ΜΠΑΧΙΑ, ΒΡΑΖΙΛΙΑ 1798

baxia-posterΗ Βραζιλία, με το μεγαλύτερο Μαύρο πληθυσμό έξω από την Αφρική, κάποτε φάνηκε να δίνει παραδείγματα φυλετικής ισότητας και κοινωνικής δημοκρατίας. Στην επαναστατική περίοδο που ακολούθησε τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στη Γαλλία, Βραζιλιάνοι όλων των τάξεων και αποχρώσεων έδρασαν –«συνωμότησαν»– για ν’ αποτινάξουν τον Πορτογαλικό αποικιοκρατικό δεσποτισμό που βασιζόταν στη σκλαβιά. Μπροστά ήταν οι Μαύροι σκλάβοι και οι «ελεύθεροι», καθώς και οι «έγχρωμοι» τεχνίτες και στρατιώτες που θέλανε μια μη-φυλετική κοινωνία στο νότιο ημισφαίριο. Προδόθηκαν επανειλημμένα από μια πολυφυλετική κάστα πληροφοριοδοτών, και από μια φιλόδοξη λευκή ελίτ που «ονειρευόταν την ανεξαρτησία της Bahia», το κέντρο της εμπορίας σκλάβων και οικονομίας της Βραζιλίας, «αλλά φοβούνταν την απελευθέρωση των σκλάβων».

Η Επανάσταση των Μαύρων Γιακωβίνων

Τα 2/3 του πληθυσμού ήταν μαύροι ή μιγάδες, το 1/3 ήταν λευκοί ή αυτόχθονες. Το 1794, η Γαλλική Επανάσταση, έφθανε σε ένα κρίσιμο σημείο, προτάσσοντας στην Ευρώπη των βασιλιάδων, την ισότητα όλων των ανθρώπων στην ευτυχία, άσχετα αν ο κόσμος έπρεπε να γυρίσει άνω-κάτω για να επιτευχθεί αυτό.

Στην πλουσιότερη Γαλλική ζαχαρο-παραγωγό αποικία, οι ιδιοκτήτες φυτειών προσπάθησαν να αποκτήσουν την αυτονομία τους και οι μαύροι που είχαν ελευθερωθεί απαίτησαν την υπηκοότητα που τους είχαν υποσχεθεί το 1789, κάνοντας δυνατή την εξέγερση αυτών που ήταν ακόμη σκλάβοι, τον Αύγουστο του 1791, που οδήγησε στη δημιουργία της Αϊτής το 1804, της πρώτης Αμερικανικής περιοχής χωρίς δουλεία.

Από το 1789, το Πορτογαλικό κράτος έκανε κάθε προσπάθεια για να εμποδίσει τις Γαλλικές ελευθεριακές ιδέες να φθάσουν στις πόλεις και στις αποικίες. Στη Βραζιλία, όλοι οι ασυνήθιστοι ταξιδιώτες παρακολουθούνταν προσεκτικά και κάθε αποσκευή που έφθανε ελέγχονταν για βιβλία και μπροσούρες. Αυτό γινόταν εντονότερα στο Salvador de Bahia, το βασικό αποικιακό λιμάνι της Βραζιλίας.

Πρώην πρωτεύουσα αυτής της αποικίας, με 60 χιλιάδες κατοίκους, στενούς, ακανόνιστους και βρώμικους δρόμους, ανηφόρες, εκκλησίες, μοναστήρια και χαμηλά σπίτια με σοφίτες, το Σαλβαδόρ ήταν η δεύτερη μητρόπολη της πορτογαλικής αυτοκρατορίας, μετά τη Λισαβόνα.

Το 1789, η αποικία αντιμετώπιζε δυσκολίες, αλλά η Bahia βίωνε μια συγκεκριμένη οικονομική επιτυχία, λόγω των εξαγωγών ζάχαρης, βαμβακιού, λουλακιού, λικέρ, καπνού και άλλων προϊόντων. Παρά την εμπορική της δύναμη, η Σαλβαδόρ εξαρτιόταν από τα προϊόντα των τοπικών περιοχών, καθώς δεν παρήγαγε τίποτα. Οι επιταγές της μητρόπολης απαγόρευαν την κατασκευή προϊόντων στις πορτογαλικές αποικίες της Βραζιλίας.

Πολλά αγαθά από διάφορες πρωτεύουσες της Ευρώπης, έρχονταν από την Πορτογαλία για να καταναλωθούν στο Σαλβαδόρ ή να εξαχθούν και πάλι στην ενδοχώρα και άλλα κρατίδια: ελαιόλαδο, όπλα, πυρομαχικά, υφάσματα, κρασί, υλικά κατασκευών, οικιακά είδη κτλ.

 

Το βασικό εισαγόμενο προϊόν της πόλης είναι οι Αφρικανοί εργάτες

Το εμπόριο στη Bahia, ειδικά των σκλάβων, ελέγχονταν από τους πλούσιους εμπόρους, κυρίως Πορτογάλους.

Όπως και στις υπόλοιπες αποικίες, η κοινωνία της Bahia ήταν ταξινομημένη. Στην κορυφή βρίσκονταν οι ιδιοκτήτες μεγάλων φυτειών και οι έμποροι, στη βάση ήταν χιλιάδες σκλάβοι. Κάθε χρόνο, πολλοί Αφρικανοί στέλνονταν με πλοία στο Σαλβαδόρ. Η κοινότητα των σκλάβων ήταν ετερογενής, διαιρεμένη 1) στους αιχμάλωτους που γεννήθηκαν στη Βραζιλία, 2) ανάλογα με το χρώμα του δέρματος, και 3) Αφρικανούς διαφόρων κουλτουρών και γλωσσών.

Ανάμεσα στους εμπόρους σκλάβων και τους ίδιους τους σκλάβους ήταν οι ελεύθεροι, οι φτωχοί, ας πούμε, της αποικίας. Με λίγες πιθανότητες κοινωνικής δράσης, αλλά με «καθαρό αίμα». Ήταν οι διευθυντές, ταμίες, αγρότες, ναύτες, μαγαζάτορες, ή μέρος του κλήρου, των πολιτοφυλακών και του στρατού. Ανταγωνίζονταν επίσης με μισθωμένους σκλάβους και αυτούς που αυτο-ενοικιάζονταν ως τεχνίτες. Όλες οι θέσεις κύρους διατηρούνταν γι’ αυτούς με πορτογαλική ιθαγένεια.

Στο Σαλβαδόρ, οι ελεύθεροι έγχρωμοι προσλαμβάνονταν σα μάστορες, στο λιανεμπόριο, σαν στρατιώτες και χαμηλόβαθμοι αξιωματικοί, πάντα για ένα μίζερο μεροκάματο. Για να επιβιώσουν, οι στρατιώτες συχνά έβρισκαν δεύτερη δουλειά. Η ζωή τους ήταν πολύ δύσκολη. Κι εκτός της μεγάλης δυσκολίας να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση, στιγματίζονταν κι από το χρώμα του δέρματός τους, που τους απέτρεπε κάθε πρόσβαση σε αστικές, θρησκευτικές και διοικητικές θέσεις.

 

Στο τέλος του 18ου αιώνα η Βραζιλία ήταν μια σπουδαία πηγή πόρων για τις ανώτερες τάξεις

Τα εμπορικά μονοπώλια και οι διάφοροι φόροι «έτρωγαν» το εισόδημα κι έτσι η ζωή γινόταν ακριβότερη στη Βραζιλία. Οι φτωχοί του Σαλβαδόρ συχνά πεινούσαν κι αναγκάζονταν να ζητιανεύουν για να φάνε.

Ανάμεσα στους ντόπιους αρχηγούς αναπτύχθηκε η ιδέα ότι το αποικιακό καθεστώς ήταν παρασιτικό και αυτές οι ιδέες ενδυναμώθηκαν από την ανεξαρτησία των ΗΠΑ και τις ελευθεριακές, επαναστατικές ιδέες που έρχονταν από τη Γαλλία. Δέκα χρόνια νωρίτερα μια συνωμοσία για την ανεξαρτησία του Minas Gerais είχε παταχθεί.

Το 1798, το Σαλβαδόρ έζησε τη μοναδική αποικιακή εξέγερση στη Βραζιλία, με προτάσεις που έκοψαν όλη την αποικιακή κοινωνία από την κορυφή ως τη βάση. Αυτές οι προτάσεις εισήγαγαν μια δημοκρατική αναδιοργάνωση στην περιοχή έξω από το σύστημα δουλείας.

 

Οι ανατρεπτικές σατιρικές αφίσες της Salvador de Bahia

12 Αυγούστου 1798, ο Φερνάντο Χοσέ από την Πορτογαλία, κυβερνήτης του καπετανάτου της Bahia, 43 ετών τότε, ανακάλυψε ότι τα ξημερώματα, 12 «ανατρεπτικά» πόστερ είχαν τοποθετηθεί, σε πολυσύχναστα σημεία του Σαλβαδόρ, προτρέποντας τους ανθρώπους να δημιουργήσουν τη Δημοκρατία της Bahia. Αν και πολύ λίγοι άνθρωποι μπορούσαν τότε να διαβάσουν, το περιεχόμενο των αφισών αυτών είχε μεγάλη επίδραση καθώς διαδίδονταν στόμα με στόμα.

Η ανατρεπτική αγκιτάτσια δεν ήταν κάτι καινούργιο. Στις αρχές του 1797, κάποιοι έβαλαν μερικές «σατιρικές αφίσες» στο δημόσιο ικρίωμα, που κάηκε στη μέση της νύχτας. Οι δράστες δεν πιάστηκαν. Η πράξη αυτή ήταν ένα «έγκλημα κατά του θρόνου», καθώς ο μακάβριος τρόπος διαμαρτυρίας είχε συμβολική σημασία. Τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς, άλλα μανιφέστα διανεμήθηκαν σε όλη την πόλη.

Μπορεί να δει κανείς τον πολιτικό, κοινωνικό και συνδικαλιστικό προσανατολισμό της κίνησης αυτής με τα κείμενα. Σ’ αυτά, οι συγγραφείς υπερασπίζονταν τις ιδέες της ισότητας, της δημοκρατίας, την ανεξαρτησία της Bahia, το ελεύθερο εμπόριο και την ελευθερία για την παραγωγή αγαθών, τη Γαλλική Επανάσταση.

Τα μανιφέστα ζητούσαν το τέλος όλων των κοινωνικών και φυλετικών διακρίσεων

baxia-3Απειλούσαν τον κλήρο, που ήταν ενάντιος σε νέες ιδέες, και υποσχόταν αυξήσεις στους μισθούς των στρατιωτών και των συνοριακών αξιωματικών.

Σε δηλώσεις που έκαναν μάρτυρες που είχαν ακούσει για τα μανιφέστα, χωρίς να τα έχουν διαβάσει, υπήρχε μια καθαρή επαναδιατύπωση του περιεχομένου των κειμένων, ώστε να υπερασπίζονται τις κατώτερες τάξεις με τρόπο που δεν υπήρχε μέσα στο κείμενο, όπως η παρουσίαση ενός πίνακα για την διόρθωση των τιμών του κρέατος. Η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των μανιφέστων ήταν φυσιολογική για μια κοινωνία σε ένταση, στην οποία το βασικό όχημα μεταφοράς πληροφοριών ήταν ο προφορικός λόγος.

Ο κυβερνήτης διέταξε να γίνει έρευνα για να εντοπιστούν οι δράστες. Πριν αρχίσουν οι έρευνες, μια φήμη άρχισε να κυκλοφορεί στην πόλη, ότι τα φυλλάδια φτιάχτηκαν από φαντάρους και μιγάδες αξιωματικούς που στάθμευαν στην πόλη. Εκείνο τον καιρό, ο αναλφαβητισμός ήταν πολύ κοινός, ειδικά ανάμεσα στους φτωχούς, και οι αρχές συνέκριναν το γραφικό χαρακτήρα των μανιφέστων με αυτά των αιτήσεων στα κυβερνητικά αρχεία.

Η έρευνα της αστυνομίας έδειχνε έναν ύποπτο. Στις 16 Αυγούστου, ο μιγάς Domingos da Silva Lisboa συνελήφθη και φυλακίστηκε. Γεννήθηκε στη Λισαβόνα, ήταν 43 χρονών, δεν ήξερε ποιοι ήταν οι γονείς του και είχε κάνει αιτήσεις στην κυβέρνηση και είχε γράψει κείμενα με αντιθρησκευτικές και ελευθεριακές ιδέες. Ήταν κάτοικος του Laderia da Misericordia και στο σπίτι του βρέθηκαν πάνω από 100 βιβλία, που για τον καιρό εκείνο ήταν μια τεράστια βιβλιοθήκη, ειδικά για έναν άνδρα με λιγοστούς πόρους.

Στις 22 Αυγούστου εμφανίστηκαν άλλα 2 γράμματα μπροστά από μια εκκλησία, με τον ίδιο γραφικό χαρακτήρα, και καθώς ο Domingos ήταν στη φυλακή, οι έρευνες άρχισαν ξανά και κορυφώθηκαν με τη σύλληψη, στις 23 του μηνός, του Luis Ganzaga das Virgens. Ήταν ένας 36χρονος μιγάς, γεννημένος στο Σαλβαδόρ και φαντάρος του 2ου Συντάγματος. Στο σπίτι του βρέθηκε ελευθεριακή βιβλιογραφία.

 

Λίγο καιρό πριν, ο Luis Gonzaga, εγγονός ενός πορτογάλου και μια αφρικανής σκλάβας, είχε ζητήσει να μη ληφθεί υπόψη το χρώμα του δέρματός του στην προαγωγή του

Η φυλάκιση του φαντάρου επιτάχυνε τη συνωμοσία και σύντομα εμφανίστηκε, στο κέντρο των γεγονότων, ο Joao de Deus do Nascimento, έγγαμος, μιγάς και δεκανέας στο 2ο Σύνταγμα, 27 ετών, ράφτης με καλό μαγαζί στην οδό Direita. Σκεφτόμενοι ότι ο Luiz Gonzaga πιθανόν να «μιλούσε», οι συνωμότες οργάνωσαν μια βιαστική συνάντηση με όλους τους εμπλεκόμενους και τους συμπαθούντες, με αντικείμενο να αποφασίσουν τη μελλοντική πορεία της εξέγερσης.

Η συνάντηση θα λάβαινε χώρα τη νύχτα του Σαββάτου 25 Αυγούστου στο γήπεδο do Dique, στην περιοχή Desterro, στο Σαλβαδόρ, αλλά δεν πήγε καθόλου καλά καθώς μόνο 14 από τους 200 υποστηρικτές που αναμένονταν παραβρέθηκαν, ίσως γιατί δεν έγινε καλά το κάλεσμα. Σε κάθε περίπτωση όλοι οι επαναστάτες κινδύνευαν να συλληφθούν, καθώς σε έναν διπλανό κήπο βρίσκονταν περίπου 100 στρατιώτες και σκλάβοι περίμεναν οπλισμένοι με κλομπ. Ήταν πιθανό κάποιοι από τους συνωμότες να έφυγαν μόλις κατάλαβαν ότι τους περίμενε μια παγίδα. Ο επικεφαλής αξιωματικός ήταν ο αντισυνταγματάρχης Alexandre Teotonio de Souza, που φορούσε μια λευκή μπέρτα.

Η συνάντηση «καρφώθηκε» από τον απελευθερωμένο σκλάβο και σιδερά Joaquim Jose da Veiga και το μπαρμπέρη Joaquim Jose de Santana, λοχαγό στο 3ο Σύνταγμα των Έγχρωμων. Αυτοί οι πληροφοριοδότες είχαν λάβει πρόσκληση να συμμετέχουν στη συνωμοσία και επέλεξαν να την «καρφώσουν» για να αποφύγουν κατηγορίες εσχάτης προδοσίας και να πάρουν την όποια επικήρυξη.

Αργότερα, ο Joaquim Jose de Santana, εξέφρασε την ελπίδα του να πάρει προαγωγή, γιατί, σύμφωνα μ’ αυτόν, πρόσφερε σημαντικές υπηρεσίες. Με εντολές των αρχών, αυτοί οι δύο συμμετείχαν στη συνάντηση στο do Dique, για να μπορέσουν να προδώσουν τους συνωμότες. Υπήρξε μια τρίτη αποκήρυξη μετά απ’ αυτό.

 

Η βίαιη καταστολή της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Bahia

baxia-katastoliΜε την ανακάλυψη των σατιρικών αφισών στο Σαλβαδόρ ξεκίνησε μια αστυνομική έρευνα που έθεσε σε κίνδυνο τη συνωμοσία για δημιουργία δημοκρατίας χωρίς σκλαβιά στη Bahia. Εξ αιτίας των προδοτών το κίνημα κατεστάλη πριν ακόμα δράσει. Η έρευνα αποκάλυψε 34 συνωμότες, αν και ο συνολικός αριθμός των ατόμων που εμπλέκονταν, (ελεύθεροι πολίτες και σκλάβοι), ήταν πολύ μεγαλύτερος. Υπήρχε μια καθαρή συνωμοσία από την πλευρά του κυβερνήτη να τα ρίξει όλα στην «πλέμπα» για να προστατεύσει τους «καλούς» των αξιωμάτων.

Η εξαίρεση των «καλών» Γιακωβίνων από την έρευνα, ήταν, απ’ τη μια, ένα δείγμα κοινωνικής αλληλεγγύης, κι απ’ την άλλη, άνοιγε την πόρτα για μελλοντικές διαπραγματεύσεις. Στην παρούσα φάση η πορτογαλική διοίκηση αποφάσισε να αποτρέψει κάθε κίνηση για ανεξαρτησία στις αποικίες προσπαθώντας να κερδίσει την υποστήριξη των φτωχών βραζιλιάνων και της εργατικής τάξης με την πρόταση για μια ανεξάρτητη Βραζιλία μέσα σε μια αναμορφωμένη Πορτογαλική Αυτοκρατορία, με την Πορτογαλία να παραμένει το πολιτικό και εμπορικό κέντρο.

Οι συνωμότες αντιλαμβάνονταν ο ένας τον άλλον με εξωτερικά σύμβολα, όπως μακριές γενειάδες, σκουλαρίκι στο ένα αυτί, ή πρόσθεταν ένα κοχύλι από την Αγκόλα στην αλυσίδα του ρολογιού. Η σημαία της εξέγερσης είχε μια λευκή λωρίδα, ανάμεσα σε δυο παράλληλες μπλε λωρίδες δεξιά πάνω. Στη λευκή λωρίδα υπήρχε ένα μεγάλο αστέρι και 5 μικρότερα κόκκινα, με το μότο «nec mergitur» (δε θα βουλιάξει ποτέ).

Ο κυβερνήτης κατηγορήθηκε για επιείκεια τον Αύγουστο του 1797, από το διοικητή του 2ου Συντάγματος, καθώς έδωσε μόνο μια επίπληξη στον υπολοχαγό Hermogenes Francisco de Aguilar Pantoja, που ήταν η πιο ορατή φιγούρα που προπαγάνδιζε ελευθεριακές ιδέες. Σύμφωνα με μερικούς ιστορικούς, η απάθειά του οφειλόταν στην ανικανότητά του να πάρει μια απόφαση. Το γεγονός ότι ο Fernando Jose έδρασε τόσο μαλακά, εκλήφθηκε από τους ολοκληρωτιστές ως αυταρέσκεια και από τους ελευθεριακούς σαν δείγμα συμπάθειας. Όλα αυτά συνέβαιναν καθώς αντιλαμβανόταν ότι η καταστολή από μόνη της δε θα μπορούσε να κρατήσει υπό έλεγχο τη Βραζιλία.

Η παθητικότητα οφειλόταν επίσης και στο αβέβαιο αποτέλεσμα της σύγκρουσης ανάμεσα στους ελευθεριακούς και τους ολοκληρωτιστές στην Ευρώπη. Οι συνωμότες στη Bahia έλπιζαν ότι ο κυβερνήτης θα ηγούνταν των νέων δομών και βασίζονταν στην άφιξη των Γάλλων στη Bahia. Τον Αύγουστο του 1797, ίσως κάτω από την επίδραση των συνωμοτών, ένας γάλλος αξιωματικός παρουσίασε στη Διοίκηση μια πρόταση να επιτεθεί στο Σαλβαδόρ.

Δέκα από τους κατηγορούμενους ήταν λευκοί και άλλοι 24 ήταν έγχρωμοι – σκούροι και μη μιγάδες. Υπήρχε μόνος ένας μαύρος. Μερικοί από τους επαναστάτες ήταν αξιωματικοί και στρατιώτες. Υπήρχε ένας δάσκαλος, 2 τεχνίτες, ένας πλινθοκτίστης, ένας υφαντής, ένας έμπορος, ένας ξυλουργός και ένας χειρουργός. Έντεκα ήταν σκλάβοι και 23 απελευθερωμένοι. Οι σκλάβοι νοικιάζονταν, κυρίως ράφτες, τσαγκάρηδες, μπαρμπέρηδες κτλ.

Οι συνωμότες τιμωρήθηκαν πολύ σκληρά. Πέρα από τις καταδίκες σε εξορία, 4 ηγέτες του κινήματος κρεμάστηκαν και εκτέθηκαν στα 4 σημεία του ορίζοντα στην Praca da Piedade, στις 8/11/1799, καθώς όλες οι καμπάνες του Σαλβαδόρ ηχούσαν. Οι στρατιώτες και ξυλοτεχνίτες Luis Gonzaga das Virgens και ο 24χρονος Lucas Dantas de Amorim, αντιστάθηκαν γενναία στη φυλακή, οι ράφτες Joao de Deus do Nascimento και Manuel Faustino dos Santos Lira, απελευθερωμένοι μιγάδες. Ένας σκλάβος, ο Antonio Jose, αυτοκτόνησε στη φυλακή.

 

Τα πτώματα των εκτελεσμένων αιχμαλώτων έμειναν εκτεθειμένα σε κοινή θέα, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, για δημόσιο παραδειγματισμό

Οι οικογένειές τους συκοφαντήθηκαν για τρεις γενιές. Ένας πέμπτος ηγέτης καταδικάστηκε σε θάνατο αλλά ποτέ δεν πιάστηκε. Οι σκλάβοι που συμμετείχαν στη συνωμοσία, καταδικάστηκαν σε 500 μαστιγώματα και πουλήθηκαν στην τρομερή ηγεσία του Rio Grande do Soul.

Οι λίγοι λευκοί που δικάστηκαν είχαν γενικά μικρές ποινές. Ανάμεσά τους οι Cipriano Jose Barata de Almeida, χειρουργός που είχε 35 βιβλία, και ο 28χρονος υπολοχαγός Hermogenes Pantoja, που κατείχε 26 βιβλία και που είπε ότι στο γάμο του, θα αρκούσε να εκφράσουν η νύφη κι ο γαμπρός την επιθυμία τους να ενωθούν για να γιορτάσουν την τελετή. Εκτός από ελευθεριακός και δημοκράτης, ήταν και άθεος! Γνωστά μέλη της κοινωνίας της Bahia, που συμμετείχαν στη συνωμοσία ή συμπαθούσαν τους Γιακωβίνους δεν ενοχλήθηκαν ποτέ και με κανένα τρόπο.

 

Η συνωμοσία των «ταπεινών»

Στο «In Primeira revolucao social brasileira», ο Alfonso Ruy περιγράφει τον φαρμακοποιό Joao Ladislau de Figueiredo Melo, τον ενοριακό παπά Francisco Agostinho Gomes; το διανοούμενο Jose da Silva Lisboa; τον senhor de engenho Inacio Siqueira Bulcao; τον χειρουργό Cipriano de Almeida Barata και το δάσκαλο ρητορικής Francisco Muniz Barreto ως τους ηγέτες της συνωμοσίας στη Bahia.

Πιθανώς δεν υπήρχε οργανική συμμετοχή ευυπόληπτων πολιτών της Bahia στις δράσεις του Αυγούστου και τη Γιακωβίνικη αγκιτάτσια, τουλάχιστον, στις αρχές του 1798, με άμεσες δράσεις όπως ο εμπρησμός των αγχονών και η ανάρτηση των μανιφέστων. Οι δεσμοί ανάμεσα στους φιλελεύθερους τσιφλικάδες και τους μαύρους Γιακωβίνους του Σαλβαδόρ δεν ήταν ακόμα ξεκάθαροι.

Οι δημοκρατικές και επαναστατικές Γαλλικές ιδέες που εκφράστηκαν από τις τάξεις των τσιφλικάδων στη Bahia θα είχαν μεταδοθεί από τους έγχρωμους τεχνίτες και φαντάρους, τους ελεύθερους άνδρες και τους σκλάβους, κυρίως στο Σαλβαδόρ. Αυτές προσαρμόστηκαν στις κοινωνικές πραγματικότητες της εποχής, γράφοντας το πιο προχωρημένο πολιτικό πρόγραμμα που είχε προταθεί στη Βραζιλία και συγκρίνεται μόνο με αυτό της Κατάργησης της δουλείας, το 1888.

Ίσως ο υπολοχαγός Hermogenes Aguilar Pantoja να ήταν ανάμεσα στα φωτισμένα ελευθεριακά μέλη και των τσιφλικάδων και των Γιακωβίνων των κατώτερων τάξεων. Η διάχυση των μανιφέστων θα μπορούσε να ήταν ένας τρόπος να υποχρεωθούν οι ελευθεριακές ελίτ να πάρουν μια απόφαση, πιθανότατα ακινητοποιούμενοι από τα ζητήματα που έθετε η κατάργηση της δουλείας.

 

Οι ελευθεριακές ελίτ ονειρεύονταν την ανεξαρτησία της Bahia αλλά φοβούνταν την απελευθέρωση των σκλάβων

Η έλλειψη συνείδησης από τη μεριά των εθνικών ιδεολόγων για τη συνωμοσία του 1798 οφείλεται στη χαμηλών τάξεων προέλευση και στο ριζοσπαστισμό της, και όχι στο γεγονός ότι το κίνημα δεν έδρασε. Ένα κίνημα, εμπόρων σκλάβων, κληρικών και διανοούμενων έκανε την περίφημη Συνωμοσία των Ορυχείων του 1789 να καταρρεύσει σαν τραπουλόχαρτα. Στη Bahia, οι πλούσιοι συμμετείχαν στη συνωμοσία, αλλά η ηγεμονία του κινήματος ανήκε στο τέλος στους φαντάρους, τους τεχνίτες και τους σκλάβους του Σαλβαδόρ.

Στο Minas Gerais, μόνο ένας συνωμότης, ο φτωχότερος, εκτελέστηκε. Στη Bahia, τέσσερεις ηγέτες κρεμάστηκαν, με το σκοινί ψηλότερα από το συνηθισμένο, για να υποδηλώσει τη βαρύτητα του εγκλήματος. Το 1798, οι άνθρωποι που δεν υποστήριξαν «εν καιρώ ειρήνης τη διαφορά ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και την ανισότητα των περιουσιών ανάμεσα στους ανθρώπους, πάνω στην οποία η θαυμαστή αστική κοινωνία μας βασίζεται» και «προσπάθησαν να επιβάλλουν τις αντικοινωνικές αρχές της απόλυτης ισότητας», «χωρίς διάκριση χρώματος και γένους», όπως καταγράφεται στα διατάγματα και τα δικαστικά έγγραφα, δέχτηκαν βάναυση καταστολή.

Καθώς ήταν ένα κίνημα φτωχών, έγχρωμων, εργατών, η συνωμοσία κατάφερε κάτι μοναδικό στην ιστορία της Βραζιλίας, να προσελκύσει τους σκλάβους και να προτείνει το τέλος της σκλαβιάς, αναμφισβήτητα υπό την επήρεια της απόφασης της Γαλλικής Συνέλευσης του 1794 για την κατάργηση του θεσμού στις γαλλικές αποικίες. Χωρίς ποτέ να εφαρμοστεί, η επαναστατική συμφωνία ακυρώθηκε, το 1802, από το Ναπολέοντα, του οποίου οι στρατιώτες υπέστησαν την ήττα από τους σκλάβους του Άγιου Δομίνικου (Saint Domingues), όπου, το 1804, διακηρύχθηκε η Ανεξαρτησία της Αϊτής και οι σκλάβοι απελευθερώθηκαν.

Η συμμετοχή των σκλάβων και η πρόταση για κατάργηση της δουλείας διασφάλισε τον επαναστατικό χαρακτήρα του κινήματος, σε μια αποικία όπου η σκλαβιά ήταν ο κύριος τρόπος εκμετάλλευσης των εργατών. Η νίκη του κινήματος και η επίτευξη του προγράμματος θα προετοίμαζε στη Bahia, σε έναν αιώνα περίπου, την πλήρη εφαρμογή ενός συστήματος ελευθερίας στην εργασία.

Η Συνωμοσία των Ραφτών το 1798, είχε συγκεκριμένη ομοιότητα με την Συνωμοσία των Ίσων του Gracchus Babeuf, που κατεστάλη στη Γαλλία δύο χρόνια νωρίτερα, το 1796. Η πρώτη πρόταση στη Bahia, ήταν το τέλος της φυλετικής διάκρισης και της δουλείας. Η δεύτερη, ήταν η ανεξάρτητη συμμετοχή των εργατών στις πολιτικές και κοινωνικές δραστηριότητες σε μια εποχή που ο καπιταλισμός ήταν ήδη το σύστημα κυριαρχίας στη Γαλλία.

Η καταστολή της Συνωμοσίας των Ραφτών δεν σήμαινε και το τέλος της κοινωνικής αγκιτάτσιας. Από το 1807, η ένταση ανάμεσα στους σκλάβους εργάτες του Σαλβαδόρ θα σήμανε εκρήξεις, περιοδικά, ως τη Μεγάλη Εξέγερση των σκλάβων το 1835. Παρά τη βία της εξέγερσης του Male, οι προτάσεις της ήταν ρατσιστικές, αφού πρότεινε τη θανάτωση και τη δουλεία για λευκούς και μιγάδες.

Η καταστολή του κινήματος του 1798 έβλαψε τον αγώνα και τις αλλαγές για το σύνολο της κοινωνίας, καταστρέφοντας τις προτάσεις δημοκρατικού και επαναστατικού χαρακτήρα για όλα τα καταπιεσμένα κομμάτια και μια δημοκρατική, ισότιμη κοινωνία. Τουλάχιστον οι ριζοσπαστικοποιημένοι Αμπολισιονιστές (οπαδοί της Κατάργησης της Δουλείας) πρότειναν, εννιά δεκαετίες αργότερα, ένα παρόμοιο και εκτεταμένα δημοκρατικό πρόγραμμα.

Αναρχικός Πυρήνας ΞΑΝΑ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

Πηγή: www.blackagendareport.com

Δημοσιεύθηκε στην μηνιαία αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 75, Σεπτέμβριος 2008

Both comments and trackbacks are currently closed.