H ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΡΧΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΓΚΕΜΙΤΖΗΔΕΣ (Μέρος Α΄)

Στων Οθωμανών τη μπάνκα
κι άλλη μπόμπα μπήκε χτες,
κι όσες μπάνκες τόσες μπόμπες,
φουκαρά Χαμίτ μην κλαις.

Στις αρχές του εικοστού αιώνα η Θεσσαλονίκη ήταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των κρατών της βαλκανικής αλλά και της ευρύτερης περιοχής. Για την Αυστροουγγαρία, την ενωμένη Γερμανία, τη Ρωσία, Γαλλία, Αγγλία και Ιταλία η περιοχή ήταν ένας συγκοινωνιακός κόμβος που εξασφάλιζε την κίνηση των εμπορευμάτων προς τη Μέση Ανατολή εξυπηρετώντας στην κυριολεξία τον εσωτερικό χώρο της βαλκανικής. Συνάμα, ήταν και το σημείο όπου συναντιόντουσαν και συγκρούονταν τα συμφέροντα των κυρίαρχων.

gemidji_1Την εποχή αυτή, το Μακεδονικό ήταν καίριο ζήτημα για την πολιτική των κρατών μπροστά στην επικείμενη αναδιανομή των εδαφών της περιοχής των Βαλκανίων που βρίσκονταν ακόμα κάτω από την διοίκηση της φθίνουσας Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Το ζήτημα λοιπόν της κατασκευής ενός ανεξάρτητου Μακεδονικού κράτους αποτελούσε το σημείο αναφοράς για την αναδιανομή των χώρων επιρροής των κυρίαρχων. Τελικά, βέβαια, επιλέχτηκε να πάρει τη Θεσσαλονίκη η Ελλάδα, αφού έτσι θα εξυπηρετούνταν καλύτερα η ισορροπία συμφερόντων και δυνάμεων τόσο στην περιοχή όσο και ευρύτερα και φυσικά τα υπόλοιπα τμήματα της περιοχής, που θεωρούνταν ως ενιαίος Μακεδονικός χώρος, να προσαρτηθούν από τη Σερβία και τη Βουλγαρία.

Δεν θα πρέπει, άλλωστε, να ξεχνάμε πως σε περιόδους έντονων μεταβολών στις ζώνες επιρροής και συμφερόντων των κυρίαρχων, η «διεκδίκηση» της περιοχής και η επιβεβαίωση της «ταυτότητας» γίνεται η σημαία και η καραμέλα των κάθε λογής εξουσιαστών προκειμένου να αποπροσανατολίσουν τον κόσμο.

Δεν είναι τυχαίο πως το ζήτημα της «ελληνικότητας» της Μακεδονίας υπήρξε και πάλι το μέσο για την διευθέτηση των σχέσεων και την οριοθέτηση των τομέων επιρροής ανάμεσα στα κράτη της περιοχής, στην τελευταία δεκαετία αυτού του αιώνα. Τελικά, η Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας μπήκε υπό την προστασία των «συμμάχων» (μέσα στην προοπτική της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας) και οι παληκαρισμοί των εγχώριων τορναδόρων της εθνικιστικής υστερίας, απέναντι σε ανύπαρκτους κινδύνους, μετατράπηκαν σε θλιβερά κακαρίσματα αναξιοπαθούντων.

Σε μια περίοδο, λοιπόν, όπου οι κυρίαρχες δυνάμεις και τα υπό σχηματισμό εθνικά κράτη στα Βαλκάνια προσπαθούν να προσαρτήσουν εδαφικές εκτάσεις και να αυξήσουν τον αριθμό των ανθρώπων που θα έχουν κάτω από την εξουσία τους, μια ομάδα ανθρώπων ορθώνεται. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι ηλικίας 17-25 χρόνων και οι πιο πολλοί προέρχονται από φτωχές οικογένειες. Αυτό δεν τους εμποδίζει να συναδελφωθούν με αυτούς που έχουν πιο ευκατάστατους γονείς. Είναι οι Γκεμιτζήδες (το Πλήρωμα ή κατ’ άλλους οι Βαρκάρηδες). Με πάθος για τη λευτεριά βάζουν την δική τους σφραγίδα. Είναι ανεξίτηλη, όσο κι αν δέχεται τα βέλη της συκοφαντίας και της σιωπής, γιατί προέρχεται από το κοινωνικό σώμα και το διατρέχει με μια απερίγραπτη ορμή. Είναι η οργή των ανυπόταχτων που περιφρονεί και πολεμά τα είδωλα και την εξουσία, που δεν αναγνωρίζει θεούς και αφέντες κτυπώντας τα σύμβολα και τις εγκαταστάσεις της ευρωπαϊκής κυριαρχίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

«Ήδη από τον καιρό των γεγονότων του 1902-1903 είχα παρατηρήσει τάσεις που θα καθόριζα περισσότερο αναρχικές παρά εθνικιστικές ανάμεσα στους βούλγαρους επαναστάτες. Το βουλγαρικό κίνημα διευθύνεται από ένα προλεταριάτο διανοουμένων που όσο κι αν μορφώθηκε με τη βοήθεια των ρώσων κατευθύνεται τώρα ενάντια στους πλούσιους τσορμπατζήδες τόσο όσο και ενάντια στους τούρκους», σημειώνει η γαλλική διπλωματία το 1908, πέντε χρόνια μετά από τα γεγονότα.

Στις αρχές του 20ου αιώνα οι επαναστατικές δραστηριότητες βρίσκονται στο προσκήνιο. Μολονότι δεν έλειψαν αυτοί που τολμούσαν να χαρακτηρίσουν τις επαναστατικές πρακτικές σαν τρομοκρατία, και ήταν συνήθως άτομα που βρίσκονταν στον πυρήνα του κρατισμού ή γύρω από αυτόν. Αλλά κι όσες φορές επαναστατημένοι άνθρωποι χρησιμοποιούν τον όρο τρομοκρατία το κάνουν αναφερόμενοι σαφώς στον τρόμο που προκαλούν για τους καταπιεστές κι εκμεταλλευτές, οι πράξεις αντι-βίας των καταπιεσμένων.

Σημαντικός παράγοντας, στην ανάπτυξη των επαναστατικών απόψεων και την οργάνωση ομάδων και δραστηριοτήτων στην περιοχή της Μακεδονίας, είναι το βουλγαρικό γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης, που ιδρύθηκε στα 1880.

Σ’ αυτό το γυμνάσιο είναι που γράφονται το φθινόπωρο του 1894 δυο μαθητές: ο Κωνσταντίν Κίρκωφ, 12 χρόνων και ο Γιορντάν Πόπε Γιορντάνωφ (Ορτσέτο), 13 χρόνων. Είναι φίλοι, και κατάγονται από το σημερινό Τίτο Βέλες (Βελεσσά).

Ένα χρόνο αργότερα δημιουργείται από μαθητές μυστική επαναστατική ομάδα που έχει σχέση με την ΕΕΜΟ (Εσωτερική Επαναστατική Μακεδονική Οργάνωση). Σ’ αυτή την ομάδα εντάσσονται ο Κίρκωφ και ο Γιορντάνωφ.

Η ΕΕΜΟ είναι μια οργάνωση που έχει ιδρυθεί στη Ρέσνα της Βόρειας Μακεδονίας από τους Τατάρτσεφ, Γκρούεφ από το Μοναστήρι και Ντέλτσεφ από το Κιλκίς, με σκοπό: «Την επαναστατική οργάνωση της λαϊκής μάζας ενάντια στο απολυταρχικό καθεστώς του Αμπντούλ Χαμίτ… και την ένωση σ’ ένα σύνολο όλων των δυσαρεστημένων λαών της Μακεδονίας και Θράκης, ανεξάρτητα από εθνικότητα, για να κατακτήσουμε με την επανάσταση την πλήρη αυτονομία γι’ αυτές τις δύο περιοχές».

Ο Γκότζε Ντέλτσεφ είναι εκφραστής επαναστατικών απόψεων που δεν συμπορεύονται με τον βουλγαρικό εθνικισμό του οποίου συγκαλυμμένος εκφραστής είναι ο Τατάρτσεφ, ο Ιβάν Γκαρβάνωφ (φανατισμένος πολέμιος των Γκεμιτζήδων και απροκάλυπτα εκφραστής του βουλγάρικου μεγαλοϊδεατισμού) και πολλοί άλλοι. Είναι χαρακτηριστική η άποψη του Ντέλτσεφ αναφορικά με την εξέγερση που προετοίμαζε η ΕΕΜΟ για την άνοιξη του 1903 (μια εξέγερση που θα οδηγούσε νομοτελειακά σε σφαγές ανθρώπων μιας και η αποτυχία της ήταν σχεδόν σίγουρη, αλλά που από τις σφαγές που θα επακολουθούσαν, θα προέκυπταν πολιτικά οφέλη υπέρ του βουλγάρικου εθνικισμού): «Είναι έγκλημα η απελευθέρωση του λαού μέσα από εσκεμμένες σφαγές και καταστροφές. Ολόκληρη η Τουρκία πρέπει να πνιγεί στην αναρχία, η αυτοκρατορία του σουλτάνου πρέπει να ταρακουνηθεί από τα θεμέλιά της, και η κατάσταση να γίνει τόσο ανυπόφορη ώστε αυτοί που σήμερα, στο όνομα των παντοδύναμων συμφερόντων, διατηρούν το βάρβαρο status quo, να αναγκασθούν στο όνομα των ίδιων τους των συμφερόντων, να επιφέρουν τις αλλαγές προς μια πιο ανθρώπινη τάξη πραγμάτων».

Το 1896 η ΕΕΜΟ οργανώνει στη Θεσσαλονίκη το πρώτο συνέδριό της με σκοπό την εμπέδωση των επαναστατικών θέσεων και το άνοιγμα του δρόμου προς την επανάσταση.

Στις 7 Φεβρουαρίου 1897 οι μαθητές του βουλγαρικού γυμνάσιου πραγματοποιούν εξέγερση και το κλείνουν. Όταν τελικά η εξέγερση λήγει προς όφελος των εθνικιστικών στοιχείων, ο Γιορντάνωφ (Ορτσέτο) εγκαταλείπει τις σπουδές στο Γυμνάσιο. Από δω και στο εξής η ζωή του είναι μια συνεχής επαναστατική αναζήτηση και αναρχική δράση.

Τον επόμενο χρόνο μέλη που διαφωνούν με την ΕΕΜΟ δημιουργούν στη Φιλιππούπολη, το Κουστεντίλ και τη Γενεύη ομάδες αναρχικών απόψεων με κεντρικό σύνθημά τους: Ούτε Θεός, Ούτε Αφέντης.

Η ομάδα της Γενεύης που έχει σχέσεις με ρώσους αναρχικούς, αποφασίζει την πραγματοποίηση βομβιστικών επιθέσεων ενάντια σε ευρωπαϊκές εταιρείες που έχουν παραρτήματα σε ευρωπαϊκά εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Την ίδια χρονιά οι Ορτσέτο και Κίρκωφ μαζί με ορισμένους μαθητές του γυμνασίου δημιουργούν την ομάδα Ταραχοποιοί (Γκιουρουνταλτζήδες). Με την ομάδα αυτή έρχεται σε επαφή ο Σβετοσλάβ Μερντζιάνωφ (Σλάβι), που στέλνεται από την ομάδα της Ελβετίας στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να βρεθούν τρόποι για να υλοποιηθούν οι αποφάσεις.

Η επαφή αυτή παίζει σημαντικό ρόλο για την παραπέρα πορεία της ομάδας. Οι Ταραχοποιοί μελετούν αναρχικά βιβλία, συζητούν και προσδιορίζουν μια στάση που καθορίζει την ζωή τους και τη δράση τους με αποφασιστικό τρόπο.

Η ομάδα αλλάζει το όνομα της σε Πλήρωμα (Γκεμιτζήδες). Τώρα πλέον είναι «αυτοί που εγκαταλείπουν την καθημερινότητα και τα όρια της έννομης τάξης και σαλπάρουν με μια βάρκα στις ελεύθερες και άγριες θάλασσες της παρανομίας».

Συζητούν με τον Μερντζιάνωφ την απόφαση της ομάδας της Ελβετίας. Έχουν την άποψη πως με μια σειρά από κτυπήματα στις κυριώτερες εγκαταστάσεις του ευρωπαϊκού κεφαλαίου στη Θεσσαλονίκη και την Ισταμπούλ θα δοθεί μια δυναμική απάντηση στις ευρωπαϊκές δυνάμεις, που λυμαίνονταν πολιτικά και οικονομικά τη Μακεδονία μαζί με τους Οθωμανούς δυνάστες. Είναι σίγουροι πως μια τέτοια ενέργεια θα προκαλέσει ένα διεθνιστικό ενδιαφέρον για την απελευθέρωση της Μακεδονίας και θα συμβάλει στις επαναστατικές διεργασίες από την μεριά της κοινωνίας. Αλλά, το προχώρημα των οποιωνδήποτε σχεδίων προϋποθέτει την ύπαρξη χρημάτων.

Το καλοκαίρι του 1899 ο Μερντζιάνωφ κατορθώνει να βρει χρήματα από τον Μπόρις Σαράφωφ (1872-1907, από τα ηγετικά στελέχη της ΕΕΜΟ), προκειμένου να οργανώσει την εκτέλεση του Σουλτάνου.

Έρχεται σε συνεννόηση με τους Γκεμιτζήδες, μέσω του Ορτσέτο, για να πραγματοποιήσουν χτυπήματα στην Ισταμπούλ και τη Θεσσαλονίκη. Το σχέδιο όμως για την εκτέλεση του αιμοσταγούς σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες, παρά την υποστήριξη των Αρμενίων επαναστατών, ανάμεσα στους οποίους υπάρχουν και αρκετοί αναρχικοί.

Τελικά αποφασίζουν την ανατίναξη του κτιρίου της κεντρικής διοίκησης της Οθωμανικής Τράπεζας και των γραφείων της εταιρείας μονοπωλίου καπνών στην Ισταμπούλ και την Οθωμανική Τράπεζα στη Θεσσαλονίκη. Η Αυτοκρατορική Οθωμανική Τράπεζα είναι γαλλική εταιρεία που ιδρύθηκε το 1863 και εγκαταστάθηκε στην Ισταμπούλ. Πρόκειται για την μεγαλύτερη ευρωπαϊκή εταιρεία που συμμετέχει σε πολλές εμπορικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις. Με ειδικές προνομιακές ρυθμίσεις έχει το δικαίωμα να εισπράττει απ’ ευθείας κρατικά έσοδα, προκειμένου να εξοφληθούν δάνεια που παίρνει η Οθωμανική αυτοκρατορία από την Ευρώπη.

Οι Γκεμιτζήδες συγκεντρώνονται στη Θεσσαλονίκη και το Μάιο του 1900 νοικιάζουν ένα μικρό μαγαζί απέναντι και διαγώνια από το κτίριο της Οθωμανικής Τράπεζας, το μετατρέπουν σε κουρείο και από το υπόγειό του αρχίζουν να σκάβουν μια σήραγγα με κατεύθυνση τα θεμέλια της Οθωμανικής Τράπεζας.

Στην Ισταμπούλ το σκάψιμο της σήραγγας ξεκινά από μια αποθήκη που νοικιάζεται απέναντι από την τράπεζα, αλλά σύντομα η επιχείρηση αντιμετωπίζει δυσκολίες. Όμως, η καταστροφή έρχεται τον Σεπτέμβρη όταν η αστυνομία υποπτεύεται δύο χαμάληδες που μεταφέρουν τα εκρηκτικά που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για την ανατίναξη. Έτσι συλλαμβάνεται ο Κοζάκωφ (μέλος της αρμενικής επαναστατικής οργάνωσης Τασνάκ) και οι Μερντζιάνωφ, Σοκόλωφ και ο Σάτεφ από τους Γκεμιτζήδες, που βρισκόταν εκείνη την εποχή στην Ισταμπούλ βοηθώντας τους υπόλοιπους συντρόφους στο σκάψιμο.

Αυτή η αναποδιά έχει σαν αποτέλεσμα να σφραγιστεί η είσοδος της σήραγγας στη Θεσσαλονίκη και οι Γκεμιτζήδες να φύγουν από την πόλη εκτός από έναν, τον Πίγκοφ.

Κανείς όμως, δεν μαρτυρά τα σχέδια για την ανατίναξη της τράπεζας και έτσι δεν ανακαλύπτεται η σήραγγα στην Ισταμπούλ, αλλά ούτε και η άλλη στη Θεσσαλονίκη. Οι Μερντζιάνωφ, Σοκολώφ και Σάτεφ απελαύνονται τον επόμενο χρόνο. Μερικούς μήνες αργότερα ο Μερντζιάνωφ συλλαμβάνεται στην Αδριανούπολη μαζί με άλλους επαναστάτες και τον Νοέμβρη τον απαγχονίζουν. Είναι μόλις 25 χρονών.

gemidji_2Η σήραγγα στην Ισταμπούλ θα ανακαλυφθεί στις αρχές του 1901 όταν θα συλληφθούν τυχαία για οπλοφορία δυο μέλη της ΕΕΜΟ. Ο ένας απ’ αυτούς, ο Μίλαν Μιχαήλωφ, θα δώσει πληροφορίες που θα οδηγήσουν σε πολλές συλλήψεις και στην ανακάλυψη ενός εγγράφου, όπου υπάρχει λεπτομερής αναφορά για την σήραγγα. Συλλαμβάνεται επίσης ο τυπογράφος Νάντσο Στογιάνωφ, που βοήθησε στην ενοικίαση της αποθήκης απέναντι από το κτίριο και ο πατέρας του Κάλτσο. Καταδικάζονται και οι δύο σε ισόβια και πεθαίνουν στις φυλακές της Σινώπης. Η σήραγγα θα σφραγιστεί μυστικά με εντολή του σουλτάνου Χαμίτ.

Παρ’ όλες τις ατυχίες και τις δυσκολίες, το σχέδιο για την ανατίναξη της τράπεζας στη Θεσσαλονίκη παρέμεινε άγνωστο στους τούρκους, αλλά η επιχείρηση έπρεπε να διακοπεί και για λόγους προφύλαξης αλλά και επειδή δεν υπήρχαν χρήματα για να αγοραστούν εκρηκτικά. Ο Πίγκωφ ξενοικιάζει, τελικά, το κουρείο και εξαφανίζεται.

Το 1902 είναι καθοριστικό. Τα πράγματα έχουν ησυχάσει. Οι Γκεμιτζήδες αρχίζουν να ψάχνουν για χρήματα και εκρηκτικά. Ο Ορτσέτο συναντά τον Σαράφωφ που δέχεται να τους υποστηρίζει προσφέροντας τους χρήματα και δυναμίτη.

Οι Γκεμιτζήδες έχοντας σαν βάση τη Σόφια σχεδιάζουν να κτυπήσουν στόχους στην Αδριανούπολη, τη Φιλιππούπολη και τη Θεσσαλονίκη. Ορισμένοι από αυτούς πηγαίνουν στη Θεσσαλονίκη. Το Σεπτέμβρη σε μια από τις συναντήσεις που έχουν στη Σόφια αποφασίζουν να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους στη Θεσσαλονίκη. Εκεί νοικιάζουν ένα μαγαζί δύο πόρτες πιο πέρα από το κουρείο που είχαν πιάσει το 1900 και το μετατρέπουν σε μπακάλικο. Σκάβουν μια σήραγγα που συναντά την παλιά.

Στις αρχές Νοέμβρη ο δυναμίτης που τους είχε υποσχεθεί ο Σαράφωφ φτάνει στην Αλεξανδρούπολη. Ο Ορτσέτο συνεννοείται με τον έλληνα έμπορο Δ. Ευαγγελίδη για τον εκτελωνισμό δεκαεπτά βαρελιών που υποτίθεται πως περιέχουν φάρμακο κατά της φυλλοξήρας. Όμως ο Γκαρβάνωφ που είναι επικεφαλής της ΕΕΜΟ το πληροφορείται και έρχεται σε συνεννόηση με τον Ευαγγελίδη. Οι δυναμίτες δεν φθάνουν ποτέ στα χέρια του Ορτσέτο και των συντρόφων του.

Η απώλεια μεγάλη. Μετά από σκληρές προσπάθειες, οι Γκεμιτζήδες κατορθώνουν να εξοικονομήσουν χρήματα από τον Ντέλτσεφ και να αγοράσουν εκρηκτικά τα οποία ύστερα από περιπέτειες που αγγίζουν τα όρια φανταστικού μυθιστορήματος φτάνουν, μαζί με μια μικρή ποσότητα που υπήρχε στο Κουστεντίλ, στη Θεσσαλονίκη το Φλεβάρη του 1903. Τα εκρηκτικά αποθηκεύονται μέσα στη μικρή σήραγγα που είχαν ανοίξει, έτσι ώστε σε περίπτωση που τους ανακάλυπταν οι αρχές να προχωρήσουν άμεσα σε πυροδότησή τους.

Σημαντικό ρόλο στη μεταφορά των εκρηκτικών έχει ο Πάβελ Σάτεφ, που έχει ενταχθεί στην ομάδα το 1900 από τα απομνημονεύματα του οποίου αντλούνται πολύτιμες πληροφορίες για τη δράση της ομάδας των  βούλγαρων αναρχικών.

Στο 2ο συνέδριο της ΕΕΜΟ που γίνεται το Γενάρη του 1903 αποφασίζεται να οργανωθεί ένοπλη εξέγερση την άνοιξη. Στη διάρκεια του συνεδρίου ο Γκαρβάνωφ επιτίθεται ανοιχτά ενάντια στους Γκεμιτζήδες με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς. Οι τελευταίοι όταν πληροφορούνται το γεγονός οργίζονται. Η ρήξη είναι ολοκληρωτική. Ο Γκορβάνωφ είναι βέβαιο πως θα κάνει τα πάντα για να ματαιώσει οποιοδήποτε σχέδιο τους. Σ’ αυτόν αποδίδονται και οι έντονες φήμες που κυκλοφορούσαν για επικείμενες ταραχές στην Θεσσαλονίκη λίγο προτού μπει σε εφαρμογή το τελευταίο μέρος της επιχείρησης των βούλγαρων αναρχικών. Όταν συνελήφθη μετά το μπαράζ των βομβιστικών επιθέσεων στη Θεσσαλονίκη δεν δίστασε να κατηγορήσει τον μικρότερο από τους Γκεμιτζήδες, τον Μίλαν Άρσωφ, 17 χρονών, για προδοσία και χαφιεδισμό. Στη δίκη του Γκαρβάνωφ, ο Άρσωφ κατέθεσε σαν μάρτυρας και κατέρριψε τις συκοφαντίες που εκτοξεύθηκαν εναντίον του.

Ο Σάτεφ μετά την ολοκλήρωση της μεταφοράς των εκρηκτικών, βγάζει διαβατήριο στο όνομα Γκεόρκι Μανάσωφ και από το Κουστεντίλ όπου βρίσκεται φεύγει για τη Φιλιππούπολη. Εκεί βγάζει βίζα και αλλάζοντας τραίνα στην Αδριανούπολη και την Αλεξανδρούπολη φτάνει στη Θεσσαλονίκη όπου συναντά τους υπόλοιπους συντρόφους.

Τώρα πλέον όλοι και όλα είναι έτοιμα για την ολοκλήρωση της επιχείρησης…

Συσπείρωση Αναρχικών

Δημοσιεύθηκε στη ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 17, Σεπτέμβριος 2003
Both comments and trackbacks are currently closed.