν στον τόπο ένα χωροφύλακα κι ένα στρατιώτη ενώ τραυματίζουν άλλους δυο.

Μετά το σβήσιμο των φώτων, ο Ορτσέτο αφήνει να περάσει λίγη ώρα και μετά ανάβει τα φυτίλια και απομακρύνεται. Οι γκαζοτενεκέδες με τα εκρηκτικά είναι τοποθετημένοι κάτω από τη μεσοτοιχία της Οθωμανικής Τράπεζας με την Γερμανική Λέσχη. Οι τράπεζα και η λέσχη καταστρέφονται εντελώς και το μόνο που απομένει όρθιο είναι ο τοίχος της πρόσοψης της Τράπεζας. Το πολυτελές ξενοδοχείο Κολόμπο τμήμα του οποίου αποτελεί η Γερμανική Λέσχη παθαίνει σοβαρές ζημιές από την κατάρρευση της λέσχης. Η πόρτα της αυλής του ξενοδοχείου πέφτει και σκοτώνει το διευθυντή του γερμανικού προξενείου που προσπαθεί να βγει από τη λέσχη μετά το σβήσιμο των φώτων. Από την κατάρρευση ενός τοίχου του ξενοδοχείου σκοτώνεται επί τόπου ένας Ελβετός έμπορας και τραυματίζονται θανάσιμα δύο ιταλοί, ένας υποδηματοποιός κι ένας πλούσιος εμποροράφτης ενώ από τα ερείπια ανασύρεται το πτώμα του καπνοπώλη της περιοχής.

gemidji_bΟ Φραγκομαχαλάς έχει την εικόνα ολοκληρωτικής καταστροφής.

Όλη τη νύχτα συνεχίζονται οι εκρήξεις οι πυροβολισμοί και τα πογκρόμ των στρατιωτών και των χωροφυλάκων ιδιαίτερα στις περιοχές όπου μένουν βούλγαροι. Πολλοί Βούλγαροι συλλαμβάνονται και ξυλοκοπούνται μέχρι θανάτου. Με το ξημέρωμα της επόμενης μέρας, η πόλη είναι γεμάτη από στρατιώτες και χωροφύλακες. Οργανωμένη έφοδος γίνεται στο Κιλκίς Μαχαλέ κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό. Οι βούλγαροι του συνοικισμού αντιστέκονται. Δύο τούρκοι στρατιώτες σκοτώνονται από έκρηξη βόμβας στη διάρκεια των συγκρούσεων. Οι στρατιώτες πυροβολούν με το παραμικρό τον οποιονδήποτε. Όσοι συλλαμβάνονται οδηγούνται κατά ομάδες στο στρατόπεδο. Κηρύσσεται στρατιωτικός νόμος. Απαγορεύεται η κυκλοφορία μετά τη δύση του ηλίου ενώ το βράδυ θα φτάσουν δύο τάγματα στρατού από τη Σμύρνη με προορισμό την Αλβανία. Με διαταγή του Βαλή θα παραμείνουν στη Θεσσαλονίκη.

Το μεσημέρι της επόμενη μέρας ο Ορτσέτο δίνει την τελευταία του μάχη. Γύρω στις μία και μισή αρχίζει η σύντομη μάχη με το απόσπασμα του ταγματάρχη Χασάν Εφέντη, που περικυκλώνει ο σπίτι (στην οδό Μάλτα Χάνι κοντά στο κατάστημα του Αλατίνι) όπου βρίσκονταν κρυμμένος μαζί μ’ ένα σύντροφό του. Όταν πετά και την τελευταία βόμβα στέκεται ακάλυπτος μπροστά στο παράθυρο και γίνεται ζωντανός στόχος στις σφαίρες των στρατιωτών. Ο σύντροφος του διαφεύγει αλλά καταδιώκεται από τους στρατιώτες και δολοφονείται κοντά στο τζαμί Χαμντί Μπέη, στην Εγνατία.

Στις δυο το μεσημέρι της Πρωτομαγιάς, ο Κίρκωφ επιχειρεί να μπει στο τηλεγραφείο στην οδό Σαμπρί πασά, κάτω από το πρακτορείο Τζων, στον Φραγκομαχαλά, με σκοπό να ρίξει μια βόμβα. Ο Καβάσης τον υποψιάζεται και τον σταματά στην είσοδο. Ο Κίρκωφ κάνει πίσω και προσπαθεί να ανάψει το φυτίλι της βόμβας αλλά ο σκοπός στρατιώτης τον σκοτώνει.

Την ίδια μέρα στις πέντε το απόγευμα, ο Τράϊκο Τσβέτκωφ στήνει καρτέρι έξω από τη βίλα του Βαλή προκειμένου να τον εξοντώσει. Όταν οι στρατιώτες φρουροί τον υποψιάζονται επιχειρεί να απομακρυνθεί αλλά τον πυροβολούν και τον σκοτώνουν. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή ανάβει τη βόμβα και αυτοκτονεί, για να μην πιαστεί. Είναι ο τελευταίος νεκρός από τους Γκεμιτζήδες.

Στις 2 Μάη το απόγευμα συλλαμβάνεται στην παραλία ο Μπογντάνωφ ενώ κουβαλά ένα μικρό κιβώτιο γεμάτο με δυναμίτη. Οι φήμες τον φέρουν να είχε σαν στόχο το ελληνικό προξενείο.

Η βουλγαρική κυβέρνηση και η ΕΕΜΟ αποκηρύσσουν επίσημα το «εν Θεσσαλονίκη κίνημα».

Οι αγριότητες των τούρκικων στρατευμάτων συνεχίζονται τις μέρες που ακολουθούν. Βούλγαροι καταδιώκονται και δολοφονούνται εν ψυχρώ ενώ το πλιάτσικο και οι λεηλασίες έχουν κορυφωθεί. Πολλοί είναι και οι ελληνόφωνοι που δολοφονούνται. Ενώ το ελληνικό κράτος δεν χάνει την ευκαιρία να δείξει την απόλυτη σύμπλευση και συμπαράστασή του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία συλλαμβάνοντας βουλγάρους στην Αθήνα, τα Τρίκαλα, τη Λάρισα και το Βόλο. Φυσικά καμιά ένταση δεν αναπτύσσεται (όπως συνηθίζεται σε άλλες περιπτώσεις) ανάμεσα στα δύο κράτη για τη σφαγή τουλάχιστον 12 ελληνόφωνων της Θεσσαλονίκης. Οι ευρωπαϊκές χώρες συνιστούν ηρεμία και συγκαλύπτουν τις αγριότητες του τουρκικού κράτους, ενώ δεν χάνουν την ευκαιρία να χαρακτηρίσουν τους Γκεμιτζήδες σαν παράφρονες. Είναι επίσης χαρακτηριστικό το ερώτημα που διατυπώνεται: «Δεν ήλθε λοιπόν ο καιρός ίνα η Ευρώπη αφήση την Πύλην ελευθέραν να πατάξη κατακέφαλα την φωλεάν εκείνην των αναρχικών και δολοφόνων της Σόφιας;» (Εμπρός, 31 Μάη 1903). Ενώ ο Σοπώφ, διπλωματικός αντιπρόσωπος της Βουλγαρίας στη Θεσσαλονίκη που καλύπτεται με την ονομασία Γενικός Εμπορικός Πράκτορας, (εφ’ όσον η Βουλγαρία δεν έχει ανακηρυχθεί επίσημα σαν ανεξάρτητο βασίλειο, κάτι που θα γίνει πέντε χρόνια αργότερα), διαδίδει παντού πως οι συλληφθέντες «είναι παράφρονες, σοσιαλιστές και αναρχικοί». Η Ιταλία και η Αυστρία και αργότερα η Γερμανία στέλνουν τον πολεμικό τους στόλο στη Θεσσαλονίκη με προφανή στόχο να θέσουν πόδι στην πόλη εάν το καθεστώς του σουλτάνου βρεθεί σε δύσκολη θέση από μια πιθανή γενίκευση της κατάστασης.

Στις 4 Μάη σκοτώνεται με ενέδρα από τους τούρκους ο Γκεόργκι (Γκότζε) Ντέλτσεφ και οι σύντροφοι του καθώς μπαίνουν στο χωριό Καρυές (Μπανίτσα) των Σερρών. Ο Ντέλτσεφ προδόθηκε από τον Γκαρβάνωφ με αντάλλαγμα την κατοπινή απελευθέρωσή του και με πρόσθετο πολιτικό όφελος την αποδυνάμωση της επαναστατικής πτέρυγας της ΕΕΜΟ.

Τοιχοκολλείται ανακοίνωση σύμφωνα με την οποία «συγκροτείται έκτακτο στρατοδικείο με βάση Αυτοκρατορικό διάταγμα με σκοπό την άμεση τιμωρία των Βουλγάρων κακοποιών, εκείνων που έλαβαν ενεργό μέρος στα εγκλήματα τα διαπραχθέντα με σκοπό της διατάραξη της δημόσια ησυχίας». Συλλήψεις γίνονται και στα Βελεσσά. Περίπου 120 βούλγαροι θεωρούνται πως έχουν άμεση ή έμεση σχέση με τα γεγονότα ή με την κατηγορία της υποστήριξης των Γκεμιτζήδων. Οι συλλήψεις των βουλγάρων φτάνουν τους χίλιους. Για όσους διαπιστώνεται πως δεν έχουν δικαιολογημένη παρουσία στην πόλη γίνονται απελάσεις. Οι δολοφονημένοι θάβονται όλοι μαζί σε κοινούς τάφους. Οι συλληφθέντες υφίστανται φρικτά βασανιστήρια. Ο έμπορος από το Περλεπέ Χρίστος Φουναράς πέφτει στο κενό από τη φυλακή του Κανλί Κουλέ (Ματωμένος Πύργος) –του γνωστού σε όλους μας σήμερα ως Λευκού Πύργου– και σκοτώνεται, προκειμένου να αποφύγει τα βασανιστήρια.

Ύστερα από 14 μέρες (στις 13 Μάη) συλλαμβάνεται ο Μποσνάκωφ στο σπίτι όπου κρυβόταν. Τις προηγούμενες αλλά και τις επόμενες μέρες οι Γκεμιτζήδες ανακρίνονται συνεχώς από το στρατοδικείο. Ο Σάτεφ παραδέχεται ότι ανατίναξε το Γκουανταλκιδίρ αλλά αρνείται την δικαιοδοσία του στρατοδικείου ισχυριζόμενος ότι η ανατίναξη έγινε σε διεθνή ύδατα, γεγονός που κάνει έξαλλους του στρατοδίκες. Το επίσης εξοργιστικό, γι’ αυτούς, είναι ότι αρνείται το πραγματικό του όνομα και την καταγωγή του ακόμα κι όταν οι καθηγητές του (Γκαρβάνωφ, Ρούεφ και Εντέμ Εφέντη) από το βουλγαρικό γυμνάσιο τον αναγνωρίζουν και παρά τις απειλές πως θα φέρουν τον πατέρα του από το Κράτοβο, παραμένει αμετακίνητος στην άρνησή του. Τελικά καταδικάζεται ως Πάβελ Πότσιεφ, με το όνομα δηλαδή που υπήρχε στο πλαστό του διαβατήριο.

Στη 1 Ιούνη ένας από τους φύλακες τραυματίζει σοβαρά με την λόγχη τον Μπογντάνωφ που κρατείται στη φυλακή του Ματωμένου Πύργου.

Σαράντα μέρες μετά τα γεγονότα, στις 6 Ιούνη, στην τελευταία συνεδρίαση του στρατοδικείου με την παρουσία όλης της πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής εξουσίας του Βιλαετιού ανακοινώνεται η απόφαση στους τρεις από τους Γκεμιτζήδες (ο Μπογντάνωφ βρίσκεται στο νοσοκομείο). «Άπαντες οι άνω τέσσερις ένοχοι εγκληματικών πράξεων, αίτινες έτεινον εις την σφαγήν των κατοίκων, εις την καταστροφήν της πόλεως, δια ταύτα κηρύσσονται παμψηφεί ένοχοι των προρρηθέντων εγκλημάτων» (κάθε ομοιότητα με ανάλογες διατυπώσεις και περιστατικά του άμεσου ή και του μακρινού παρελθόντος δεν είναι τυχαία) και καταδικάζονται σε θάνατο. Είναι χαρακτηριστική, επίσης, η δημοσιογραφική «αμεροληψία» που, παρά τα 110 χρόνια από τότε, δείχνει σαν οι χαρακτηρισμοί της εφημερίδας «Φάρος» να γράφτηκαν στις μέρες μας. Να τι γράφει για τη στιγμή της απαγγελίας της κατηγορίας: «Οι τρεις κακούργοι προ του δικαστηρίου  κάτωχροι περιεργάζονται υπούλως τους εν τη αιθούση…»

Οι τέσσερις αναρχικοί οδηγούνται στις φυλακές του Επταπυργίου, πασίγνωστες για τους βασανισμούς κρατουμένων.

Τον Οκτώβρη της ίδιας χρονιάς η Ρωσία και η Αυστρία προτείνουν ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων (πρόγραμμα Muerzteg) για την Μακεδονία το οποίο συνυπογράφουν και η Αγγλία και Γερμανία παρά τις διαμετρικά αντίθετες απόψεις τους για το ζήτημα. Χαρακτηριστική είναι η ανάληψη της αστυνόμευσης της Μακεδονίας από 25 ευρωπαίους αξιωματούχους (Αυστρία, Ρωσία, Αγγλία, Γαλλία και Ιταλία). Γενικός διοικητής της αστυνομίας διορίζεται ο ιταλός στρατηγός Ντε Γκιοργίς.

Μετά τον ερχομό του στην Θεσσαλονίκη (19 Απρίλη 1904) δίνεται με αυτοκρατορικό διάταγμα αμνηστία των πολιτικών κρατούμενων, με εξαίρεση αυτούς «…που με τις πράξεις τους κατέστρεψαν με δυναμίτη γέφυρες και διάφορα δημόσια και πιστωτικά ιδρύματα». Αυτή η φωτογραφική διάταξη εξαίρεσης αφορούσε αποκλειστικά τους τέσσερις αναρχικούς συντρόφους, ένα εξάδελφο του Ορτσέτο, και μερικές ακόμα μικρές ομάδες βουλγάρων.

Την άνοιξη του 1906 ο σουλτάνος με φιρμάνι μετατρέπει τις ποινές 156 καταδικασμένων σε θάνατο, ισόβια. ή πολύχρονα καταναγκαστικά έργα σε εξορία.

gemidji_zhΟι Γκεμιτζήδες μεταφέρονται μαζί με άλλους Βούλγαρους στις φυλακές Μουρτζούκ της επαρχίας Φεζάν στη Σαχάρα. Πρόκειται για μια πορεία θανάτου, σε ένα μέρος που χαρακτηρίζεται ως η Σιβηρία της Αφρικής. Ο Μπογντάνωφ πεθαίνει από ελονοσία στις 14 Φλεβάρη του 1908. Στις 8 Ιούνη της ίδιας χρονιάς πεθαίνει από εξάντληση ο Μίλαν Άρσωφ.

Το Ιούλιο ξεσπά στη Θεσσαλονίκη η επανάσταση των Νεοτούρκων και δίνεται αμνηστία. Στις 30 του μήνα ανακοινώνεται στους εξόριστους η αμνηστία. Δυο βδομάδες αργότερα είναι έτοιμοι να επιστρέψουν. Είναι αποφασισμένοι όμως να πάρουν μαζί τους και τους δύο νεκρούς συντρόφους του. Σκάβοντας στην άμμο με τα χέρια ξεθάβουν τα σώματα τους, που όμως έχουν αρχίσει να αποσυντίθενται. Αναγκάζονται να τους κόψουν τα κεφάλια και την επόμενη μέρα τα βάζουν σε ερμητικά κλεισμένους τενεκέδες αφού πρώτα τα βάζουν σε ιωδοφόρμιο.

Επιστρέφουν στις 18 Οκτώβρη στη Θεσσαλονίκη. Ο Σάτεφ φτάνει στο πατρικό του στο Κράτοβο στις 21 του μήνα. Μερικές μέρες αργότερα παραδίνουν τα κεφάλια των συντρόφων τους Άρσωφ και Μποσνάκωφ στους γονείς τους.

Ο Μποσνάκωφ πεθαίνει το 1915 στη Βουλγαρία.

Ο Πάβελ Σάτεφ επιστρέφει το 1910 στη Θεσσαλονίκη όπου δουλεύει ως καθηγητής στο βουλγαρικό εμπορικό Γυμνάσιο ως το 1913. Τα απομνημονεύματα του σε δύο τόμους αποτελούν σημαντική πηγή πληροφοριών για τη δράση των Γκεμιτζήδων και μια συνταρακτική αφήγηση των όσων προηγήθηκαν και ακολούθησαν των γεγονότων του 1903. Ο Σάτεφ δολοφονήθηκε από το κομμουνιστικό καθεστώς του Τίτο το 1946.

Εκατόν δέκα –και πλέον– χρόνια μετά από τη δράση των Γκεμιτζήδων στη Θεσσαλονίκη κι αυτό το κείμενο θέλει να παραμείνει μια ελάχιστη συνεισφορά στη διατήρηση της μνήμης. Γιατί ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη, της α-λήθειας ενάντια στο ψέμα, την παραχάραξη και την συκοφαντία του κράτους και των εξουσιαστών ήταν και θα παραμένει επίκαιρος και ουσιαστικός όπως και ο αγώνας για την πανανθρώπινη ελευθερία και δικαιοσύνη…

Συσπείρωση Αναρχικών

Πηγές:
Κ. Μοσκώβ, Ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης, εκδ. Καστανιώτη
Γ. Μέγα, Οι «Βαρκάρηδες» της Θεσσαλονίκης, εκδ. Τροχαλία.

Δημοσιεύθηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 18, Οκτώβριος 2003
Both comments and trackbacks are currently closed.